Skip to main content

Full text of "Athena; syngramma periodikon tes en Athenais Episte monikes hetaireias"

Μ 






101. .Γ Γ,Ι 'Ι ■ ■■ 

ΐΐΐι.νί•,^:..;•, 

■ Ι ιΓ-Ι. , ., 



/ 



ΑΘΗΝΑ 



1 



ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ Π Ε Ρ 1 Ο Δ 1 Κ Ο Ν 



ΤΗΣ 



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 



ΕΙ[Ι^ΤΗΜ0Ν1ΚΗ>: ΕΤΑ ΙΡΕΙΑΣ 



ΤΟΜΟΣ τριακοστός 



ΤΕΥΧΟΣ Α', Β', Γ', Δ'. 




ΑΘΗΝΗΣ1Ν 

ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ 11. Δ. ΣΑΚΕΑΛΑΡΙΟΥ 

1919 




Λ 5 

1 30 - 3^1 



ΣΓΜΒΟΑΗ ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΥ ΗΣνΧΙΟΓΙ 



Ή νΟν φάσις ττ;ς ελληνικής γλώσσης άντιπροσωτϊεύουακ τήν νεοί- 
τάτην περίοδον του μακροΟ αυτής ^ίου χρησιμεύει βεβαίίος πολλάκι; 
(ός κριτήριον των προγενεστέρων αυτής περιόδων καθα και έκεΐναι 
είναι απαραίτητοι εις εξακρίβωσιν καΐ κατανόησιν των φαινομένων 
ταύτης. Επομένως ή '/.?''ψ^ζ τ^ήζ '''έας γλώσσης πρδς κατανόησιν. 
άποκατάστασιν καΐ καΗόλου έξήγησιν γλωσσών τίνων τοΰ Ήσυ7ίο•^ 
είναι άναμφισοητήτω; κατ" αρχήν όρθή' δτι δ' δμως απαιτείται πολλή 
-ρο'^ογ-η περί τήν χρήσιν αυτής Βα γίνη. νομίζομεν φανερδν έκ των 



εςης 



Ό Ησύχιος παραδίδει 

βαίνειν φιλεΐν, κολακενειν 

Ό ένθυμούμενος το όμηρικόν (Ίλ. Α, 37) «δς Χρύσην άμφιβέβη- 
κας Κίλλαν τε 'ζαθέην» δεν θα διστάση, νομίζομεν, να νοήση πώς 
τδ βαίνειν έσήμαινε το περιέπειν, φιλεΐν, καΐ δεν θα θέληση να άνευρη 
ϊν τω φιλεΐν σημασίαν βινεχν, όιακορεύειν, ώς διατείνεται ό κ. Κου- 
κούλες, ην οΟτε πάλαι οϋτε τίιμερον έχει. 'Άν β Ησύχιος ένόει έν 
τω βαίνειν τήν σημασίαν ταύτην θα μετεχειρίζετο ■:ζρ^^ς έρμηνείαν 
αϋτοΰ ,'^ήμα σαφέστερον. κυριολεκτικώτερον. 

Ή ανεξήγητος γλώσσα 

■ϊρθώς μετεβλήθη υπό τοΟ κ. Κουκουλέ ενθ. αν. 4? 1 >< 

ηγγοβόλος- άλιενς 
αλλ" ισ(ος ούχΙ δι' ούς λόγους εκεί αναφέρει. "Εχοντες δηλ. ύπ' δψιν 
οτι αγγος λέγεται καΐ το οοτρακον, ετι δε καΐ τα ά^ερινολόγος, άχι- 
νολόγος, ■} αριδολόγος, πιννολόγος κ. α. άτινα σημαίνουσι τό ορ-^τ-ΊΟΊ 
δι' ου άλιεύουσιν ά^ερίνας, εχίνηνς, γηρίδης, πίννη: κτλ. ''Χατζΐ''>. 

(1) "Αφορμήν ξΪ; τήν τύνταςιν της προκίΐμίνης πραγματε-ϊς εοωκεν ή του συνάδελ- 
φου χ. Φ. Κουκουλέ, Ήσυ/^ιανά ('ΑθΓ,ν. 27 Άρχ. σ. 61-98)• ενεκβ τούτου και βί 
έντβΰθα έξεταζόμεναι γλώσσαι είναι εξ εκείνων περί ών διε'λαβίν Η χ. ιυνάδελφος. 



4 ΒΑΣ. ΦΑΒΗ 

Άθην. 22. 247 κ. έ.) συμπεραίνομεν δτι δμο•'(ος είχε σχηματιαθη 
άγγολόγος ου υποκοριαχίκόν είναι το αημερινον αργολό^'ί (Βιθυνία)" 
ουτο) 5' έχουσα ή παραγο)γή του αυμφο)νεΐ προς τήν παραδοθείσαν 
σημασίαν ιό <5/.' ου ονλλέγονται οοτρακα. "Ηθη αν λάβωμεν ϋπ' δψιν 
τούτο μεν τήν λέξιν αγγος ταΰτο δε τήν λ. ίχ^νη βόλος =:άλιεός. θα 
ιυμπεράνωμεν άνευ ενδοιασμού δτι ήτο δυνατόν να πλασθή ή λέξις 
άγγοβόλος σημαίνουσα τον άλίεα οστράκων ή οστρακόδερμων καΙ 
7,ϋτη πιθανώτατα υπόκειται υπό τήν άκατανόητον ηγκωβόλος. 

Ίήν επίσης άνεςήγητον γλώσσαν 

ηγμικόν ακρατον 
ό κ. Κουκούλες μεταγράφει 

ά7ί''^<'*' ακρητον. 

Κ άνάγνωσις αύτη παλαιογραφικώς μεν είναι πιθανο)τάτη. πραγ- 
ματικώς δε άμεμπτος. Ή παραγωγή επιθέτουν εξ άλλων έπιθέτϋ)ν εν 
τοΤς μεταγενέστεροι; μάλιστα χρόνοις δεν είναι σπανία" οΰτως υπάρ- 
χει πλήθος τοιούτων παραγο)γων ε?ς -ώδης, ώς άγριώδης, άοριοτώ- 
^ης, βαρβαρώόης, βλακώδης, Ηπικινδννο)δη<:, ερν&ρώδης, κνριώδης, 
αοηηριώδης κ. ά. 'ϊδ. Κόντον εν Λογ. Έρμ. 5. 64, πβ. δε καΐ τα 
ΰφ' ημών γεγραμμένα περί τοΰ εφνλώδης εν Άθην. 27 Άρχ. σ. 145 
κ. έ.;. τα δποΐα κατά τοητο μόνον διαφέρουσι των πρωτοτύπων, δτι 
έκφράζουσι τήν εννοιαν διαγραφικώτερον ομοίως λοιπόν τούτοις 
εσ/ηματίσθησαν καί τίνα εις -ικός από της αύτη; βεδαίως γλωσσικής 
αρχής ώς άοϋ^εηκός, αν'&αδικός, δυοτροπικός. εμπειρικός, ισχνρικός, 
μεγαλικός, οωφρονικός, ετι δε καΐ τό άνδραγαϋικός παρά το άνήρ 
άγαι96ς και τό επίρρημα κακοπραγμονικώςίΙΥ δθεν και από τοΰ 
αγνός έσχηματίσθη τό άγνικός δπερ δ Ησύχιος εξηγεί άκρατος. 

('Η γνώμη τοΰ φίλου κ. Κουκουλέ καθ' ην. επειδή ^^γιμερο^^ τα 
μαλάκια λέγονται ά3Ί'ά καΐ άγνικά, τα επίθετα ά^νός και άγνικός 
έλέγοντο έκ παραλλήλου δεν φαίνεται επιτυχής* διότι τό αγνός δη- 
λοΟν καΐ τόν τρυφερόν, μαλακόν, ίσχνόν έδήλωσε καΐ τα τάς ιδιότη- 
τας ταύτας έχοντα μαλάκια (ΜΝΕ 1, 135)• προσέτι τό άγνικά είναι 

(Ι) Ι.θ1)βθ1ν Φρυν. 2•?8. Προς ταϋτα ό ίι. παραβάλλει τα λατινικά άηΙ}ίθ8Μ8, 
Ηάί6ηΙθ8η8, άββονοβν.^, βοηίνανβνδίοβηβ, ρβτίίάίοΒν^, ηοβΙντηαΙίΒ, οββί- 
άναΐί», ιηαηί/βαίανίηα, άντϊ τών άιιΜηδ, τίάίονΙηΗ, άββοτ')ΐ8 χτλ. 



ΣΓΜΒΟΛΗ ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΤ ΗΣ^X10^ 5 

ούσιαστικόν δμοιον τώ ψαρικό =-οιάφοροι ίχθύες καΐ οή άγηκά-^οιά- 

ψορ% μαλάκια). 

άμπελίαν άμπελίδα, φντόν τΐ' οντω και τα στελέχη της αμπέλου. 

Ούτως έςέδωκε την γλώαααν ό ΜουσοΟρος. άλλ' ούτε ό 8οΙιιηϊι11 
ούτε 6 ϋΐικΙΟΓΪ ο5τε τελευταϊον ό κ. Κουκούλες ίκανοποιοΟνται έκ 
τής εκδόσεως ταύτης. Καθ' ήμας το στέλεχος της αμπέλου ώνομάσΟν, 
αμπέλια καΐ έχει τιρος το άμπελος ώς τό κεραοία τιρος το κέρασος 
κερασέα, το κεράτια προς το κερατέα, τό κιτρία προς το κιτρέα, τό 
κρανία προς το κράνος -κρανέα κ. ά. δηλαδή έσχηματίσθη κατά τα 
άλλα εις -ια ονόματα φυτών ΜΝΕ 2, σ. 198). Τούτων οΰτως εχόν- 
των γ^ διόρϋωσις τοΰ Μουσούρου αποκατέστησε την γλώσσαν, ήτις 
ούτω παρέχει νοΟν όρθότατον. 

Ό 8ο1ιηΊί(ϋ; έξέδωκε 

άρματοποιός- τ έκτων [{} άρματοπηγός] 

δβελίζει δηλ. το άρματοπηγός ώς προερχόμενον έκ διττογραφϊας, 
ό δε κ. Κουκούλες νομίζει δτι υπό τό κείμενον λήμμα κρύπτεται και 
έτερον, άρματοποιός (από τοΰ άρματα)" καθ' ήμας είναι ανάγκη να 
ζητήσωμεν τήν χρήσιν τοΰ ονόματος τέκτων Ίνα κατανοήσωμεν τό 
•/^ιύρ^ον ού μόνον άνευ μεταβολής τοΰ υπό τοΰ κωδικός παραδοθέντος. 
αλλά καΐ άνευ φόβου μήπως άποδώσωμεν ε?ς τόν Ήσύχιον λέξιν τήν 
οποίαν εκείνος δεν ήτο ικανός να πλάση* ζητοΰντες λοιπόν τήν χρή- 
σιν τοΰ ονόματος τουτοΜ ευρίσκομεν δτι έχει εύρυτάτην εννοιαν ην 
περίπου τό ήμέτερον μάοτορις, διό και προσδιορίζεται ενίοτε υπό λέ- 
ςεων είδικήν εννοιαν έχουσών ούτω ό "Ομηρος (Ίλ. Α. 100) λέγε: 
«και τα μεν άσκήσας κεραξόος ήραρε τέκτων»" καΐ παρά Νικάνδρ(ο 
δε θηρ. 170 άναγινώσκεται «Αίγασέης δορατοξόος τέκτων»" κατά 
ταΰτα 6 Ησύχιος είπεν 

άρματοποιός τέκτων δ άρματοπηγός. 

Ό δοΐιπιίεΐΐ έξέδωκε 

[άροτρα γή, χώρα, πλέ^ί^ρα]. 

ΙΙερΙ τούτου ό κ. Κουκούλες διδάσκει Ένεκρή^η ένιαν^}α ή υπό 
τοΰ Ηβΐηδίυβ προταϋεΤαα άνάγνωσις άρονρα καίτοι παρά την άλφα- 
βητικην σειράν ονσα. ^ Λν τις δμως λάβη ν.Ί^' δψιν δτι ζευγάρι λέγε- 



6 ΒΑΣ. ΦΑΒΗ 

ται και το άροιρυν, ή δε γη μετρείται κατά ζευγάρια ή ά^ινάρια ιότε 
ι'^ά πειο'&γί δη 6ρϋο)ς εχονοι πάντα τά ιοΰ 'Ηονχίον και άνευ λόγου 
επομένως λείπει εκ του Θησαυρού και των λοιπών νεωτέρων λεξικών 
ή οημασία αντη της λέξεως αροτρον-.. 

ΙΙερΙ του αρότρου ή ττ^ς άρούρας ώς μονάδος επιφανείας σπουδαίος 
διεξήχθη άγων μεταξύ Χατζιδάκι καΐ Βερναρδάκι προκειμένου περί 
διορθώσεως τοΟ \νΐ1αΐΏθνίΙ;ζ εις το σχόλιον 'Ιλ. Ν. 703 «Πτολε- 
μαίος γαρ εις τό της Αρσινόης χιλιάροτρον τέμενος μέλανας άνηκε 
ί3θΰς>. Έν τούτω δηλ. ό λνΐΙαΓΠ. μετέβαλε τό χιλιάροτρον ζΐς χιλιά- 
ρονρον, Ι'να ούτω οηλωθη Ικτασις χιλίων ά.ρουρώ'^' 6 δε κ. Βερναρ- 
δάκις ύποστηρίζων τό παραδοθέν χιλιάροτρον έξήγησεν αυτό χιλίων 
ζευγαριών χωράφι. Τό ζήτημα τούτο έξήτασε μετά πάσης ακριβείας 
ό κ. Χατζηδάκις έν Άθην. 13. 264 κ. ε. και 25. 312 κ. έ., οπού 
παραπέμπομεν τόν άναγνώστην εκ της αναγνώσεως των πραγματειών 
τούτων θα πεισθη έκαστος οτι και παρ' Ήσυχίφ συνέβη δ,τι και έν 
τοίς εις Ίλιάδα σχολίοις. οτι δηλ. των αντιγραφέων τις άγνοών την 
λ. αρουρα μετέγραψεν αυτήν εις τήν γνώριμον άροτρα. 

ίΐς προς δε τήν άλφαβητικήν σειράν παρατηροΰμεν ότι είναι 
τοσαΰτα παραδείγματα τά όποια άναγινωσκόμενα ώς παρεδόθησαν 
ούδένα νουν παρέχουσι, διορθούμενα δε μετατίθενται ε?ς άλλην θέσιν 
τοΰ αύτοί5 αρκτικού στοιχείου ή και εις άλλο στοιχεΐον ώστε δεν 
επιτρέπεται νά έπικαλήται τις τήν άλφαβητικήν σειράν προς ύποστή- 
ριςιν τύπου τινός" οΰτω παραδίδεται Αίται άντι Λιταί, άοιγον άντΙ 
λοιγόν, ατματα άντΙ λύματα, Σκνλλειον άντΙ ΣκιαδεΤον. άεπάοιον άντΙ 
άσπάοιον. άνα^έης άντι άνάοοης. κάππει άντι κατήει, ι^έοπις άντι 
βέοπις, ϋεόφατα άντι ϋ^έοφατα, ίάόος άντΙ ιλλός, οφετερίδες άντΙ εφε- 
στρίδες επαΐης άντι επάρας, ιέρας αντί τέρας, λαίαν άντΙ άλίαν, ληταϊ 
άντΙ άηται, λίξαντα άντΙ άίξαντα, πελιανόν άντι πελιδνόν, τάχη άντι 
ιαχή, άερον άντΙ δέρον (=^ εδερον) κ. ά. περί ων Ι'. ΟθΙ)β1; Νονίκ- 
ΙθθΙΐοηθ8 179 κ. 479 Κόντον έν Σωκρατ. 1. 104 κ. έ. 458. 495 
και Αόγ. Έρμ. Κόντου 1. 217 κ. έ. 

Ιίολλάκις και άλλοι, νύν δέ καΐ ό κ. Κουκούλες ένθ. ά. ί} 40 
παραβάλλουσι λέξεις τοΟ Έσυχίου γϊς=^1ς, γιοχνς=^Ιαγ^ύς. γιοτία^- 
ιστία κ. τ. λ. προς τάς νεοελληνικάς ^'Γττ.α άντΙ Ιπα (ϊψ γενική /πόί/, 



ΣΥΜΒΟΛΗ ΕΙΣ ΤΑ ΤΟϊ" ΗΣΓΧΙΟΓ 7 

γισκιονμάόα άντΙ ίοιωμάδα, γίσιος άντΙ ΙΌιος-ιοος κ. τ. λ., άλλα τα 
τϊχραοαλλόμενα φαίνονται εις ημάς άπαράολητα. διότι γενετικώς είναι 
διαφόρου άρ/γ^ς' τό μέν γ των λέξεων του Ησυχίου είναι παράστααις 
του Ρ •ϊ. Χατζιό. εν Άυτιναίου τ. 10 σ. 477 κ. έ., "Ακαδ. "Λναγν. 
1 . 466. ΜΝΕ 2. 32ο κ. έ.), τό δέ των νεοελληνικών είναι ύστερο- 
γενές προελϋόν πιθανώς έκ τί^; συνεκφοράς (Χατζιδ. ΜΝΕ 2, ο28^ 

Ό βοίηηίιΐΐ; έςέδωκε 

γλωρόν νομόν. 

"Αμφισοητών τον τύπον γλωυόν ο ΐΜθΐηθΙίβ εικάζει άντ αύτοΟ 
γλωρόν, ί κ. Κουκούλες αντέχεται της κειμένης γραφής, ό οέ Κο- 
ραής εγκρίνει μεν το γλωρόν (= χλωρόν), τό ερμήνευμα δ' δμω; 
εκδίδει ώμόν. Καθ ημάς είτε τό γλωρόν ισοδυναμεί τω χλωρόν είτε 
ή γνησία γραφή τοΰ Ησυχίου είναι ;ίΑο>ρο»' ή γλώσσα είναι κατα- 
νοητή και επομένως ή μεταβολή τοΟ Κοραή ούχι επιτυχής. Εξετά- 
ζοντες δηλ. έκατέραν των λέξεων καθ" έαυτήν εύρίσκομεν οτι ή λ. 
νομός ισοδυναμεί τη λ, νομή καθά αυτός ό λεξικογράφος κατωτέρω 
διδάσκει δια των γλωσσών νομόν νομήν, νομός (υπό τό λήμμα νό- 
μος)• νομή καΐ νομφ- νομΐ]. ΙΙερΙ δε τής λέξεως χλωρόν διδασκόμενα 
Οπό τοΰ Ηησαυροΰ τοϋ Στεφάνου εν λ. οτι γίνεται χρήσις αυτής καΐ 
άνευ ουσιαστικού προς δήλωσιν του χλο^ροΰ χόρτου" οΰτω λέγετα: 
παρά τοις Ο' Αριθμ. 22. 4 ώσεί έκλείξαι ό μόσχο; τα χλωρά . 
Παροιμ. 27, 25 «έπιμελοΟ τών εν τώ πεδίω χλωρών». Αίλιαν. Ποικ 
\οτοζ>. ϊ'ό. 16 περί αυτόν (τόν περίβολον) έστι δένδρα εύθαλή κα'ν 
πολλά χλωρά »(1). Έάν νΰν λάόωμεν ΰπ' δψιν οτι νομή λέγεται μά- 
λιστα ό χλωρός "^ό^τος. θα έρμηνεύσωμεν τήν γλώσαν τοΰ Έσυχίου 
οΰτως "ό χλωρός χόρτος λέγεται άλλο)ς νομός ήτοι νομή . 

Ό κώδι: παραδίδει 

^αε/ώ' θ(^α, εηίσταμαι. 

Ή ακατανόητος αυτή γλώσσα καθίσταται τελείω; κατανοητή δια 
τής διορθώσεως τοΰ Ρθηγ801Ί καΐ ΟοοΙθΠίΙοΓρΐιΐΝ (^ηήω- ή οιόρ- 
θωσις δ' αϋτη δύναται νά χαρακτηρισθή ώς άνάγνωσις μάλλον, διότ: 
ή σύγχυσι; τών γραμμάτων Ι και Γ είναι συχνή έν τοίς χειρογρά- 

ιΙ' Ο Κοραή; ίν ϋροδρόμοί /..λ. σ. 173 ;/.δ'>.€: αοα /ΐ-^οιηι '.. χ•^-.'Μ\ ■> . ;^4(•. 



8 ΒΑΣ. ΦΑΒΗ 

φοις• έν τούτοις δεν ένεκρίΒγ] ούτε όίτό των συντακτών τοΰ θησαυρού 
ούτε ύπό τοΟ εκδότου τοΰ Ησυχίου 8οΐΊΓηί(ίί;' ό δε κ. Κουκούλες 
ύποστηρίζων τήν παραδοΟεΙσαν γραφήν λέγει τα έςης: <'^V^»' εΐ' 
Καππαδοκία δαγώ η ταγώ οημαίνει οίόα, έπίοταμαΐ' ποοήλί^ε δε 
τοντο εκ τον ιηδα (ε)γώ όπερ λέγεται εν Κν-^νψ υπό τον ερωτώμενου 
προς δήΐωοιν αγνοίας π. χ. ποιος έκαμε αυτό; οΐδα γώ; = δεν γνω- 
ρίζω. Ταντα δεικννοναιν δτι δρϋώς εχονοι τα τοΐ• ' Ηονχίον και επο- 
μένως πρέπει να μείνωοιν αμετάβλητα ί^ . Άλλ' άν τό Κύθνιον γρά- 
ψωμεν είδα γώ ν. θα άντείπττ; ό κ. Κουκούλες : Καθ' ήμας ουδεμία 
αμφιβολία υπάρχει δτι είναι τό είδα του βλέπω οί). ώς γνωστόν, ή 
έννοια είναι ευρύτατη. 

Δια τοιούτων στηριγμάτων έκ της νέας ελληνικής δεν νομίζομεν 
δτι πρέπει να ϋποστηρίζωνται πλημμελείς γραφαΐ τοΰ Ησυχίου ή 
άλλων αρχαίων. 

Τό αυτό παρατηροΰμεν και ώς κρος τήν γλώσσαν 

δολέων δοϋ^ιην 
έν ή άντΙ τοΰ δολίων ώς διώρθωσεν ό Κυστήρος τό δολέων προτείνε- 
ται δοϋιών δπως, καθώς λέγεται, διοάσκουσι τα σημερινά διάσωνας, 
γιά&ωνας κ. τ. λ. Άλλα τά έπι τοΰ διά- τονούμενα νεώτερα ούδόλω: 
άποδεικνύουσι τονισμόν δούίων. τό όποιον έν τή νέα γλώσση θα εγί- 
νετο κατά συνίζησιν δοϋιώνας, ούχι δε δόϋιωνας-διάϋωνας. 

Όμοίως άπροσδιόνυσος χρήσις της νέας ελληνικής γίνεται και 
τ,ΑΑο,'/οΰ' οίον έν § 45 τόν παραδοθέντα τύπον κονίζειν μεταγράφει 
κονίζιν και διατείνεται δτι έκαλείτο ούτω ίμάτιόν τι ανωμάλου υφής 
από τοΰ κον/ζ'ί/ ^= κνίδη ης «17 επιφάνεια είναι ανώμαλος ^>' επίσης έν 
§ 56 χαρακτηρίζει τό νπερεπόλασεν ώς άκατανόητον, ει καΐ ούίεις 
των κριτικών ήμφεσβήτησε τήν ορθότητα αύτοΰ καΐ άντ' αύτοΰ προ- 
τείνει τό νπερεκάχλαοεν έν § 71 άντι τοΰ παραδοθέντος κοκκόνοι 
ή τοΰ έκ διορθώσεο)ς κόκκοι προτείνει τό άνύπαρκτον κοκκώναι- 
όμοίως δλως υποκειμενικά είναι τά διδασκόμενα έν § § 26, 37. 52. 
67, 74, 78, 8« και άλλαχοΰ. 

Έν τώ κώδικι άναγινώσκεται • 
εκασώρενον π. . . φόνων επόρνενον. 



ΣΓΜΒΟΛΗ ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΓ ΗΣϊΧΙΟΓ \) 

Ό Κοραγ^: ατοχαζόμενο; 'ότι υπόκειται -ρ&αζι&ρισμό; τι: τοΟ 
έπόρνευον οιορϋοΐ περιφαν(7)ς ■/.%: οϋτω ή γλώσσα καθίσταται άρτία. 
Νομίζομεν δτι δ Έσύχιος ηθέλησε να δώση άκριβεστέραν την σημα- 
σίαν του καοωρενειν ήτοι να παραστήση την εννοιαν τοΰ πορνεύειν 
περί υποκειμένων ες επαγγέλματος καΐ άπροκαλύπτως άσκούντιον το 
έργον τοΰτο- διότι τοΟτο είναι δυνατόν να γίνεται και κρυφίως. Εν- 
τεύθεν φρονοΟμεν δτι εύαρμοστότερος θα ήτο ο προσδιορισμό; η^ρι- 
φώρως δια δύο λόγους, τ.ρϋηον διότι ή >έ;ις αϋτη ώς σπανία και μη 
'^00Όμίν(ΐ υπό άντιγραφέως είναι πιθανόν δτι μετεβλήθη ύπ' αύτοΰ. 
ένώ αν εκείτο ή λ. περιφηνώς ώς συνήθης και ■ΑθίΧ%Ίθ'ί(ζτ^ ουσκόλως θα 
παρεφθείρετο. καΐ οζ\ίτξ.ρο'^ διότι ή ϊψ/οκχ. του φώρ και των άπό τούτου 
παραγώγων συνδυάζεται προς πράξεις άντικειμένας εις την ήθικήν. 

ΓΟ κ. Κουκούλες λέγει «Μ τα οεμνεΐα και τον ειαιρικόν βίον φαί- 
νεται δτι δ φόρος (ίονηπΐ) είχε μεγάλην οχέοιν, εντεύθεν δε και το 
ήμέτερον «αυτή βγήκε \ το φόρο^ «ή βγήκετον φόρου »=^τ6ν έταιρι- 
κόν βίον ήοπάσατο κ.τ.λ. Νομίζω λοιπόν δη ό λεξικογράφος εγραψεν 
εκασώρενον περί φόρον έπόρνευον». 

Και τα μεν περί φόρον λεχθέντα νομίζομεν άληθη, άλλα δεν δυν:χ- 
μεθα να νοήσωμεν ποιόν τι είναι το περί φόρον πορνεύειν). 

Ηέλων ό κ. Κουκούλες να ύποστηρίςη την παραδοθεΐσαν γραφήν 

εκπεφανωμένος άπόπληκτος 

εκπεφάνωται άπό (πληκτος γέγονε' ΜουσοΟροςι 
λέγει (§ 51) τα έςής Ταντα οημειώ πρώτον διότι τό ρήμα πάρα- 
νοηϋεν εζητή&η να παραδιορ&ωϋή και δεύτερον διότι ύέλω να δώσω 
την έρμηνείαν αντον εκ τής οημερινής γλώοοης ορμώμενος ■ και 
κατωτέρω « Η ερμηνεία δμως τον ρήματος είναι άπλονπτάτη. Φανός 
λέγεται ό φαίνων, ό λαμπρός, εκ τούτον φανόω κα^ιοτώ τι φανόν, 
έκφανώ αφαιρώ παρά τίνος τό φανόν, έκφανονμαι παύω ών φανός, 
παύω λάμπων σβήνω νΐη• κοινώς. "Οντως νυν ΐνα δηλώσωμεν δτι 
τις εξεπλάγη σφόδρα μεταχειριζόμεΰη τό έσβησε ή έμεινε σβηστός 
άπερ εϊναι μεταφράσεις τον έκηεφάνωται τον έχοντος άριοτα 

"Οτι μεν βεβαίως δυνατόν ήτο νά πλασθη έκ του φανός ρήμα 
φανόω καΐ σύνθετον εχφανόω είναι προφανές, αλλ εκείνο τό όποιον 
ευλόγως θα ήδύνατό τις νά αμφισβήτηση είναι άν τό όήμ'α τοϋτο 



10 ΒΑΣ. ΦΑΒΗ 

θά είνε τήν αημασίαν αφαιρώ παρά τίνος το ψαίναον καΐ παθ. παύω 
ων φανός, χγ,ς προθέσεως εκ οί^'Κ(χού^ σημαινούσης άρνησιν της έν- 
νοια; τοΟ ρήματος. Έκ της αξιόλογου πραγματείας τοΟ /.. Γαροίκα 
περί των προθέσεων εν συνθέσει ("Αθην. 24. 139 — 142) διδάσκεταί 
τις ότι όλίγιστα ε!ναι τα σύνθετα ρήματα (οόχΐ τα παρασύνθετα 
ή τα έ-λ προτάσειον σχηματισθέντα;, ατινα εχουσι τήν εκ μετά της 
εννοίας ταύτγ^ς' και ταΟτα εχουσι σημασίαν έπιοεκτικήν τοιαύτης 
εκδοχής ώς εξακμάζω, εξαν&ώ άτινα σημαίνουσι παύομαι ακμάζων, 
ανθών, παρελθόντος δηλαδή του χρόνου της ακμής, τής άνθήσεως(1;. 
Κατά ταΟτα έάν ϋπήρχεν ρήμα εκφανονμαι θά έσήμαινε μάλλον 
καθίσταμαι φανός (=φαεινός) ή εις φανόν (;=δαδα; μεταοάλλομα: 
καθά το εκδαδονμαι κ. ά. περί ών Ι'. Γαρδίκαν ένθ' αν σ. 191. ΚαΙ 
ταΰτα λέγομεν ορμώμενοι από τής αρχής του τί παρεδόι^η ήμΐν 
και τί δύναται κατ' αϋτο πιύανως %•ά λεχ'&η. 

εμφορα' προσβεβλημένα 

ΆφοΟ το προοβάλλειν γνναικι ελέχθη ύπό τοΰ σχολιαστοϋ του 
"Αριστοφάνους (Ίππ. 517) άντΙ τοΰ πειράν γυναίκα, δπερ σημαίνει 
πειράζειν ερωτικώς, κατά δε τά Βασιλικά (60, 21, 15) τό προσβάλ- 
λειν τούτο σημαίνει «άπατηλοϊς ρήμασιν άποπειραθήναι τής άλλου 
σωφροσύν7|ς» ήτοι έλέγετο έπΙ αφροδισιακής άποπείρας τζρος γυναίκας, 
δυσκόλως δύναται νά νοηθή γενικώς έπΙ πάσης αφροδισιακής ομιλίας 
ήτοι και έπι τής των αλόγων ζώων. ακόμη δε ουαχολώτερο'/ καΐ 
έπι τοΰ έγκυμονεϊν. Κατά ταΰτα ή γνώμη τοΰ συναδέλφου κ. Κου- 
κουλέ καθ' ην προσβεβλημένα είναι τά έν γαστρί φέροντα, τά έμ- 
φορα. .δεν φαίνεται πιθανή. Ή μεταφορά είναι λίαν βεβιασμένη, τά 
δέ διάμεσα έλλείπουσιν. 

ίονιί^άδος αιγός ιόνϋονς εχονσης, οίον έκφνματα σκληρά 

/{} ακώληξ 
[ίονέντα^ 
ϋϋτως εκδίδει τάς δύο ταύτας γλώσσας ό Βϋΐΐηιΐίΐΐ ορθώς δέ 6 

(II ΣϋνΰίΤα ρΐίίμ.ατα έκ της προ&έα. βκ 3Τ)[χ.αινοντα τήν άρνησιν τής εννοίβ; τοΟ 
5ίπλοΰ έσ/ηματίσΟησαν πλείστα Ιν τί) νεα Έλληνικί] (('. .Χατζ. έν Άθην. 26 Αρ/. 
7. 37 πβ. και Γβρβίχαν ίνΟ. άν σ. 192 κ. έ.). 



ΣνΜΒΟΛΗ ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΓ ΗΣΓΧΙΟΓ Ι Ι 

κ. Κουκούλες ένΗ. ά. § 63 ήμφεαόήτησε τήν γνώμην τοΟ έκδοτου 
οτι αί λέςε:; ή οκώληξ άνήκουσιν ει; τήν τ^ροηγουμένην γλώσσαν καΐ 
εύστόχω; άπό απόψεως διανοήματος οοώρθωσε οκώληκας. διότι σή- 
μερον γιόί^ος λέγεται ού μόνον τό εκφυμα άλλα καΐ τό σκωλήκιον 
το έκ του φαρίου τοΟ οίστρου έκκολαφθέν και εντός τοΰ οέρματο: 
εισδΟσαν. ο καΐ ή αιτία τοΰ φΰματος' άλλ' Γαως τό ως ιδιαιτέρα 
γλώσσα κατα/ωριζόμενον Ιονέντα ήτο συνέχεια τοϋ ερμηνεύματος, 
δτζερ ούτω άναγινώσκομεν 

ΗΟΚΩΛΗΚΙΟΝΕΝΤΟΟ 
ήτοι η οκωλήκιον ίνιόςίΥγ ούτω δέ καΐ ιό διανότ/μα καθίσταται 
πλήρες και τα επόμενα ιονέντα δλως άδιανόν^τα οντά αποκαθίστανται 
εΓ: τήν μετά νου ύπόστασιν αυτών. 

Ό δοΗηιΐίΙί; έξέδωκε 
ΗΟΐΎέΐν τνπτειν, δοροτεΐν. 

Μεταγράφοντες ταΟτα εις τήν μεγαλογράμματον ^(^τ,ψ^Ί 

ΚΟΤΤΕΙΝΤΥΠΤΕΙΝΔΟΡΑΤΕΙΝ 
και ένθυμούμενοι οτι έν τοις αντιγράφοις συνγ|θέστατα συγχέονται 
τα ΠΤ καΐ ΤΤ, Υ καΐ Τ. Θ και Ο άναγινώσκομεν 

ΚΟΠ1 ΕΙΝΤΥΠΤΕΙΝΗΘΡΑΥΕΙΝ 
ήτοι κότιτείν τνπτειν ή §ραύειν. Τό δγδοον άπό τοϋ τέλους γράμμχ 
Δ μετεγράψαμεν εις Η νομίζοντε: ότι προέρχεται έκ προχ^είρου 
διορθώσεως άντιγραφέως γενομένης δτε φθαρέντα πως τα γράμματα 
δεν παρεΐχον άνάγνωσιν. 

Αιά τής αναγνώσεως ταύτγ^ς απαλλαττόμεθκ του καινοφανούς 
σχηματισμού δορατεΧν άντΙ δορατίζειν, και προσέτι τής ανάγκης να 
όμολογήσωμεν άνευ άλλης άποδείςεως ότι τό ίδιωματικόν κοιτώ 
όπερ σημαίνει ούχι τύπτω. άλλα θραύω ταυτίζεται "ζρος τό τοΰ Ησυ- 
χίου κοττεΐν τνπτειν καθά διατείνεται ο κ. Κουκούλες. 

κοναγμα σκήμη 

Ή γλώσσα αυτή ουδέν νόημα παρέχει. Ο 8θΐΊΠΐί(11 έρωτα μήπως 

|1) "Αλλο ζη:ημΛ άν το τελευτοΐον τοΰτυ μέρο: τοϋ εραηνευματοί εΐν«• τής γνηβί»; 
τοϋ Ησυ/ίοιι "/ειρό; ή νεο)τε'ρα προσΟηχτ,. 

Ή λί'ξις σκωλήκιον μϊρτυρεΐτβ'. πολλά/ οίίεν, ;:αρ' 'Λριστοτελει όε /ίραχτηρ:- 
ζετβι δια τής λ ταύτη; και ό οΐιτρος των θύννων (ΙηάβΧ ΑΓΪ!>ΙθΙθΙϊθΙΐ.•> εν λ.). 



12 ΒΑΣ. ΦΑΒΗ 

πρέπει να γραφ•^^ κννηγμα άντΙ χούαγμα, άλλ' ούδ' οΰτω θεραπεύεται 
τό κακόν. 

Έφ' δσον ι^εβαίως ή όπόατασις του ονόματος κούαγμα δεν έ?α- 
κριβοϋται τεχνολογικώς ή δι' αναμφισβήτητου παραδόσεως, δεν 
είναι δυνατόν να μή θεωρηται ΰποπτον επειδή δέ ομοίως έχει και 
το ερμήνευμα οκήμα, νομίζομεν οτι ή τε γλώσσα καΐ τό ερμήνευμα 
είναι παραναγνώσματα των όπό τοΰ Ησυχίου γραφέντών 

ΚΑΥΑΓΜΑΟΧΙΟΜΑ 
ήτοι καναγμα• σχίσμα" είναι δέ τό καύαγμα δωρική ίγ.ψορα. τοΰ 
κάταγμα (καταΚαγμα, κατΡαγμα. καΡΓαγμα. καΚαγμα' πβ. τό τοΰ 
αύτοΟ λεξικογράφου καυάξαις, ι. και Κόντον εν Αογ. Έρμ. 1, 77 
κ.έ.), έθησαυρίσθη δε ήδη όπό τοΰ ΗθΓ^θΓάθη (Εβχΐοοη ΟΓειβοιίΐϊΐ 
8υρρ1. σ. 443). Παλαιογραφικώς δέ ή παραφθορά της γλώσσης 
ταύτης εξηγείται ώς έξης• ή δίφθογγος Α Υ μετεβλήθη εις ΟΥ εξ 
αντιγραφής κωδικός γεγραμμένου δια της μικρογράμματου γραφής 
καθ' ην ελάχιστον διαφέρουσιν αϊ δύο αύται δίφθογγοι, ώστε προκει- 
μένου μάλιστα περί λέξεως ιδιωματικής μή νοούμενης υπό τών αντι- 
γραφέων ή μεταβολή είναι πιθανωτάτη" τό δέ ερμήνευμα φαίνεται 
δτι τζρώτον άνεγνώσθη ΟΧΗΜΑ(Ι) καΐ κατόπιν τοΰτο εξ αιτίας της 
προφοράς τοΰ οχ ώς σκ έγένετο οκημα• έγράφη δηλ. 6π' άντιγρα- 
φέως άλλου Οπαναγινώσκοντος καΐ άπαγγέλλοντος ΟΚΗΜΑ. 

Ώς προς δέ την σημασίαν παρατηροΰμεν δτι τό κατάγννμι έχει 
και τήν Ιννοιαν τοΰ σχίζω ώς δηλοΰται εκ παραδειγμάτων οποία τα 
παρά Ψευδιπποκράτει ίΙΕ' σ. 90 κάρτα γαρ οί'η τε ρΙς καταγεΐσα 
άναπλάσσεσθαι». ΠΗ' σ. 94 «τούτων δέ ήκιστα ούς καταγεν προα- 
δέεται(2)»• κατά ταΰτα και τό σχίσμα τοΰ ώτός ή της ρινός ήτο 
δυνατόν να λέγεται κάταγμα. 

κούνημα κόκων ή ό κνων 

ΚαΙ τήν γλώσσαν ταύτην έκλαμοάνομεν καθά τήν προηγουμένην 

(1) ΙΙαράόειγμα συγ•/ύσ£ω; τών Η χαί 10 Ι'. Κοντον Γλωσσ. Παρατ. σ. 273 κ. £. 
ι'ας εμβρόντητος - εμβρόντιστος, εξηρτημένος - εξηρτιαμένος, νομίσματα - νομήματα. 
πιϋ^ίσκον-πί'ίΗ]χον, χ. όί. Μν/μοσύνΓ,ν 1885 σελ. Λ /.. Άθτ,ν. 10, ?4 1 ένθα ί^ περί ης 
ό λόγος λ. οχίομα μετέπεαεν εις οχήμα 

(2) Τοιαύτα παραδείγματα εΟρίσχει τι; γ.ϊ^» Κοντω έν Λογ. Έρμ-. Ι, 81 κ, έ. όθεν 
και τάνωτΐρω ελήφθησαν. 



ΣϊΜΒΟΛΗ ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΤ ΗΙ^ΧΙΟΤ 13 

ώς τ:αρανάγνωαμα. Είναι γνο)στόν δτι παλαιογραφικώ; συγχέονται 
τα Κ και 10. Ν καΐ Μ, Υ κ. Ι καΐ άλλα' τούτων δε των γραμμάτων 
ή σύγχυσι; έγένν7]αε το τέρα; όπερ ως γλώσσα τοΰ Ησυχίου παρε- 
οόΒη. Ούτω μεταγραφομένγ, χυτή ει; την μεγα/ογράμματον γραφήν 

έχει ώς έ;γ^ς" 

ΚΟΥΝΗΜΑΚΟΚΩΝΗΟΚΥΩΝ 
τήν οποίαν άναγινώσκομεν 

ΚΟΙΜΗΜΑΚΟΟ)ΚΩΝΗΟΙΟΥΩΝ 
/)τοι κοίμημη κοΐκων τ} ηίπνων Έ σύγχυσις των /λ καΐ ν, ι και ι• 
προηλϋε πάντως εκ της μικρογράμματου γραφής, καθ' ην ή συλλαβή 
κυι/χ- ήτο εΰκολώτατον να άναγνωσΗι^^ κουν-. Είναι δε το κόιί κατά 
τον βεόφραστον (Ίστορ. φυτ. 1, 10, δ) φυτόν καλαμόφυλλον. κατά 
δε τον ΙΙολυδεύκην καΐ τον Ήσύχιον (λ. κόικεςι φυτά καΐ πλέγματα 
καΗά καΐ το οίούη κοίμημα άρα ήτο πλεκτόν τι κατασκεύασμα" 
ποίον δέ τι ήτο κατανοεί έκαστο; έκ της προηγουμένη; γλώσση;. 
μεθ" ή; ή προκειμένη άπετέ/ ει μίαν γλωσσαν ώς αποτελεί ιν νόημα. 
ήτοι ή γλώσσα εΐχεν οΰτω 

κονμάαι- το των δρνίϋων οίκημα, κοίμημα κοΐκων ή οίσνών, 
κατόπιν δέ παρανοηθεϊσα ϊγΜρίι^Ί] και άπεκόπη το οεότεροΊ μίρο; 
αυτής, δπερ διδάσκει ποίον τι ήτο το οϊκημα, ώς ?δία γλώσσα" ση- 
μαίνει δέ ή λ. κοίμημα φωλεάν ύπνου κα*;ίά άλλαχοΟ (Αύλωναρ.; 
λέγεται κοιμηύία '=κοιμήθρα) ή φο)λεά τοΰ λαγωοΟ διότι ευρίσκεται 
έν αύτη μόνον δτλν κοιμάται. "Οτι δέ ή λ. αύτη είναι γνωστή ώ; 
άφηρημένην εννοιαν δηλοΰσα. ένταΟΗα δ" έχει Ιννοιαν τοπικήν. οϋδε•; 
Ηά έκπλαγή Ιχων όπ" όψιν του δτι και αί λλ. κοΤτος, κοίτη άπδ τγ,; 
αφηρημένη; έννοία; μετέπεσαν ει; τήν τοπικήν. Ή δέ νΰν συνήθεια 
κα(ί" ήν οί όρνιΗώνε; είναι μικραι καλύβαι πλεκται διά κλάδίον 
δένδρων πιστοποιεί δτι ή γλώσσα τοΟ Ησυχίου εΙχεν ούτω; ώς ήμεϊ; 
έκδίδομεν αυτήν. Ούτω δ' άπαλλασσόμε^ΐα της αδιανόητου ώ; ;ιρος 
τον σχηματισμδν καΐ τήν Ιννοιαν λέξεως κοννημη 

Ό κώδιξ παρέχει 
Ααλυνίί' πάοσει, πατεί, 

δπερ άκατανόητον δν μεταβάλλουσιν οί κριτικοί 
παλννει' πήπηει. 7τήτ(τ}ρ.ι' 



14 ΒΑΣ. ΦΑΒΗ 

καΙ οΰτο) οιορθούμενον παρέχει μεν οίρτιο"/ νόημα, άλλ' είναι ακα- 
τανόητος ή τζροα'όΎι'λΎι τοϋ τύπου πάϊτίί καΐ μάλιστα εν λεΕικω βρα- 
χυλογικοηάτω" οιά τοΰτο την οιόρθωσιν ταύτην θεωροΰμεν άτυχη, 
νομίζομεν ζ' 5τι ή ■ παραοοθεΐαα γλώσσα είναι αποτέλεσμα παρανα- 
γνώσεως του Α ώς Λ. τοΰ Μ ώς ΑΑ καΐ τοΟ Ι '•>: Τ. συνηθέστατη; 
• ί'/. τοις χειρογράφοις" ούτω τό παραοοθΐν 

ΛΑΛΥΝΕΙΠΑΟΟΕΙΠΑΤ&Ι 
προηλθεν από τοΰ άληθοϋς 

ΑΜΥΝΕ(ΓΑ(ΤΑ;006ΙΠΑΙΕΙ 
ήτοι άμύνει: πηιήσαει, παίει Έ εκπτωσις τοΰ ΤΑ μετά τό ΠΑ είνα•. 
πιθανή ένεκα της όμοιότητο; τζρος αύτό' οιότι ώς γνωστόν τα διττά 
γράμματα και αι έπαναλαμβανόμεναι συλλαβαι πολλάκις απλοποιούν- 
ται έν τοις άντιγράφοις(Ι). "Οτι δέ τό άμννω θα είχε τήν σημασίαν 
ταύτην νοεί έκαστος έξ αυτής της φύσεως τοϋ ρήματος, άλλα προς 
τούτοις αυτός ό Ησύχιος διδάσκει τοΰτο παρέχ/ον τήν γλώσσαν 

"Η κειμένη γραφή είναι 

νωγαλενματα η νωγαλίοματα τη κατά λεπτην β.όέομητη. οι δε τη 
μη εις χορταοίαν αλλά τρυφερά άρματα. 

Οί κριτικοί προ'^'Λρ^1'^οΊτες εις τήν άσυμβίβαστον προς τα συμφρα- 
ζόμενα λέίιν άρματα μεταόάλλουσιν αυτήν εις άρτύματα, εδέσματα, 
αλλ ό κ. Κουκούλες σφόδρα υπεραμύνεται τής κειμένγ^ς γραφής 
στηριζόμενος εις τάς νεοελληνικάς άρματα ίτά) και άρματα (ή) αί 
όποΐαι σημαίνουσι τον γυναικεΐον κόσμον. Καθ' ήμας ή λ. άρματα 
σημαίνει τον γυναικεΐον κόσμον ώς εξάρτημα τής γυναικός καθά τα 
άρματα ήτοι τα δπλα τοΰ πολεμιστοΰ" όμοί(ι)ς δέ λέγεται ι-ίιμερον 
πολλαχοϋ αρματώνομαι έπ'ΐ τής σημασίας τοΰ στολίζομαι ώς <'ντύσ" 
άρματώσου λυγερή»* άπό τούτου δέ παρήχθη ύποχωρητικώς ή λ. 
άρματα (ή). ΙΙρός τούτοις δέ ό προσδιορισμός τρυφερά ν,οιΧ ή άντίθεσις 
τα ^^ «ς χορταοίαν δεικνύουσιν δτι ένταΰθα πρόκειται περί εδεσμά- 
των τινών καΐ ούχι περί κόσμων, ώς λέγει ό κ. Κ." δια τούτο ήμεϊς 
νομίζομεν ότι τό '/ιαρίοΊ ώς έχει νοσεί, θεραπεύεται δέ άπό άπόψεο): 
τουλάχιστον εννοίας δια τής μεταγραφής τοΰ άρματα ύς άρτύματα. 

(1) ΙΙερ•. :;αρβλ€ίψε(.); συλλαβής 5ν τοις άυτιγράφοίς ?. Κοντ. ?ν Σωκρ. Ι. 146 σημ. 



ΣΓΜΒΟΛΗ ΚΙ2 ΤΑ ΤΟΤ ΗΣΤΧΙΟΓ 15 

Σ^ιμεκοτέον 5' 5τι αυτδς ό Έσύ/ιος 5ιά τοΟ ^ρτυ/ίατα έςηγεϊ τό ήδν- 
ηαητα ίέν λ. ι. τά όποΤα ^εβα'Ιω; είναι εοέαματα //^ «ί'ς χοοταπίην. 

^τΑ>;ία^ τνψας, {^ηνμάαης. 

"Ο. τι προσ^ίζτει ει; τήν άντίληψιν τοϋ άναγνώστου ως άνώμαλον 
είναι ή οιαφορα της οιαθέσεως των δύο λέςεων του ερμηνεύματος" 
δηλαδή το μεν πληξας τνψαζ εύΗύς κατανοείται, άλλα τό ηλήξηζ- 
βηνμάπας, εφ" δαον παραδείγματα τοΟ πλήττω έπΙ τοϋ εκπλήττομαι 
δεν τ,Λρε•/θ'η^ι. καθίσταται υτο-τον .διό και ό εκδότη; τοΰ Ησυχίου 
ί^οΐΐΐηΐάί. έρωτα ' τίς -οτε δύναται να -ητεύαη δτι ό Έσύχίος εΐτ:ε 
Γτλήξας άντΙ τοϋ εκπλαγείς; ? 

Ήμεϊς νομίζομεν δτι έχων τις ύπ' δψιν τάς έπομένα; γλώσσα; 
πλήξιππος' ίττηότης καΐ ττληξΐπηφ• ιφ πλήαηοντι τους ίπηονς, δι^ ον 
τον Ιηπότην όηλόΐ, Βά περιέμενεν άντι τοϋ ^ηνμήοας ρήμα έχον την 
έννοιαν τοΟ έκπλήττειν. φοδεΐν. Ι^αμβην ταύτην δε την εννοιαν ε/ει 
τό ρήμα ε?ς τό σύνΗετον ττλήξιπηος διότι πλήττειν μεν τους ί'ππου; 
ήτοι παίειν έκαστος δύναται, άλλ' ή αρετή τοΰ πληςίππου δεν Ιγ- 
7.ειτα•. εις τοΟτο. αλλ" ει; τό ποιεΐν αυτούς φοβεΐσθαι και έπομένίος 
εύ-ειΗεΐς. Κίναι δε γνωστόν δτι ο Ιππος καθώς καΐ τά λοιπά υπο- 
ζύγια κινούνται οΰχΐ τόσον έκ των πληγών τάς οποίας λαμόάνουσιν 
δσον έκ τη; παροτρυντική; ή απειλητικής φ(ι)νής τοΰ όδηγοϋντος αυτά 
πο. τά ύφ" ημών γεγραμμένα περί του πηλαλών "Αθην. 29 "Αρχ. ι. 
Λιά ταΰτα ημείς νομίζομεν δτι Ία ήτο γεγραμμένον ι'^ημβήσας τό 
όποιον άποτριόέν πο); και μή κατανοούμενον μετεολήΗη υπό άντι- 
γραφέως τινό; ει; τό {^ανμάαας 

*0 κ. Κουκούλες ισχυρίζεται δτι τό παραδοθεν έχει καλώς κά- 
προς ύποστήριξιν τοΰ ισχυρισμού του φέρει δύο άποδείςεις.' τήν μεν 
εκ της αρχαίας γλώσσης, τήν δε έκ τή; νέα;. "Απαντών δηλ. ει; τό 
ερώτημα τοΰ 8θ1ΐηίΐίάΙ λέγει* μ Και δμως τοντο Λναι δυνατόν. Το 
ηυχαΤον εκπλήττομαι και καταπλήττομαι τό σημαίνον ι'^αυμάζο) πα- 
οήγεται βεβαίως παρά τό πλήττω, είπε δε και ό "Ομηρος (Γ, 31) 
κατεηλήγη άντι τον έξεπλάγη». "Αλλά πώς ταΰτα άποδεικνύουσιν δτι 
ό Ησύχιος ε!πε τό πλήξας άντι τοϋ εκπλαγείς, ήμεΙς δεν δυνάμεθα 
νά νοήσωμεν. Και κατωτέρω 'οαφεοτέραν τούτον επιβεβαίωση• δύνα- 
ται τκ νη λάβη βλεποη• πώς χα) νϋν ο1 "Ελληνες εις ενδει^ιν ι^αυμη- 



16 ΒΑΣ. ΦΑΒΗ 

ομον, άηορίας και απελπισίας πλήττονοι δια τών χειρών τους μηρούς, 
δπευ οχήμα ύπεδήλωοαν μάλιστα διά τον ρήματος παταγώνομαι 
τον δηλούντος απορώ, ϋ-ανμάζω, εξίσταμαι-. 

Εις ταΰτα παρατηροΟμεν ιζρ(}'>-ίθΊ δτι εις την ιτημασίαν τοΰ πάτα 

γώνομαι δεν υπάρχει 7) έννοια τοΰ πλήττειν ούτε τάς χείρας ο5τε 
άλλο τι* τούτο σημαίνει έκπλγ'ιττομαι. μένω άπόπληκτος, ένεός υπ* 
απροσδόκητου τινός έντυπώσεως. συνωνυμεί δε τζρος το παγώνω δπερ 
λέγεται επίσης έπι τοιαύτης περιπτώσεως. Παράγεται δε άπο τοΰ 
πάταγος ούτινος ή σημασιολογική έξέλιξις έχει ως έξής' ή ετυμολο- 
γική αύτοΰ σημασία είναι ό εκ τοΰ πατάσσειν θόρυβος ως εΙς το 
παράδειγμα «πάταγος οδόντων» (Ίλ. Ν. 283), άπό ταύτης προΎΐλ^εν 
ή σημασία %ρι>6ος οπωσδήποτε προερχόμενος χωρίς να νοήται και 
καΐ ή έννοια τοΰ πατάσσειν ως «βοή και πατάγω έπήισαν» (Ήροδ. 
4. 211) καΐ άπό ταύτης ή άπό ^ορύ6θΌ τινός κατάπληξις και έν 
γένει κατάπληξις. τήν οποίαν φαίνεται δτι έχει εις τα χαρίεντα 
εκείνα τοΟ ΛουκιανοΟ (Τίμων. έν αρχή) «ώ Ζεΰ φίλιε καΐ ξένιε και 

έταιρεΐε καΐ έφέστιε άπαντα γαρ ταΰτα ληρος ήδη άναπέφηνε 

καΐ καπνός άτεχνώς ποιητικώς Ι'ξω τοΰ πάταγου τών ονομάτων». 
δΎ]λαδή πλην τής καταπλήξεα)ς τήν οποίαν ποιοΰσι τα μεγαλοπρεπή 
ονόματα" έντεΰθεν δε τό 7ΐατα5'ώνίυ=έκπλήττω, φοβώ και παταγώ- 
ΐ'θ/ί/οί==έκπλήττομαι. φο'ίοϋμαι. λε^τερον δε παρατηροΰμεν δτι και 
αν τό παταγώνομαι είγε τήν Ιννοιαν τοΰ πλήττειν διά τών χειρών 
ουδόλως θα έπεκούρει είς τήν κατανόησιν τής γλώσσης τοΰ Ησυχίου. 
διότι τό «ήτημα είναι ως διετύπωσεν αυτό 6 8ο1ιηιΐ(11; δια τής ανω- 
τέρω ερωτήσεως του. δτι δηλ'. 6 ενεργητικός τύπος δέν λέγεται μετά 
τής σημασίας τοΰ μέσου. 

Ώς έκαστος |ίλέπει καΐ πάλιν έγένετο άτοπος χρήσις τής νέας 
ελληνικής είς έρμηνείαν και νόησιν παλαιών έκ τής διαρκοΰς και 
κατεσπευσμένης συσχετίσεως ταύτης προς τήν άρχαίαν(Ι). 

Βα2. Φάβης 



(1) Ι1αρ« τάς τ:οιρατηοτ{σε(ς ημών ταύτας ουδόλως ;:αραγν(ι)ρ('ζομΐ6ν οτι ο κ. συνα- 
Βίλφος έν πολλοίς ορθ'ός ί)ρμήνίυαε και εύστό/ως δΐ(ι'>ρθωσεν . 



οι ΙΙΡοΓΓΑΤΚνΟΜΚΧΟΙ 

(Συνέχεια εκ τοΰ ΚΉ' τόμου τγ^ς Άθηνας) 

'Γα έλαττοψατα ταΟτα %~ον.Ζθ'η εί; τα; έλλγ,νίοα; τίϊ»ν τότε χρό- 
νων οί ούο -γάλλοι, ί ΟΠνΐοΓ και ό Βραιι]οιιι•. 

ΚαΙ όσα λέγουν -ερί τγ,ς ματαιόφοονο; -ολυτελε-'α; τών -ρομγ,τό- 
Οίον μα; τούτίον ε'.ναί άναμφιαόητγ'^τως μεμαρτυρν,μένα καΐ αλλοΗεν. 

Πράγματι αί έλληνίόε; έκείν(ον τών χρόνίον. όσαι άν/'κον ει; εΟ- 
-όροΊΖ οικογένεια;, άνέ-τυσσον -ολυτέλειαν. τήν όττοίαν όύσκολον 
είναι να όι,καιολογν'^σΥι κανεί;. Αί -όρ-αι τν,; ζίόνη; τίον. αί αλυσοι. 
με τα; όττοία; έστόλιζον τόν λαιμό ν τον. τα ρραχιόλιά των ά-ήστραπτον 
ά-ό -λΫ,Ηο; -ολυτίμ(ον λί<)(ον. ό-ίο; και ν, κόμμο)σι; τη; κεφαλή;, 
έ-ι τ/,; ό-οία; όέν έπέΗετον μόνον γιασεμιά καΐ ρόδα. άλλα και ττο- 
λυτίμου; λιΗου;. Έστολίζοντο οε χωρΐ; να έτζιόεικνύουν τόν κό-μον 
τ(ι)ν τούτον ει; κανένα, όιότι εζ(ον ά~ομεμον(ομέναι (ό; έ-ι το -ολΰ. 
όιότι αί γυναΐκε; τότε όέν έλαμ-ον ει; τά; συναναστροφά; και ει; τα 
θεάματα, ό-π); σγ,μερον. Πάντοτε όέ με μεγάλην λύ-γ,ν έστεροΟντο 
τά κοσμγ,ματά τ(ον. 

Κ'αι όταν έςγ'ίρχ&ντο και μετέόαινον μακράν, έ-ειόή όέν γ,'.ίελον 
νά έ-ιόεικνύουν τά κοσμήματα τ(ον ει; του; Ζρόμο);. τά έφερον μαζί 
τίον. οιά νά τά στολισΗοΰν -ριν εισέλθουν ει; την οίκίαν. ό-ου έ-ή- 
γαιναν. όιά νά τά αφαιρέσουν έ-ειτα και νά έ-ιστοέ'1>ουν ει; τήν 

1 ΤΙ ( ι > 1 

οίκίαν τ(»ν μετά τήν έ-ίσκεψίν τον. 

Συν(ι)όεΰοντο όέ ττάντοτε 7.-ο ϋττγ,οέτριαν — αί ττλουσίίότεοαι άττό 
-ερισσοτέρα; τ/,; μια; — και '-^ίοίτζο-'ί έςήρχοντο μόναι. 

Αί ΰπγ,ρέτοιαι τά: έροίττί-Ιον μέ μεγάλα οιπίόια. έ:γ,7:λ(ι)μένα; έττι 

|ι1 'ΙΙ*||| ι •ι * * 

τοΰ σοφά. όταν ήτο ζέστη. 

\; γ■^να'.κε; έκαμνον τότε άφΟονον χρήσιν μΰρ(ον. τά ό-οΐα άνέ- 
όιοον ίο; έττΐ τό ττολΰ ραρεΐαν όσμήν. ψιμυΟίίον. τά ό-οϊα. όττο; ανα- 
φέρεται, -ροεκάλουν -ρο(•')ρ(ι); ρυτίόα; έ-ι τοΰ προσ'ό-ου καΐ μαρα- 
σμόν τγ,; έ-ιόερμίοο; αϋτοΟ. Ί']φαόον τά φρύόια το)ν και τά; τρί- 
χα; τον |^λεφάρ(ι)ν τοιν τόσον. όΊστε -αρεμορφιόνοντο καΐ έγίνοντο 
αγνώριστοι. 

ΑΘΗΝΑ. ΤΟΜ. λ'. - 



1^ Η. Μ. ΚΟΝΤΟ ΓΙ ΑΝΜΜ 

Και αύτα ολα έγίνοντο με κάποιαν άγροικίαν. '/ΜρΙς μέτρον. χω- 
ρίς λεπτότητα καΐ χάριν. Αιότι ελειπεν ή πραγματική μόρφωσΐ;. ή 
οποία μόνον κανονίζει εντός των πρεπόντιον ορίων και τον γυναικείον 
στολισμόν. Λιότι ή πολυτέλεια εκείνη ως μόνον έλατήριον ζΐ'/ε μίαν 
χυοαίαν αύταρέσκειαν. ματαιοφροαύνην κουφότητα καΐ έπιοεικτίααιν 
παιοαριώοη. 

Έ τουρκική κυβέρνησις εϊπομεν οτι έξέοιοεν κατά χρονικά οιαστή- 
ματα οιατάςεις κατά τγ^ς πολυτελείας. 

\-^λλά καΐ οί ιδικοί μας καταλαμβάνοντο από άνησυχίαν οιά την 
επικρατούσαν πολυτέλειαν των γυναικών πρό πάντων. \\(»ρί'^ο\ιε'/ οϊ 
οτι εις τα Ίο)άννινα οί πρόκριτοι ώρισαν κατά της πολυτελείας όια- 
τάςεις, τάς οποίας έπεκύρωσεν ή Μεγάλη εκκλησία. ΈίεόόΒησαν οέ 
αί επικυρώσεις αύται έπι Καλλινίκου Β' τοΰ Άκαρνανος, πατριάρχου 
Κωνσταντινουπόλεως τω 1701, και ήσαν αί οιατάςεις αύται, αύστηραί. 

Και ή ομογενής εν Κοινσταντινουπόλει κοινωνία ανέπτυσσε πολυ- 
τέλειαν ματαίαν. την οποίαν έτροφοοότει ό κλοΌΧΟζ ό άφθονος, ό 
συγκομιζόμενος από τάς παραδουναβείους ηγεμονίας υπό των <[)ανα- 

ριωτών (1). 

"Οτι δε και αί Σμυρναίαι άνέπτυσσον πολυτέλειαν δυσανάλογον 
προς τήν περιουσίαν και προς τό εισόδημα των συζύγίον τίον. ότι δε 
καΐ ή έπίδειίις της πολυτελείας ταύτης έγίνετο με κουφότητα καΐ ήτον 
Οπό πάσαν εποψιν άςιοκατάκριτος. γνίορίζομεν εκ μαρτυριών αναμφι- 
σβήτητων ('_?). 

(1) Μ. Γίδείόν, αί κατά ΐή; πολυτέλεια; χαΐ των πι^οικών ίθνιζαί ένεργειαι κατά 
τους τελευταίους τέσσαρα; αιώνας έν τω Ψιλολ. Συλλ. Κωνσταντινουπόλεως τόμος 
?Ι (18911 σελ. 4!) κ. έ. 

(2) Ό Κ Οικονόμο: ει: τόν λόγον του περ! παίδων άγ(ι)γτ,ς, τόν όποιον εϊεφίόνησε 
τη 1 Σεπτεμβρίου 181 Ί έν τοί φιλολογικω γυμνασίιο της Σμύρνης αποδοκιμάζει τας 
πλούσια: Σμυρναία;, αί όποίαι μιμούμεναι τάς Ευρωπαίας, προσελάμοανον τροφούς 
δια τ/,ν γαλαχ.τοτιοφΜν των τέκνων το)ν (τα σ'./ζόμενα φιλολογ. συγγ<.άμμ. \, ΊΟ). — 
Εις δε τόν <4>ιλάργυρον κατά τόν Μολιέρον τοϋ ιδίου Οικονόμου (ενθ' άνίοτ. σελ. 25ί>) 
τ κυοάτσα Σοφουλιώ, ένα από τά πρόσ(»πα τή: κ(ΐ)μ(;ιδ''ας λέγει τα έςή:. «Όλες σ/ε- 
δόν οί άρ-/όντισσές μας δεν τό κατα/ρειάζονται νά δουλεύγουνε. Φαγιά μον«/α Οι'- 
λουνε /αί /ωριά (νοεί τήν εις :ά προάστεια της Σμύρνης διαμονήν κα:άτό θέρος, την 
δηλιοτικήν πλούτου και ταΰτην) και στολίδια και /οοοϋ; και έγγάστρια πυκνά. Για 
τούτο 'έχ_ουνε πάντα παραμάννες. Εγώ εχω μια καλή γειτόνισσα, της όποιας ό άνδρας 
-άγει νά χάση έξ αιτίας της ολο τό βιός του. Τρεις χιλιάδες γρόσα δεν τόνε σ(άνυυνί 
κάΚ?/οόνο σέ /ωριά καϊ λουτρά και παραμάννες και άλλα κακά εξηδα της κοκκώνας 



01 ΠΡΟΣΤΛΤΕΤΟΜΕΝΟΙ 1<Ι 

Άλλα καΐ ίλ μομφα:. τα; όττοία; οί Κύρ(ι)-αίθ'. έ-ιρρ•'-τουν κατά 
τών έλλγ,ν'οίον οια τήν -ολυτέλειαν. τήν όττοιαν έττεοείκνυον. ε'ν-/•. 
ττερ^σσότερον άφ' όσον -ρετζει αϋιτγ,οαί. Ί''.:αγγέλλονται οέ μέ κά- 
ττο'.ον ργ(το;:>'.κ6ν κόμττον. ό όττοΐο: ε ίνα-, ογ,λίοτ'.κο; ο/: ψυ/ρά; και 
γ,ρέμου τταρατγ^ργΊσεως. άλλα -ροκαταλήψειος καΐ άττοστροφγ^; -ρο; 
τού; κατακρινομένου;. Λιότι οέν ήμττοροΰμεν να φαντασΟώμεν οτι 
ένεκα τγ,; σ-ατάλγ,: των έλ/.ηνίοίον συζύγίον τίον ει; κοαμγ',ματα και 
ένεκα τή; ραθυμία; τον οί Γάλλοι σύζυγοί τον έγήρασκον ττροώρο); 
και ά.-έΟνγ,σκον. ό; λέγει ό ΟΙΙνΪΡΐ•. Λεν ήμ-οροϋμεν ακόμη να φαν- 
τασ'Ιώμεν οτι τα εκ των μικτών τούτίον γάμίον γεννίόμενα τέκνα 
συνεκέντρ(ι)νον τα ελαττο)ματα τγ"^; Ιίΰρώπη; καΐ τα ελαττίόματα 
τγ,; λννατολγ,;. ω; ισχυρίζεται ό Βθί\ΐΐ]θΐΐΓ. 

'Γείνομεν οέ μάλλον να οε/Ηομεν οτι ή καταφορά αυτγ, ό; αίτίαν 
έχει κάττοιαν μιααλλοδοςίαν, %~ο την ό-οίαν οέν ήσαν ά-γ,λλαγμέ- 
νοι άκόμγ, τότε οί λαοί. τόσον οί τγ^; Λύσεο»; όσον και οί τγ'^; λλνα- 
τολγ^;. όττω; μετά ταΰτα. μετά τήν οιάοοσίν των ίόεών τγ^; γαλλικγ^; 
έ-αναστάσεο);. κά-οιαν όε ουσφορίαν όιότι έδλεττον ότι με τήν ττροσ- 
τασίαν τήν ίόικήν τ(ον έκαρ-οΰντο ττολλά; ωφελεία; οί ραγιάόε; ττρο; 
βλάόγ,ν των εμπορευομένων ει; τήν λ\νατολήν συμπολιτών το)ν. 

Ελέχθη άν{οτέρ(ο ότι έν Γαλλία υττήρχε νόμο;, ο ότζοΐο; άττηγό- 
ρευε τά συνοικέσια τών έμ7:ορευομένο)ν ει; τά; ττόλει; τη; Τουρκία; 
Γάλλίον μέ έλληνίόα;. θυγατέρα; ραγιάό(ον. Τη; άπαγορεύσεο); ταύ- 
τη; ό λόγο; είναι -ροφανή;. Έττειόή όηλαόή τά τέκνα, τά γεννο)- 
μενα ά-ό μικτού; γάμου;. Ιοιοον 7.•ρορμ•}^Ί ει; έριόα; σφοορά; μετα;ύ 
τών Τούρκων και τών άντιπροσ(')7:οΓ/ τών ςένων όυνάμείον. όιότι οί 
ττρώτοι τά έΟείόρουν ώ; ραγιάοε;. οί όέ οεύτεροι ώ; ύ-ηκόου; τοΰ 
κράτου; των. έττειόή όέ αί όιομολογήσει; τίποτε οέν έλεγον τζερί αυ- 
τών (Γ), ό ^ασιλεύ; τη; Γαλλία; όιά νά άττοφύγγ^ τά; εριόα; άπγ,γό- 

του. Βάλε τοΟ λογού σου αονά/α •/ίλια πεντακόσια γροσα κε'ιδο; άπό τέτοιες παρα- 
λυ:;ίε; και /ίλια -εντακόσια ά-ό τήν /.«λήν οί/.ονομία τοϋ τρα-εζ•οϋ τους, τρεϊ; )^ι- 
λιάδες, /.αί 55ύο άηό τήν φορεσιά τση χαΐ ττέντε /ιλιάδε; γροσα τόν καΟί/.αστο 7.Ρ'^νο 
χΰριον εϊσοδηαα κτλ.» 

(1) Και κατά τοϋ; βυζαντινούς /ρ^'νους Οπήρ/ον τοιαύτα τΐκνα, καλούμενοι γα- 
σ;^οΟλοι, 'Λλλ" αί δηαοκρατίαι τή; Ιταλίας έφρ'ίντιζον νά όρισθί^ εις τά; συνΟτίκα, 
οτ. τά τέκνα ταΰτα Οχ εξ'οαοΐίόνοντο ιτρός τους υπηκόου; των (ΙίΒ^', 394). Βλέπε δ^ 



20 η. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

ρευαεν εις τους υπηκόους του να νυμφεύωνται '/^^ρΙς τήν άοείάν του 
θυγατέρας ραγίάοιον. Ή άτίαγόρευαις αυτγ^ έπανελήφθη τΥ| 14/25 
Αύγουστου 1Τ2<^. οπότε μάλιστα ώρίζοντο καΐ ποιναί εις τους παρα- 
βάτας αύτης(Ι), 

Μδλα ταϋτα μ,ικτά συνοικέσια — Γάλλίον με Ελληνίδας — έγί- 
νοντο καΐ μετά ταΟτα μ' δλην τήν άπαγόρευσιν. Οί οε Γάλλοι πρό- 
ξενοι ήναγκάζοντο τα τέκνα, τα εκ των γάμο)ν τούτίον, να προστα- 
ΐτεύουν, ενώ οί Τούρκοι τα οιεξεοίκουν ώς τέκνα υπηκόων το)ν. Και 
αί συγκρούσεις αύται των Γάλλων άντιπροσ«')π(ι)ν ~ροζ τάς τουρκικάς 
οιοικητικάς οίργ^α.ζ οέν ελειπον(2). 

Και ή αγγλική οέ εταιρεία άπηγόρευεν εις τους ζμ-όροΌς της εν 
Ανατολή να νυμφεύωνται γυναίκας υπηκόους τοΰ Σουλτάνου, ανα- 
φέρει τω 1()99 περιηγητής. Λέγει οε ό περιηγητής ούτος και τον 
λόγον της άπαγορεύσεο)ς. "Εμπορος οηλαοή άγγλος ει/ ε νυμφευΟή 
ελληνίδα. "Οταν δε άπέΒανεν. αί τουρκικά! οιοικητικαΐ και δικαστικαΐ 
άρχαΐ απέκλεισαν από τήν κληρονομίαν τους συγγενείς και νομίμους 
κληρονόμους του. τους "Αγγλους, και κατεκύρωσαν τήν περιουσίαν 
του εις τήν ελληνίδα σύζυγον(3). Ό 'ίδιος περιγ/γητής αναφέρει δτι 
εις εμπορον "Αγγλον. ό ότζοίος μυστικά είχε νυμφευθή ελληνίδα εν 
Σμύρνη. άπηγορεύΟη να εμπορεύεται εν Αγγλία, διότι δεν έπετρέ- 
πετο εις "Αγγλους ζμπόρο^ς νά νυμφεύίονται γυναίκας, υπηκόους 
τοΰ Σουλτάνου (4). 

\\ν δε υπήρχε και εις τά άλλα κράτη νόμος, απαγορευτικός των 
μικτών συνοικεσίίον δεν γνιορίζομεν. λ\λλ' υπήρχε και εν Τουρκία 
νόμος, ο οποίος επίσης άπηγόρευε νά ύπανδρεύωνται αί θυγατέρες 
τών ραγιάδο)ν τους υπηκόους τών ευρωπαϊκών κρατών. Και ό λόγος 
τής άπαγορεύσεο)ς ταύτης είναι πρόδηλος. Ί1 Τουρκία δηλαδή δεν 
Ζ'ψο^^ειτ'^ μή διά τών μικτών τούτων συνοικεσίων άποςενοΟνται αί θυ- 
γατέρες τών ραγιάδων από τό κράτος, άπό τους θεσμούς του. από 
τά ήθη και εΟιμά του. Λεν ένδιεφέρετο επομένως νά τηρήση άγνχ 

/.«! έν σελ. 83 κ. έ. (τού Ιί,β^τ) οία λέγονται περί αυτών, ιος χα! περί τών ζητη;;άτϋ>ν, , 
τών όττοί'ων έγι'νοντο οί γασίΑούλοι πρό;;νο•. αεταξϋ τϊ,; Βενετίας /.αί τών Βυζαντινών. 

(!) Αιιιιϊη]οιι, 57. 
(9) Κβ)^, 304 /.. έ. 

(3) άα \ά ΜοίΓ&γβ, 1,179.— Βλ. και «Ιίΐιΐβ, 2.128. 

(4) <1ί' Ι.ι ΜοΙιαγο, 1, 3 1 /ι. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕϊΌΜΕΝΟΙ 21 

κχΐ αμόλυντα τα Ϋί•)•/, καΐ εϋίμα των χριστιανών τν,; ό-ί^•/.ομί. \Ιί 
έΟνιαμόν χ{\ϋκ τήν γλώσσαν τίον. τγ^ν Οργ^σκείαν το)ν. ο-ο)ς φαίνεται 
οτι ένοιεφέρετο καΐ οια τούτο ή Γαλλία ά-τταγορεύουσα τα συνοικέσια 
ταϋτα. Η Τουρκία ε-εοί(»)κε μόνον να μή -ροόάλλο)σιν άςκόσει: 
7:ροστατευομέν(ον τα τέκνα, τα εκ των τοιούτιον γάμίον γεννίόματα. 
ότζίι): καΐ -ροέόαλλον. Λιότι τα εκ μικτών γάμίον τέκνα ετζροστα 
τεΰοντο ύκό του 7.'^%τ'-^'^;,. εις τό όποιον άν•γ/.εν ό πατήρ. "Αλλ" άκρι- 
όώς τήν προστασίαν χχΰχΊ^Ί ή Τουρκία οέν άνεγνώριζεν. 

Άσύμφ(ονον όε και άντιπράττουσαν εις τάς ενεργείας τγ,ς ταύτας 
κατά τών μικτίον συνοικεσίων δεν εύρεν ή Τουρκία καΐ τήν όρΒόοοςον 
έκκ"λησίαν. Λιότι γνωρίζομεν ότι ή έκκλγ,σία απαγόρευσε τα συνοικέσια 
ταΰτα όταν. ώς φαίνεται, άπέόγ,σαν συ/νά. όγ,λαοή κατά τα τέλγ^ του 
οεκάτου όγοόου και κατά τας άρχας τοΟ όεκάτου ενάτου αιώνος (1). 

'() όέ πατριάρχγ^ς Γρηγόριος Ι^' έοημοσίευσεν έγκύκλιον τω 1ί-ί11Ι. 
όπου λέγεται ότι είχεν έκόοΗή ϋψγ,λός ορισμός ^2). άπαγορεύ(.)ν τα 
συνοικέσια τών ομογενών μας μετά τίον <1>ράγκ(ον και σουοίτων. ^Ητο 
όέ άνάγκϊ, να οοΙΙή μεγίστη προ'ΐο'/Ίι ('όστε να μή γίνίονται τοΰ λοι- 
πού τοιαύτα συνοικέσια, άλλα νά λαμοάνη όρΟόόοςος όρΟόοοςον καΐ 
ραγιάς (Ιυγατέρα γνγ,σίου ραγιά (ο;. 

Ί) ΔίαεαγαΙ και ένέργειαί της Πύλης τιρός ηερίοριομόν 
τών προστατευομένων. 

Κνίο ή ΙΙΰ/.γ, παρεόίαζε τήν προστασίαν όσον και όπ(ι)ς ■'ί^μ-οροΊ'ΐε. 
έπίε'^ε όέ και τους προστατευόμενους καθ" οίονόήποτε τρό~0Ί. εςέοιόε 
συγχρόνίος και όιαταγάς και προέβαινεν εις ενεργείας και πρότερον 

(1) Δροσού, 1!». 

(2) "Αλλο τι Γ,ί,οΙ τοΟ ορισμού τούτου οί'ΐ γνιο^ίζοα^ν. 

(3) Ή ίγκύκλ:ο; έο/ιαοιιεύΟη ΰπό τοΟ Ά[Αασεί*: ΆνΟψ.οΐ) του Αλε;ουοτ, (ύύο 
έγ/.ύζλ'α ε,-γοαφα Γοηγορίου Ε' Γα-.ριάρ/ου Κ(υν3χαντινουπόλε(ι)ς έν τ(;) δελτ. της 

στορ. και ΐΟνολ. ίταιρ. τ'ψ. 4 (Ι89•2) σελ. •27.'ϊ /.. ϊ.) — Έν χτ, ίο:'α έγ/.υκλ:(.ι λέγε- 
ται άκο(χτ; ο:•, ει/εν έκοοΟτ) τότε και οίλλος όρ•.σ[ΑΟς τ.ρο; τους ίμίάίΛηδες ίερε•.;) και 
ζριτάς π:ρ\ τών Κίΐηινίων, οϊριζε δέ να μη δίδίονιαι εϊ; τους ραγιάδες κατ' ούδενα 
τρόπον. Είναι δε τά καπίνια {ίταλιστί οΙιυΙ)ΐιΐ()) «ντιφερντ, ήτοι ώρισ;Αενον Γ.οαόν /ρη- 
μάχιον, το ό-οϊον ό Τούρκος σύζυγος ΰπεσχετο (εγγράφως εννοείται] ν« δοιστ) εϊς τήν 
/^ριστιανήν σύζυγόν του, έχν τήν ίγκατ-λειπεν. Και τό καπί/ιον κατά ταϋτα εΐνα•. ττε - 
ρίπου είδος προγα[χιαίας δωρεάς. 



22 π. Μ. ΚΟΝΤΟΙΊΑΝΝΗ 

μέν. άλλα κυρ•(ο; ά-ό τα πρώτα ετν, τοΰ οεκάτου ενάτου αίίονος 
προς περιορισμόν αυτών. 

ΈΕεοόθησαν οέ -/.αΐ φιρμάνια, ενα μέν προ του -1 ί^Οο. έτερον οε 
κατά το έτος τοΰτο. Και το περιεχόμενον ~ξ.ρί^.ο•^ τοΟ πρώτου φιρ-• 
μανίου γνωρίζομεν εκ τοϋ οευτέρου. του αναφερομένου εις αυτό. του 
οποίου περίληψιν οίοομεν αμέσως. 

'Ήοη προ τγ^ς 10 Σεπτεμβρίου 1.^ϋ;•5 ουτο) πως αρχίζει το φιρ- 
μάνιον του ΙΝΟ;; — ή 'Γψηλγ^ [Ιΰλη είχεν αποστείλει οιαταγν/ προς 
τους κατοίκους τών νήσίον καΐ τών παραλίων του Αιγαίου, ή όποια 
οιελάμόανεν οτι το ύψηλόν οοόλέτι είχε μέν συγκατατεΗγ^ να οιορί- 
ζωνται πρόςενοι και ύποπρόςενοι εις τάς παραλίους πόλεις και εις 
τάς νήσους του Αιγαίου, οί όποιοι θα ειχον 'έρ-(0Ί να έςετάζουν τάς 
υποθέσεις τών εμπορευομένων εις τάς περιφερείας το)ν υπηκόων των. 
άλλ" ομο)ς κατά τάς συνθήκας έπρεπεν ούτοι νά είναι Ευρωπαίοι. 
Έπειοή οέ παρά τους άχτιναμέοες πρόςενοι και ΰποπρόςενοι οιωρί- 
Ζ,ΟΊτο και ραγιάοε:. επειδή είχε γνωσθή οτι μερικοί άπό τους πλγ,- 
ρίόνοντας χαράτζι ραγιάοες νη^[^^(θ'χ/ νά διορισθούν πρόςενοι και ύπο- | 
πρόςενοι. άλλοι δέ πάλιν έτόλμησαν νά επιτύχουν άπό τους προστα- 
τευόμενους -ροΙίΊΟ'^ζ και ϋποπροςένους διπλώματα προστασίας (πα- 
τέντας), έςεδόθγ, τό περί ού ο λόγος φιρμάνι, το ότ^'ΆοΊ άπηγόρευε 
τό πράγμα ργ,τώς. "Ελεγε δέ σαφώς και άπεριφράστως οτι εκείνος 
εκ τών πληρωνόντίον /αράτζι ραγιάδων, ό όποιος θά εύρεθή ότι 
έγινε -ρόΙζΊοζ ή \>τ:ο-'ρόΙνίοζ, όι%^,Ί]τ.οτζ και αν έχν^ εις τάς χείρας 
του έγγραφα, θά θεωρήται ώς απλούς ράγιας και δέν θά έχουν κα- 
νένα ν.ΰρος τά έγγραφα του. 

Αιά τού ιδίου φιρμανίου άπηγορεύθη άκόμ7| εις τους ραγιάδες. 
τους πληρο)νοντας χαράτζι. νά τολμήσουν εις το έ:ής νά ζητήσουν 
Γνα διορισθούν πρόςενοι ή ύποπρόςενοι. Άπηγορεύθγ, δέ και νά λαμ- 
βάνουν παρά τών τ.ροζί'/ων πατέντας μέ τήν άπειλήν. ότι όσοι θά 
έτόλμο)ν νά μή υπακούσουν εις τάς άπειλάς ταύτας θά έτιμωρούντο 
αυστηρότατα. 

Ί^^πειδή δέ ήτον εναντίον τών νόμίον και τών άχτιναμέδων νά άγο- 
οά'-ουν οί προστατευόμενοι ιδιοκτησίας ιμούλκια ι και τόπους κατά 
τήν οθίομανικήν έπικράτειαν. ά.ιτ-ί^^(ορεόετο εις τό έςής εις αυτούς ή 
αγορά εργαστηρίων καΐ άλλων υποστατικών εϊτε διά τους εαυτούς 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΚΥΟΜβΝΟΙ 23 

1(1)7 είτε χχρ'.ν τών μονιον κχΐ των έκκλγ,ΐίΓί)•/. "ϋ-^τε ΙΊί ε!/ον ο: 
τοιούτο: αοε-.χν να κάμνουν χφ'.ερο'ψ-χτχ εί: έκκλγ,^ία: τών ,οα-".άοων 
καΐ εί; μονά:. 

ΤαΟτα ττερ'.εϊ/ε το φιρμάνιον τοΟτο, τό ότζοίον κ'/.Ι είχεν ά7:ο7τ-/λ7( 
ει; όλον τό ΛίγαΙον. 

Ι'^-ε'.όϊ, όμίι); ήτον ένοε/όμενον νά μήν εφαρμοσθούν α: οιατζ-'α• 
τοΟ φφμανίου τούτου, ώς συντόμο); έκ-εφρασμέναι. ν.ά νέου φ'.ρμ-/- 
νίου. έκοοΗέντο; τγ| Κ) !Σε-τεμ6ρ''ου Ι8θο «7.-Ό τό ,:α:;ιλίκόν όι- 
οάνι τοΰ :α7'.λ'.κοΰ ακαταμάχητου στόλου ■ έττανελαμόάνοντο του 
ττρώτου α: οιαταγαΐ καΐ α: ά-αγορεύσει:. γ)τοί να μήν άναγνωρΓ^ων- 
ταί ε?; τό ϊνΊ^ζ όσαόήτζοτε έγγραφα καΐ αν -αρουσιάσουν ο: εκ ρα- 
γ'.άόίον -ζόΙζνΛ καΐ ϋ-θ7:ρό:ενοί. να μή τολμήσν, όέ κανεΐ; ράγια: 
νάζητγ,σΥ; -ροςενείον Ϋ) ύ-θ7:ρο:ενεΙον. μγ^όέ να τζάργ^ πατένταν -αρά 
τινο; τών -ροστατευομένων. ΚαΙ αν τολμγ',σγ,. να τιμωρητα:. 

'Οσοι όε -ροστατευόμενοι - ;τροστίΒεται εις τό φιρμάνιον τοΟτο — 
οιέτριόον τότε ή χάριν εμπορίου ή όΓ αλλην 3-όΟεσιν κατά τήν ο^μ- 
μανικήν ετζικράτειαν ή έ-ρόκειτο ει: τό έςγ): να έλθουν, όέν έ-ετρέ- 
7:ετο νά %-(0'ρ%'Ζ0'Χί γγ^ν και ιοιοκτησία: ΐμούλκια). "Αν όέ κανένα; 
7:αρά τοΰ: κανόνα: καΐ τοΰ: τυττικοΰ; νόμου; είχεν ήόη άγοράσγ,.οιετάσ- 
σετο νά -ωλήσΥ| τό κτΫ,μά του ει; όσγ,ν τιμήν έκόστιζεν ει; ραγιαν. νά 
ά-οςενωθΫ; αΰτοΰ και κατό-ιν νά τό νέμεται αν ήθελε με ένοίκιον. 

Ήογ, όέ ττρό τοΰ 1 803 εΙχεν έκόοΗγ', φιρμάνιον. κατά τό ό-οΙοΊ 
τά τέκνα τών γυναικών, α: ό-οϊαι ύ-ανόρεύοντο -ροστατευομένους. 
έ7:ρε-ε νά Οεωροΰνται ραγιάόε;. έ-ρετζε οέ νά -λγ,ρώνουν χαράτζι 
και φόρον όιά τά μούλκια τ^ον και τά ύττοστατικά τίον. όττω; οί λοι- 
μοί ραγιάόε;. "\\ν οέ έττροφασίζοντο ότι είναι προστατευόμενοι, έ-ρεπε 
νά μή όίόεται καμμία προσοχή εις τοΰ; λόγου; το)ν το•'ίτο'^ζ. 

\\λλά κατά τό φιρμάνιον τή; Κ) ^Ιίεπτεμόρίου ΙΝ();5 τά τέκνα. 
τά γεννγ,μένα από γυναίκα;, ΰπανόρευμένα; προστατευομένου;, μο- 
λονότι έπρεπε νά είναι και αυτά ραγιάδε;. όμο); έπειόή ώ; πρό; 
το''}τζ είχε γίνει έο); τότε κάποια παράολεψι; χάριν φιλία; πρό; τά 
:ένα κράτγ,. χάριν πάλιν αυτή; τή; φιλία; καΐ τά τέκνα ταΰτα κα- 
τά άλλα άκόμγ, όσα Ίά έγεννώντο ει; τό έςής από προστατευομένου;, 
οί όποιοι ένυμφεύΗγ,σαν Ηυγατέρα; ραγιάόων. έπρεπε νά Ηείοροΰνται 
προστατευόμενοι. 



24 Π. Μ. ΚΟΝΤΟΠΑΝΝΗ 

"Ωστε τό φιρμάνιον τοϋτο ώ; "ρό; τα τέκνα τών -ροστατευομένίον. 
ο: όποιοι ένυμφεύΗγ,σαν •:)υγατέ.οας ραγιάθ(ον. άνγ,ρε'. τήν οιάταςιν τοϋ 
ττροηγουμένου. κατά την όττοίαν καΙ αϋτα έ'-ρεττε να ΗεωροΟντα'. ρα- 
•'ΐάοε;. ίναί εκ τούτου τζρέττε'. να ύποϋέαωμεν οτι εν τω μεταξύ 'άτϊο 
τή: έκοόσεω; τοΟ -ρό του 1 ^!ϋο φιρμαν'ου μεχρ'. τΫ^; έκοόσεω; τοϋ 
φιρμανίου τ/,; 10 Σε-τεμόρίου 180ο) εί/ον επακολουθήσει παρα- 
ατάσει: και προατρι6αι με τα; πρεσβεία;, ή οέ Ιίύλη ήναγκάσθγ^ να 
αποστείλΥι άντίΗετον τ.^δς τήν προγ^γουμένην οιαταγήν. 

"\^ν οέ κανείς. γεννγ,ΗεΙ; από πατέρα προστατευόμενον και μν^τέρα, 
ή όποια είχε πατέρα ραγιαν. εΐ/ε όιορισΗτ, πρόςενο; ή ότιΟκρόςεΊος, 
είχε οέ αγοράσει γ/,ν και υποστατικά έντό; τν,; όθωμανικν^ς αυτο- 
κρατορίας, ούτος ώφειλε κατά το φιρμάνιον τοΟτο να π(ι)λήσ7|. όπω; 
και οί άλλοι προστατευόμενοι, τήν γ-γ/ και τα υποστατικά, οπότε ήού- 
νατο να οιαμένγ, όλως οιόλου άνενό'/λν,τος έντό; τΫ^; αυτοκρατορίας. 

"Ακόμη — έςηκολούθει τό φιρμάνιον τοΟτο — έπρεπε να γίνη γνο)- 
στόν εις όλους ότι ει; τό έςγ^; τν τέκνα, τα όποια Ηά έγεννώντο από 
προστατευομένου;, οί οποίοι Οά ένυμφεύοντο θυγατέρα; ραγιάόίον 
(μετά τήν άνακοίνιοσιν εννοείται τοΰ φιρμανίου τούτου), θα ζ^εωρο'ο'ηο 
και αυτά ραγιάόε;. "Επρεπε οέ νά έχουν ούτοι προ οφθαλμών τήν 
όιάταςιν ταύτην. καινά νυμφευθούν θυγατέρα; ραγιάόοον μέ τήν άπό- 
φασιν νά συμμορφωθούν πρό; αυτήν. 

Μολονότι όέ ήτο παράνομον νά άφιεριόνίονται μούλκια και τόποι 
ει; τάς μονάς και τα; εκκλησία; των ραγιάόων. ομω; έπειοή επιτρέ- 
πεται ει; τού; ραγιάόε; νά άφιερίόνουν ει; τού; πτωχού; μοναχού; 
των μονών και ει; τά; εκκλησία; γήν και μούλκια, όέν έπρεπε νά 
γίνεται κανέν έμπόοιον ει; τάς άφιερ(όσει: ταύτας τών ραγιάόο)ν. 

Ταύτα περιέχει τό φιρμάνιον τοΰτο και περί τών άφιερ(ομάτων. 

Και έόώ είναι ανάγκη νά παρατηρήσοψεν ότι όιά μέν τοϋ προηου 
φιρμανίου άπηγορεύετο ει; τού; προστατευομένου; νά κάμνουν αφιε- 
ρώματα ει; εκκλησία; και ει; μονά;, όιά οέ τοΰ φιρμανίου τοϋ 1 ><(>.') 
έπετράπγ, τό πράγμα. Και είναι πρόόηλον ότι ή ρητή κα'ι άναγεγραμ- 
μένη ει; τό φιρμάνιον τοϋτο όιαταγή έγινε κατόπιν ενεργειών τών 
ένόιαφερομένων. τών πατριαρ•χείθ)ν ή τών λογάόων τού έθνους έκεί- 
ν(ον. οί όποιοι ειχον άςιώματα ει; τήν τουρκικήν ύπηρεσίαν ή ά}.λ(ο; 
ϊσχυον πλησίον τών Τούρκων. Αιότι όέν έπρεπεν έκ τής άπαγορεύ- 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΓΟΜΕΝΟΙ 2Γ) 

ΊΖΜΖ τών άφιερ(ι)μάτ(ον να ζγ,μί(ι)Ηοΰν αϊ έκκλγ,σία'. καΙ ζί μονχί. 

"Οσχ οε λέγονται ττερί τγ^; άποκτήσεο); ']5ιοκτησιο\ν εκ μέρου: 
ττροστατευομένοΓ/ εντός τ/,ς όυ(ι)μαν'.κΥ(; έ-'.κρατεία; -'.Ηανόν εΐνα: 
να αποβλέπουν καΐ του: καΗολ'.κού; μοναχού; και έμ-όρου:. Οϋτοι 
οηλαοή ήγόραζον άκίνγ,τα -αρα τού; τουρκικούς νόμους κατά τον 
οέκατον ^4•(Ιοοί αίωνα. τους απαγορεύοντας εις τους ςένους τήν άπό- 
κτγ^σιν άκινήτ'Ίν έν Τουρκία. ΚαΙ ττρός τοΟτο άνέγραφον τάς αγοράς 
ε•ς όνομα άλλο καΐ ό/ι εις τό ίοικόν των. Άλλα τα ακίνητα ταύτα 
παρεί/ον εις τους Τούρκους άφορμήν νά πολλαπλασιάζουν τους έκ- 
οιασμούς κατά τών ίοιοκτγ,τών τούτων. Και ό ,3ααιλεύς της Γαλλίας 
άπηγόρευσε τη (» Ιουλίου 1 74ί» την άπόκτησιν άκινήτίον και τήν 
έκμίσΟωσιν * 1 ι. 

"Αλλ' ας επανέλΜίομεν εις τό φιρμάνιον τού 1^>0ο. 

"ΗροηήΗη — επιλέγει τό φιρμάνιον τούτο — και ό σεϊ/ουλισλά- 
μης πρώτον μεν άν εόικαιούντο νά καλλιεργγ^σουν τάς ιόιοκτησίας 
τ(ι)ν όσοι εκ τών προατατευομέν(ον ήλθον εις τήν οΗίομανικήν έπικρά- 
τειαν και απέκτησαν ίόιοκτησίας. όιά τάς οποίας Ϊ7:ΚΊ^'^^6)Ίζτ'^ 'ψόρος. 
απήντησε όέ ότι όέν εόικαιούντο. 

ΉρίοτήΗη οεύτερον άν προστατευόμενος. έλΟών εις τήν όΗ(ομανι- 
κήν επικράτειαν. έγίνετο κύριος υποστατικών ε'ίτε όι' εγγράφου, όη- 
λωτικού της κυριότητος του. είτε όιά μισθώματος. ήΗελε οέ νά τό 
καλλιεργήση. άν λέγο) ήμποόίζετο κατά τους νόμους εις τοΰτο. Άπήν- 
τησεν ότι ήμποοίζετο. 

ΊΙρωτήΗη τρίτον άν επιτρέπεται νά μείνη Γ.ΑΊ^^ίίοΊ μητρός ραγιά- 
όαινας τέκνον γεννηΟέν εκ πατρός <1)ράγκου. ό όποιος όμως ήλΗε μέν 
εις τήν όθίομανικήν επικράτειαν και ένυμφεύθη ραγιάόαιναν και άπέ- 
κτγ,σε τέκνον. έφυγε όέ εις τήν Ι^ύρώπην /ωρις νά τον άκολουΗήση 
τό τέκνον του. ΚαΙ άπεκρίΟη ότι επιτρέπεται. 

ΙΙερΊ τών όιαταγών τούτίον εγράφησαν ^ίασιλικά φιρμάνια και 
άπεστάΛΥ^σαν είς όλας τάς νήσους και τά παράλια τού Αιγαίου. 

Κόίόετο όε όιαταγή νά καταγραφή τό εκτενές τούτο φιρμάνιον είς 
τους κ(όοικας τών όικαστΥ|ρί(ον άφεύκτως. νά φυλάττεται όέ αυστη- 
ρώς. Λιότι όστις ήθελε τολμήσει νά τό παραόή. •)ά έτιμωρείτο με 
πασαν αύστγ,ρότν,τα. 

(1) Κβ)', Ί-24 κ. έ. 



26 π. Μ. ΚΟΝΤΟΙΊΑΝΝΗ 

Κ'.ζ τό 6^(000"/ άρϋρον τΫ^ς τελευταίας συν^'/^κης, ττ^ς μεταςύ Αυστρίας 
καΐ Τουρκίας, λέγεταί — έςακολουθεί το φφμάνιον — 'ότι αν κανένας 
εκ των ύτζηκόων των ούο συνθγ^κολογούντο^ν κρατών ή προ του πο- 
λέμου ε'ίτε κατ' αΰτον άπεσύρθγ, από το ενα ν.ράτος εις το άλλο. οέν 
(Ια έζητείτο ποτέ άπο το κράτος, τοΟ δ7Ζοίο•^ ήτον υπήκοος, θα έθε- 
(ορείτο οέ ως υπήκοος τοΰ κράτους, είς τό οποίον απεσύρθη καΐ εύ- 
ρί^ί'/Λτο. ΙΙροσέτι λέγεται 'ότι όσοι έχουν μούλκια και εις τα ούο 
κράτη, έχουν τήν άοειαν να κατοικούν εις οίο'^ο•(]7ίοτε και αν θελή- 
σουν χρίτοζ Οπό τον ορον ομίος να πωλοΰν τα κτήματα, τα όποια 
εχόυν εις το άλλο κράτος. "ί.2στε και τοϋτο τό 7.ρ^ροΊ πρέπει να τη- 
ρηθή. Και κατ" αυτό εάν κανείς ράγιας είχε μεταβή εις τήν Αύατρίαν 
ει'τε -ρο του τζολίμοΊ εΤτε κατ' αΰτον. έγινε οέ \)--ίιν.οος αυστριακός, 
έπιστρέψνι οέ εις τήν οΗωμανικήν έπικράτειαν, έχ(ον οίπλωμα (πατέν- 
τας) όιά να έμπορευΒή. ο τοιούτος έπρεπε νά άναγνωρίζηται ως οί 
άλλοι προστατευόμενοι και νά μήν ένοχλήται από κανένα. 

Τέλος όίοεται και πάλιν ή σύστασις νά καταγραφή το φιρμάνιον 
εις τους κώόικας και τα τεφτέρια τής νήσου, όιά νά φυλάττηται, ώς 
ορίζεται εν αύτω(1). 

Και αύται μεν αί όιαταγαΐ έοίδοντο περί των προστατευομένων 
κατά ^επτέμοριον τοΰ 1Μ0^). 

Λύο όέ έτη μετά τήν έκοοσιν τοΰ φιρμανίου τούτου — κατά τό 
έαρ τοϋ Ι ί^(3δ — οί μπερατλήοες καΐ οι φιρμανλήοες τής Ιίελοπον- 
νήσου ανησύχησαν πολύ άπό τήν προς αυτούς όιαγιογήν τοΰ πάσα. 
Αιότι πρώτον μέν έόόθη ύπ" αύτοΰ οιαταγή νά καταγραφή ενός έκα- 
στου ή περιουσία και τά υπάρχοντα εις κατάλογον. έπειτα οέ τους 
προσεκάλεσεν ένιόπιόν του και τους όιέταςεν εν ονόματι τής Ι [ύλης 
νά μένουν μαζί μέ τους Γ,ροςίνους το)ν. τουτέστι νά μή άπομακρύ- 
νίονται άπό τήν πόλιν. όπου κατά τό ,3εράτιον ή τό φιρμάνιόν τον/ 
ώφειλον νά μένουν και νά έργάζ(οντ7.ι. νά μήν άπομακρύνο)νται ακόμη 
και άπό τόν προςενικόν οικον. εντός του οποίου έπρεπε νά όιατρί- 
όουν ώς όιερμηνεΐς τοΰ προςένου. 

Διότι τοιαύτην ύποχρέωσιν 7ζρόθ'{[λθΊ είναι ότι άνελάμόανον οί όιερ- 
μηνεϊς. Ινίς τήν Κύπρον τουλάχιστον αναφέρεται ότι οί οιερμηνείς 
(1) Βλ. τό φιρ;Αάνιον ίί; τό έν τελ£ΐ παράρτηρ.α 0;;ό τό στοΐ"/_εΐον (α). 



ΟΙ ΙΙΡΟΣΤΛΙΚΓΟΜΚΝυΐ 27 

επρε-ε να μήν ά-ομακρύνωνται αρό τό -;>ο:ενι-/.07 μέγ'/ρον(1;. 

ΚαΙ Υ( μεν καταγραφή τγ,ς ττεριουαία; κατεοείκνυεν ει; τού: 7:ρθ' 
στατευομένου; τήν άττόφασιν τν,: Μύλγ,; 'ί-ως τήν φορολογήσν,, ο-ί); 
έφορολόγει έν γένει τα: -εριουσία; τίον ραγιάοίον. 'ϋ οέ ά-αγόρευ- 
τ.ζ τγ,; ά-ομακρύνσεω; από τα: -όλε:;. ί-ΟΊ οιέμενον. τόν ττεριορι- 
σμόν τών έμ7:ορικών τίον έργασκον. τόν -εριορ'.σμόν επομένο): τ'ον 
7:λεονε•/.τγ,μάτ(•?ν. τα ότίοΐα εΐ/ον ο>; εκ τγ',: τ:ρ&ατασ''α:. 

Κα'Γ όλα τα φαινόμενα ή ΙΙύλΥ, λέγει ό μεταόίόιον ε•: ήμας τγγ/ 
εϊόγ^αιν ταύτγ^ν άγγλο: αρχαιολόγο: καΐ τΐεριηγητής τών χρόνίον 
τούτο)ν Ι^θΐιΐνθ - ττροσπαΗε': να όο)'7Υ^ ττλέον τέλο: ει: τάς προατα- 
η'.'χς τών εύρωτΐαϊκών όυνάμείον. αί όποΐαι ειχον λάόει έσχάτο): με- 
γάλγ,ν εκτααιν. μάλιστα όέ έκ μέρου: τ/,ς ΐνοσίας. Κι: τό Άργο: τ^α- 
ρεΖί'/ΟΊτο τότε - έΐακολουϋεΐ να λέγγ^ ό Εθίΐΐίβ — ότι τα μέτρα 
ταϋτα ά-έόλετιον κυράος τα: νήσου:, μάλιστα όέ τήν "Γόραν και τα; 
2^7:έτσα;. μολονότι τότε άκόμγ, ^τό έαρ του 1 Ν05 1 τα μέτρα ταϋτα 
όέν είχον έφαρμοαθή εντό; τή; όιοικητική; τχεριφερεία: τοϋ καλού- 
ταν -ασα. ει; τήν οποίαν '^ΤιΊ^^^αΊτο και αί όύο αύται νήσοι. 

Και ει: τα μέτρα ταΰτα τ.ροί'^Ί^ ή ΙΙύλη. όιότι 7ζρο^ι^'(^'^μ^'/(ύς "Ελ- 
ληνες τών ίόίίον νήσων, οί όποιοι όέν είχον ςένην ττροστασίαν. ζηλο-^ 
τυποΰντε; όιότι οί προστατευόμενοι συμπολϊταί των έπλήρωνον ολι- 
γοιτέρου; ■^όρο•^ζ. όσου; μόνον οί ΙίϋρίοπαΙοι. έ;(•)ργισμένοι όέ και 
από τήν αϋ'ΐάόειάν τίον. παρεπονέΒησαν ει; τήν ΙΙύλην. Μέ τα πα- 
ράπονα τοιν όέ ταύτα είχον σχέσιν και αί όιαταγαί. αί όποϊαι ειχον 
όο'Ιή υπό τού πάσα τή; \[ελο7ζο^^(ιοο'^ πρό; τού; προστατευομένου;, 
λέγει ό Ι>θΐι1νθΊ . 

"Οτι όέ παράπονα όιά τα πολλά πλεονεκτήματα τών προστατευο- 
μένϋ)ν ήκούοντο συχνά άπό τού; ραγιάόε;. οί όποιοι έστερούντο αυτά. 
ότι όιχόνοιαι καΐ άντιζηλίαι μεταςύ τούτων και έκείνίον έπγ,κολού- 
ΙΙουν. έόώ μέν ήπκότεραι. άλλου όέ έντονώτεραι. ότι άκόμγ, και ή 
'Τψγ,λή Πύλγ, έκαλείτο να παρέμοΥι όχι μόνον είναι πι'Ιανόν. άλλα 
μα; ρεόα'.ίόνεται και άναμφισογ,τήτίι);. 

Και περί τούτου όιεσίόΠγ^ έγγραφον τών Σπετσιωτ'ον πρό; τόν κα- 

(1) ΜπίΊΐί, 1,24!. 

(2) ΙιββΙνί;, Τ^£ιν(ίI^^ ίιι 11κ•. Μυιέα, Λονδίνον 18311 τομ. "2 σελ. 344 κ. έ. 



2Η Π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

πουτάν πασαν. Λι,' αύτοΰ οι 2;;ετσιώται αναφέρουν οτι. έπειζή' ή νγ^- 
σός τίον είναι άγονος, δεν εί/ε οέ οια τοΟτο να έςαγάγι^] εμπορεύ- 
ματα, ώστε να καταπλέουν καΐ εις αυτήν ευρωπαϊκά πλοία, επειδή 
ακόμη δεν ήτο νήσος εμπορική ή έπΙ βοοΟ συγκοινωνιακής, άλλης 
εθνικότητος κατοίκους δεν ει/εν. Και δια τοΰτο δεν είχε και κ7-μ- 
μιας δυνάμείος πρόςενον. ϋί οέ κάτοικοι τ7|ς, ταξειδεύοντες με ιδικά 
τ(ι)ν πλοία, εζων εν ησυχία και υποταγή, έξοικονομουντες τα Ίζρος το 
ζήν, πληριόνοντες τους δημοσίους φόρους, φυλάττοντες τους νόμους. 

Άλλ' οι προεστοί τοϋ προηγουμένου έτους — επειδή το έγγραφον 
τοΟτο ίων Σπετσιωτών είναι όίγ^)0Ί0Κό^{Ί(ΐ0Ί δέν ήμποροΟμεν να μά- 
<)(ομεν ποιον είναι το έτος τοΰτο, το προ τής συντάξεως τής αιτήσεο): 
ταύτης — ε-χ^'-* ^^χΟή να έδρεύη εν τή νήσ(θ ρώσος πρόξενος. ()ί 
προεστοί όμως ούτοι έλειψαν, διότι επεβλήθη εις αυτούς ή τιμω- 
ρία νά μετοικήσουν άλλου κατά διαταγήν του καπουτάν πάσα οιά τάς 
καταχρήσεις των (Ι). . / 

'Όλοι δε οι άφωσιιομένοι υπήκοοι, οι κατοικοΟντες εις τάς Σπετσας 
παρακαλούν — λέγεται εις το τέλος τοΰ ί•'(^(ρά'-^ο'^ - νά λείψη πρώ- 
τον τό κρο'ίζ.ΊζΙοΊ από τήν τίρον. διά νά τηρώνται οι νόμοι αδιάσει- 
στοι. Αιότι έφ' 0'30Ί ο πρόξενος μένει εις τήν νήσον. οί περιπίπτον- 
τες εις πταίσματα δέν τιμωρούνται, αλλά καταφεύγουν εις το ΐίΐροζζ.- 
νεΐον. αναγνωρίζονται ως υπήκοοι ρώσοι, δεν πληριονουν δέ και 

ΙΙλήν χο()το'3 οι Σπετσιώται ναΟται διαμοιράζονται εις τά φέροντα 
ρ(ι)σικήν σημαίαν πλοία, ώστε οί ραγιάδες Σπετσιώται δέν έχουν διά 
τά πλοία τίον ναύτας. Οί προεστοί ακόμη δέν εισακούονται δταν θέ- 
λουν νά εφαρμόσουν τον νόμον. Ώς έκ το'οτο'ύ επακολουθούν μεταξύ 
τοϋ λαοΟ διχόνοιαι, διχοστασίαι, ανυποταξία (2). 

(1) Ί'ίνε; ί,σαν αϊ xα^α/ρ^|σ£ις αύται, τίνες δέ οί τ'.|Λο>ρτ|Οίντες διχ [Αετοι/.ίσία; άτ-ό 
τόν καίΐουτάν παααν οΐίτε τό ϊγγραφον λέγει οΰτί αλλοΟεν γν(ιιρ:'ι,ο[Αεν. 

(2) Βλ. τό έγγραφον τούτο ει: το ;:αράρτημα υ;ΐό τό ατοι/είον (γ'. — 'Γό έγγραφον 
τοΰτο άπό/ειται ει; το άρ/εΐον τής ίατορ. χαϊ έΟνολ, έταιρ. υπ' άρ. 10763, οπού υπό 
τον αυτόν άριΟμον προσυΓ.άρ•/ει και τό τουρ/,ικόν κείμενον ή η τουρχιχή τοΰ εγγράφου 
αετάφρασις. Ί•>αινεται δέ οτι τό έ'γγραΦον συνετά/ Οη αέν ελληνιστί και μετεφράσθη εις 
ττ,ν τουρκικ•/|ν όιά νά άποσταλτ), διά λόγους ομ'ος άγνιόττους εις ημάς δέν ε'στάλη και 
δέν συνεπληρ'όθη. Λιότι οΰ'τε υπογραφάς φέρει οϋ•:ε /ρονολογιαν. ΆπίΟανον όμως δέν 
είναι νά ε'ϊτάλϊ| μεν τό έγγραφον, τό δέ διασιοθέν νά είναι άντίγραφον μόνον, — 'Άς 



Ο! ΠΡ0ΣΤΑΤΕΤ0ΜΕΝ01 2'.» 

Ιίις εγγραφΰν οϊ χύ^ζ '2'2 Μαρτίου ΐΗΟϋ των συντύ/(ι)ν τν^ς "Γορα; 
έκφοά'νΖοντα'. -'.κοά ^ταράκονα κχτα του Λαζάρου, του υίοΟ τοϋ \λνα- 
στασίου Κόκκινη, ΰττο-ροςένου τν,ς 1'{ι)σ''α;. ώ; ταραχοποιού. Λ'.α 
τοΟτο ο: αύντυχοι τον συνέλαβον καΐ άπέατειλοίν εί: τήν Ιν(ι)νσταντι- 
νούπολιν οια να τιμ(οργ,Η:{) (1). 

ΕΙς άλλο οέ εγγραφον τη; 24 "()κτο)6ρ''ου ] ΗΟΟ, τό οποίον υπο- 
γράφουν οί σύντυ/ο'. τή; "Γορας Νικολός Μπουοούρης, Λημήτρι; 
Μπαρουν. Γεώργι; Γκιώνη. Κοίνιταντγ^; Χατζηοαμιανοϋ, Γεο)ργι; 
Μπρούσκου. "Αναγνίόστη: ΙΙαπα[ΐανο)λη, Ίίοάννη: Κριεζ/^; καΐ ό 
καντζιλλιέρης Νικόλα; Χατζηθεοοο^ρου γίνεται λόγο; περί επειαο- 
οίου. αρκετά χαρακτηριστικού. Κατ" αυτό ό Αναγνώστη; Αημ. Σα- 
χίνη; μπερατάριο; φραντζέζο; > είχεν όιαφοράν τίνα με τόν \\να- 
γνίόστγ,ν Βοετταν. Έντό; οέ τη: καγκελλαοία; ήγειοε νείοα και τόν 
έκτύπησεν. ΚαΙ τΐροηγουμένο); ό Σαχίνη; ε!χε προ^^'ί^ εις πολλά; αΰ- 
Ηαιρεσία;. Λιά τοΰτο οί σύντυχοι όιά τοΰ ί^(γριί':ρο'^ τοΰτοΊ κατγ^γελ- 
λον αυτόν πρό; τόν καπουτάν πασαν, έςαιτούμενοι την παραόειγμα- 
τικγ'ιν του τιμ{ορίαν(2ν 

1^/!; εγγραφον πάλιν τν,; 1.") Δεκεμβρίου 1Μ1<) τών ~ροεατΟν> τϊ,ζ 
χίόρα; Χάίου πρό; τόν τότε πρόςενον τ/^; Μεγάλης Βρεττανία; Νι- 
κόλαον <1>ραγκόπουλον εκφράζονται πικρά παράπονα προς αυτόν. 
όιότι άγγλο; προστατευόμενο;, ό Γεράσιμο; Σολ(ομός. και οί συγγε- 
νείς του ν,νίόχλουν του; ραγιάόε; και όεν έφέροντο εν γένει φρονί- 
μο)ς και εϋπρεπώ;. Και ό άγγλο; πρόςενο; παρεκαλείτο να όιατα- 
■χϋοϋν οί ταραχοποιοί προστατευό|ΐενοί του να ησυχάσουν και να μήν 
ζΊθ'/).ο')Ί του; ραγιάόε; (/)λ 

λλπό τά Ξγγραφα ταΰτα ουνάμεΗα εύλόγίο; να συμπεράνίομεν ότι 
και άλλοτε και άλλαχοΟ τοιαύτα παράπονα όιετυπίόνοντο είτε επι- 
σγ'^μο); ε'ίτε ανεπίσημο); κατά τών προστατευομένίον. Και τά παρά- 
πονα ταΟτα όεν είναι ανάγκη νά προσΙ)έσο)μεν ότι όχι μόνον όέν γ,σαν 
αστήρικτα και ϋπερόολικά. άλλα τουναντίον όικαιολογημενα καΐ 'Λ- 

σηαίΐοίΟτί δέ ένταϋΟα οτι τίον τρ'.ών ναϋτικηΊν νησοιν ό κοινοτικός βίος άπό τά; άρ/ά; 
τοΟ Ι',Ιου αΐώνο; υπήρξε ταρβ/^ίύζης ( ΠατταρρηγοΓοϋλου, 3η εχδ. .Ί,δ94 κ. έ). 

(Ι) 1)Α. τό Εγγρ«φον ■ίοΟτο έν τιο άρ•/είω τή; ίστορ και έΟνολ έταιρ. ίιπ αρ.17,711. 

(2) Ριλ. τό ΐϋ'.' άρ. 177ί") εγγραφον τοΐΙ αρχείου τη; ίστορ. και έθνολ. εταιρ., τό 
όποιον δηιχοσιεύοαεν Ξν τέλει ΐν τω παραρτήαατι ΰ~ό τό ^τοι/εΓον (ξ). 

(3| Πα. τό εγγραφον έν τέλει υπό τό στοι/εΐον (ζ). 



30 η. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

!5ίμα. 'Ιδίω; αφόρητος ήτον ή αυθαιρεσία, ν'^ αναφερομένη ει; το εγ- 
γραφον των Σπετσκοτών. Εις τας Σ-έτσας. ο-ίος καταφαίνετα έ; 
αύτοΰ. οί οιαπράττοντες οίανοήτϊοτε άταςίαν και [3ι'αν καθ' οΙο^^Ζί]- 
-οτε ράγια κατέφευγαν εις το ρίοσικον -ροςενεϊον. ένεγράφονΐο τότε 
εκεί ως '^-τ(•/.οοι ρώσοι, και οέν ~7.ρζτΑοοΊτο εις τους ττροεστούς τν,ς 
τί^'30'ύ οιά να τιμο)ρηΒοΰν. 'Ρ]-ειοη οέ εις την νησον οϋτε Τοϋρκοι 
υτΐηρχον ούτε τουρκική γρουρά. οί -ροεστοί οέν ειχον να έττικαλε- 
σΟοΰν την ,'ίοήΗειαν ουνάμεο')ς τίνος στρατκοτικής και ή ιδική το)ν 
δύναμις απέναντι των τοιούτίον αυθαιρεσιών 7:αρέλ^^εν. Αέν είναι ακόμη 
ανάγκη να -ροσθέσο)μεν οτι αυθαίρετοι εις τας ενεργείας το)ν και 
εις τας ΰποστηρίςεις κακοποιών στοιχείων, έπικαλουμένίον τήν συν- 
'ίρομΊ]"^ το)ν. ήσαν οί ρώσοι -ρόςενοι, ίταμοηατοι δε τζρος δλους οχι 
δε μόνον ~ρ6ς τους -ροε'^το^^ς μικράς νήσου, ώς είναι αί Σπέτσαι. 
άλλα και -ρος πανίσχυρους Τούρκους πασάδες και τοκάργ'χζ. ώς 
ελέχθη καΐ άνίοτέρω(Ι). 

ΕΤδαμεν άνο)τέρο) να άναφέρη ό Λήκ. δτι κατά τήν άνοιξιν τοϋ 
1 80ό δεν εΙχον ακόμη έφαρμοσθή εις τάς νήσους τά μέτρα, τα όποια 
ελήφθησαν εις τήν ΙΙελοπόννησον. κατά τών,προστατευομέν(ον. 

Άλλα δεν έπέρασε πολύς καιρός και φιρμάνιον ίδιαίτερον άνεκοί- 
νίονε τά μέτρα ταύτα καΐ εις τους νησκότας. 

Το φιρμάνιον δε τούτο εξεδόθη τή Ιό Μαΐου ΙΝΟΟ. ΛΓ αύτοΰ διε- 
τάο^οντο οί κατά τόπους διοικηται τών νήσΓον νά ύπο/ρεο'ίσουν τους 
διερμηνείς τών -ροξί'/ων νά κατοικήσουν εις τον ώρισμένον δια τοϋ 
,'ίερατίου των τόπον. "Οσοι δε είτε πρόςενοι είτε προξενικοί τ,ρά-λτο- 
ρες είτε διερμηνείς και ύπηρέται διετάσσο/το μεν νά μεταβούν εις 
τον ώρισμένον εις αυτούς τόπον, δεν ύπήκουον δε εις τήν διατα- 
γήν ταύτην. έπρεπε νά συλλαμβάνωνται καινά άποπέμπωνται πα- 
νοικεί. Άν δε άνθίσταντο, νά σφραγίζωνται τά καταστήματα των καΐ 
αι κατοικίαι το)ν. νά έκποιώνται δε τά υπάρχοντα των ει: οα^^ιάοε; 
μόνον, εκτός εάν συνήνουν νά γίνουν πάλιν ραγιάδες. ΚαΙ τότε δ/ι 
μόνον δεν επρεπε'νά τους τιμωρούν, αλλά νά τους περιποιούνται καΐ 
νά τους υπερασπίζουν. Τοιουτοτρόπιος προσετίθετο εις το τέ- 

(Ι) Βλ. σελ. 57. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΚΝΟΙ 31 

λο; τοΟ φ'.ρμζν'ου εκαΟαρίσΟγ, ή π^οιοτεύουσα κχΐ ουχί.» -(ο; -ρέ- 
-£'. να γίνγ^ τό οίχο); άλλο καΐ κα'Γ ολγ,ν τήν ε-ικράτειαν. 

ΚχΙ κατά ττόσον μϊν συνεμορφώΗΥ|σαν οί προστατευόμενο-, τών 
ν7,7(•)ν προ; τα: ο'.αταγά: ταύτα; τ/,; ΙΙύλϊ^; οεν γνίορ-'ζομεν. Ιν!κά- 
ζομεν μόνον καΐ εϋλογ(•)τατα. οτι άντίστασ'.; ε•; αυτά;, καΐ μ-.- 
κρά άκόμγ,. οεν έοε'/Ηη. Γνίορίζομεν άκόμγ, οτι εί; τήν Ί'/^νον οσο'. 
ε!/ον φιρμάνια ί] πατέντα; παρουσιά•7<ίγ,σαν αΰΗορμήτο); ει; τον άπε- 
σταλμένον — οιότι είχε στείλει ό καπουτάν πάσα; έπίτηοε; άνΟρο»- 
πον. τοΟ φιρμανίου τ'ΆτοΊ κομιστήν —.και συγκατετέΟγ,σαν να γί- 
νουν ραγιάοε;. "Ιν/α; μόνον, ό Νικόλαο; Βελισσάριο;, ό όποιο; εΐ/ε 
ρ(ι)σικόν όιαόατήριον και φιρμάνιον. παρήκουσεν. Κατέφυγε όέ όιά να 
μή καταόιο)-/Ηγ, ει; -//ορίον τ/,; νήσου κρυφίοκ.'Ο απεσταλμένο; έσφρά- 
γισε τότε τήν οίκίαν του. Άλλα μετ' ολίγα; ήμερα; όωροόοκγ,Ηει; 
τήν άπεσφράγισεν ό Τόιο;(1). 

'Γήν ίόίαν ήμέραν. ήτοι τή 1 Γ) >Γαίου 1 Μ()(). έγράφγ, καΐ άλλο 
φιρμάνιον και απεστάλη ει; τα; νήσου; τοΰ Αιγαίου, το όποιον 
οιέτασσεν ότι τοϋ λοιποϋ οί όιοριζόμενοι άπό τα; φιλικά; όυνάμει; 
ο; πρόςενοι ή επίτροποι — επίτροποι όέ αναμφίβολο); καλούνται έν- 
ταΟΒα οί προςενικοι -ο%/.τορες — πρέπει να κατάγ^ονται άπό το ε'ΐνο;. 
τό ί~''Λ':'/ Ιιά άντιπροσο)πεύουν ότι πολλοί ραγιάοε; όολίίο; έλαοον 
φιρμάνια καϊ όκορίσΟγ,σχν τοιοΰτοΐ' ότι πάλιν άλλοι κατά προτροπήν 
τών -ρο;ν/(^>•τ^ ελαόον πατέντα; και τεσκερέοε; και έγιναν υπήκοοι 



ιενοι. 



'Γό φιρμάνιον οιέτασσεν άκόμγ, να κάμουν περί τούτίον έρευνα; αί 
τοπικαι άρ/αι αϋστγ,ρά;. Και όσοι μεν άποόει/Ιΐή ότι νομίμίο; ήσαν έφο- 
όιασμένοι με φιρμάνιον. ')ά έοικαιοΰντο να έμπορεύίονται έλευΟέρο);. 
έπρεπε όέ να παοένγ,ται ει: αυτού: άπό τα; έπιτοπίου: άονά: πάσα 
προστασία καΐ ύπεράσπισι;. "Αλλ" όμο»; άπό εκείνου;, οί όποιοι ήσαν 
μέν γε/νημένοι ει; τήν όΗομανικήν έπικράτειαν. ειχον όέ λάόει μέ 
όόλον καΐ άπάτΥιν π/τέντα; ή φιρμάνια, έπρεπε να αφαιρεθούν τά 
έγγραφα ταϋτα. έπρεπε όέ να του; φυλακίζουν άκόμγ, αί τοπικά: άρ- 
■/αί. είόοποιοΰσαι περί τούτίι)ν τήν κυόέρνγ-σιν. \\ν όέ άπεόεικνύετο 
ότι εκ πλάν/,; έγινεν '^^:■(\■/.ζο^ ςένγ,; όυνάμεο»; κανένα; οαγιά:. έόί- 
όετο όιαταγή να επιστρέφγ^ μέν τό φιρμάνιον ή τήν πατένταν. να 

(Ι) Λρϋίου, 139 κ. έ., 409. 



32 π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

μένγ] δέ, δπως και προτήτερα, ράγιας, φορολογούμενος, όπως ν.αι αΙ 
όίΧλοι ραγιάοες (1). 

"Αλλη πάλιν διαταγή τοϋ διερμγ,νέοος του στόλου Παναγιωτάκι 
Μουρούζη ~ρ6ς τους προεστώτας των νήσων άπδ 21 ^Ιοϋλίου 18()() 
ώριζε να γίνη κατά βασιλικήν άπόφασιν κατόπιν άκριόοΰς έρεύνης 
καταγραφή των πατέντων και των τεσκερέδ(ον. να έςακριβωθή οέ ή 
έπο/ή της έκδόσεοκ των. οί λόγοι, δια τους οποίους εδόθησαν, τα 
ονόματα των γονέίον και των προγόνίον, τών λαβόντων τα: πατέντας 
και τους τεσκερέδες. το έργον και το επάγγελμα το)ν. ή κτηματική 
τίον περιουσία, τζρο πάντίον δέ τίνος πρέσ6εο)ς ή τίνος προξένου πα- 
τένταν καΐ τεσκερέν έχει ό καθένας .(2). 

Λιά να άπομακρύνη δέ άπδ τήν προστασίαν τών ξένίον τους ρα- 
γιάδες ή Ι[ύλη. δέν άπηξίωσε να χρησιμοποίηση και τήν λΓεγάλν,ν 
»/.κλησίαν. 

Ιίίς πίεσιν δέ άναμφι6όλ(ος της Πύλης πρέπει να 7.~οοο^Ίι ή 
πατριαρχική εγκύκλιος της 22 Λεκεμδρίου 180() προς τους αίδε- 
σίμους κληρικούς καΐ πρεσβυτέρους καΐ τιμΐϋ)τάτους προεστώτας και 
επιτρόπους και λοιπούς κατοίκους τών νήσων και παραλίο)ν τόπ(ι)ν 
του Αιγαίου. 

Ή εγκύκλιος αναφέρει κατά τφωτο'/ δτι ή Εκκλησία είχε συστήσει 
καΐ άλλοτε εγγράφως ότι οί χριστιανοί καθήκον ειχον να. ακολουθούν 
«πιστώς το ραγιαλίκι των. Επειδή όμως. λέγει κατόπιν ή εγκύκλιος. 
εστάλησαν εις δλα τα μέρη της αυτοκρατορίας γράμματα της Ί^>/.- 
κλησίας. τα όποΤα συνιστούν άκραν ύπακοήν καΐ άνυπόκριτον πίστιν 
εις τήν [ίασιλείαν. εστάλη καΐ προς τους Αίγαιοπελαγίτας εν γένει 
πατριαρχικός εξαρχος. συνοδευόμενος και άπδ τον καχοετσίμπασην 
Ζαφείρην, δια να δηλωθή ότι καθήκον τών χριστιανών, άλλα και 
Βουλή καΐ άπόφασιςτοΟ' Σουλτάνου είναι, ως και του καπουτάν πασά. 
να μένουν όλοι οί χριστιανοί αληθινοί ραγιάοες. Και τοιούτοι δέν 
πρέπει να είναι μόνον δσοι ήσαν και είναι πιστοί ραγιάδες, άλλα 
και όσοι., ι^ιαζόμενοι άπό τα εμπορικά τίον συμφέροντα δια να άπο- 

(1) Λροσου, 139 και 408. 

(2) Λοοσου 138 και 408. Τό εγγραφον τοΰ'το, τό άναφεροαενον άπό τον Λρόσον ('»: 
άτΐίυΟυνόαενον τ.η,οζ τους Τηνίους, είναι φανερύν ό'τι έ'/ει γενικώτϊρον 7.«Ρ«κτηρα. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΤΟΜΕΝΟΙ 



■ ι. ) 



φυ'ι^υν τχς αισχροκερδεί; ■/.αταχργ^σει: των τελίονοιν τν,; -αραλίαςΠ ι 
καΐ άλλίον τοίούτίον. καταφεύγουν εϋ: άλλα; έθν.κότγ,τα: καΐ γίνονται 
σούοιτο'. καΐ μάλιστα τν^ς Ρίοσίας. "Ολοι οέ ούτοι οφείλουν να άπο- 
κατασταϋοΰν και -άλιν άφό6(ο; -ιστοί ΰττήκοοι. ΚαΙ ο/ι μόνον οεν 
Ηα ήν(")•/λούντο. άλλα και ΙΙα έττροστατεύοντο. οί νησιώται μάλιστα και 
οι Αίγαιο-ελαγΐται. "Οσοι μάλιστα γ^Οελον εγκαταλείψει τήν ςένγ,ν 
;τροστασίαν καΐ έτϊανήρχοντο ει; τν,ν τάΐιν των ραγιάοίον. •)ά -εριε• 
βάλλοντο με ίοιαιτέραν. -αντοτινήν. ττροστασίαν. 

Ηά εΰρεΗοϋν οε ισ(ο;. -ροσθέτει ή εγκύκλιο;, ον,μεγέρται και 
ογ,μοτάρακτοι. οί ό-οΐοι <)ά ά-οτρέψουν του; χριστιανού; από τήν 
ύττακοήν ει; τα; συστάσει; τη; Ίν/.κλγ,σία;. "Αλλά όέν ττρέπει να 
είαακουσΗοΟν. 

'Η εγκύκλιο; Οττόσνεται τελο: ότι Ίά ττοοατατευΒοΰν έΕαιρετικω; 
όσοι. ςένγ,ν -ροστασίαν εχοντε;. άτζοκατασταΗοϋν ραγιάοε;" ότι ούτοι 
Ηά λάόουν φιρμάνια" ότι και αί σγ^μαΐαι των ττλοίίον τ(ι)ν καΐ αύτοι 
οί ιόιοι θα έχουν όλα τα -ρονόμια όσα ειχον ω; ξένοι ττροστατευόμε- 
νοι και ττερισσότερα μάλιστα α-" αυτά (2). 

Ει; πίεσιν άναμφιβόλω; τγ^; ΙΙύλη; τ^ρέ-ει να άποόοΟοΟν όσα 
λέγονται και ει; άλλγ^ν έγκύκλιον τοΟ -ατριάρχου Ι"'ργ(γορίου Ε'. 
ή 07:οία ά-ελύΟη κατά "ίανουάριον τοϋ 1>!()7. και γ'^ 07:οία ά-γ,υ- 
%Ίετο -ρό; τού; άρχιερεΐ; και του; κληρικού;, -ρό; τού; -ρού- 
•/οντα; και λαϊκού; και -ρό; όλου; τού; χριστιανού;. Και γ'ι εγκύ- 
κλιο; αύτη συνίστα -ίστιν ει; τήν |ϋασιλείαν. "Οσοι όέ κατά όιαφόρου; 
καιρού;, -ροσέθετεν. ειχον άκομακρυνΗή άττό το -ιστόν ραγιαλίκι 
του; και ελαόον -ροστασίαν τινά και έγιναν ύ-ήκθοι Εένοι. συνεόου- 
λεύοντο να άφγ',σουν : τήν τοιαύτην -λίοο-ί^λο"/ και νενοΒευμένην -ρο- 
τετσιόνην ω; -ολλά κινουνώοη ει; αυτού; και νά επιστρέψουν 
και νά γίνουν -ιστοί ραγιάοε; τοΰ κραταιοτάτου [ίασιλέω; μα;>. 
Ί'οιουτοτρόπο); Οά έσυγχιοροΰντο. άφοΰ άττό -λάνην έζήτησαν ςένην 
τ: ρ ο στα σία ν (Η). 

"ί,ίστε ει; όλην αυτήν τήν κίνησιν -ερι τη; τΐροστασία; αμέτοχο; 
όέν έμεινε καϊ ή Ίν/.κλησία. Και ή -ροσεκλήΟη νά επέμόη και 

(Ι) Κινίιρ γκιουα-ρουκτζίδιον, λίγα αέ τουρχικχ; λΕ^ε;; ίο ϊγγραφον. 

(;Ί Λροσου, ΊΙϋ κ. έ. 

(3) Γ. Ι'. Παπαδοπούλου τ» χατά. . , . Γρηγοριον Κ' , 1 ,?Ι)Γι /. έ. 

ΑΘ1ΙΝΑ, ΤΟΜ. λ'. * 



•}4 ίι. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

εκείνη καΐ έπιέσΗγι προς τούτο ώστε τα ζητήματα, τά σχετιζόμενα 
καΒ' οϊον οήποτε τρόπον με τού; προστατευομένου; να /υΙΙοΟν 
κατά τήν άποψίν των Τούρκ(ον ή έπενέοη ή Ιοίτ. αυτόκλητο;, έπιοίίό- 
κουσα την έ;ασ-^άλ'.σ'.ν κατά ενα ή κατ" άλλον τρόπον των προ- 
στατευομένίον. 

7) Ή ναντιλία και η τιροστασί'α. 

Το ήμισυ των πλουσίων κατοίκίον της "Γόρα: καΐ των ^ίπετσών 
είναι ρώσοι προστατευόμενοι, λέγει ό Λήκ. ο περιε}.ΙΙών τήν ΙΙελοπόν- 
νησον τω 18()Γ). 'Γψςόνοντε; ούτοι ριοσικήν σημαίαν. φορτώνουν ει; τα 
πλοΐά τ(ον τα σιτηρά από της Ρωσίας εις τάς παραλίους πόλεις τοΰ 
Ιίυξείνου. τα μεταφέρουν ει; τήν Μεσόγειον. άπό αυτήν Οέ λαμβάνουν 
οίνον και αποικιακά, τα οποία, έπιστρέφοντε;. μετακομίζουν ει: τον 
Ευ:εινον(1). 

Σχεόόν όλα τα πλοία των Ίν,λήν(ϋν έμπόρίον. των έμπορικωτάτίον 
τίρο πάντίον νήσ(ον. 'Ίορας, Σπετσών και 'Γαρών. ταςειοεύουν μΞ ρ(ο- 
σικήν σημαίαν. λέγει ό ϊΐθ Κθΐ•1)ίΐΐ, περιηγηθεί; εν "Ανατολή τω 1X17 
καΐ ΐΗΐ.'-ί. Ιίαρετήρησα παντοϋ ότι ή Ρίοσία έχει έπιρροήν. 'Ο/.οι 
όλων τίίιν άποχρώσείον οί χριστιχνοι ζγ,τούν και έπιοκόκουν τήν προ- 
στασίαν της (2). 

'Γά οκτώ οέκατα των ϋόραϊκών. σπετσκοτικών και ψαριανών πλοί(ον 
έταςείόευον με ρϋ)σικήν σημαίαν, λέγει ό 11ουκεοίλ(3). Ειχον οηλαόή 
ίόιοκτήτα; ή πλοιάρχου; προστατευομένου; Ρώσους (4). 

Αιά νά έμποόίση ή τουρκική κυοέρνησις τήν τ.'^^όοοοΊ του εμπο- 
ρίου τ(ί)ν ραγιάόων παρεισήγε πλείστας ουσκολίας εις τους ναυτιλλο- 
μένους ύπο τήν σημαίαν της. "Λλλ' οί πλοίαρχ^οι των Τ'/ρών απέ- 
φυγαν τάς ουσκολίας ταύτας, λέγει ό Κ. Χικόόημος. ό συγγραφεύς 

(1) Ι.ίΐίΐΙνβ, ΊΊ•;ιν(Ί:, ΐιι ΙΙιο Μοιοα ?,οΊΊ κ. έ. 

(2) (1β Ροι•1»ίιι 47. 

(3) ΡουιΐϋονϊΙΙβ, ΙιίϋΐυΪΓβ Ακ\ Ι;ι Γβ^βηβιαΙίοη ."5. .Ί5. 

(4) Κατζ τόν ΒίΐιΐΙιοΙιΙ^' ("2,63) \χ Ιλληνικά -λοϊα, τά ταΕ£ΐ5εύον;α ;>£ ρωοηχ.τ,ν 
τημαίαν τω 1803 ν,σιν 300 τ| ΊΟΟ. Κατά τον ΗουΐΐΟϋΝβ (2,'•ί)3; οί Ί'οοαίοι ίΐ/ον 3 
•/ιλ. ναύτας /.αϊ 150 πλοία. ΊΙ Ά'δρα ε/ει 3δ0 πλοία, λέγει ό ΟβΙΙ (ΤΙΐθ ίΐίπί!- 
ΓΙΙΙ7 131) — Ιΐίρϊ ττ,; δια τη; Ι^ω^ία; άναπτύξίως τη; ναυτιλία; ζαί του £|/πορίου της 
"ν?>,'^ας |ϊλ, Κρίίζη , ίστοοί'α τη; νΓ('σου "νδρα; 62. 



ΟΙ ΠΓΟΣΤΑΤΕΤΟΜβΝίΗ :^5 

τοϋ Γττομνήματο; τίον Ί'χοώνΠΊ. γινόμενο: ϋ-γ',κοοι Οίοσοι. 'Γψίό- 
νοντε: οξ τν,ν ^ίο^'.κήν Ίί^\ι%•.7.7. 7(σύ/αζον άττο τοΰ: Τούρκου: καΐ 
'^υγχρόν(ι): εΐ/ον τήν -ροστασίαν τν,: ΙΝοσί'/:. 

Άλλ' γ, ρίο^'.κν^ -ροατασία χυ,; ναυτιλία:. ^'^εο'.ασμένΥ| ούσα. -ολ- 
λάκι; 03 καΐ καταττατουμένγ,. ο;ν -αρεϊ/εν ολγ// υήν έλευΟερίαν καΐ 
τήν άσφάλε'.αν. τήν ό-οίαν ά.-αιτεί το έμ-όριον (2κ "Εβλαπτε οε ττολύ 
τα ελλγ,ν.κά -λοϊα γ^ πειρατεία τ(ον Λλγερίνίον. οί οποίοι οεν κα- 
τεοκόκοντο. και οί όποιοι έπλεόναζον. (ό: φαίνεται, οσάκι: οί Ι'ώσοι 
επολέμουν κατά των Τούρκίον. Λια τοϋτο οί 'ΓοραΙοι γ^ναγκάσΗησαν 
Τί;) Ι.'^ΟΝ νά ύψίόσουν άγγλικγ^ν σγ,[ΐαίαν είκονικώ; π(ι)λοΰντε: τα 
πλοΙά τίον εί: ζιι-όροΊΖ Μελιταίου:(ο). 

Κα: πάλΐν τώ ΙΚΙΙ οί Ύ'οραιοι οια να αποφύγουν τα; συ/νά; 
τών Άλγερίνίον πειρατών ενοχλήσει: καΟώ: και τα: των πολεμικών 
έν γένει πλοίίον. τα όποια συνγ',ντίον κατά τα ταςείοιά τίον. ύψο)7αν 
'/γγλικήν σγ,μαίαν. Και έκαστο: πλοιοκτγ^τη: προσέλαβεν εί: τήν 
ύπγ,ρεσίαν του '^-ί^-αοοί αγγλον, ό δ~ο\οι ειχεν εί: όνομα του τα εγ- 
Κ γραφα του πλοίου, περιστάνετο οέ ώ: κύριο: ίόιοκτήτγ,: αύτοΟ καΐ τοΰ 
φορτίου. \\λλά πολλοί εκ τούτων εόλαψαν τού; πλοιοκτήτα: κακοή- 
ι»<ο; σφετερισΟέντε: τήν κυριότητα πλοίίον και φορτίίον. 

Και ούτοι είναι οί καλούμενοι σημαιοπλοίαρχοι (οίΐρΐΐαΐπκ 
«Γί^ί,θΠ(Ιηι•ΓΓι(4). 

Κ: όλίον όέ τών εύρίοπαϊκών έΗνών οί Αλγερινοί πρώτιστα και 
μά/ιστα έςετίμίον το άγγλικόν και εόείκνυον φιλίαν προ: αυτό (5). 

(->ά άναφέρωμεν ενταύθα και μίαν άκομγ,. πράγματι 7:ερ'.ερ'(0'^. 

-ΑΊιρο'^ορίχ'^ τοΰ άγγλου (τοΠ περί τών Ί'όραίίον. Κατ" αυτήν οί 

Ι όραϊοι προΟύμο): Βά άπεόέχοντο τήν άγγλικήν προστασίαν. αν ήρ- 

(I; Κ. ΝιχοθΓ|;Αου,υηοανηαα ττ,; ν/|αου ^ί'αρών'ΑΟιΙνησι 1862 τομ, Ι σελ. (53 χαΐ (Ιί. 

(») Άνααι. Κ. Όολάνδου, ναυτικά, τ]τοι ιστορία τών κατά τόν ύπερ άνϊξαρτη- 
σία; τη; Έλλάδο; άγωνα "ίπραγαενων ΰπο τιον τοιών ναυτικών ν/Ισ'ον, ίδίίιΐς δϊ 
ών Σπετσών έν ΆΟη'ναι; 18Γ)9 το;/.. 1 σελ. 2*^. 

(Η) Κριεζή, ιστορία της νήσου "\'δρα; )ιΙ. 

(Ί) 'Λντ. Μιαούλη, υπο'ανηιια -ερΐ της νη'σου "νδρας ίν Άθη'ναις 18()4 σίλ. 4;!. 

(5) ΤΙιοιηη^ 8ϋΙΐίΐ\νί;. Κηϊνι;!! ο(Ιβι• Ληιιιριΐνΐιιιι;^» νβΓίοΙιϊβιΙοικ• ΤΙιοϊΙρ ιΙηγ 
ΗΛ|•1)Λΐ(;ν 1111(1 ιΙβΓ Ι,θνπηΙϋ 1)(ίΐΓ(ίίΓ6ΐΐ(1 (Ικ τοΰ αγγλ.) Λιψία 17(ΊΓ> σίλ. ?■?,">. — 
Και ό Ι'οδιος (ιστορία της νήσου "Υ'δραςέν 'Κ-γ6ρ«> Στρατιωτικοί Ναυπλία Ιβϋ'ι σελ. 
'';3Ι) λέγει οτι οί 'ΐ δραίοι δια τά; συγκρούσεις τιον προς τους -Αλγερινούς ήναγκά- 
59η3αν νά ΰ•!/ώαουν άγγλικήν και ρο^σικήν σηααίαν εις τά πλοΐά των. 



36 11. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

'/ΟΊχο εις ρτ^Είν τζίρος τήν Τουρκίαν. 'ίΐς φαίνεται 6 ΟθΠ τζροέβλεττεν 
έ'κτοτε έπικειμένην τήν ρήςιν ταύτγ,ν. ή οποία τέλος έπηκολούθησε 
κατά το 1821, ί'να οέ έςέλΟωσιν άττό τήν ,οήςιν ταύτην νικγ,ταΐ μέ- 
χρι τέλους οί 'Γοραϊοι, ι'να μή Οττοστώσι τα έττακολουθήματα τής 
ανταρσίας τ(ον εκ ]}.ί'ρο'ύς των Τούρκ(ι)ν μετά τον -όλεμον. Ηά έοέ- 
χοντο ευχαρίστως νά έςασφαλισθώσι κατά των κινούνων τούτον/ οιά 
τής αγγλικής -ροστασίας (1). 

Ή Υψηλή Ιΐύλη αυτονόητον είναι οτι 7ΐαρηκολούΙ)ει τήν κατά- 
στασιν ταύτην. Και ί'να σταματτίση το κακόν, Γνα άποςενοόση τους 
"Ελληνας και -ρό -άντιον τους νησκότας άτζό τήν -ροστασίαν των 
Ευρωπαίων, από τήν προστασίαν οέ μάλιστα των ΡιόσονΛ μετήλθε 
και πολιτικήν ήπιωτέραν, εοειΕε οέ και ευνοιαν προς αυτούς, καταφανή. 

Ή δε εύνοια αύτη χρονολογείται από τό τέλος τής ,^ασιλείας 
Άβόούλ Χαμιτ του Α' (1774- 1789). 

Άπό τότε ή 'νψηλή Πύλη ένεκα τής κρισίμου Ηέσειος, εις τήν 
οποίαν εύρίσκετο, ένεκα οέ καΐ τής προστασίας, τήν οποίαν οί Ρώ- 
σοι παρεΐχον εις μέγαν αριθμόν Έλλήνο>ν, έγινε πολύ προς αυτούς 
προσηνεστέρα, λέγει ό ΒαΓΐ,1ιο1(1γ(2). Έχορήγει οέ προνόμια, άτε- 
λείας, ελευθεριότητας εις τάς κυβερνήσεις των ελληνικών πλοίο) ν (.']). 

Και ή ευνοϊκή αύτη τιροτ/ι^ τής πολιτικής τών 'Γούρκο)', προς τους 
"Ελληνας όέν όιέφυγε τήν ζ\)'ζτο'/θΊ παρατηρητικότητα του Κοραή. 
^ Ζητεί σήμερον ό τύραννος, — ^(ρά'^ε: ό άοίόιμος άνήρ — νά οίκειώση 
προς εαυτόν τους Γραικούς όσον αύτοι τον καταφρονούν και μακρύ- 
νονται άπ' αυτόν. Αύτη τοΰ Σουλτάνου ή ήμερότης, γεννημένη πε- 



(1) ΟβΙΙ, ΙΙίηθΓϋΓ}• 131. Ό ΟοΙΙ ένταΰθα προσθέτει δτι οί 'Τδραΐοι προε':ειναν 
νά μεταναστεύσουν ε!; άγγλι/.ήν άποικίαν, δεν λέγει οαως ποτέ και διατί και -όθεν ε/ει 
ττ,ν είοησιν ταύτην. 

(ίί) 1ί£ΐΙ'ΙΙιθΙ(ΐ3' 2, ϋ3. — Ή Ρωσία κάμνουσα /ρήσιν τών προνομίων της ηϋ'ξησε 
τόσον τοΰ; προστατευομένου;, οίστε ή Τουρκία υποκινούμενη και υπό τής Γαλλίας κα- 
τήργησε τα βεράτια η μάλλον τά έστρεψε προς ώϊέλειαν της, πο)λοΰσα αυτά ή ιδία 
£Ϊς υπηκόους της. οί όποιοι αγοράζοντες αυτά άπέκτω.* τά εμπορικά προνομία τών 
Φράγκ'ον /"«ρις δια τοϋτο νά άπαλ)άσσΐι>νται τής πληρωμής τοΰ' /αρατζιου (Ριοιιι•^- 
ΐΐίΐιΙί^Ν [)ίΙΙθΓβ.>>0|ΐΐ(;8 ιΙηιΐΝ (Ιοη^ΙηηΙίιιορίΓ οΐ μιγ Ιι'ν ιίν•"^ιΙΐ' ΗκΝμΙιΟΓβ Παρίσιοι 
1815 τομ. •3 σελ. ?59). 

(3) Ν. Παπαδοπούλου, 'Κρμής ό Κερδώος 1,15.ϋ. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΙΈΓΟΜΕΝΟΙ 37 

ροσιότερον ά-ό τήν άνάγκγ^ν τών τζερίστάαέων. --/;:>" 7.-ό γενναίας 
καΐ μεγάλγ^; ψυ/γ,ς μετάνοιαν. εΐνα: -ολλα ,3ραοεϊα καΐ οιά τοΟτο -'.- 
Μανόν οχί (ίέλε'. εΙαΗα'. καΐ άνίοφελγΊ; (1). 

ΚαΙ -ράγματ•. ή Τουρκία οέν μετέβαλε ριζοκο): τότε τήν 7:ρός του; 
Έλληνα; -ολιτ'.κήν τν,;. Ά-λώ; μόνον τήν έςεβίασαν τα πράγματα 
να τΥιρήσγ, -ρό; αύτ^ύ; στάσιν εϋμενεία; μάλλον -αρά ουσμενεία;. 
οχι ο'.ότι ενόμ'.ζεν οτι είμεθα ήμεί; άάο^ εϋμενεία; ή οτ•. έ'-ρεπεν εί; 
τό εξγ^; να μα; εϋνοήσγ^ ά-ό λόγου; ,ίαϋυτέρου; συμφέροντο;. άλλα 
οιότι 7(Ηέλγ,<ιε να μα; άπο:εν(•')σ7| άττό του; Ευρωπαίου;, κυρίω; οέ 
από τοϋ; ΙΜ)αου;. Λ',ότι ή προστασία όπιο; εΐ/ε καταντήσει, κατέλυε 
πλέον έντο; τών όρίίον τή; αυτοκρατορίας αύτο το -λράτος του Σουλ- 
τάνου. 

Έπρωτοστάτησε οέ εί; τήν ήπ'.ωτέραν ταύτην πολιτικήν ό τότε 
καπουτάν πασά; Κ'.ουτσοΰκ Χουσειν (1750-1 80ο), δ εΌ'/οούιιεΊος 
τοϋ 2:^ουλτάνου ΣελΙμ Γ', εί; τον όποϊον (ΧουσεΙν) ή Τουρκία οφείλει 
μερικά; μεταρρυθμίσει;, γενόμενα; τότε τζρος περιορισμόν τή; κακο- 
οιοικήσεωςί*^). 

Και αναφέρεται οτι ό Χουσε'ίν έοιοκε προνόμια καΐ αΰτοοιοίκγ,σιν 
ε•; του; νγ^σιώτα;. Ίίπέτρεψε νά κατασκευάζίονται μεγάλα πλοία εί; 
τήν 1ν(!)νσταντινούπολιν (3). 'ϊπεστήριςεν εν γένει τό έλληνικόν ναυ- 
τικόν οιά νά τό άποσπάσγ^ από τήν ρ(-)σικήν έπιρροήν. ^Γετεχειρίσ'Ιγ, 
όέ πρό; τοϋτο και τόν οιερμγ,νέα τοϋ στόλου (τώ 1 802 1 Ίο). Χικ. 
Ι\αρατ:;αν(4ί. Και οί 'Έλληνε; έπ" αυτού έταςείόευον με τήν σγ,μαίαν 
τών ραγιάόων και αί προς αυτού; τυραννίαι έπαυσαν (5). 

Άλλ ο Χουσε'ίν επιθυμών πρακτικίυτερον ακόμη νά ένθαρρύνη τού; 
Αίγαιοπελαγίτα;. μάλιστα οέ τού; Υδραίου;, τού; Σπετσιώτας. τους 
Ί'αριανού;. οί όποιοι ϊγορΎ^•(θ•ύΊ και εί; τόν τουρκικόν στόλον τού; 

(1) Τΐ Γ.ρέΓ.ει. νά /.ίμωσιν οί Γοαικοί 2•ς τάς :ταρούαα; πίοιατάσίΐ:. Διάλογος δύο 
Γραικών, κατοίκων τη; Βενετίας, ό'ταν ήκουααν τάς λα|Α::&άς νίχας τού Ναπολέοντος 
εις τήν Βενίτίχν 1805 σελ. Μ. 

(2) Περί τιϋν ενεργειών τοϋ Κιουτσοΰκ Χουσιν/ προς μεταρρυθμίσεις της διοικήαεο),-, 
ίδίο): δε του ιτόλου βλ. ΖϊΐΐΙνβίδβΙΙ, 7,334 κ. ί. 

(3) Νικοδηαου. Ναυτικά 1,28. 

(4) Σταματιάδου, ίιτορία τοϋ Έλλ. αεγ. διερμ. 1.58. — ΣάΟα, Νεοίλλ. φΓλ. 55!.•. 
(5| Ζϊλλώνη, αύγγραμαα περί τών άπό τήν Κωνσταντινοΰπολιν πριγκηπων της 

Βλα/ία; και Μολδαβίας 149. 



38 11. Μ. ΚϋΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

αρίστου; ναύτα:. έ7:^θυμώ7 οι καΐ νά Οέσγ, τ&ΰ; κατοίκου;, έφ" οαον 
τοΰ ήτο ουνατόν. ε:; ΐ7Υ|ν μοϊραν, ('όατε να μή οιάγουν ύπο έςαφετι- 
κα; καΐ εΰνοϊκίοτάτα; συνΗήκα; οί προστατευόμενοι. έςέθ(ι)κε 40 φιρ- 
μάνια οια του; ναυτιλλομενου; ει; τον Εϋΐεινον. προ; ίοφέλειαν νν,- 
σιωτών. οί όττοίοι οέν ε'χον ςενν,ν ττροστασίαν. 'Λλλά μετά τον Ίά- 
νατόν του ό οιάοο/ό; του ανεκάλεσε τα φιρμάνια ταϋτα [Ι). 

Μετά ταύτα οέ ή Ι [ύλη έςν^κολούΟγ,σε τα; ενεργείας της κρο; πε- 
^^ιορισμον τν^; ςένη; ττροστασία; τών ναυτικών. ()υτ(!ΐ τη 1 1 "Ιουνίου 
18(Μ) ό οιερμηνεύ; του στόλου ΙΙαναγιωτάκι; ^Ιουροΰ'Ιη; και ό οεφ- 
τεροχρΊ^ς του ταρσανά 'τοϋ ναυστάΗμου). ω; άντιπρόσιοττοι του κα- 
λούταν ττασα. οιέτασσον του; προεστώτας όλων των ν/^σων όΓ ίόίου 
εγγράφου, κατ' άττόφασιν τοΰ οοδλετίου. ί'να ει; το έ;η; όλοι οί 
πλοίαρχοι, οί ΰπν^κοοι τη; 'Γψηλη; ΙΙύλης, οί όποιοι έπεΗύμουν να 
ύψ(!)σουν τήν όΟ(!)μανικήν σημαίαν έπι των πλοί(ον τ(ι)ν. έφοόιασΒοΟν 
με πιστοποιητικόν των κατά τόπου; προεστώτ(!)ν. μέ τό οποίον νά ,'5ε- 
όαιοΟται ότι ό πλοίαρχο; είναι γννΊσιο; καΐ πιστό; ράγια; τη; κρα- 
ταιοτάτη; όΟίομανικης ,υασιλεία;, ότι όέ ώ; τοιούτο; έζήτει νά ϋψίόση 
όΟίομανικήν σημαίαν ει; τό πλοίόν του. "ϋφειλον όέ οί προεστώτε; 
νά ύποσχε*^οΟν ότι ό πλοίαρχος και εί; τό μέλλον Πά όιέμενε πιστό; 
και γνήσιο; ραγιά; και ότι Ηά είχε πάντοτε τήν όΟωμανικήν σημαίαν 
εί; τό ν^/Λΐίν του. "Αν όέ ϊ':^^ύρ0.ιο καμμίαν γορτ,'^ ότι τήν άντικα- 
τέστγ^σε μέ σημαίαν άλλη; όυνάμεο);. άναόέχοντο οί ρη'Ιέντε; προε- 
στώτε; έκ μέρους τη; κοινότητος ραρυτάτην περί τούτου εύΟύνην και 
προς τούτοις κατεοικάζοντο νά πληρούσουν 5.(^ϋΟ γρόσια ως πρόστι- 
μον εις τόν ρασιλικόν ταρσανάν. 

Έ^ητήϋη ακόμη όιά τοΰ εγγράφου τούτου και πλήρη; κατάλογος 
τ(όν πλοίων, των φερόντων όΗωμανικήν σημαίαν. μέ τά ονόματα των 
πλοιάρχ(ον και μέ τήν όήλο)σιν τη; χωρητικότητας τίον ι 2). 

"Ωστε κατά τό ογγραφον τοΰτο οί προεστώτες εκάστης νήσου ώ; 
άντιπροσίοπεύοντε; τήν κοινότητα. 'οτζογ^ρεοΟ'ηο νά άναλάόουν πάσαν 

(Ι) Ι^βίΐΙνο. 'ΓΓΗνβΙ.>5 ίιι ΐΐιΐ' ΜοΓβΗ ί,3Ί5. 

(2) Δροσού, Ι3ό χ. έ. και 'Ί06 κ. έ. Κατά τόν Δοοαον τό έ'γγί^αυον τούτο άπί'όλετ:; 
μόνον τους Τηνίου;. 'Λλλ' είναι προοτ^λον ότι παρόμοιον ΙστάλΓ, και εί; τάς αλ- 
λάς ν»|σοι»ς. 



ΟΙ ΙΙΡϋΣΤΑΤΚΓϋΜΕΝΟΙ ,Τ,Ι 

εύΗϋνν,ν τοϋ '^τι ο: ύψίόνοντε; όΟίομανικήν σημχίν.ν ε•: χ•/, τζλοΐχ το)"/ 
Ίχ τήν ν.ετν,ρουν έααεί. οτι οέ Μα ΰ-εοάλλοντο αϋτοΙ οί 7:,οοεατ(οτε; 
ε:; τζροΊτιΐίον ').()()( Ι γρο7'!(•)ν αν ήλασσε /.αΐ πάλιν σγ,μ7.•'αν ό αντι- 
κατάστησα: τήν :ένγ,ν οια τν",; τουρκικν|;. 

Άλλ" οί ττροεστώτες -ά/.'.ν έλάμόανον άττο του; τζλοιά,οχου; ν^ τοϋ: 
πλ&ιοκτήτα: έγγραφα έγγυγ,τικά. κατά τα ό-οϊα ανελάμοανον οϋτοι 
τήν Οττοχρέίοσιν να μή αντικαταστήσουν ει; το εξής τήν οΗίομανικήν 
σγ^μαίαν. "Λλλπ); ϋττέκειντο αύται ει; τά; ^^ασιλικά; ποινά; και ει; 
τήν πλτ,ρίομήν του -ροστιμου των .").()()() γροσιών. 

Και τοιαύτα εγγυητικά έγγραφα, ΰοραϊκα κυρίο);. έ'χομεν οιασω- 
• Ιέντα. Ουτο τή 2Γ) Ιουλίου ΐΝΟΐΙ ό Ηεόοωρο; Γκίκα;. ο Άναγνίό- 
στγ,; Αημητρίου (-)εοοο)ράκι; και ό Αναστάσιο; Ηεοοίοράκις. έφοπλι- 
7τχί. ώ; λέγομεν σήμερον, -αρτσινέοελοι. οττο); ελεγον τότε. λέγε' 
οε ακόμη και τι]με;^0Ί ό ναυτικό; τή; Ίι^λλάοο; -ληΟυσμό;. ένό; 
και τοΰ αΰτοΰ -λοίου. οτζου έπλοιάρχευεν ό Λάζαρο; Ιωάννου Λα- 
'κν/όζ. ύτζεσ/έθησαν έγγραφο); να μήν αλλάξουν τήν όΒ(ι)μανικήν σϊ^- 
[ΐαίαν. να ϋτιόκεινται όέ ει; τα; ρασιλικά; ποινά; και ει; το ττρόστι- 
μον των Γ), 000 άν τήν αλλάξουν ι 1 ι. 

"Άλλο έγγραφον τή; .'50 "Οκτοιόρίου 1Χ(Ι() μα; Γ,λ:(^ρο'^ορζΙ 'ότι ό 
τ-,λο'.χργο; Ι)αγγελή; "Λναγνίόστγ,; Αν,μητρ'.ου Βαγγελίση; κατόπιν 
τή; έλΗούση; όιαταγή; περί τή; καταγραφή; των με ξένα; σημαία; 
•πλοίίον κατεοίόασεν οΐκειοΗελώ; τήν ρίοσικήν σημαίαν. με τήν οποίαν 
έταξείοευε πολύν καιρόν, καΐ ύψωσε τήν όθωμανικήν οτι έ'λαόεν άπο 
τήν καντζελλαρίαν τά άποοεικτικά και τα ασφαλιστήρια γράμματα 
και τό ήγεμονικόν μπουγιουρουλοί' οτι ύπεσχέΟη να μη άντικατα- 
στήση ει; τό έξή; τήν όϋίομανικήν σγ,μαίαν ότι άν τήν άντικαΟίστα. 
Ίά ύπέκειτο ει; τά; ^ίασιλικά; ποινά; και ει; τήν πληρο)μήν των 
,ύ.ΙΐΟΟ γροσίίον ' '2). 

Ί'ά; ίόία; ύπο/ρεοηει; ανελάμβανε καϊ ό καπετάν Κοσμά; Γιαν- 
νίτζη;. οίκειοΟελώ; και ούτο; κατα,'ίιόάσα; τήν ρ(οσικήν σημαίαν και 
υψ(•')σα; τήν τουρκικήν. οι" εγγυητικού ν['(ρά•^0Ί τή; .■') 1 Λεκεμορίου 

(1) Γ6 Εγγοαφον άποχ.Ξΐ'αι εν τω χρ/εί'ο ττ,; {ΐ'ορ. και ϊΟνολ. έταιρ. ΰπ' αρ. 
177 1Ί, δη|Αοαιεΰϊταί οε εν τέλει εν τΛ παραρττ,'αατι ΰ-ό τό στοι/είον (ο'. 

(2) Τό εγγραοον απόκειται έν τω άρ•/είΐ)> τή;• ίστορ. χαΐ εθνολ. εταιρ. ίιπ' άοιθ. 
17716 δ[Αηοσ!£υεται οέ έν τέλει έν τω παραρτί^αατι υπό τό στοι/εΐον (π). 



40 Μ. Μ. ΚΟΝΤυΠΛΝΝΗ 

1ί^0() (1), ό Κυριχκό: ^κούρτη; οι' εγγυητικού εγγράφου τν|: 3 Ια- 
νουαρίου 1X07(2). 'ότζΜς καΐ άλλοι. 

Ίδιαίτερον έγγραφον. ααφέατατον οέ καΐ λετΐχομερέατατον. άτΐέ- 
στειλε κατά Ίούλιον του 180*) 6 Παναγιωτάκι; Μουρούζης προ; 
τον τιμκότατον κατζετάν Γεώργιον (Αήμα Βούλγαρην) ζαμπίτ7|ν τη; 
"Γορα; καΐ τους προεατώτας αΰτνΊς. περί των πλοιάρχων και ναυτι- 
κών εν γένει. 

ΚαΙ έλέγετο εις το έ'γγραφον τοΟτο οτι προεστώτε; καΐ καπετάν 
Γειόργιος ωφειλον νά συνεργασθούν οιά νά έρευν/^σουν ακριβέστατα 
και λεπτομερώ; και νά πληροφορηθούν πότε καϋένα; εκ των κατα- 
γομένϋίν από γνησίους ραγιάδες προγόνου; τγ^; 'Γορας έλαβε πα- 
τένταν ή πασσαπόρτι (ξένη; ουνάμεω;) •'(] ϋψωσεν ει; το πλοΐόν του 
σημαίαν ρωσικήν ή άλλης δυνάμεως. πόΗεν και διά ποίαν αίτίαν. αν 
δε κατά συγκατάβασιν η ο/ 1. 

ΑφοΟ δε θά κατέγραφον ολα αυτά λεπτομερώ;. ωφειλον νά τζροο- 
επισημειώσουν και τά ονόματα και τά γνωρίσματα των πλοιάρχων 
και τών πλοιοκτητών. καΗώ; καΐ τά ονόματα των γονέων και τζρο- 
γόνϋ)ν τ(!)ν. καΗώ; και τά κτήματα, τά όποια ό καΗένα; είχεν ει; 
την έξουσίαν του. καΗώ; και το όνομα και το ειδο; του τ.λοίοΌ. του 
όκοίοΊ ό καθένας έπέοαινεν. 

Ή καταγραφή αυτή έπρεπε νά σφραγισθή με τήν σφραγίδα τής 
κοινότητος καί νά σταλή κροζ τον ίδιον Ιΐαναγ. Μουρούζην. μέ τον 
κομιστήν δέ τοϋ εγγράφου τοότοΌ. διά νά παρουσιασθή εις τήν Γψη- 
λήν Ιίύλην. 

Έςέτασι; και έρευνα έγίνετο και γίνεται — λέγει παρακατιών ό 
Μουρούζη; ει; το έγγραφον του τούτο -— καΐ ει; τά ευρεθέντα εις τήν 
Κίονσταντινούπολιν πλοία τών ανέκαθεν γνησίων ραγιάδ(ον. τά Ϊ'/οίζ'χ 

(1) Τό έγγραφον απόκειται έν τω χρ/ίί(•< τη; ίστορ. και ίΟνολ. έταιρ. 0~' άρ. 
^^731 δημοσίίύεται δι έν τέλει εις τό παράρτηαα υπό τό στοΐ'/εΐον (ρ). 

(2) Βλ. τό έγγραφον 6π' άρ. 17734 τοΰ ιχρ•/ίίο•^ της ίστορ. καί έΟνολ. εταιρ. τό 
όποιον δηίΑοσιεύομεν έν τέλει υπό τό στοι/εϊον (σ). Λεπτομερήί λόγος περί τολμηρού 
ναυτιχοΟ κατορΟ(•)ματος τοΟ Κ. Σχούρτη γίνεται ίν Κριεζή, ιστορία τής νήσου Τδρα; 
41 κ. ε. — Ό Κυριάκος Σκούρτης άναπέτασε τήν ριυσικήν αημαι'αν έπί Σινιάοιν τιο 
1809 καί ώς άρ/ηγός καταδρομικού (μαζί μέ τόν Άντοίνιον Χατζή Τούναν καί 'Λνα- 
στάσιον Βαλλήν), ή/μαλώτυε καΐ άπήγαγεν εις τόν λιμένα τής "ϊ'δρας ουκ ολίγα 
ό^υ.ανικά πλοία (Ιίαπαρρηγοτιοΰλου έκό. 3, τόμ. 5 σελ. (38'2). 



ΟΙ ΙΙΡΟΣΤΛΤΙϋΤΟΜΕΝϋΙ 



ο|ΐ,(ι); ξένην σγ,μ-/ίχν. "Αλλ" άνεςαρτήτ(ο; τν,; ερεύν7|; ταύτη: οι τη; 
"ϊορα; -ροεστ(;)τε: καΐ ό κα-ετάν Γε(όργι&; ώφειλον να καταγ;:/- 
ψουν όλου; άνεςαφέτω; τού; τζλοιάρχου; καΙ του; πλοιοκτήτα;. καΐ 
του; ένοημοΟντα; καΐ τού; άποοημοΟντα;. τού; ύψ(-')νοντα; ο'οσ'.κήν 
ή άλλη; ςενη; αύλν,: αημαίαν. 

"Ιοιαίτερον 'έ^(^οχγοΊ τού τ:ρέσοεο); τν^; Ρωσία;, τζρο; τον ύτχο- 
ττρόςενον τη; "ϊορα; στελλόμενον με τον "ίοιον άττεσταλμένον. τον 
οιέτασσε να ύποβοηθν^ση την καταγραφήν ταύτην των ττροεστιότων 
και του '^αμ-ίτου τη; νήσου. ΚαΙ ή καταγραφή έ'-ρε^ε να γ-νη άκρο- 
6ή; καΐ ασφαλή; χίορί; καμμίαν συγκατάβασιν ή χάριν ν.α να μήν 
έπέλΟη φοόερα ή άγανάκτησι; τού οοβλετίου καΐ ή τ'.μο)ρ'!α άνε- 
λεήμ(ον. 

"Οσοι οε εκ των πλοιάρχων κατόπιν τη; πληροφορία;, την οποίαν 
έλαβον των οιαταγών τούτων, ήΗελον αφήσει οίκειοΗελώ; την ςένην 
σημαίαν. ύψωνον οέ τήν ό()(ομανικήν χωρΐ; να περιμείνουν τί Η% άπε- 
φασίζετο από τήν έςακρίοωσιν. ή οποία θα έγίνετο ει; τήν Κωνσταν- 
τινούπολιν. τή; καταγραφή; — ειχον οέ πράςει τούτο πολλοί έκ τών 
ευρεθέντων ει; τήν Κωνσταντινούπολιν ίοίοζχο οιχχτ.^^τι να κατα- 
γραφούν τα ονόματα τούτων ει; ίοιαίτερον κατάστιχον. 

Έοίοετο τέλο; όιαταγή να αποσταλούν ει; τήν Κίονσταντινούπολιν 
και τα εγγυητικά αυτών γράμματα οιά να ληφθή φροντι; να έκοο- 
ΙΙούν τα αναγκαία ει; αυτού; φιρμάνια, όπω; είχε γραφή προγ,γου- 
μένω; ει; τον ζαμπίτην τή; νήσου και τού; προεστώτας(Ι). 

1^]ί; το εγγραφον οέ τούτο ο καπετάν Γιώργι; Ιίούλγαρη; απήν- 
τησε με ούο γράμματα από 1 2 και 2?> Αυγούστου. Απέστειλε οε 
και ει; ίοιαίτερον κατάστιχον τήν ζητηθεϊσαν καταγραφήν. \\λλ ή 
καταγραφή του οέν εΰηρέστησεν. Διότι οένπεριείχεν ούτε τον χρόνον 
ούτε τον τρότζοΊ. μέ τον ίτζοίο'^ έκαστο; προσέλαόε τήν ςένην ση- 
μαίαν. ούτε τήν έπο)νυμίαν ούτε τα γνο)ρίσματα εκάστου πλοιάρχου. 
Και ει; ενα του γράμμα τή; ΐΜ Σεπτεμόρίου 1 !^()(ί ό II. ^Ιουρούζη;. 
αφού σαφώ; έοήλίοσε τα; άτελεία; ταύτα; τή; καταγραφή;, έκαμε 
κχΊ πικρά; παρατηρήσει; ει; τον καπετάν Γιώργιν και εςέφρασε 



(1) Γό εγγραφον τούτο απόκειται εν τώ άρ/εί(;) της ίστορ. χαί εθνολ.- εταιρ. υπ 
ίο. Π713, δτ,,υ.οαΐίύετα[ οέ έν τω 7ταρχρ:Γί(Αατι εις το τέλος υπό το στοι/ίΐον (τ). 



42 π. Μ. ΚΟΝΤΟΙΊΑΝΝΙΙ 

την άτζορίαν του. οιότι έτόλμν,σε νά άτζοστείλτι τόσον άτε/γ, 7.ατχ- 
γ,οαφήν. 

ΚαΙ ομο): "λήργ, /αΙ τελείαν κ7.τ-/γραφήν έχρειά^^οντο έν Κίον- 
:;ταντ'.νου-όλεί. '() οέ κ'/ττετάν Γιώργις τζαρηγγέλλετο τά/ιστα να 
τήν συ|ΐ7ϊληρώσϊ| και να τήν άτζοστείλγ;. Εις ΰστερόγραφον μάλιστα 
τοϋ γράμματο; τούτου, γραμμένου οι" άλλης χειρός, ο γράφων έκφρά- 
•ζει την οργήν του κατά του κατζετάν Γιώργι οιά την άόιαφορίαν. 
την οποίαν εοειςεν εις τον καταρτιαμόν της καταγραφής και τον 
άπέιλεΙ μάλιστα. < Ηέ να μετανοήσης εις άκρον, λέγει, άν οεν μας 
προγ^)^.^^ αυτή με την άναγκαίαν και ζητουμένην έπεςεργασίαν ( 1). 

"Ολίγους οε μήνας μετά ταύτα (_τή 14 Δεκεμβρίου Ιί^ΟΗ; ό διερ- 
μηνεύς τοϋ στόλου Μι/αήλ Χαντζερής ι^άναμφιοόλως οιάδοχος τοΰ 
Ιΐαναγιωτάκι Μουρούζη) άτζέλυσεν εγγραφον προς τους κατοίκους ολ(ον 
των νήσο)ν. ΛΓ αΰτοϋ οέ συνιστά εις τους νησιοηας νά μή οίοουν άκρό- 
ασιν εις τους λόγους των ταραχοποιών, οί όποιοι ζητούν νά τους απο- 
μακρύνουν από τήν Τουρκίαν, όιατρανοΟται οέ ιδιαιτέρα εύνοια προς 
τους κατοίκους των νήσ(ον δχι οέ μόνον ~ρος τους ραγιάδες, άλλα 
και τους ξένους υπηκόους (αούντιτους), ήρκει νά εγκαταλείψουν τήν 
ςένην υπηκοότητα και νά επανέλθουν εις το ραγιαλίκι. Ή κραταιά 
[βασιλεία, αναφέρεται έν τέλει, •)ά τους έδέχετο με άνοικτάς άγκά- 
λας καΐ μέ άκραν εύμένειαν και εύσπλαγ-/_νίαν (2). 

"Αλλ" οί ναυτικοί δεν εγκατέλειψαν έν τω συνόλίο τήν ρο)σικήν 
προστασίαν. Χάριν δε αυτής Ϋι^^όρτΖον κτήματα εις τάς γαίας τοϋ ΐσά- 

(1) Βλ. τό {)Γ.' άρ. 17709 εγγοαφον ιού άο/είου τ?|; '.ατορ. και έθνολ. έταιο. δη- 
Άοσιεκόμενον εις τό τέλος υπό τό σ:οΐ"/εϊον (υ). 

(2) Δροαου, Ί14 κ. ε. Τό εγγραφον έδηαοσίειισε και ό Α. Παπαδόπουλος— Κερκ- 
αεύς (έλλήνικχ κείμενα -/ρησιμα εις ττ^ν ίστο^ίαν τής Ριομουνι'ας 3741 εΟρον ε?ς χιό- 
δικα της μητροπόλεως Μυτιλήνης (έ'νθ' άνοιτ. σελ. λγ'). Ό Κεραμεύς, άγνοη'σας τήν 
δημοσίευαιν τοϋ εγγράφου τούτου ΰπο τοΰ Λρόιου, τό έςεόωκε και αυτός απαραλλα- 
/.τον σ/εδόν. Φράζεις δέ μόνον μεριχαί, ελλείπουν εις τό κειμενον τοΰ Κεραμίως, υπαρ- 
•/ουίαι εις τό τοΰ Δρόσου. Εις τήν άρ/ήν λ. /. (στί/. '2 τοΰ έγγράΰου τοΰ Κεραμέ(ο;) 
ϋ.ετα τήν λέξιν «ακαταστασίας» έπεται παρά Δρόσο) «οί όποιοι δια τήν εμφυτον αυτών 
κακοη'θειβν λαμβάνοντες αΐτίαν και πρόφασιν ει; τάς ηδη τυ/ούσας χαιρικάς περιστά- 
σεις» τά όποια έλλείπο^σιν εις τό κείμενον τοΰ Κ6ραμέ(ι)ς. Άλλ' εν τ<ο συνόλω τό νό- 
ηαα και εις τά δύο κείμενα είναι τό αυτό. Μόνον τό εις τόν στί/^. 21 τοΰ κειμένου του 
Κεραμε'ως «εις τό νά μήν ήΟέλετε εκδώσει» όρΟότερον ε/ει ό «Δρόσος εις τό νά μήν 
ήΟέλετ: ενδώσει». Τό κείμενον τέλος ά Κεραμεύς εστιξεν έπιμελε'στερον και όρΟότερον. 



οι ΙΙΙ^υΣ'ΓΑΊΈΓΟΜΕΝΟΙ Ιτ 

ρου, ζιότι ίιά να έττ'.τύχουν τήν -ροστ'/σίχν 37τ;>ε;τε ν->. έ'/ουν -/.'/Ι τί- 
τλου: ίο'.οκτγ,σία: ει; τγ,ν Ι'ωσί'/ν. 'Γο'.ουτοτρό-ω; με ρίοσικ/,ν σν,- 
μαίαν ε-λεον /.'/• -άλ-.ν άσφχλο): ε•!; τν,ν Μεσόγειον. \\.-ο φρόνν,σιν 
οε ετζΛΥ,ρίονον καΙ τους εί; τοΰ: ραγίάοε: ε-ιοαλλομένου: φόρου; 
•/.-/Ι ελάμόανον ε•; τήν Κωνστκντίνούττολιν τα; τ/ιμαία; των ΐ'Γ) /.αΙ 
2•) όρτάοων "ταγμάτων ι των γιαν,τσάρων. ο: όττοίοι ουτ(ι) τοΰ; ΰτ^ερ- 
ήσ^ιζον. ώ; ο'.ωρι-σμένοί. των όρτάθ(ον τούτων ο: γιανίτσαροι, να έπι- 
7τατοϋν ει; τον λιμένα;(1 ι. 

^ίετα ταΟτα ό ^^ουλτανο; ^Ιαχμοΰτ Β'. υέλ(ι)ν να σταματήσν, το 
■/.•/•/.όν. έχάρ'.'^ε ττάλ'.ν -ρονόμια ει; του; "Ελλγ,να; ναυτικού;, ό'.ά νά 
τοΰ; άττοτρέψγ, να -/.αταφεύγουν ει; τήν ρωσικήν πρεαοεόαν (2). 

Κατά όέ το 1Ν1() ό Σουλτάνο; ο'.εκήρυςε πάλιν ϊσα -ρονόμια και 
άαυόοσίαν ε:; τοΰ; Ί'όραίου; εκείνου;, οί ό-οίοι Μα ΰψίονον άντΙ τγ,; 
ρίοιικγ^; ό')ο)μανικήν σγ,μαίαν(8). 

Κατά "Οκτώβριον -άλιν τοΰ ΙΝΙ1> -ολλοί Έλληνε; -λοίαρ/.οι εύ- 
ρίσκοντο εί; τήν ΚΊονσταντινούτΐολιν. ΚληΟέντε; οέ ΰ-ο τοΰ ττρίότου 
όιερμηνέω; τή; ρωσική; -ρεσοεία; Μγ,τσάκγ, είοοποιήΗησαν κατά 
7:αραγγελίαν τοΰ -ρέσόεο); Στρογονόφ. ότι νέαι -ρόκειται νά γίνουν 
ε:; τά; ναυτικά; νήσου; -ροτάσει; ττερί μεταβολή; τή; σγ,μαία; κ7• 
ότι ήτον άνάγκγ, νά -αρασκευασθοΰν εί; τήν προσήκουσαν ά7:άντγ,- 
σιν. Τω όντι το έαρ τοΰ 1Ν20 κατέ-λευσεν εί; τήν άτζέναντι τή; 
"Υόρα; -ελοττοννγ^σιακήν τζαραλίαν πολεμικόν τουρκικόν. φέρον τόν 
όιερμηνέα τοΰ στόλου Χικ. ^Ιουρούζην. όστι; παραστά; ένίόττιον των 
κοινοτήτ(ον και έκτυλίςα; μεγάλα και ολόχρυσα φιρμάνια άνήγγει- 
λεν ότι καθίστανται έλεύΗεροι καΐ αφορολόγητοι και κατά -άντα ίσό- 
τιμοι και ίσοόίκαιοι τΐρο; τοΰ; κρατούντα;, ήρκει νά άττοόάλουν τήν 
Εενικήν σγ,μαίαν και νά υψώσουν τήν όΟωμανικήν. Λ/λ οι νγ,σιω- 
ται έςεοήλίοσαν μεν τήν εύγν(ι)μοσύνγ,ν αυτών -ρό; τά; άγαΗά; του 
Σουλτάνου -ροαιρέσει;. άπεκρίΟγ,σαν όέ ότι λυπούνται μή όυνάμενοι 
νά πράςίοσι κατά τά προτεινόμενα, όιότι τά πλοία άνήκουσι κατά 
μέγα μέρο; εί; ρ(-')σου; ίόιοκτήτα;. αΰτοι όέ κατ" έλά/ιστον ενέ/ον- 

(1) Ζχλλιόνη, 7ύγγιαα;Αα 7;ερ•. των άπό τ/,ν Κωνσταντινού-ολιν πριγκηπΌν της 
Βλχ/ία; και Μολδαβία; IV.). 

(2) ΝεοουλοΟ. ιστορία \'λΊ κ. έ. 

(3) Κριεζή, '.ατορία τής ν/ίσου "Γδρας (33 κ. ε• 



44 η. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

τχι εις αυτά. Εννοείται οτι το τΐραγμα οέν ήτον άλν^υές. αλλ" ή οΒα)- 
μανική κυοέρνΥ|αι; έοέησε ν" άποοεχϋΫι τΫ^ν 7:,οοταυεΙσαν 7;ρόφασιν(1). 

ι5^ Εϋνοιαι ηρός τους έμπορους. 

Μία εγκύκλιος οιαταγή του κατΐουτάν πάσα τζρός τους προέατιο- 
τας και έπιστάτας των νήσων και τών παραλίων τοΰ Αιγαίου, εκδο- 
θείσα τ'ί^ 12 Δεκεμβρίου 180•). μας δεικνύει και αυτή. εΰνοϊκάς τζρος 
τους Έλλγ^νας διαθέσεις. Και αί εΰνοϊκαΐ διαθέσεις αυτήν τήν φοράν 
αποβλέπουν τους εμπόρους. 

Ή εγκύκλιος δηλαδή ελεγεν οτι επειδή πολλοί έ'μποροι ήναγκά- 
σθησαν να καταφύγουν εις τήν προστασίαν ςέν(ι)ν δυνάμεων, ιδίως δε 
τής Ρωσίας, ένεκα τών καταχρήσεων, τάς οποία; δεν έπαυσαν να 
έςασκοΟν οί τελώναι και οί διοικηται προς ζημίαν των. ενώ τουναντίον 
ώφειλον να τους υπερασπίζουν και να τους προστατεύουν, το Οψηλόν 
και κραταιδν δοβλέτι κατέβαλε πασαν έπιμέλειαν περί τών πιστών 
ραγιάδίον. το)ν κατοικούντων το Αιγαίον. Διέταξε δε αύστγ|ρώς όλους 
τους τελο')νας και διοικητάς να μή τολμήσουν εις το έξης να ενο- 
χλήσουν καθ' 0'.ο'/^>^ι^ζοτε τρόπο'^ κανένα έκ τών ραγιάδων παρά τήν 
ύψηλήν ταύτην διαταγήν. Διότι ο φωραθείς θα έτιμωρεΐτο. Οί δε 'ίΐύζ 
τότε προστατευόμενοι ραγιάδες, αν υποβάλουν τάς πατέντας των, 
έπρεπε να έχουν, όπως πρότερον. ήσυχίαν και άνεσιν χωρίς να ενο- 
χλούνται. Ιίίς τούτο δε έφιστάτο ή προ'^ογ•}^ τών προεστώτοιν. Ή 
εγκύκλιος διέτασσεν ακόμη εις το τέλος να γίνη κατάλογος δλων 
εκείνων, οί όποιοι θα άφηνον τήν ξένην προστασίαν. να σταλή δε έν- 
σφράγιστος δια να ζ-κοο^οΰ'/ τα αναγκαία φιρμάνια προς ύπεράσπι- 
σίν των (2). 

Άλλ' αί εϋνοϊκαΐ και προς τους "Ελληνας ίμτζόροΌζ διαθέσεις τής 
Υψηλής ΙΤύλη: δέν γρονολθ\'θΌ'ηχι από του 1806. άπό του έτους. 
θέλω νά είπώ. τής έκδόσείος τή; εγκυκλίου ταύτης. Είναι πο/ϋ πα- 
λαιότεραι. "Ανέρχονται δε και αύται, οτζως και αί τ:ρ6ς τους ναυτι- 
κούς εϋνοιάι, μέχρι τών τελευταίων ετών τής ,ίασιλείας τοϋ Άβδούλ 
Χαμιτ Α'. "Από τότε ή ΙΙύλη έχορήγησε εις εκείνους εξ αυτών, οί 

(1) Ιΐα-αορηγοποΰλου, ιστορία εχδ. 3 τό|χ. 5 σελ. 587. 

(2) Δρόσου, 140 κ. έ. 409 χ. έ. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΌΜΕΝΟΙ 45 

οττοΐοι ίμ-ορεύο'ηο μέ τήν ςένην. τήν ιδίαν έλάτκοσ'.ν των τελίονια- 
κών οασμών. χήν οποίαν εΐ/ον καΙ οί εϋοίοτταϊοί έ'μ-οοο•., οί εγκατε- 
^τν,μένοί εί: τό κράτος τγ,;. Α'.α να τού: ,^εβαιώσν, μάλιστα ττε^^Ι τν^: 
ίοιαιτέρα: τγ^: ττροστασία;. ένεχείο'.σεν εί; αυτού; οι-λώματα. έ-'.κυ- 
ροΟντα τα: ϋ-οαχέσει; τγ,ς. ΙΙράγματ'. οέ ά-6 τότε οέν εσ-ευοον 
ττλέον οί οαγ'.άοε; να ,Γγ,τοΟν τήν προστασίαν των ςένοιν. 

'Κ-Ι δε τοϋ δ'.αοό/ου του "Λβοούλ ΧαμΙτ ^ελίμ Γ' συνεκροτήΗγ^ 
καΙ σώμα Έλλήνίον καΐ "Λρμενί(ι)ν μεγαλεμπόρο^ν. το ίτζοίο'/ ωνομά- 
ζετο μεγαλέμποροι μ-ερατλ/,δε; ■)] -ρονομιοϋ/οκ^Γι . Μραούτερον 
τα -ρονόμια τών έμπόριον τούτίον έττεκυρίόθγ,σαν καΐ 0-6 τοϋ ^Γα/- 
[ΐούτ Ρ/. 'Γά έ-ροατάτευσε δε καΐ το δοδλέτιον και τα ύ-ερήσ-ι- 
ζον. δταν ήτον ανάγκη, οί εκάστοτε "Κλλγ,νε; μεγάλοι διερμτ,νεΐς. 
\\ν δε -ιστεύσωμεν ιϋ^'γ^ρονον έλληνικήν "Ύ,γήν, ά-ό τήν ί-οίοι.ν 
γνο)ρί.Ιομεν λετττομερεία; μερικά; περί τών προνομίων τούτίον τών 
Κλλγ,νων εμπόρων, δια τών εκδιδομένίον ,3ερατίων ζ'/ρρ'((•(θ\}Ίτο ει; 
αυτού; προνόμια σχεδόν επωφελέστερα από τα; εμπορικά; συνΟή- 
κα;. τα; οποίας είχε συνομολογγ^σει ή ΙΓύλγ, μέ τα; ξένα; δυνάμει; 
ίος προς τήν καταόολήν τοϋ τελίονιακοϋ δασμού, ώ; πρό; τήν εκδί- 
κασα, τών αναφυομένων δικών. 

ΣυνεστάΟγ, δέ άκόμγ, και σώμα έμπορικόν. μέ δύο. έτησίο); εκλε- 
γομένου;, ύπό τών μελών τοϋ σο)ματο; προεστώτα;. τών όποίο)ν τήν 
έκλογήν ανήγγελλε τό σώμα -ει; τήν ΙΙύλγ,ν. καΐ επεκύρο)νεν. εγκαί- 
ρως έκδιδόμενον. φιρμάνιον. ( )ί δύο ούτοι προεστώτε; έκαλοϋντο ,5ε- 
κίληδε;, ήτοι επίτροποι τών έμπόρο)ν. ή δεπουτατοι έπι τό ίταλικίό- 
ζζ'ροΊ. Και ούτ(ο; έπεκράτγ^σε συνήθεια να καλούνται. Ίν/.αλεΐτο 
άκόμΥ( τό σώμα τ^ί\)το σύστγ,μα. συστηματικοί δε τα μέλη του. 

Τά δε ,ίίεράτια τών εμπόρων έςεδίοοντο κατόπιν βεζυρικής αίτή- 
σε(ι)ς τζρος τον Σουλτανον. Και ό 'έ\ι-οροζ. ό δια τούτο καλούμενος 
_^ερατλής. ώνομάζετο πρώτης τάςεοος έμπορο; και ήτο καταγεγραμ- 
μένος εις τόν ίδιαίτερον τών έμπόρο^ν τούτων κατάλογον (τεφτερλής), 
άπελάμόανε τά προνόμια καΐ τά δικαιώματα όσα είχον και οί διερ- 
μηνείς τών άντιπροσο)πων τών ευρωπαϊκών κρατών, χωρίς να έςαι- 
ρήται καΐ ή ενδυμασία και τά ,^ρτόσιμα ούτε ει; αυτόν ούτε ει; τά 

(1) Νίοουλοϋ, 'Ιατορία 134 κ. Ι. Οί προνοα',οϋ/οι έμπορο; ώνομάζοντο χοινιΤις 
ατΐαρατληδε; (Βυζαντίου Κ'ονϊτανΓίνούπολις έν "Αθ/Ινικ; 1809 τόα. 3 σέλ. 317). 



4('. Π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

τέκνα του. είχε οϊ ακόμη και ούο υπηρέτα;, εκ των ό-ο•ων έκαστο; 
ειχεν ενα φιρμάνιον. ΚαΙ αν μεν ε-σηγεν έμτΐορεύματα από την Ι*ω- 
σίαν είχε τα οικααόματα τών Ρ(όσων. αν οέ άττο την "Αγγλίαν τα των 
"Άγγλίον καΐ ούτ(ο καθεςη;. "Εοικάζετο έπε'.τα ε?; το άν(ότατον ο;- 
καστήρ'.ον '""Αρτ όοασί). όταν επρόκειτο να γίνη οίκη περί τ.ο^^οΰ. 
ανωτέρου από 4.000 άσπρα. "Κπλήρωνε μόνον ΐ^ <*/« '^Κ^'^'^ -ρέσμ:• 
κατά τα; οίκα; απαράλλακτα καθω; οι Εΰρο)παΙοι. 

λ\πό όέ του; ούο υπηρέτα; ό ενα; έοικαιοΟτο να εμπορεύεται ει; 
την 23μύρνην — πόλιν ε/ουσαν μεγάλην έμπορικήν έπικοινωνίαν με 
την Εύρώπην — . όπου ειχεν όλα τα προνόμια τοϋ βερατλη. 'Ο α/ /.ο; 
έπρεπε να κατοικη πλησίον του. Ρν./ε όε όλα τα προνόμια και ούτο; 
τοϋ ,ίερατλη και μόνον ει; τό τελωνείον όέν άνεγνωρίζετο. 

"Εφορο; και ναζίρης (επόπτη;) τών έμπορων τούτων καΐ τών υπη- 
ρετών τ(ι)ν ήτον ό εκάστοτε καγκελλάριο; τοϋ -λράτο'ύζ 'ό Βεγλιντζν, 
έφέντη;). .\ύτό; έόικαιοΰτο να όιευθετη τα; όιαφορά; τών συστηματι- 
κών και να παραπέμπη ει; το όικαστήριον ή ει; του; όεπουτάτου; με 
ϊόιό,ντου τζοχαοάρην^άκόλουΟονιχωρι; να όικαιοΰται άλλο; τζαούση; 
(κλγ^τήρ) να του; παραβίαση. Λι' αύτοΰ έπλήρίονον οί ,'^ερατοφερμαν- 
ληόε; τό γτ-ράτΖι και όέν ήνωχλοΰντο από του; προς ε'ίσπραξίν του 
ώρισμένου;. '() ναζίρη; τέλο; έφρόντιζε μετά τόν Ηάνατον του ^Βερατλη 
μαζί με του; πολιτικού; οικαστά; περί τη; έξασφαλίσεω; τν/ς περιου- 
σία; του ει; του; 'λΑ-ι^ροΊΟμο'^ζ. λαμόάνίον μόνον •2 "^/ο φόρον. 

Έπειόή όέ νόμοι οθωμανικοί περί έκόικάσε(ι>; εμπορικών οιαφο- 
ρών όέν '^~•?^ρ'/θ'>. άπέφευγον όέ οί Τούρκοι να μελετήσουν και να 
οίκειοποιηΒοΰν τού; περί ίμ-Όρ^Ο'^ νόμου;, του; ισχύοντα; ει; τα ευ- 
ρωπαϊκά κράτη, οί ϊοιοι πολλάκι; Τούρκοι όικασταΐ ί'[ίνοντο καΐ νο- 
μοθέται κατά τά; εκάστοτε αναφυόμενα; όιαφορά;. ΚαΙ ήρκουν ω; 
έπΙ τό πολύ ει; πίστωσιν τών ισχυρισμών τών όιαόίκιον όύο μάρτυ- 
ρε;. "Εκ τούτου έπήγαζον αύΒαιρεσίαι πολλάκι; και άόικοι άποφά• 
σει;. Έκ το'!)τθΌ άπεφάσιζον οί όικασταΐ ό.τι ήΗελον. 

Άλλ' αν προέκυπτε όιαφοράμεταςύ όΗ(ομανοΰ (ράγια• και εύρ(ο- 
παίου. έόικαιοΰντο αν ■ί]ΗζΑ0Ί οΐ όιαφερόμενοι νά έκλέςουν αύτοΙ οι- 
καστά;. οί όποιοι •)ά τού; έόίκαζον. '\\ν όέ έόυστρόπει τι;, η όίκν, 
έ'^ίνετο ει; τό "Αρτ όόασί. έγίνετο όέ ένίόπιον τοϋ μεγάλου ,ίεζύρου. 
παθόντα; και του ευρωπαίου όιερμ-ί^νέω;. μέ άποδείςεις εγγράφους 



ΟΙ προςτατετομενοι 17 

κατά τα; συνΟ/^κα; /.''>?'? να ο/ουν τήν ^^αρύνου'7αν ψ/^-χον οί -οοσ- 
αγόμενο'. μά;ίτυρε;. 

ΛφοΟ 03 συνεστάΗν, τό έμ-ορικον :?ίομα. οΙ ^^εκίλγ,οε; ν^ ^^ε-ουτατο'. 
εκανόν.ζον τα: ν.αφορά; κατά του; εΰρίοτταϊκοΰ; έμ-οο'.κού; νόμου; 
ή συγκ^ίοτοΟντε; οικαστήοιον ά-ό ^: έμττόρου: ή ο'.ορίζοντε; ο'.αι- 
τγ,τά; γ; ε-'.κυροΰντε; το συνυττοσχετικον τών οιαφεοομένίον. αν έοέ- 
χοντο ο'.α'.τγ,σίαν. ΙναΙ εν γένει οί οεττουτατο: κατεΐ/ον μετα;ύ τ'ον 
,3ερατλγ^θ(»ν εμ-όοίον όττοίαν Οέσ'.ν εΐχον οί -ρέιόει; μεταςΰ τίον 
τταρε-ιοημούνκον ομογενών τοιν. 

"Οταν οέ ή ο'.αφορα γ^γείρετο μεταςύ εϋρωτταίου καΐ _^ερατλν^. οί 
ΟΞ Ο'.αφερόμενο'. οέν συνεφώνουν να τήν ύ-οοάλουν εί: θ'.αιτγ,α''αν. 
οΐίορίζοντο ίσάρ'.υμο'. ο'.καιταΐ καΐ 7.γ:ο τα ούο μέργ, τ. ε. άττο τον 
ναζίργ,ν Υ( τον ρείζ — έφεντγ,ν και τον πρέσουν. ΚαΙ γ, άπόφασί; τ<()ν 
ζ')ε(ορεϊτο έκτελε-στή. Και εαν ό καταοικαα^Ιει: ατ:ό ουστρο-ίαν έ:ε- 
κάλει τήν α.-ό'^ασιν ει: το "Αρτ όοασί. έφιλοτιμεϊτο ό .^εζύργ,: και 
οί σύνεοροί του οικασται να μήν ακυρωΟτι ή άπόφασι:. να Γ:ροσαρ'- 
μοσΟΥ( οέ μόνον όια τοΰ ορΟοΟ λόγου όσον ήτο όυνατόν "ρο: του: 
τουρκικού: νόμους ( 1 ). 

'Γά -ρονόμια ταΰτα τών Έλλήνο)ν εμττόρον γνωρίζομεν καλώ: ότι 
τοΰ: (οφεΛΥ,'αν πολύ. ^ίετα τήν γαλλικήν έηανάστασιν τό μεταςύ 
Γαλλία: και Τουρκία; έμτΐόριον ένεκρ(•')()γ, και όια τα; εμφυλίου; τά- 
ρα/ α; και όια τον έττακολου^γΊσαντα ναυτικόν άττοκλεισμόν. Και οί 
εμ-οροι τγ^; Κ'ονσταντινουττόλεο); γ,ναγκάσΟγ,σαν να μεταφέρουν ει: 
"ήν Κίονσταντινούπολιν τα έμττο ρεύματα, έχοντε; (ό: κέντρον τήν 
Ιίιέννγ,ν. όια ςγ,ρα:. Λιεςήγετο οέ τότε τό έμττόριον τούτο όια ΙΙεμλίνου. 
Κ'ρονστάνογ,;. Ίίρμανστάτγ,;. Άλλ' οί Κύροι-αίοι ει; τούτο όέν εΰόο- 
κίμγ,σαν. Τουναντίον οί 'Έλληνε;. όιεςαγαγόντε; τότε όραατηρίίο; τό 
έμττόριον τούτο. όιασκορ-ισΗέντε; όέ ει; τα; -όλει; ταύτα;, έκέρόισαν 
7:ολλά(2ι. ΚαΙ ει; τήν έμττορικήν τ(ον ταύτγ,ν εΰόοκίμγ,σαν όέν συνετέ- 
λεσαν ολίγον και τα χοργ,γγ/ΐέντα ει; αυτού; άτΐό τού; Ί'ούρκου: 
-λεονεκτήματα. 

Οτι όέ οί έμποροι τη; Κιονσταντινουττόλεί»; εόειςαν κα'ι φιλογέ- 

(!) Ν. ΙΙαπαίίο-ούΑου, Ίν-;^.Γ,ς ό Κερδωοί Τ'ίυ. 1 σελ. ;.'(» κ. έ. τόα. Ί αίλ 4.'ίΙ 
χ. =. 4411 >:. ^• 

(■.')^. ΙΙιίΙ/,, Ι^ί'ΝΐΊιΐιΜίιΐΜΐι: ϋΐΊ Ι•]υΓιιραΐϋί•Ιΐ(Μΐ Γιιιΐβίΐν Μονά/ο» 18'•?ί< σίλ.Κ;•,!. 



48 Π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

νειαν. τταντός επαίνου άςίαν. κχΐ φιλομουσίαν καΐ ένΒουα'.ααμον δε 
ακόμη φλογερον 0-έρ τγ^ς προκοπής του έθνους και τν^ς ΰλικη;. άλλα 
προ πάντων τγ^ς πνευματικν^ς εχομεν οείγματα πολλά. 

Λιότί δ'.α προτροπν^ς καΐ οαπάνη; τοΰ εν 1νο)νσταντ'.νουπόλε'. τιμίου 
και φιλογενοΟς εμπορικού συστήματος των Έλλν^νων μεγαλεμπόρων 
έςεοόθη Οπό τοΰ Χ. Παπαδοπούλου Έρμτ,ς ό Κερδώος ήτοι εμπορική 
εγκυκλοπαίδεια (1). Ή τετράτομος αυτή έγκυκλοπαιδεία τζροορί'^μο'/ 
είχε να σπείργ] μεταςύ των Ελλήνων έμπορικάς γνώσεις, απαραιτή- 
τους εις τους συναγωνιζόμενους τζρδ; τους ευρωπαίους ^μ7ζόρο'^^ ομοε- 
θνείς τότε κατά τήν διεςαγωγήν τοΰ εμκορίο':» έν Ανατολή. Άλλα 
το ,3ΐ6λίον και σήμερον έχει μεγάλην σπουδαιότητα, διότι μας παρέχει 
ειδήσεις περί τοΰ εμπορίου των τότε χρόνων εις τάς χώρας τής Τουρ- 
κίας, τάς οποίας ίσως να πορισΗώμεν και έ: άλλης πηγής δεν είναι 
δυνατόν. Λυπηρόν μόνον είναι δτι ή έγκυκλοπαιδεία δεν συνεπληρώθη. 
άλλ' έσταμάτησεν ή εκδοσις της μετά τήν δημοσίευσιν τοΰ τετάρ- 
του τόμου. 

Ί'δ έμπορικδν σύστημα τής Κιονσταντινουπόλεως προέ6η και εις 
τήν έκδοσιν τής παραφράσεως των Παραλλήλων Βίων τοΰ Πλουτάρ- 
χου, τήν οποίαν έπεδοκίμασαν οί λόγιοι τοΰ έΗνους κατ' εκείνους 
τους '/^ρό'/ΟΌζ. ως ο τότε διδάσκαλος τής έν Βουκουρεστί(ο αυθεντι- 
κής σχολής Χεόφυτος Λουκάς (2) και άλλοι. 

Το έμπορικδν σύστημα τής Κωνσταντινουπόλείος έπροστάτευσε και 
τήν έν Κο)νσταντινουπόλει ίδρυθεΐσαν ^Γουσικήν Σχολήν (*■)). 

Τέ έμπορικδν τέλος σύστημα τής Κωνσταντινουπόλεως, το ότζοίο'^ 

(1) Ν. Παπαδοπούλου, Έρμης ό Κερδώος, ήτοι νιπορν/,τ^ ϊγκυχλοπαιδεία εν Βε- 
νετία 1815 τόμοι 4. 

(2) ΙΙίρΙ ττ,ς εκδόσεως των Παραλλτίλιον Βίων ει; -αράυοασιν νεοελληνι/.Γ,ν ό Νεοφ. 
Λούκα; έδημοιίευσε και ε;:ίατολτ;ν (τοΐ: έντιμωτάτοι; και -/ρησιμίοτάτοις έν Κων- 
3ταντ^νο■^-ολει ττροε^τώσι τοΰ φιλογενεστάτου σώματος των έμπορων Νεόφυτο; Λου- 
κάς, ό διδάσκαλο; τής έν Βουκουρεστίω αυθεντικής σ/ολής εϋ πράττειν. Ούτω ::<>>; άρ- 
■/ίζει τήν έπιστολήν του ταύτην ό Λ^ύκα;) έπιδοκιμαστικήν τοΰ έργου τούτου. ( "Αθ, 
Σταγειρίτου, Καλλιόπη Περίοδο; Β' (15 Μαίου 1820) σελ 93). Περί τίΐς έκδόσίω; 
ταύτης υ?:«ρ/ει κατα/ωρισμένη έν Έρμη τω λογίω (181Β σελ. 301 κ. έ.) επιστολή 
τοΰ έν Κωνσταντινουπολει Μι/αήλ Βασιλείου από 29 Ιουλίου ΙΟ Αυγούστου 181ϋ 
προς τον έν Βιέννη αδελφον του "Λλέςανδρον και άπάντησις τούτου προς εκείνον άπο 
3 Σεπτεμβρίου 1816. 

(3) Έομής ό λόγιο; 181ίί σελ 385. 



Οι ΠΡΟΣΤΑΤΕΓΟΜΕΝΟΙ 4'.' 

αυνέκε'.το ά-ο εντίμου: ανορα: ολγ,; τ/,: Έλλάοο:. ή.^ίΗμε-. οέ καΐ 
πολλά μέλγ,. είναι -ροιορισμένον -έγ,οάφετο εν 'Κ,ομν, τ';> λογίο» τοΟ 
Ι.'^ΐ'ιΐ να ά-οότ; το ταμείον καΐ ό -ροστάτγ,; τών σ/ολείίον ' 1 ι. 
Λ'.ότ'.. ίό; φαίνεται, ο: κλγ,ροοοτοΟντε; χρήματα -ρό; συντήρν,τ.ν 
7/ολείίον την φροντίοα τή; οια/εφίσεο): τών κληροοοτγ,μάτίον άνέ- 
Ιίετον ά-6 έμ-'.ατοσύνην :εόα•ίο: -ρό: τήν τιμιότητα τών με/ών του 
ει; το εμττορικον σώμα τγ^; Ινωνσταντινου-όλεο;. Τουλάχιστον γ, εν 
"[ασίίο ζώσα Βασιλική ΝΊκολάου. ά.-οφασίσασα νά ίορύση σχολεΐον 
εν Σιατίστη τγ,: Μακεοονία;. ανέβηκε τήν φροντίοα τ^ερί αΰτοΟ ει; τό 
έμ-ορικόν σώμα. κυρίο: οε τήν φροντίοα τή; οιαχειρίσειο; τών κα- 
τατεθέντ(ον κεφαλαίων 1 2». 

"Ας άναφέρωμεν οέ. ττρίν κλείσίομεν τον λόγον -ερι τών έμττόρίον 
τή; Κονσταντινουττόλεως. και τά ονόματα τών ούο -ροέορον τοΰ 
συστήματο; κατά τό έτο; 1><Κ). τά ό-οΐα και μόνα ττεριήλΗον ει: 
γνώσίν [17.:. Έσαν όέ ούτοι ό Ίίοάννη: Ι^έσσος και ό "Κμμανουή/. 
-καραμαγκα; (β). Βερατλή: όέ ϊμ-ορος έχργ,μάτισεν ό Λγ^μήτριο: 
Μγ,λκότης. κάτοικων ει: τά 'Γαταΰλα τή: Ι\ί.)νσταντινου-όλεί»:. ανα- 
φερόμενο; (ώ; ρερατλή;) τώ 1ν1Γ>ι4ι. 



(Ι) 'Κρατ^ζ ο λόγιο; 18-20 τεα. 48Γ). 

(2) Έπιατολην τη; Βασιλική; Νικολάου ϊς Ιασίου χτ.ο 30 ΧοΗμόριου Ιί^ΙΠ ηρ',; 
τόν πατριάρ/Γ,ν και ΙτΞοαν τής ϊοία; ά-ό Ι Λεκίυ.βρ•Όυ 1816 "ρό; τοϋ; -ροίσ'.ίοτα; 
τοΰ έιι.πορι/οΟ σ'όαατο; το>ν Ριοααίων ;:=','• τοΰ -ζ/οΊλ'.ομ της Σιατίιτη; ί^λ. έν Έ.3!^ιί^ 
ΤΟ) λογίοι 1817 σίλ. 90 κ. ξ. — ΙΙερί τη; Βασιλική; Νικολάου γίν=ται λόγο; και £ν 
Έρ[χή τώ λογίί.) 1820 5ϊλ. 3Η6, όπόθ£'/ καταχαίνετβ; οτ•. το ϊτο; τοΰτο έλειτούργί! 
το ι/ολεϊον, τό προικοοοτηθίν ΰπ ' αυτή;. 

(3; ΙΙα::αοθΓθΰλου, Έρ[ΐ.τ,; ό Κερδώο;, τό;χ. 1 σελ. α'. 

(4) Τϊ Ταταΰλα, τ'το• ιστορία τών Ταταοϋλίον ΰ-ό τοΰ ί-ισκο-ου ΠαΐΛϊίλου Με- 
λιασηνοϋ Χριστοοούλου εν Κ'')νσταντινου7:όλει Ι'.Μ3 σελ. 82. 'Γοΰ Μηλιοίτου ό εγγονό; 
ίίΰοοιάχονο; Αθανάσιο; διαφυλάττει, (Ό; οίκονϊνειακόν κετληλιον, τοΰ πάπτου του τό 
^εράτιον ("ένΟ' άνώτ.). 

ΑΘΗΝΑ, ΤΟΜ. λ'. • 4 



50 π. Μ. Κ0ΝΤ0Γ1ΑΝΝΗ 

» 

ΚΑΤΑΡΓΗΣΤΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

1) ' Αηοδοκιμαοία της πζοατααίας νπό των Ευρωπαίων. 

Είναι άληθέ; ?^τι ή Γαλλ'α -οτέ τγ^ς οεν Ί^ΌνοΊ^ηε τήν ά(1ρόαν εκοο- 
αιν' βερατόων. 

'() οέ 7.όμη:'ί1ο ίίηίηί- Ρΐ'ίοδί., δτε ήτο πρέσβυς είς τήν ίνονσταν- 
τινούπολιν (17()8- 17 70 καΙ 177.^-17X4) είχεν άποοοκιμάσει τήν 
κίόλησιν τών βερατ(ο)ν (ος αντικειμένων εις τήν άςιοπρέττειαν τγ,ς κυ- 
6ερνγ)αεώς του. Είχε οέ άτζοφασίσει να μή ττίολν") ττλέον. άλ/,α να οια- 
νέμγ^ [ίεράτιχ οωρεάν εις τους οιερμηνεΐς τών μικρών λιμέν(ον. οιά να 
τους άποσύρτ] από τα: κακ(όσεις τών Τούρκο)ν. 

'Κί τούτοις εις ενα οιάταγμα της )> Μαρτίου 17Κ1 ό ,'ίααιλεύς τν,ς 
Γαλλίας είχε τ^ρονοΊ^ζι περί τν,ς παραχωρήσεως της γαλλικής προ- 
στασίας εις ραγιάδες. Άλλ'ό ιοιος -ο πρέσβυς άπεοοκίμασε το πράγμα. 
Μεγαλειότατε, έγραφεν. κανένα, απολύτους κανένα, δικαίωμα δεν ε'χουν 
οι άντιπρόσιοποι τΫ^ς Τμετερας Μεγαλειότατος εις τήν Άνατολήν να 
παραχ(ι)ροΰν τήν προστασίαν τίον εις ραγιάδες. Είναι άλγ,Ηες δτι ή 
τουρκική κυβέρνησις από άμέλειαν ανέχεται κάποτε τοιαύτας κατα- 
χρήσεις. \\λλ' άλλοτε τάς αποκρούει έντονιότατα κζι πρέπει να τάς 
καταργήσίομεν. να διατηρήσοιμεν δε μόνον δια τους ραγιάδες διερμη- 
νείς τήν χρή'^ιιν τοΰ προνομίου ή ,υερατίου, του ώρισμένου δια τών 
συνθηκών, τοΰ σκοποΟντος τήν άκώλυτον διεςαγωγήν της διερμηνευ- 
τικής τιον υπηρεσίας. 

"Εν τούτοις τα ,'ίεράτια δεν κατηργήΟησαν τότε. 'Ο κόμης (Ι(' 
ΥθΓοθΐιιιβΒ, ό ^τ^οΧοζ είχε χρηματίσει καΐ ό Γδιος πρέσδυς εις τήν 
Κο)νσταντινούπολιν ( 17Γ)() - 17Η8), τα έ'κρινεν τός συντελεστικά εις 
τήν διατήρησιν τοΰ '(ο•(\τρο\Λ τής Γαλλίας. 

Κατά τον ϊδιον χ';>ότ^0Ί καΐ ό 01ΐ0Ϊ8ΘΐιΙ - Οουί'ίίοΓ άπεκρίνετο. δτε 
έζητήΗη ή γνίόμη του τώ Ι 790 περί τής καταργήσεί»; τών [ίερατίων• 

.νοιπόν ή μοναρχουμένη Ι'αλλία δεν είχε προβή εις τήν κατάργη- 
σιν τών 'ϊερατίίον. Ί1 επαναστατική όμως κυβέρνησις έπραγματοποίησε 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΪΟΜΕΝΟΙ Γ) 1 

τγ^ν μεταρρύΟμισιν ταύτγ,ν. άλλα οιά μερί,κά μόνον έτν,. Πράγματι τώ 
ΙΤίΙΐΙ 7.-ηγορεύ<)7| εϋ; ούο πράκτορας γάλλου: ε?; τήν 'Γουρκ•!αν να 
-(ι)λοΰν ,:εράτ'.α.• Ή ο'ί-'χο'χ αύτη κα-Υ/λεία. λέγεται ει; τα; οοΊε-!- 
σα; εί; αυτού; όοηγία;. οέν εινα'. ουνατόν να συμβιβασΗγ^ μέ τήν / ε- 
τττότγ^τα καΐ τν,ν εύγενΫ^ άφιλοκέροείαν ύ-αλλγ'^λου τγ^; οημοκρατία;. 

Άλλα μετά τίνα ετη ή κυβέρνγ,σι; τ/'^; Γαλλία; ττροετρέπετο να 
ε-ιτρέψγ] τήν -(όλγ,ιιν των ,^ίερατίων. οιά να -ροικίσ^ι μέ νέου; πό- 
ρου; τού; ϊ\^τΛ'^\.•Αθ^}Ζ λιμένα; τΥ|; Άνατολ/^;. τών ό-οίων ήτο κρίσι- 
μο; Υ( οικονομική Οέσι; ένεκα τΫ,; κακγ'^; καταστάσεο): των οικονομι- 
κών τγ^; ΟΎ,μοκρατία;. Και τα ρεράτια "ίσχυσαν -άλιν τότε. ενώ ο 
-ρέσόυ; τγ,; "Αγγλία; σερ Ροόέρτο; Λίστίον τα έκρινεν έ7:ίσγ,; άσυμ- 
όίοαστα μέ τήν ά:ιο-ρέ-ειάν του. -αργ|τεϊτο το οικαίίομα τΥ|; έκοό- 
σε(ι); νέων. έςησφάλιζε όέ ει; τού; λαοόντα; οιτϊλιόματα άπό τού; 
-ροκατό/ου; του τήν -ροστασίαν του. 

ΙναΙ τω οντι Ϋίογ, τω 17!>Γ) ό Λίστϋ)ν. άμα εφθασεν ει; τγ/ Κ(ον- 
σταντινούττολιν ώ; -οί'^'τ)''^ζ, έδτίλωσεν ει; το οιοάνιον ώ; και ει; τήν 
έταιρείαν τγ^; "Λνατολγ^;. ότι -αραιτεΐται τό τ:ρονόμιον τ^Λτο^ το άσυ[ΐ- 
όίόαστον μέ τήν έλευ^Ιερίαν, τήν ό-οίαν -ρέπει να εχ-(], και μέ τήν 
άςιοττρέπειαν τοϋ ογ,μοσίου άΕιώματό; του, ότι όιά τούτο οέν ()ά χο- 
ρηγήσΤ| κανένα ,^εράτιον. ότι μόνον εκείνου; τού; μ-ερατλήόε; (1ά 
προστατεύσΥ;. οί ότζοίοι εΐ/ον λάόει τα ρεράτιά τίον άπό τού; προκα- 
τόχου; του. 

II ποίλησι; τών ,3ερατί(ι»ν είχε πορίσει ει; τού; προκατόχου; τού 
Λίστων είσόογ,μα έτήσιον. κυμαινόμενον μεταςύ ^/^ο και τριών χιλιά- 
όων λιρών. Κι; μίαν όέ έκΟεσίν του ~[Λζ τήν έταιρείαν από 1 1/22 
«1>εόρουαρίου 179Γ) ό Λίστ(ι)ν ομιλεί ώ; έ:ή; περί τή; αισχρά; καπγ,- 
λεία; τών ^υερατίων. 

ΚακοήΗου; χαρακτήρο; άνΗρο)ποι έπρομηΗεύΟησαν ,^εράτια όιά να 
απαλλαγούν από τήν τιμωρίαν τοϋ νόμου, όιά νά εύκολυΗούν νά μή 
πληρώσουν χρεγ,. νόμιμα άλλο); τε. όιά νά πιέσουν "ίσω; άΗώον γεί- 
τονα τ(ι)ν. \"πάρχουν όέ παρά πολλά παραοείγματα. κατά τά όποια 
όταν ό πρέσόυ; ημών. κοπιασμένο; άπό τήν στρεψοόικίαν ή κατεν- 
τροπιασμένο; άπό τήν άτιμον όιαγΓογήν τοϋ προστατευομένου του όι- 
πλιοματούχου, απεφάσισε νά άποσύργ| τήν προστασίαν του και νά τον 
παραόώσγ] εις τά όικαστήρια τή; χώρα;, παρουσιάζετο άλλο; πρέσόυ;. 



52 Μ. ίΐ. κοντογιαννη 

έτοιμος να ματαίίό-^Υ] τήν καλήν πρόθεσιν. οιότι άττεοέχετο τήν -ρο- 
στασίαν τοΟ ένό/ου. Ένώ οε ύπηρχον -ρέσβεις. οι όττοΐοι ούτο πώς 
κατέτρίβον τον καιρόν το)ν. έφιλον'κουν δε με τους συναοέλφους των καΐ 
έξηυτέλιζον το οημόσιον άξάομά τ(ον. έ-'.τιΗέμενοι ή ύ-ερασπίζοντες 
ανθρώπους αχρείους, οί όποιοι γ^σαν περιπεπλεγμένοι εις ακατάπαυ- 
στους οίκας, δεν έφρόντιζον περί τών συμφερόντο)ν τοϋ κράτους των >. 
Κις τον σερ Ροβέρτον Λίστίον άν/^κει Υ| ΰπεργΊφανος εΰχαρίστησις 
τοϋ δτι τήν Οψγ,λγ',ν του Ηέσιν παρεχ(όρησεν εις τον διάδοχόν του, 
άπηλλαγμένην από μομφήν. ν^ δποία έπι μακρόν '/ρΟΊ0Ί έΕετοςεύετο 
κατά τοϋ αγγλικού έθνους εν τω τζρο'^&τ^') τοΰ αντιπροσώπου το)ν. 

Άλλα τά ,υεράτια κατέκριναν και άλλοι μάλιστα Γάλλοι. 

Και ~ρΰ^\0Ί άναφέρομεν τον Βθ8ΐΐ|οΐΐΓ. Είναι δ πολλάκις μνημο- 
νευθείς ένταΰθα. δ συγγράψας πλην άλλίον και ο'.το]\.θΊ περί τοϋ τότε 
εμπορίου τγ^ς Ελλάδος σύγγραμμα, άλγ,θώς πολυτιμότατον, ό /ρη- 
ματίσας -'ρό\ζΊθΐ τ/'^ς Γαλλίας εις τήν Ηεσσαλονίκην (1787-1797) 
και εις τήν Σμύρνην (1?^16), δ γνωρίσας έπομένο)ς τους "Ελληνας 
εκείνων τών χρόνίον ες ιδίας πείρας και δικαιούμενος δια τοΟτο να 
άςιοΐ και ~ροηογΊ^'/ ίδιαιτέραν εις τας κρίσεις του. Άλλ" ας άκού- 
σ(ομεν -ρΟηοΊ αύτάς. 

Ί1 κυοέρνησις. λέγει δ Βθαιΐ]Όιιι•. πρέπει να θέση τέρμα εις τήν 
αίσχράν μικρορραδιουργίαν τών [ϊερατίων. Έ γαλλική προστασία δεν 
εκτιμάται με χρήματα και δεν πρέπει να πίολήται ούτε εις πλειστη- 
ριασμόν. εις τόν όποΐο'^ άπερισκέπτοις υπερθεματίζουν οι ενδιαφερό- 
μενοι, ούτε μέ εκπτίοσιν. "Άν |ί>έόαια ώς κύριον σκοπόν εΐχον τα ,^ε- 
ράτια να άπαλλάςουν θύματα τίνα. πάσης προστασίας έστερημένα. 
άπό τόν ζυγόν. τόν πλέον ταπεινωτικόν από δσους Ότζάργου'^ εις τόν 
κόσμον. εττρεπε |3έ6αια να τα διατηρήσοιμεν δια να τα δίδωμεν δο)- 
ρεάν. (-)ά έδεικνύετο ούτπ) σεβασμός προς τα άνθρίόπινα δικαΐίόματα 
και μάλιστα εις μίαν χ/όραν. όπου τα δικακόματα ταϋτα παραοιαζό- 
μενα ατιμάζονται. Άλλ' ή οιατήρησις τών ^^ερατίο)ν είναι ασυμβίβα- 
στος μέ τό έθνικόν α'^\ι'ψ^ρον και με τήν έθνικήν τιμήν (1). 

Ό κύριος λόγος, δια τόν όποιον πρέπει να καταργηθούν τά ,'ϊεράτια• 
λέγει άλλαχοΰ. είναι δτι οι ,'3ερατλήδες απολαύουν τα: ιδίας μέ τους 

(1) Β»>£ΐιιΊοιιι•, ?,?8(;. 



ΟΙ ΙΙΓΟΣΤΛΓΕΓΟΜΕΝΟΙ ό;) 

Εύρωτΐχίου: άτελεία;. Λ'.α χοίζο οέ καΐ ά-οόαίνουν ο: -ραγματικοί 
άνταγωνιατχΐ είς του; έμπορου: μα:. άνταγ(ι)νί:ίτ7.1 οέ τόσ(;) ΊζερπΊΟ- 
τερον έ7:'.κ''νουνο'.. κχ•)" όσον οιεςάγουν το εμττόρ'.ον μέ όλιγ(ι)τέρ'/; 
άτΐό ημάς οαπάνχ:. 

Αέν (τρέπει οέ να οιατγ^ρώμεν ττλν,σίον το)ν ττροςένίον εντοπίου: 
διερμηνεΐ:. του: οποίους ραρύνει ή οουλεία κ-/• ή άουναμία του /α- 
ρχ-λτ/^ρο;., ν.'Δ ο•. ογ^οΙοι οέν έχουν το θάρρος να ειπούν τήν αλήΒειαν 
εί: τους ισχυρούς. Τρέμουν οέ όταν ίοοΟν τήν ρά5δον ένο: γιανιτσά- 
ρου και επιχρίουν τήν πολιτικήν μας ϋπαρςιν μέ [ίερνίκιον εϋτελείας. 

Οί οιερμηνείς πρέπει να είναι ό λόγος τοΟ προςένου. "Αλλα τον 
λόγον νοΗεύουν οί εντόπιοι οιερμηνεΐς. "Αλοίμονον ει; τόν τζρόίενοΊ. 
ό όποΐο: οέν γνωρίζει τήν γλώσσαν τής χίόρας. Οί οιερμηνεΐς τόν 
περιόάλλουν μέ τόσα νήματα οολιότγ^τος, τον περιτυλίσσουν όέ μέ 
τόσας οολοπλοκ'ας. ώστε ό'τζρός&'/οζ ο\}τος ευρίσκεται ςενος προς τα 
"ίόιά του έργα. Οί όιερμ-ζ^νεϊς ασκούνται εις τους εμπορικούς λιμένας 
τ/^ς Ανατολής εις έργον, το όποιον μεταόαίνουν έπειτα να ασκή- 
σουν εις τήν Κωνσταντινούπολιν. ΈκεΙ κατορθώνουν ώστε ό πρέσβυς. 
τον όποιον ύπγ,ρετοϋν. να είναι ώς εϊόωλον. το όποιον περιορίζουν 
εντός ναού. Και εις τον ναόν τούτον αφήνουν μόνον τους μεμυημένους 
να πλησιάσουν. 

Έκτος ολίγων έςαιρέσείον οί εντόπιοι όιερμ-γ/είς είναι όντα ευνου- 
χισμένα και έχουν όλας τάς πονγ^ρίας των μικρ'ον πνευμάτο)ν και 
δλην τήν χαμερπειαν των διεφθαρμένων ψυχών. "Ιν/ουν άκόμν, όλα 
τα έλαττιόματα των Αεβαντίνων και των Κύρωπαί(ι)ν χωρίς να έχουν 
ούτε τούτων ούτε έκείνιον τάς άρετάς. "Αλλ' έχουν ώς αντιστάθμισμα. 
οτζω; αί έλλγ^νίοες. τήν στωμυλίαν. τήν πλέον οελεαστικήν. όλοι οέ οί 
πρόςενοι είναι θύματα των(1). 

'Γαϋτα λέγει ό Βθίΐΐΐ]θΐΐΓ. "Αλλ" είναι τ^ρο^Ί^κον ότι ό χρ{ι)μ7.τι- 
σμός. τόν όποιον μας οίοει περί τών ελλείψεων τών όιερμγ,νέίον είναι 
περισσότερον αφ" όσον έπρεπε ζωηρός και άοικος ώς ^ΟΊΟ^ζρ-ί^;. Ότι 
,ίέόαια οί όιερμγ,νεΐ; ραγιάδες οέν είναι δυνατόν να έπιδεί'/θοϋν ώς 
πρότυπα ηθικής τελειότατος. άΕιοπρεπείας και φιλοτιμίας άνθρο)πίνης 
είναι περιττόν να ε'ίπωμεν. Ή δουλεία δυστυχώς κατερρύπανε τον 

(1) Β^Ηυ^υϋΓ, •.',;'88-290. 



54 II. Μ. ΚΟΝΓΟΓΙΑΝΝΙΙ 

/αρακτΫ^ρα των Έλλήνοον έ-χε:νο)ν τ.ρο πάντ(ον. οι όποιοι ύς εκ του 
'έρ^^ου των ήσαν υποχρεωμένοι να πλησιάζουν τους Τούρκους, από 
των όποίοιν τήν ευνοιαν έ'ζων. προνΊγοντο. έτιμώντο. ΚαΙ τον κατερρύ- 
πανε τόσον, ώστε καΐ σήμερον άκόμγ, μέχρι οακρύων συγκινείται 
κανείς όταν άναλογισΗή τήν ήθικήν ταύτην κατάπτωσιν. 

Άλλ" ήθικως υπέροχοι οέν φαίνεται οτι ήσαν καΐ οΐ πρέσ6ει; καΐ 
οί Ευρωπαίοι εκείνοι, οΐ όποιοι άντεπροσώπευον τα κράτγ^ τίον εϋ; 
τήν Άνατολήν. ΚαΙ εϊοομεν πώς τους χαρακτηρίζει ανωτέρω ό Αίστων. 
Και εξ όσιον ό Λ.ίστο)ν λέγει ευλόγως συμπεραίνομεν ότι τάς κακίας 
των όιερμηνέων ύπέθαλπον και αύτοΙ οί 7ζροϊ':!τά\ιενο'. των. είτε μέ 
τήν άνοχήν των είτε (προ πάντων ) διότι μέ τάς κακίας ταύτας των 
όιερμηνέων ε'^ρό^ο'^/ ότι έξυπ7]ρέτουν ώς άριστα τά συμφέροντα τ(ον. 
Άλλα τάς κακίας ταύτας των οιερμηνέίον υπέθαλπε και ό ανταγω- 
νισμός των άντιπροσώπίον των οιαφόρων όυνάμεων και οί πρέσβεις 
έφρόντιζον νά έχουν ώς διερμηνείς άνθρο)πους οεςιούς εις τάς σκευω- 
ρίας. Τοιούτοι όέ ευρίσκονται πάντοτε και πανταχού ή καΐ μορφο)- 
νονται αν δεν εύρίσκωνται. 

Μία όμο)ς ομολογία τοϋ Βθϋυίοαί' μας δεικνύει διατί κατεφέ- 
ροντο κατά των διερμηνέων τόσον πολύ οί ςένοι. Κατ" αυτήν οί εν- 
τόπιοι διερμηνείς ήσαν επικίνδυνοι άνταγωνισταΐ των Ιίύρωπαίον/, 
εις τό εμπόριον. Άπό τήν όμολογίαν δε ταύτην δικαιούμεθα νά συμ- 
περάνιομεν ότι τόσον οί πρόξενοι και οί προξενικοί υπάλληλοι, οί 
ξένοι, όσον και οί ξένοι έμποροι από λόγους ιδιοτελείς κατέκρινον 
τους εντοπίους διερμηνείς καΐ επεδίωκαν τήν κατάργν,σιν τής προσ- 
τασίας, όχι τόσον διότι οί προστατευόμενοι ήσαν ηθικώς έξηχρειωμέ- 
νοι (μολονότι τήν έξαχρείωσιν προέβαλλαν πάντοτε ώς λόγον τής κα- 
ταργήσεως), όσον διότι αί ώφέλειαι 'αύτών αί ύλικαΐ μέ τήν κατάρ- 
γησιν τής προστασίας θά ήσαν, φαίνεται, πάρα πολύ μεγάλαι. 

ΙΙολύ μετρκότερος είς τήν άποδοκιμασίαν τής προστασίας είναι άλ- 
λος γάλλος, ό περιηγητής και ί'ηομολό'(θΖ (^Ιίνίβΐ'. Οί Έλληνες. 
οί "Αρμένιοι, οί Εβραίοι, λέγει. 7.\Όριχ'ζθΎ^ τά (3εράτια διά νά έχουν 
τό δικαί(!)μα νά φοροΰν τά Ιδια με τους Τούρκους υποδήματα, νά 
πληριόνουν ο "/^ τελίονιακόν δασμόν. νά προστατεύουν τήν ζωήν και 
τήν περιουσίαν τϋ)ν μέ τό κύρος μιας μεγάλης ευρωπαϊκής δυνάμεως. 
'ίΐ; άπρεπέστατον, ώς πολιτικώς άστοχο')τατον θεωρώ τό ότι ένας πρέ- 



01 ΙΙΡϋΣΤΑΤΕΐΌΜΚΝΟΙ 55 

σου; -(ο/εΐ εί: Γ:ολΰ μεγάλγ,ν τιμγ^ν τγ/ ττρ^ο ^τααίζν του. εί; χνΟρο')- 
;του; οέ ο/ι άριστη; ήϋιν.η; τζοιότητο;. ο• ό-οΐοί συ/νότκτα -;;οσόάλ- 
Αουν τήνύπόληψίν του. ο: ότζοίοι πάντοτε του κατατρί'όουν τον καιρόν 
του. οί όττοΐο'. ζημιώνουν σημαντικοηατα του; Κύρίοττα,ίου; έμτΐόρου;. 

Τκ ;3εράτια -ρεττει να οίοίοντζι Οίορεαν ε•!; εκείνου;, οί ότΐοίοι θα. 
άφ'.ερωΟοΟν ει; την ΰττηρεσίαν των έμ7:ορικών λιμένων. •ΐα άνα}.ά6ουν 
οέ ολα τα ούακολα και ουσάρεστα εογα. και οί ό~οΙοι ώ: 7:το)7θΙ 
και ώ; μη έ/οντε; τςίστίϋαιν εις την άγοραν Ηα είναι σ/εοόν πάντοτε 
οί πράκτορε; τών έμττόρων. Τότε οί άνΗρΜ)7:οι ούτοι, άττό του; οποίου; 
ΙΙά όύναται να 7.Γ.οηόρ-ί, τό .5εράτιον ό έποπτεύίον τα: έμποοικά: εο- 
γασία;. τό όποιον οέν ει/ον αγοράσει. •)α είναι υποχρεωμένοι να φέ- 
ρο)νται τιμίιο;. αν (3έλουν να οιατηρήσουν τό ρεράτιον. αν Ηέλουν να 
απολαύουν τα προνόμια, τα όποια συνεπιφέρει τό ^^εράτιον (1). 

"Ολοι όσοι Ίέλουν άίίικτον την έΗνικήν άςιοπρεπειαν. θα ιοοΟν ευ- 
χαριστώ; την στιγμήν, κατά την οποίαν αί γαλλικαι όιερμηνεΐαι <)ά 
ανατεθούν μόνον ει; Γάλλου;. Λύτοι μόνοι είναι ίκανοι νά καταστή- 
σουν σεβαστήν την ούναμιν. τη; όποιας είναι τζράν.τορες. Ί'αύτα λέ- 
γει και ό Ταποοί^^ΠΘ. οιπλωματικό; και ούτο; Γάλ'/.ο; ύπάλληλος(2). 

"Ολως διόλου Ζϊ διαφορετικά αίτια τΫ^; ήΗική; έςαχρεκόσεο); τών 
Ελλήνων -υλέπει άλλος Γάλλος, σύγχρονος τών ανωτέρα) και πρέπει 
νά άκουσΗή ενταύθα και ή διαφορετική αύτη άποψις. 

Με κόπον. λέγει, αναγκάζομαι νά όμολογήσο). ότι αύτοΊ ούτοι οί 
"Κλληνες. οί όποιοι όταν δεν επικοινωνούν με του; Ευρωπαίου; και 
είναι παραδεδομένοι εις τάς φυσικάς τ(ον ωθήσεις, διατηρούν άρετάς. 
αί όποιαι είναι σπάνιαι και εις τά εθνγ, τα πλέον πολιτισμένα (ο\ 
διεφθάρησαν μέ τόν συγχριοτισμόν τών Ευρωπαίων, τών οποίων έδα- 
νείσθησαν τά ελαττώματα. Είς τους εμπορικούς -ρ6 πάντων λιμένας 
παρατηρείται ή μοιραία αύτη επίδρασις. ιό έμπορικόν πνεύμα, ό 
χρηματισμός συνέσφιγςαν τάς ψυχάς. Ή φιλοκέρδεια παρήγαγε τήν 
δυσπιστίαν. τά πλούτν, παρήγαγον τήν άλαζονείαν. Ό φόδο; μήπο); 

(1) ΟΙίνίοΓ, 1,379 κ. έ. 

(2) Τ;ιιιοοί-ιιο, "2, 69. 

(3) Ό συγγραφεί»; άνχαφιοόλίο; έννθ£Ϊ (Ός σ-«νία; χ.α; μΕΐαςύ τών ΕΰρωπϊΜον 
ά^ετά;, διατηρηθείσας «"ο τους "Ελληνας, τ/,ν ζ-λοτ/,•:» του βίου. τί•,ν ολιγάρχειαν, 
τήν ^^[κράτειαν, τήν φιλοξενίαν, τήν εΐλικρίνειαν τών ορεινών '1ίΐλλτ|νων κβΐ τών 
νησιωτών. 



56 11. Μ. ΚΟΝΪΟΙΊΑΝΝΗ 

&ί τυραννικοί Τούρκοι τ-ρτζά^ουν τα -λούτη έκαμε τους πλουσίους 
ύποκριτάς καΐ χαμερ-εΐς.' ΚαΙ εν γένει οέν πρέπει να ζητώμεν τον 
έλληνικόν χαρακτν^ρα εις τα παράλια, αλλ" εις τα δρη καΐ μακράν 
από τους πολυσύχναστους συγκοινο)νιακούς ορόμους. Έκεϊ έπανευρί- 
σκεται ή ειλικρίνεια. 7^ άγαθότης. αί άρεταΐ τΫ^ς φιλοςενίας (1). 

Ή γνιόμη αυτή του ΟπδΙθΙΙ&ιι — οιότι τοότου του Γάλλου είναι ή 
άνιοτέρο) γνίόμη — . κατά τήν οποίαν τους "Ελληνας των τότε χρόνων 
πρέπει να οιαχο)ρίσωμεν. από Υ/Ηικγ/ς απόψεως εξετάζοντες αυτούς, εις 
δύο εντελώς οιαφορετικάς μερίδας, εις τους Έλληνας των πόλεων και 
των παραλί(ον και εις τους "Ελλγ]νας των απόκεντρων όρείύ'^ και των 
νήσων (2) (των μικρών μάλιστα και αγόνων νήσο)ν). είναι αναμφισβη- 
τήτως αληθής. Δύσκολα Ηά άποδειχΗη τελείως εσφαλμένη και ή άλλη 
του γνώμη, κατά την οποίαν οι "Ελληνες τών πόλεων συγχρα^τισθέντες 
με τους Εύρο)παίους διεφθάρησαν. 

Ενός ακόμη Εύρο)παίου, τούτου δε "Αγγλου, τήν γνώμην θά άκού- 
σίομεν. τοΰ γνωστού εις ήμας ΤαηΐθΓ. 

Οί διατρίοοντες εις τήν Κίονσταντινούπολιν Ευρωπαίοι ελεγον οτι 
τρεις είναι αί μεγάλαι συμφοραΐ της πόλεως ταύτης, ή πανώλης, α' 
πυρκαϊαί. οί διερμηνείς, λέγει ό ΤιιηΐθΓ. Ιΐράγματι άτοπον είναι νά 
φαντασθή κανείς οτι αί υποθέσεις ενός μεγάλου έθνους είναι δυνατόν 
νά διεςαχθοΟν αξιοπρεπώς συγχρόνως και άποτελεσματικώς από τήν 
τάξιν τών Λεβαντίνων. οί όποιοι είνοίΐ εξ "ίσου αδαείς τοΰ πολιτεύματος 
του και ξένοι προς το πνεΰμά του. Εις τάς χείρας τών ανθρώπων τούτων 
ό αντιπρόσωπος τοΰ ευρωπαϊκού κράτους εμπιστεύεται καθ' όλοκλη" 
ρίαν και κατ' ανάγκην οιανδήποτε διαπραγμάτευσιν, διότι άλλον τρό- 
πον δέν έχει νά έπικοιν(ονήση με τά μέλη της τουρκικής κυόερνή- 
σε())ς. είς τά όποια ή θρησκεία απαγορεύει νά ομιλούν άλλην γλώσ- 
σαν από τήν ίδικήν τ(!)ν. 

Λεν ενδιατρίβω εις τόν γενικόν χαρακτήρα της ατιμίας, τόν όποιον 
αποδίδουν είς τους διερμηνείς μας. Ί'πό τήν έποψιν ταύτην νομίζω 
οτι άδικαι μομφαι εσωρεύθησαν έπι τών διερμηνέ(!)ν μας. τών όποίίον 

(1) ϋαχίβΐΐϋΐι, ΙνοΙΙΐ'Οί κυΐ' Ι;ι Μοιόο ;^, 2.37. 

(2) Ό Ο&ίΙοΙΙίΐΐι δίν ό<ιιΙί\ περί νί^σον. Άλλ' άφίύκτως περιλαΐΑδάνει τοΰ; νη- 
σιώιας τουλά/ιατον το)ν μικρών νησον. είς τους "Ελληνα; χού; μακράν τών πολυσυ" 
■/νάστίον σκγκοινικνιακών ορομων διότι /.αί αί ντ,αοι αύται ήσαν άαύ/ναστοι. 



01 ΠΡΟΣΤΑΓΚνΟΜΚΝΟί 67 

τήν άκεραιότν,τα τ,ο07:ον τίνα μαρτυρεί ή πεν'α τ(ι)ν. "Λ/λά καΙ έάν 
ήσαν -ρότυττα άκεραιότγ,το;. ή τιμιότγ,; οέν είναι τό μόνον ά.-αραί- 
τητον προσόν οια τόν ν.ερμγ^νέα μιας πρεσοεία;. Ί"6 αποτέλεσμα τών 
παραστάσεων ένό; πρέσοεο); έςαρταται καΙ λπό τόν τόνον, με τόν 
όποιον τας προφέρει. Και όεν είναι όυνατόν να άρνηθΫ^ κάνει; ότι οί 
εντόπιοι χριστιανοί τν,ς "ΑνατολΥι; όέν έ/ουν το Ηάρρο; να όμιλοΟν 
προ; ενα Ί'οΟρκον με τόνον σταΗερόν και άπειλητικόν. ΓεννΥ|μένοι ει: 
■/(όραν. όπου οί Τούρκοι ασκούν άπεριόριστον έξουσίαν. συνηθισμένοι 
από την μικράν των ήλικίαν νά άκοΰουν όιηγήσεις περί τΫ^ς όυνά- 
μεώ; των. περί τν^ς σκληρότητό; το)ν. όέν ημπορούν νά του; ακού- 
σουν νά ομιλούν με τόνον οργής χωρίς νά τρέμουν. Και όταν οί Τούρ- 
κοι είναι παρόντες ή στάσις τών χριστιανών είναι ταπεινίοτική. Πας 
όιερμηνεύ;. πα; χριστιανός, ό όποιο; κατοικεί εν "Ανατολή, ό όποιο; 
φέρει μακρόν ενουμα (τό ενόυμα τού οιερμηνέω;; ενώπιον ένό; ισχυ- 
ρού Τούρκου κάΟηται γονατιστό;, οέν έχει ευθύ, άλλα κεκλιμένον. τό 
σώμα. αναπαύεται έπι τών ποόών του (ενταύθα ό ΤίΠΊΐθΓ περιγρά- 
φει τόν τ^^ίτ.''^Ί. με τόν ίτ,^Γ'ΛΊ οί Τούρκοι, ώ; καΐ οί μιμούμενοι αυ- 
τού; ραγιάδες, ■ζ{ύ';^ζ.'ν^'^) τού; πόόα; τ(ον και κάθηνται έπΙ αυτών. 
'Γπάρχουν όέ παραόείγματα, κατά τά όποια όιερμηνεύ; πρεσβεία; 
έφίλησε τό ενόυμα \^^'^γ/,0':> '^νΛ'^'^γΛ. σημείον και τούτο υποταγή;. 
Ι^^ιναι όέ σύνηθες νά ^ίλέπη κανεΐ; συγγενεί; ες αιματο;. ε: έπι- 
γαμία; και αδελφού; ακόμη, οί όποιοι εργάζονται ώ; οιερμηνεΐ; 
όύο εχθρικών όυνάμε(ον. Ιί'ιναι λοιπόν δυνατόν ύπό τοιαύτα; συν- 
θήκα; νά γίνουν μέτοχοι τών αίσθημάτοιν έθνου;. τό ί~οΙζ>Ί αν- 
τιπροσωπεύουν ή νά ΧΊ^^^οΰΊ τά μυστικά καΐ τήν έπιφύλαςιν. τήν 
άπαραίτητον ει; τά; δημοσία; υποθέσεις: Ή Γαλλία, ή Ρ(οσία. ή 
Αυστρία τόσον ε'ναι πεπεισμέναι περί τών μειονεκτημάτων τού συ- 
στήματος τούτου ω^χβ μολονότι δέχονται ότι οί εντόπιοι διερμηνεείς 
είναι πολλάκις χρήσιμοι είς σκευωρίας, έχουν ομιος ομοεθνείς των 
διερμηνείς (1) 

19 Διαβήματα της Πύλης ηρός κατάργησιν της προστασίας 

'() "Άγγλος ΤιΐΓΐιβί' μας πληροφορεί ότι έγνιόρισεν είς τήν ΙΙά- 
τμον 'τώ 181 Η) ένα Έλληνα πλοίαρχον. ό όποιος έλεγεν ότι έτα- 

(1) ΓιιΐΊΐϋΓ, 1, 62 κ. έ. 



58 π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

Εείοευε -άντοτε εις τήν "Αν^τολήν οικειοποιούμενο; εκείνου τοΟ κρά- 
τους τήν τζροατασίαν, τήν οποίαν ένόμίζε πρόαφορον 5ια τα συμφέ- 
οοντά του. Έπεριφέρετο οϊ με εύρωπαϊκήν ένουμασίαν. ενώ κανένας 
Τούρκος δεν τον ήνιόχλει. Τώρα όμως, λέγει ο Τΐΐηΐθί'. δεν συμοαί- 
νεί το ίδιον. Οί Τούρκοι από τίνων ετών απέβησαν ύπερμέτροις σκλη- 
ροί καΐ δεν επιτρέπουν εις τους ραγιάδες να καρπούνται τας ωφε- 
λείας της ευρωπαϊκής προστασίας (1). 

Έ μέχρι τοΟοε εκΗεσίς μας περί της στάσεως τών Τούρκο)ν προς 
τούί προστατευόμενους, ώς και περί τών ενεργειών αυτών και τών 
διαταγών ~ρος περιορισμόν της προστασίας, μας δεικνύει πράγματι 
το ενδιαφέρον περί τούτου, το όποϊον έδειξαν οί Τούρκοι άπδ τα τέλη , 
ιδίως του δεκάτου ογδόου αιώνος καΐ κατά τα πρώτα ετη τοΟ δεκά- 1 
του ενάτου, τήν δραστηριότητα, τήν οποίαν άνέπτυςαν. τα άφΗονα δέ 
μέσα, τα όποια έ'θηκαν εις ένέργειαν. Ιϊράγματι διερμηνείς του στό- 
λου, Μεγάλη Εκκλησία, δοόλέτια και συμβούλια, υποσχέσεις εύνοίας 
και παροχαί. οσα τέλος ημπορούσαν να μεταχειρισθούν, ετέθησαν 
εις ένέργειαν δια να καταπνίξουν τον δόλιον τούτον όφιν, τον όποιον 
αύτοι έθέρμαναν εις το στήθος των, ό όποιος δμο)ς έφαίνετο ότι είχε 
διάθεσιν να περιτυλιχθή εις τον λαιμόν τ(ον δια να τους πνίς•(]. 

Και ή κατάργησις της προστασίας κατά τάς αρχάς μάλιστα τού 
δεκάτου ενάτου αιώνος ήτο πλέον ζήτημα γ^ροΊΟ'^. Αί προστασίαι 
τών ραγιάδων επίκειται νά καταργηθούν, έ'γραφεν ό ί.6Βΐνβ, και ή 
θέσις τών προστατευομένο)ν είναι προσωρινή (2). 

Τάς ενεργείας λοιπόν ταύτας γνωρίζομεν άπό τήν μέχρι τούδε έ'κ- 
θεσίν μας. 

Άλλα δεν γνίορίζομεν ακόμη τάς διπλωματικάς ενεργείας της Πύ- 
λης ν:ρ6ς κατάργησιν της προστασίας. ΙΓερι τούτων δε θά γίνη λό- 
γος αμέσως. 

Κρίσιμον διά τήν προστασίαν έτος ήτοτό 1. ">()(). Τότε εςεδόθησαν 
αί πολλαι εναντίον της διατάξεις της Πύλης και τού καπουτάν πάσα. 
Τότε δε ή 'Γψηλή Πύλη επέδίοκε διακοίνο)σιν εις όλους τους πρέσ- 
βεις περί τών |5ερατλήδο)ν. Ιναι ανακαλούσα άπόφασιν. ή οποία εΐχ^ε 
ληφθή εϊκοσιν έτη προηγουμέν(ι)ς. ή οποία δμο)ς δεν είχεν εκτελεσθή 

(Ι) ΤαηκίΓ, 3,100 λ. ί. 

(2| ί(ϋ3.1ίβ, ΤΐΗΥϋΙ^ ίιι ηυιΐΐιοιιι ϋΓββΟβ, 3,2δ1 . 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΚΓΟΜΕΝΟΙ 59 

-οτέ. '.Ύ/Ίρί'^ετο 'ίν. ή ά-όφααι; έκείνγ, ύΐτε/οέίονε τοϋ; ίερ'/τλν,οε: 
να εκτελούν πράγματι τά καΙ^ήκοντα ^^ίερμηνέίο;. τουτέστ'. να γνο)- 
ρίζουν εϋρ(ι)7:αΙ'κάς γλο)σαα;. να φέρουν το έ'νουμα τοΟ ο'.ερμϊ,νέο);. 
να ασκούν το έργον του. να άττέχουν άτ:ό οίονοήτζοτε είδος έμ-ορίου 
ή ριομγ,/αν!α:. να μήν έ-ιτρέπεται εί; αυτού: να αναλαμβάνουν 
ύτΐουργήματα 07|μόσια ή τήν έκίστασίαν κτημάτων, τέλο: οέ να μή 
οίαμένουν πάρα έκε: μόνον, οπού ορίζει το ρεράτιόν χίον. ΚαΙ οι 
πρέσβεις (οφειλον να εγγυηθούν δτι οί ίερατλγ^οές τ(!)ν Ι)ά συνεμορ- 
φώνοντο προς τάς νέας ταύτας οιατάξεις. 

"Ενεκα οε τν^ς αποφάσεως ταύτης 6 πατριάρχης των Ελλήνων 
και ό πατριάρχης των "Αρμενίων διετάχθησαν να συγκαλέσουν τους 
όμοευνεϊς χμί και να προσκαλέσουν τους ,ίαραταρίους να εκτελέσουν 
την διαταγήν. 

"Αλλ' οί πρέσόεις με δυσαρέσκειαν έδέχΗγ,σαν την διακοίνωσιν 
ταύτην. Ή Πύλη έφαίνετο δτι έλησμόνει δτι τα δικαιώματα τών |ίε- 
ρατλήδίον έξεπήγαζον από τάς διομολογήσεις, και δτι μία διακανό- 
νισις εσωτερικής τάςείος δεν ήδύνατο να ακύρωση άρθρα συνθήκης. 
τά όποια έγιναν αποδεκτά χο)ρΙς καμμίαν ^ΰίαν. 

Άλλ" ή ΙΙύλη ένόμισεν δτι ωφε-.λε δια δευτέρας διακοινώσεως να 
επαναλάδη οσα έλεγεν εις την προηην. Και ή δευτέρα διακοίνωσις 
εδόθη εις τους πρέσδεις τον "Απρίλιον του ιδίου έτους. Και έπέμενεν 
νηοΊίύτζ,ροΊ ακόμη εις δσα έλεγεν εις τήν προ)την. 

Τότε οί πρέσβεις έκριναν κατάλληλον τήν στιγμήν να διαμαρτυρη- 
θούν. Μδλα ταύτα οί Τούρκοι υπουργοί έπέμενον Γνα οί προστατευ- 
όμενοι συμμορφωθούν προς τήν διάταςιν ταύτην της Πύλης και τέσ- 
σαρες |3ερατλήδες Γάλλοι εκλήθησαν από τόν άςκοματικόν της αστυ- 
νομίας δια νά επιτιμηθούν. Ο επιτετραμμένος της Γαλλίας διέταςε 
τότε νά τους συνοδεύση ό διερμηνεύς των. 

Η Πύλη απεφάσισε τότε νά έπιδιόση εις τους πρέσβεις τρίτην δια- 
κοίνωσιν. άπειλητικίοτάτην. κατά τών ρερατλήδίον. \\λλ οι πρέσβεις 
δεν τήν έδέχίίησαν. Τότε όμως αί καταδκόςεις τών ^ίερατλήδιον επε- 
τάθησαν. Και ούτοι πρό τών απειλών τών τουρκικ(ον αρχών έκρύ- 
φθησαν κατ" αρχάς ή κατέφυγον είς τους διερμηνείς τών πρεσβειών. 

"Αλλ" οί ,3ερατλήδες. οί οποίοι έπλεον με ρωσικήν σημαίαν. ήπει- 
λήθησαν δτι θα δημευθούν τά πλοΙά των, οί έμποροι και (βιομήχανοι 



60 Π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

'όχι Ηά κχτασ/εΐί&ΰν καΐ Ηχ έκτεΒ&Ον τα -ράγμ'/τά των ει; -λειστγ,• 
;:Ίασμ6ν ί:ρό; ώφ^'''ε^^''' "^^"^ δημοσίου. Τοιουτοτρότΐως ο: τ^λείστο^ 
των ;3ερατλήζων τταρητησαν τήν προστααίαν. Τού; διέγραψαν δε άπδ 
τον κατάλογον των -.ροατατευομένων καΐ τους έττανέφερον ει; τήν 
κατηγορίαν των ραγιάδων, άπειλήσαντε; αυτού; δτι οφείλουν να πλγ,- 
ρώοο•^Ί το χαράτζι καΐ τού; άλλου; -^όροΊς %τλ τ'ϊ^ς ήμερα; τγ^; εςαι- 
ρέσεώ; των. "Αλλοι, οί -λουαιώτεροι, δια τού: όποιου; ή έγκατάλει- 
ψις τγ,; προστασία; ήτο καταστροφή, συνεμορφιόθησαν πρό; τήν 
διαταγήν και εγκατέλειψαν τα εμπορικά των συμφέροντα. "Αλλοι 
τέλο; έζήτησαν από τήν προστάτιδα κυβέρνγ,σιν τήν πολιτογράφγ,- 
σίν το)ν. 

Ή Γαλλία, δπω; και τα άλλα έθνη. ήρχισε να ύποστγ,ρίΐΐγ^ τα συμ- 
φέροντα των ι^ερατλήδων και ό στρατηγό; Σεβαστιάνγ,;. αποστελλό- 
μενο; ώ; τζρίσο'ύς ει; Κωνσταντινούπολιν ''180ΰ- ΐΗΟί^). έλαβε περί 
τούτου οδηγία;. 'Γοΰ συνίστατο δέ να ύπερασπίση τους προστατευο- 
μένου; και νά παρατήρηση ει; τήν Ιίύλην. ότι ήτο δεσμευμένη άνα- 
γνωρίζουσα διερμηνεΐ; καΐ |5ερατλήδε;. Κανέν δέ δικαίίομα δεν είχε 
νά τ^ροσδά'ΑΎ^ι παραχωρήσεις, τα; οποία; είχε κάμει αυτή. Και άνε- 
γνώριζε μεν ή Γαλλία ότι ή Ρωσία είχε κάμει κατάχρησιν τή; επιρ- 
ροή; τη;, προστατεύουσα χιλιάδα; Ελλήνων, χωρι; μάλιστα νά έχουν 
καΐ ,'3εράτια. άλλ' ή Γαλλία ο'νΑτζοτζ είχεν ακολουθήσει τ^χρο^οΙ'ί.Ί 
πολιτικήν και οί ΙδΟ ρερατλήδε;. τού; οποίου; έπροστάτευεν. δεν 
ήτο δυνατόν νά διαταράξουν τήν ήσυχίαν τή; Τουρκία;. 

"Αλλά μετά τήν άναχώρησιν των πρέσόεων Αγγλία; και Γωσίας. 
αί όποϊαι έκήρυςαν τότε πόλεμον κατά τη; Τουρκία;, ό Ναπολέων 
μετέβαλεν αποτόμου; γνο)μην. Έάν ίκανοποίει τήν Τουρκίαν, Ηά έκα- 
μνε και αύτη παραχωρήσει; ει; αυτόν. Ηά διέθετε δέ καΐ τόν Σουλ- 
τάνον εύνουν τ.ρΌ^ τήν πολιτικήν του. 

Και ό Χαπολέο)ν δεν έδίστασεν. Όδηγίαι δέ συμπληρωματικά• 
εστάλησαν ει; τόν -^ρί^50'^Ί. ό ότ^οίος. διετάσσετο νά συναίνεση ει; τήν 
κατάργησιν των προστατευομένο)ν μέ μερικού; ^^ρο'^ζ. Και δια νά έςη- 
γήση τήν μεταβολήν αυτήν τή; γνοόμη; ει; τόν στρατηγόν Σεβα- 
στιάνην. ό '^τ.0'^ρ^(6ζ, έγραφεν εις Κωνσταντινούπολιν δτι ή κατάργη- 
σι; των ^ερατίίον. ή σχεδιαζόμενη ύπό τή; Τουρκία;, απέβλεπε 
κυρίω; τήν Ρωσίαν. * Είναι μία κατάχρησις. έγραφεν ό υπουργός, τήν 



ΟΙ ΠΡΟΪΤΑΤΚνΟΜΕΝΟΙ Ι'.Ι 

οποίαν ί\ Λϋτοϋ λΓεγαλειότη; ί αυτοκράτωρ εύχαρίστο): |3λέπει οτ,_ 
καταργείται. Ί( ^Γεγαλειότη; του γνωρίζει οτ». με το γεν.κον τοΰτ^ 
μέτρον έ-έρ/οντα: καΐ ^ίίλάοαι τινέ; ϋοίαιτέρο);. "Λ /λα συνέκρινε τα 
ά-οτελέσματα. τα '^ττοΐα •»ά προκύψουν οΓ ήμα; καΙ οια τν,ν Ρίοσίαν 
και ^ΐοεν οτι οέν πρέπει νά κυμαινώμεΙΙα μετα;ύ ολίγων ζϊ,μιών καΐ 
πολλών πλεονεκτημάτίον > . 

Ινα• ό στρατηγό; Σεβαστιανής. έπο)φελούμενος τήν άπουσίαν το»ν 
πρέσόεων τη; Αγγλία; καΐ τν,; Ρίοσία;. παρητησε το οικαίθ)μα τη; 
εκοόσεο); ^ίερατίων. άλλα με του; έξης 'όροος- χι καμμία ούναμι; ο^ν 
Μα έοικαιοΟτο τοΰ λοιπού να χορηγή ,'^εράτια* |3) κάνεις "Ιίλλην. "Αρ- 
μένιο; -ι] Τοϋρκο; οέν θα έοικαιοΟτο εΐ; το έ;γ,; να πλέη με σημαίαν 
ςένην και μάλιστα ρίοσικήν γ) κάνεις "Ελλην ή Αρμένιο; οέν Ηα 
ελάμβανε τήν ριοσικήν υπηκοότητα ή άλλην οίανογ^ποτε εκ πολιτο- 
γραφγ^σεω;. α: οέ πολιτογραφ•/^σει;. α: οποΐαι από τετραετία; είχον 
παρα/(ορηΗΥ(. •ίά Ί^•/Μρο~χηο. 

Ή καλή Ηέλησι; τη; Γαλλία; συνετέλεσεν ώστε νά έπιτευχΟή 
μεταρρύΗμισι;. τήν οποίαν προ πολλοϋ έπιΗύμει ή Τουρκία, τήν 
οποίαν ομο); ή ευσταθή; άντίστασι; τών πρέσόεων εματαίωνεν. Λύτήν 
τήν φοράν οί ^ίερατλήοε; κατηργήΗησαν. Λιότι όταν ή Αγγλία τω 1 .^Ο'.• 
έσυνθηκολόγησε με τήν Τουρκίαν. ΟπεσχέΗη να ζητή ^^εράτια μόνον 
όιά του; όιερμηνεΐ;. του; ει; τήν ύπηρεσίαν τη; πρεσβεία; καΐ τών 
προξενείων, να μη οίόη όιπλώματα προστασίας ει; κανένα ραγιαν. νά 
έκόίόη όέ όιαβατήρια μόνον μετά προηγουμένην συναίνεσιν της ΙΙύλη;. 

Ιίαρόμοια άρθρα περιέχονται καΐ ει; τά; συνΟήκας, τα; οποία; 
εκλεισεν ή Τουρκία και με άλλας ουνάμει;. 

Τά ;3εράτια κατηργήθησαν. "Ολαι αί όυνάμει; ύπεχρεώΟησαν όιά 
συνθήκη; νά μή χορηγώσι τήν σημαίαν τ(ον ει; ραγιάόε;. μηόέ τήν 
προστασίαν των ει; κανένα ''^-ί\7.'^'^ί τη; ΙΙύλη; εκτό; ει; οΧ'.'^^ί'^ζ, 
οί ότ.οΐο'. ήσαν απαραίτητοι όιά τήν ύπηρεσίαν τών πρέσβεο)ν και 
τών προξενείων. 

"Αλλ" ει; τήν έκτέλεσιν προσέκρουσαν. Τά χριστιανικά εΗνη όεν 
ήτο όυνατόν νά παραιτγ,θοΟν τόσον εύκολα συνηΗεία;. τά; οποία; ο»; 
έκτη; άνο/ή; τή; ΙΙύλη; έΗεο)ρουν μζ όικακόματα. και ή προστασία 
τών ραγιάόίον όέν εξηφανίσΗη. Τουναντίον ηύξήΒη. Ί^]άν όέ όέν 
έςεόίόοντο πλέον ρεράτια. τών όποίιον ή παραχώρησι; άπήτει τήν 



62 Π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

συγκατάθεσιν της Πύλης, οΐ πρέσβεις όμως και οΙ -ρόξενοι έξηκο- 
λούθουν να έκ5ί5ουν οιπλίόματα προστασίας ες οικείας βουλγ'ισεο);. 

Ό κριμαϊκός πόλεμος, το συνέοριον των ΙΙαρισίίον. το Χάττι Χου- 
μαγιούν τοΰ ΙΗοίί. οι οιοικητικαι καΐ νομοΗετικαι μεταρρυθμίσεις εν 
Τουρκία, αί έπακολουθήσασαι την οημοσίευσιν τοΰ αυτοκρατορικού 
φιρμανίου. οιέΗεσαν ευμενείς τάς ουνάμεις ~ρ6ς το όθωμανικον κρά- 
τος. Τότε ή Ιίύλη έκρινε κατάλληλον την στιγμήν οιά να ίινακινήση 
καΐ' πάλιν το ζγ^τημα της προστασίας των ιθαγενών. ΙΙρός τοΰτο τη 
2/14 Σεπτεμβρίου 1Η60 ό "Ααλη πασάς έπέόο)κε μακράν οιακοίνο)- 
σιν προς τάς ξένας πρεσβείας. 

Ή διακοίνωσις αΰτη έσκόπει νά ανακοίνωση εις τάς δυνάμεις τά 
μέτρα, τά οποία ή 'ϊψηλή Ιίύλη ειχεν αποφασίσει νά λάβη κατά των 
υπηκόων Οθωμανών, οι όποιοι άπετίναξαν άφ' εαυτών την κυριαρχίαν 
της .\. Μ. τοΰ Σουλτάνου και άνεγνιόρισαν ςένην. 

Απεφασίσθη, λέγει ή διακοίνωσις, νά υπαχθοΰν οι νέοι ούτοι προ- 
στατευόμενοι εις τους νόμους της οθίομανικης κυβερνήσεως ώς τ^ρο^ 
ολας τάς υποθέσεις, αί όποΐαι αναφέρονται εις '/^ρΟΊ0'^ς προηγουμέ- 
νους της μεταβολής τής ιθαγενείας τίον. νά μή %\ΎιροΊθ\ί.θΌΊ πλέον 
τους γονείς τ(ον όθίομανούς υπηκόους, νά ύποχρεωθώσι νά εγκατα- 
λείψουν το 'Λρά.τοζ εις τρεις μήνας. Έάν οέ εΐχον ακόμη κτήματα 
ακίνητα, ώφειλον άνευ αναβολής νά τά -ωλ'ί'ΐ'ΊΟΌΊ . Και έπειοή ή 
πώλησις οέν ήτο ουνατον νά πραγματοποιηθή εις τους τρεις μήνας. 
ώφειλον νά οιορίσουν ~ρ6ζ τοΰτο έπίτροπον έςουσιοοοτημένον. έκ- 
λελεγμένον εκ τών υπηκόων τής Α. Μ. "ίίφειλον επίσης νά παρα- 
λάβουν μαζί των τάς γυναικάς το)ν και τά τέκνα τ(ον. Και αν μεταςύ 
τών τελευταίων (^τών τέκνο^ν) ύπήρχον ενήλικα, θά ήδύναντο ταύτα 
νά εκλέξουν μεταξύ τής διαμονής των έν Τουρκία καΐ τής έγκατα- 
λείψε(ι)ς τοΰ τουρκικού εδάφους. Η 'Γψηλή Ιίύλη δεν θά έδέχετο 
καμμίαν σύστασιν ουδέ καμμίαν δήλο)σιν υπέρ αυτών. \\ν οέ μεταξύ 
τών νέίον τούτ(ον προστατευομένων υπήρχε κανείς, ό ότζοίος δεν θά 
ήθελε νά ύπακούση εις την άπόφασιν τής ΙΙύλης περί άπομακρύνσεώς 
των έκ τής γώροίς. θά τον μετα/^ειρίζοντο και θά τον έθεώρουν ώς 
\ί7ΖΊ(^^00Ί τής 'Γψηλής ΙΙύλης, ώς τοιοΰτος δε* θά ύπέκειτο εις τού; 
όθ(ομανικούς νόμους. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΓΠΜΑΝΟΙ (Ι.". 

Τά μέτρα ταύτα ήσαν αναμφισβητήτως τόσον αΰστγ^ρά. ('όστε ή 
έκτέλεαίς το)ν. ή άκεραία. οέν ήτο ουνατή. ΙΐιΗανον ε'να'. οτί ή Πύλη 
κατ' αρχήν το παραδέχετο καΐ οεν έπλανατο περί τή; άουνάτου εφαρ- 
μογή; των μέτρων τοΰτιον. οτι δε δ'.ενοεΐτο κυρίίο; δ'.α τή: άνακο'.- 
ν(•)σε<>'); της ταύτης να άττειλήση μόνον. 

\{ απειλή αυτή παρήγαγε το ποΟούμενον αποτέλεσμα. .\ί δυνάμεις 
συνήνεσαν να διορισΟή επιτροπή μικτή δια νάάναΠε^ορήση τους τίτλου^ 
τής προστασίας. 

Ί^]νΓ)αρρυν()εΙσα δε από την έπιτυχίαν ταύτην ή Πύλη απηύθυνε. 1 ί^ 
μήνας ,^ραδύτερον. τή 1 2/24 Απριλίου 1 ΝΓ•2. νέαν έγκύκλιον ~ρο; το 
διπλ(ι)ματικόν σώμα. όπου. άφοΰ έοεόαίοινε τάς ευμενείς διαΗέσεις τών 
δυνάμείον. απεκάλυπτε τας καταχρήσεις, εις τάς οποίας έδιδεν άφορ- 
μήν εσφαλμένη ερμηνεία τών διομολογήσεο)ν. και έζήτει από τάς δυ- 
νάμεις νά κανονίσουν έπι τέλους δια κοινής συμφ(ονίας μετ" αυτής το 
ζήτημα τής προστασίας τών ςένο)ν. Λί δυνάμεις ευμενώς άπεδέχΚγ,- 
σαν τήν έγκύκλιον ταύτην καΐ τό επόμενον έ'τος ή ΓΙύ/.η έδημοσίευσε 
με τήν συναίνεσίν των τήν οιακανόνισιν περί τών ξένο)ν προςενείίον 
τής 2.•5 σεφερ 1 2.'-!() (^Αύγουστος τοΟ ΙΜΗ3"). Ή διακανόνισις αύτν, 
εφαρμόζεται πάντοτε. Και πρέπει νά Ηείορήται ως ό οργανικός νόμος 
τής προστασίας τών ιΒαγενών. 

Άλλ' ας έςετάσωμεν κάπίος λεπτομερώς τήν διακανόνισιν ταύτην. 

.\ύτη ορίζει ~ρο)τοΊ με τίνα δρον υπήκοος όΗ(ι)μανός δύναται νά 
τύχη τής ςένης προστασίας. Κατ' αυτόν εις τον •'^-γλ.οο'/ τούτον πρέ- 
πει νά ανατεθούν καθήκοντα τίνα κανονικώς άπό τήν ςένην αρχήν. 
Και τά καθήκοντα ταύτα είναι τά τοϋ προςενικού πράκτορος, τού 
διερμηνέίος, τού γιανιτσάρου. τού εις τήν ύπηρεσίαν τού ςένου πρα- 
κτορείου, και τού διερμηνέως και τού επιτρόπου ενός ςένου θρησκευ- 
τικού ιδρύματος (άρ. 1. •>. 9 ι. Τά καθήκοντα ταύτα είναι τά μόνα. τά 
όπο'.α παρέχουν τήν ςένην προστασίαν. Ακόμη πρέπει, ίνα '^-ι^ν.οο; 
όθίομανός δύναται νά τύχη τής ςένης προστασίας, νά είναι διορισμέ- 
νος εις εν τών άςκομάτίον. τά όποΐα ώνομάσθησαν άν(ι)τέρ((). καΐ ο 
διορισμός τότε μόνον είναι κανονικός, όταν είναι σύμφίονος με τάς 
ακολούθους διατάςεις τής διακανονίσεο)ς τού ΐΝΟ.'ί. 

"Οταν. πρόκειται περί διερμηνέως, τό 7.οΗρθΊ 'Λ ορίζει δτι τό προ- 



Γ>4 Π. Μ. ΚΟΝΤΟΠΑΝΝΗ 

ξενεϊον ή υποπροςενεΐ^ν οφείλει να άποταθτ^ προ; τον άντιπρόσιοπον 
χΫϊς κυ6ερνγ')αεο); του έν Κωνσταντίνουπόλει. ί'να οί" αύτοΰ έπιτύχν/ 
^εζυρικόν εγγραφον προς τον οιοικητήν τοΟ τόπου ι^οπου λείτουργεί 
το προςενεΐον ή ΰποπροΕενεΙον), έςου:?ιοδοτοΟν αύτον να άναγνωρίσΥι 
τον προτείνόμενον. ΚαΙ προστίθεται εις το άρΗρο'/ 3 ο τι απαγορεύε- 
ται του λοιποΰ εις τας τοπικάς αρχάς να άναγν(•)ρίζο)αιν υπό τήν ιοιό- 
τητα ταύτην οίοΊΟΎικοτζ άνευ βεζυρικοΰ εγγράφου. 

"Αν πρόκειται περί γιανιταάρων, τίθενται περιορισμοί, οι όποιοι 
ομώς ένταΰθα οέν μας ένοιαφέρουν. 

Κατά τόν ιοιον τρόπον ον>ρίζονται οί οιερμηνεΐς καΐ οί επίτροποι 
των θρησκευτικών ίορυμάτ(ον. Ή εγκρισις των όθίομανικών άρχων 
• είναι |3εβαίως μία ασφάλεια κατά της καταχρήσεως της ξένης προ- 
στασίας. Μία άλλη ασφάλεια προέρχεται εκ τοΰ περιορισμού τοΰ αριθ- 
μού των οιερμηνέίον και των γιανιτσάρίον. Ή οιακοίνωσις τοΰ 18(')ο 
ορίζει και περιορίζει τον αριθμόν των Οθωμανών ύπηκόίον, οι όποιοι 
όύναντχι νά άπολαύίοσι χ-ϊ^; ςένης προστασίας ως οιερμηνεΐς. ως για- 
νίτσαροι των προ:ενεί(ον. ως όιερμηνεΐς ή επίτροποι των ςένων θρη- 
σκευτικών ίόρυμάτων. 

Ό όιορισμός οιερμηνέως. γιανιτσάρου, καΐ επιτρόπου δεν δύναται 
νά προταθγ/ και εγκριθη παρά μόνον έφ' όσον τηρούνται τά όρια περί 
αυτών, τά ανωτέρω οιαγεγραμμένα. 

Μόλα ταΟτα εάν ένεκα εξαιρετικών περιστάσεων ό νόμιμος αριθμός 
είναι ανεπαρκής, ή διακανόνισις προόλέπει την δυνατήν αύςησιν κα- 
τόπιν όμως συνεννοήσε{!)ς μεταξύ τοΰ πρέσβειος καΐ της ΙΙύλης 

Μένει νά γίνη λόγος περί τών καθηκόντων τοΰ προξενικού τ^ρά- 
'λχορος. Ή διακανόνισις τοΰ Ιί-^Οο είναι πολύ σαφής περί το''^το'^. Εις 
πολύ έςαιρετικάς περιστάσεις, όταν το άπαιτοΰν μεγάλα εμπορικά 
συμφέροντα, όταν είναι αδύνατον νά τά εμπιστευθούν εις άλ/ον έκτος 
τών ιθαγενών, τά προξενικά καθήκοντα επιτρέπεται νά ανατεθούν ύπό 
ξένης δυνάμεως εις υπηκόους τοΰ Σουλτάνο ^. "Αλλ' ή άδεια αύτη δί- 
δεται εις τόν ιθαγενή μόνον κατόπιν συνεννοήσε(ος της ΙΤύλης και 
τοΰ πρέσβείος καΐ είναι κατ' ανάγκην προσο)ρινή. 

Ή διακανόνισις τοΰ 1 Ηί»)) δεν διαγράφει μόνον αυστηρώς τους 
'όρους, με τους ό-οίουζ αποκτάται ή ξένη προστασία εκ μέρους τών 
υπηκόων τοΰ Σουλτάνου. 'Ορίζει ωσαύτως με την ?δίαν αυστηρότητα 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΙ ^κ) 

χ%ς ϋοιότητα; καΐ τα ε-ακόλουΟα τ/,; -οοστασ-'κ: ταύτγ,:. ατζα: κτγ,- 
•ΙείαΥι;. Ή -ρο:?τ7.σία γ, :ένη έττΐ τών όΟίομανών ϋτζηκόίον είνα-. μόνον 
-ροσίοπικν',. κχΐΙ" οίον οέν έ-εκτε:νεταί εί: τήν οικογένειαν τοϋ -ρο- 
στατευομένου οΟοξ ε:: τήν σύζυγόν του και τα τέκνα του. καΐ προ- 
-(ορ'.νή. καΠ' οιςν τταύε•. μαζί με τα καΙΙγ/.οντα ένεκα Ίών ό-οίίον 
έτ:ετρά-7,. 

Τοιαύτη είναι ή οΐ'/κανόνισι; του ΐΧ(»ο. 'β-αναφέρει τα ττράγματα 
ει; τήν Οέσιν τίι)ν. 

ΙΙλάνη ομω; είναι να νομίσν, κάνει; οτι τίττοτε -/,έον εκ τοΰ -α- 
ρελΟόντο; οέν μένει, οτι οέν ύ-άρ/ουν τΐλέον ει; το όΙ)(ομανικόν κρά- 
το; άλλοι προστατευόμενοι ιθαγενεϊ; τταρά οί άναγν(ι)ρισΟέντε; τοι- 
ούτοι όιά τν'; οιακανονίσεω;, τν^; όττοία; τα; κυριωτάτα; οιατάςει; 
-ρό ολίγου άνελύ-αμεν. .\ί οιατάςει; τγ,; οιακανονίσεο); ταύτη; -ρε- 
-ει να συνουααΙΙοΰν με μίαν σύμοασιν ρηματικήν. ή ό-οία επηκολού- 
Οησεν, όταν άκριόώ; επρόκειτο να οημοσιευΟη ή οιακανόνισι; τοϋ 
Ι Χίί.'ί. μεταςϋ τι\ζ Πύλη; καΐ των ένοιαφερομένίον ουνάμεο)ν. 

II σύμοασι; αύτη άναγν^ορίζει Οετικώ; οτι γ^ οιακανόνισι; τοϋ 1 Νΐ;:! 
οεν κανονίζει τα -ράγματα -αρά μόνον οιά το μέλλον, και οεν έχει 
ούναμιν άναορομικγ',ν. Ορίζει λοιττόν οτι όλοι οί ύ-ήκοοι όΟιομανοί. 
οί ό-οΐοι μέ ενα οίονόνΐ-οτε τίτλον ά-ήλαυον τγ",; ξένη; προστασία; 
τήν στιγμήν τη; οημοσιεύσεο); τη; οιακανονίσεο);. Οά έςακολουθήσουν 
να απολαύουν αυτή; και εάν οεν προβάλλουν τοϋ; ορού;, ου; προ- 
βλέπει ή οιακανόνισι;. οτι τήν προστασίαν ταύτην <)ά οιατηρήσουν 
με τα; ίοιότητα;. αί όποΐαι τη; έοόΟησαν 'ό; προστασία; οικογενεια- 
κή; και κληρονομική;. 

'ί;2στε.ουνάμεΜα νά συμπεράνίομεν οτι ύπάρχουσι νυν ει; το όΟίο- 
μανικόν '/.ράτος ούο τάςει;. σαφώ; οιακεκριμέναι, ιθαγενών προστα- 
τευομέν(ι)ν 1) οί όΗ(τ)μανοΙ υπήκοοι. οΓτινε; ελαβον τήν προστασίαν 
προ τή; '2:\ σεφερ 12><0 (Αυγ. 18().'>) (αύτη είναι ή γρο'/ολο^^ί'χ τή; 
οημοσιεύσεω; και οιακανονίσεο); τή; σχετική; ~ρίζ τά εν τοι όΙΙο)- 
μανικώ κράτει ξένα προξενεία), και οιά τού; οποίου; ή ξένη προστα- 
σία είναι σύγχρονο); οικογενειακή και κληρονομική" 2) οί όυο)μανοΙ 
υπήκοοι, οί όποιοι εν τή ίοιότητι των ςένο)ν προξενικών πρακτόρο)ν. 
τών θΐερμηνέο)ν ή τών γιανιτσάρο)ν των οιαφόροιν ξένίον προξενείίον. 
τών οιερμγ^νέαιν ή τών επιτρόπων τών ξένων Ηργ^σκευτικών ίόρυμά- 

ΑΘΗΝΑ, ΤΟΜ. α'. 5 



<■» /* 



•)Η Π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

των απέκτησαν τήν ξένην προστασίαν αυμφώνως τζρος τάς διατάζεις 
της διακανονίσεο): τοΰ 1.^68. Εί: τούτοΊς ή ςένη -ροατασία είναί 
προσωρινή καΐ προσκοπική. 



Ε Π [ΛΟΓΟΣ 



Άνωτέρο) έοηλίόθηίΐ) οτι εύρεΐα πολύ οέν ήτον ή δικαιοδοσία 
των Έλλήνίον προξένων, τήν οποίαν έχορήγουν εις αυτούς τα κράτη, 
τα αναθέτοντα προξενικά δικαιώματα εις αυτούς. Ειδομεν δε οτι ή 
άμάΒεια μερικών ΌΓ,οτζροξίνω'^ Ύιτον τόση, ώστε καμμίαν συνείδη- 
σιν δέν ειχον των προξενικών τκ)ν καθηκόντίον, τών προξενικών των 
δικαιωμάτιον και πλεονεκτημάτίον. Άλλα και οΐ προστατευόμενοι εν 
γένει κατεδκόκοντο ώς απλοί ραγιάδες και οί Τούρκοι παρεβίαζον 
τήν προστασίαν όσον και δπιος ημπορούσαν. 

Μόλα ταύτα τα μειονεκτήματα ταύτα δεν ήσαν τίποτε παραοαλ- 
λόμενα τζρός τα πολλαπλά ωφελήματα, τα όποια ή προστασία παρεί- 
•/εν. Ό αριθμός τών προστατευομενιον ήτο πολύ μέγας, λέγει ό Κϊΐΐ- 
Ιείγ. και το |ίεράτιον έπέτρεπεν εις αυτούς να παραβαίνουν όλους 
τους νόμους άτιμωρητεί. Οί ,^ερατλήδες εζ(ι)ν εις το μέσον τού τουρ- 
κικού πληθυσμού χωρίς να υπόκεινται εις ^ίαρύτατα οικονομικά ,ίάρη' 
εις τά όποια και αύτοΙ οί μουσουλμάνοι υπέκειντο. αφού ίμ~ορε'')ονχο 
χωρίς νά πληρο)νουν τους ιδίους δασμούς, χιορις νά ύπάγωνται αί έμ- 
πορικαί των πράξεις εις τους ιδίους νόμους. Το πρόσωπον τ(ον ήτο 
προς τούτοις άθικτον. διότι έπροστατεύετο από τήν πίεσιν τν^ς τουρ- 
κικής αστυνομίας υπό τού πρέσ6εο)ς ή τού προξένου, εις τους οποίους 
και μόνους ΰπετάσσοντο. 

Και εν γένει υπέρ τών προστατευομένίον πάντοτε παρενέβαινον οί 
αντιπρόσωποι τού προστατεύοντος κράτους και ή προστασία ήτο πε- 
ριζήτητος. Λιότι ευλόγως εθεωρείτο ώς μία απαλλαγή από τον ρα- 
γιαδισμόν. αφού παρείχε τά ίδια πλεονεκτήματα, τά όποια εΙχον 

(1) Σελ. 112 χ. =. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΙ (μ 

οί ;έν&ί έντό: τν,; αυτοκρατορία;, -ερισαότερα οέ καΙ μεγαλύτερα 
ΰττό τ-.να; έκόψείς καΐ άττο οσα ε!/ον αύτοΙ οί μουσουλμάνοί. 

"Η τΐροστασία. έ'τ^ειτα. άφοΟ ήλάφρυνε τα φορολογικά [ίάργ,. ύ-ν,ρ- 
ςεν αρ'.στο: συντελεστή: ει; τήν άνά-τυ;ίν του εμπορίου, ει; τον 
σχγ,ματισμόν περιουσιών, ει; τήν ύλικήν εν γένει -ροαγο)γήν του 
εϋνου;. τήν οποίαν συμπαρηκολούΟησε καΐ ή πνευματική, άφοΰ <;>; 
γνωστόν, οπού άνεπτύσσετο τό έμπόριον. οπού .είσε/ώρει πλοϋτο;. 
έκεϊ εκαλλιεργοΟντο φιλοτίμο); καΐ τα γράμματα. "Ά; λε/Οή οέ ακόμη 
ενταΟϋα οτι χωρΐ; τήν προστασίαν ^ήν ρωσικήν κυρίω;") οέν [ίλέπει 
κανεΐ; πώ; Οά ήτο ουνατον να λάβττ^ τόσην έπίοοσιν το ναυτικόν. ει; 
τό όποιον όφείλομεν κατά τό πλείστον τήν έπιτυχίαν τή; έπανα- 
στάσείο; τοΰ 1 ί-!^! . 

Αλλά και ΰπήρςε. τρίτο'/. ή προστασία φορεύ; του πολιτισμού 
μεταςΰ τών άπολιτίστωντότεΈλλήνο)ν άοιαφιλονικήτου. νομίζο). σπου- 
οαιότγ^το;. Λιότι μ ολα οσα άνεφέραμεν άνωτέρο) περί τή; στασιμό- 
τγ,το; τάχα των Ί^^λλήνιον ει; τά ή()γ, και έ'ΙΙιμά τίον. τήν οποίαν 
έςαίρουν Ινϋρωπαΐοι. περιηγηθέντε; τά; /(όρα; τή; Τουρκία; ει; εκεί- 
νου; τοΰ; γρό'^ου;. ή έπικοινο»νία των προστατευομένιον με τά; εύρο)- 
παϊκά; παροικία; των εμπορικών παραλίων πόλεο)ν τή; Τουρκία; 
' ^μ'^ρνγ,;. Ηεσσαλονίκγ^;. "ΑΟγ,νών. Ινωνσταντινουπόλεο); • ένεκα 
τή; προστασία; οέν άπέόγ^ 7.\ΌΊΌς ει; παντοία οιοάγματα. ώ; μόρ- 
φιοσιν. ει; μίμγ^σιν. ει; %7ίθΖθ'/Ί^Ί εύρο)παϊκοΟ |3ίου. εΰρίοπαϊκών γνοΊ- 
σείον καΐ άντιλήψε(-)ν πραγμάτοίν και συνΙΙηκών. ένεκα τών όποίο)ν 
ανέκυψε τό κακόμοιρον έ'Ηνο;. τό καιεχόμενον από τον λήΟαργον τή; 
όουλεία;. τή; άμαΗεία;. τή; αγροικία;, τή; όεισιόαιμονία;. Και όέν 
υπάρχει άμφιόολία ότι κοντά ει; του; άλλου;, μικρού; και μεγάλου;, 
παράγοντα; τή; εΠνική; άναγεννήσεο); πρέπει νά προστεΟή και ή 
προστασία. 

\\λλ" ή προστασία, τήν οποίαν τόσον ολίγον ακόμη γνίορίζομεν ' 1 ι. 

(1) 'Είδσ'ον λ^'γ;! ό ΙΤαπαρρηγοπουλος Ιν ι^ ίστοοία του (τοα. ,'ί τίλ. 5.*^•) εχδ. Ιί) 
«αίνετα'. ότι μόνον τους προστα:£υοαενου; της Ρί.)3:'α; γνιορίΓει, αγνοεί δι τοί)ς τών άλ- 
λων ουνάαεων. Λιότι όμιλεΐ μόνον περί της προστασίας του Ιμπορίου ζα; τη; ναυτιλίας, 
τήν όπο;'αν άνελαοεν ή Ρωσία. Οΰοαμου οέ της ιστορίας του αναφέρει προστατευομε'- 
νους τών αλλίον δυνάμεων και οϋοααού εζομε'νιος αναφέρε; ωφελείας. προ»λ6ούσας από 
την προστασίαν ταύτην. Και οι άλλοι δέ ίστορίχοί, οι πραγματευθέντες τους )(ρόνους 
τη; τουρ/.οχρατίας. δεν έχουν πλήρη /.αϊ σβφη της προστασία; άντίληψιν. 



(;ν π. μ. κοντογιαννη 

έχρηαίμευαΓ/ εις τα: χείρας της Ρ(ι)σίας καΐ ως οπλον άποτελεσμα- 
τικόν. οΓ αύτης οε ή ούναμις αυτή προαεπάΒηαε να //.λονίαΥ] τήν 
Τουρκίαν. να άνεγε-'ργ, οε τους "Ελληνας. Άν(οτέρω(1) ελέχθη τϊόαην 
εζτασίν ελαβεν ν'^ προστασία των Ρ(όσο)ν. Οί Τοΰρκοι. είναι αληθές, 
ανέκαθεν έουστρόπησαν είς τήν οιατγ^ρησιν τν^ς προστασίας. Άλλ' αφό- 
του — οια της συνθήκης τοϋ Καϊναρτζή έχορηγήθησαν καΐ εις τήν 
Ρίοσίαν οσα οικαιώματα ειχεν ή Γαλλία και αί άλλαι ουνάμεις— ύττό 
τινας οέ έττόψεις ευρύτερα ακόμη καΐ σ-ουοαιότερα — ,οί Τούρκοι ήρ- 
χισαν να ανησυχούν ακόμη περισσότερον από προτήτερα καΐ να έπι- 
οαόκουν τήν τελείαν τής προστασίας κατάργησιν. Οί Ρώσοι όμο)ς επέμε- 
ναν. Και εις κάθε νέαν συνθήκην.τήν οποίαν συνήπτον με τήνΤουρκίαν 
μετά τήν συνθήκην τοΰ Καϊναρτζή, τα οικακόματα. τα χορηγηθέντα 
όιά τής τελευταίας, άνενεώνοντο. ΚαΙ οί προστατευόμενοι "Ελληνες 
καθ" έκάστην επηύςανον. Οί πρόΕενοι έπειτα τής ΙΝοσίας εν "Ανατολή 
ήσαν "Ελληνες, ώς και οι οιερμηνεΤς και υπάλληλοί το)ν εν γένει. 
'Έχοντες οέ στήριγμα τήν '^ο^^ερ7.'/ ρίοσικήν ούναμιν οί "Ελληνες 
ούτοι ί-κροιτάτε'^ο^^ αποτελεσματικές τους ομοφύλους τίον και ήσαν 
φοβεροί και έπικίνουνοι εις τους Τούρκους όιοικητικούς υπαλλήλους, 
των όποίίον τάς αυθαιρεσίας όχι μόνον οέν ήνείχοντο. άλλα και ειχον 
τήν ούναμιν να αποκρούουν και να πατάσσουν άμειλίκτως. λ'')^ν.ο'ΑθΊ 
οέ όέν ήτο να έπιτύχη ρίοσικήν προστασίαν (και ρωσικήν ακόμη ϋπη- 
κοότητα'ι οΙοςΖτι~οτε. είτε 'έ\ι~ορος είτε ναυτικός είτε επαγγελματίας, 
οιά να άποφύ,γη τήν από τους Τούρκους έςάρτησίν του. οιά να φέ- 
ρεται τζρος αυτούς άγερίόχως. όιά να εχη εμπορικά ή να,υτικά ή 
άλλα προνόμια, και άτελείας. όσας συνεπήγετο σύμφίονα προς τά; 
συνθήκας καΐ τάς οιομολογήσεις ή προστασία. 

ΚαΙ όταν αργότερα κατά τους πρό τής επαναστάσεως '/ρό'/Ο'Κ 
εγίνοντο αί ένέργειαι των <1>ιλικών ~ρ6ς άποτίναξιν τοΰ μισητού ζυγοΰ. 
οί ρώσοι πρόξενοι και οί ρώσοι προξενικοί υπάλληλοι ήσαν εκείνοι. 
οί όποιοι έπρίοτοστάτησαν άφόόως εις τάς ενεργείας ταύτας. Λιότι ή, 
προστασία, τήν οποίαν εΙχον. τους έξησφάλιζεν από τήν τιμο)ρίαν. 
αν ή συμμετοχή το)ν άνεκαλύπτετο. Ό οέ Δημήτριος ".Αργυρόπουλος, δ 
τζρόζε'^ος τής Ρο)σίας εις το Ι'αλάζιον. ό Γε(ί)ργιος .νεόέντης ό όιερ- 
μγίνεύς τοΰ εν Αακία. ρωσικού προξενείου, ό Ιωάννης Βλασόπου- 

(1) Σίλ. 5;ί κ. £. 



ΟΙ ΙΙΙΌΣΤΑΤΚϊΟΜΚΝϋΙ 69 

λος. ό π,οόςενο: τών Ιίχτρών. ό Ίίοάννης ΙΙα-αρρηγόπουλο;. οιερ- 
μγ^νεύ; καΐ οΰτο; τοϋ ρωσίκοΰ τ^ροςενικοΰ τών Ι Ιατρών, καΐ τοΰ εν 
ΣμύρνΥ| μετά ταύτα. 6 !Σπυρίδϋ)ν Αεστούνγ,;. :ι:ρόςενο; έν ^μύρν^^. ό 
Νικόλαος Μυλωνά;. 6 τζρόζεΊος τ/^ς Ι'(ι)σ•'α; εν Χίω. όλοι. ')έλ(ι) να 
ε"ί~ω, ούτοι οέν είναι ασήμαντοι οια τήν ίστορίαν τΫ^ς έπαναστάσε(ι);. 
Αιότι οέν είναι ολίγαι αί ύπηρεσίαι. τα: ότιοίας τΐροαέφεραν προ: τήν 
τζατρίοα. ώς -ρόςενοι τγ^; Ρωσία; και ώ: προστατευόμενοι εννοείται 
ΰπ' αϋτΫ|;. 

Ώστε ύπο. τήν εποψιν ταύτγ^ν ή τ^ροστασία συνετέλεσεν όχι ολίγον 
ει: τγ^ν όΥ|μιουργίαν ελευθέρας Έλλάόος. 



\ 



ΕΓΓΡΑΦΑ [ίΚΡί ΙΙΓΟΠ'ΑΣΙΑΣ ΤΠ ΙΙΡΟΊΟΧ 1<:ΚΛΙΑ( )ΜΕΝΑ 



(7.) 
(Βλ. σελ. ΙίΙ. 20. 1 (Η) κ. έ.). 

Το φιρμάνιον. τοΟ οποίου τό τϊολύτιμον ττεριεχόμενον 0'>, ιοΥ( εύ- 
ιΐϋ; -Αχτωτερω ί αναγνώστης, άτΐόκειται είς το άρχείον τγ^ς ίστορικΥ|; 
καΐ έΟνολογ'.κΥ]; εταιρείας ύ-" άριΗμόν 17.544. Ιίΐναί γεγραμμένον 
έπΙ '/^;^το'^ παχέος (^!ι Χ 5ο) καΐ μόνον έπΙ τ/,ς μιας σελίοος. ΈπΙ 
τής άγραφου άναγινώακεται: 

.λί-ουγ-.ουρτίον του Χουαειν πάσα τοΰ ζαμπιτλικίου. 

<1>έρε'. οέ τον έςγ^ς μακρόν τίτλον έπΙ ούο στίχων. 

< Απαράλλακτος μετάφρασις τοΰ ύψηλοϋ ,3ασιλικοΟ όρισμοΰ, έκδο- 
•|)έντος κατά το 1216 ετος(1) τίρος ολας τάς νγ')σους της "Ασπρης Θα- 
λάσσης καΐ παράλια αύτν^ς, ή οποία μετάφρασις έοό^3η ήδη άπο | τό 
ΰψηλόν διόάνι τοΰ ,^ασιλικοΰ ακαταμάχητου στόλου κρος τόν καπετάν 
Γεώργιν πάση κοϊζάπαση (2ι της νήσου "Γδρα: καΐ λοιποίς προε- 
στώσι της νήσου ταύτης : . 

Μετά τοΟτο'/ έπεται κείμενον τουρκικόν εις στίχους πλαγίως φερο- 
μένους εκ των άνω προς τά κάτω και Ϊ'/οίχχζ μήκος 0.17. Είναι δέ 
οί τουρκικοί στίχοι έν τω συνόλ(;) 21. 

Ιΐρός τά δεςιά οέ τοΰ άναγινώσκοντος τό τουρκικόν κείμενον αφήνεται 
/ώρος άγραφος, είναι δε έκεΙ αποτύπωμα μεγάλης ('<)0εί00Ός σφραγί- 
δας, έπΙ της οποίας άναγινώσκονται τά εξής. άραβιστί. γεγραμμένα. 

"Η επιτυχία μόνον εκ τοΰ (-)εθΌ έρχεται. 
Ή δύναμις μόνον έκ τοΰ Ηεοΰ έρχεται. 
Παραδίδο) τά πάντα εις τόν Ηεόν. 
Ή νίκη μόνον έκ Ηεοΰ έρχεται. 

Και ταΰτα μεν άναγινο^σκονται περί τήν σφραγίδα. Εις δε τό μέ- 
σον αυτής άναγινώσκονται τά εξής. 

(1) άνΓΐιτο'./οΰν προς το 1803. 

(•2) μπάί κοτζαμπάση (:τροϊστά;7.ενον των οη|/.ογερονΓων). 



74 π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

Ό έχων ανάγκην τΊ^ς συγγνώμης του Ηεοΰ Χουσεΐν. 
Έ δε καχά λέξιν μετάφρααις των τουρκικών στίχων έχει ώς εςης. 

'() προεστώ; της 'Ύορ%ς Γεώργιος καΐ πάντες οί προεστώτες της 
"Γδρας διατάσσονται. 

Κιναι κχΒωρισμένον εις τας συνΒήκας και τά ρεράτια ϊνα οί εις 
τάς άκτάς καΐ τάς νήσους του Αιγαίου άπδ τα χριστιανικά κράτη, τά 
διατηροΰντα φιλίαν μετά του αίωνοβίου ύψηλοϋ κράτους, διοριζόμενοι 
ιζρδς θεώργ^σιν των υποθέσεων των εμπόρων και των ταξειδιωτών πρό- 
ξενοι και ΰποπρόξενοι είναι εκ των ομογενών αυτών. Είναι δε εντε- 
λώς εναντίον τών δρων και των συνθγ^κών το να διορίζωνται πρόξε- 
νοι και ΰποπρόξενοι τών χριστιανικών κρατών οί υπήκοοι του υψη- 
λού 'λράτους. 

Έν τούτοις επειδή απεδείχθη οτι από τίνος ^/^ροΊΟ'^ τινές εκ τών 
φορολογουμένων υπηκόων τοΰ ύψηλοϋ κράτους ήξίωσαν να λάβουν 
προξενικήν και ύποπροξενικήν ιδιότητα, πολλοί δε λαμβάνουσι παρά 
τών γενομένων . δεκτών ΰκοπροζίν^Ί έγγραφα προστασίας, αν τις 
τών υποτελών ύπγ|κόων εις τάς άκτάς καΐ τάς νήσους τοΰ Αιγαίου 
πελάγους έγένετο παρά τάς συνθήκας και τον πολιτικον νόμον πρό- 
ξενος καΐ ύποπρόξενος. νά μη δίδεται ύπόληψις εις τά εις τάς χείρας 
του |3εράτια και νά διενεργήτε περί αυτών ώς ύπηκόιον. 

Και εις το έξης κανείς εκ τών ύπηκόον/ του ύψηλοϋ κράτους νά 
μη άξιοι προξενικήν και ύποπροξενικήν ιδιότητα και νά μή λαμόάνη 
έγγραφον προστασίας παρά τών τζροςίΊΜΊ τών χριστιανικών κρατών• 
Και αν εύρίσκωνται οί τολμώντες. άνακρινόμενοι νά παιδεύωνται. 

ΚαΙ επειδή δεν είναι έπιτετραμμένον Ι'να οί τιρος έμπορίαν ή άλλην 
ύπόθεσιν εις τάς ίσλαμικάς χώρας ευρισκόμενοι ή εις το έξης άφι- 
κνούμενοι ξένοι λαμβάνωσι γαίας καΐ ιδιόκτητα ακίνητα, αν ΌτζάργοΊν 
οί παρά τους αρχαίους κανόνας καΐ τον πολιτικον νόμον αποκτήσαν- 
τες ίδιόκτγ^τα ακίνητα καΐ γαίας, νά τάς πωλώσι κατά την άξίαν των 
εις υπηκόους τοΰ ύψηλοϋ •Αράτο•^^. και νά άποξενώνται. αύτοι δέ νά 
κατοικώσι δΓ ενοικίου. 

Και νά ίσχύη ο νόμος ό (1) δοθείς κατά τό άσπι- 

λον ιερόν δίκαιον και τους άρχ^αίους πολιτικούς κανόνας περί τών 

(1) Δύο λέξεις ένταΰθα είναι δυσανάγνωστοι. 



οι ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΙ 75 

τέκνων των ξένων, τών γενν(ι)μέν(ι)ν εκ κορών ύττηκόων ό<)(])|ΐανών. (ο; 
κχΐ τζερί τών άλλων τών σχετικών χυτοί;. 

Έτΐειοή οέ ειναί βέβαιον οτι όστισοήποτε ένεργήχ^ι εναντία Ηα τζαι- 
οεύεται 7;αρά τών αξιωματικών, 'ί-ως είναι ύμΐν γνίοστόν. τό τίμιον 
περιε/όμενον τοΰ προγ|γ&υμένως κα•3' ύπόμνησιν και έν λετΐτομερεία 
έκοοΟέντο; ΰψηλοΰ φιρμανίου να -ράττηται και να ένεργΫ^ται κατά 
τήν έν τοϊ; καταστίχοις τν^; νήσου υμών καταγραφεΐσαν καί. οπ(ι>; 
έκτελεσΗώσι τα δέοντα, ελληνιστί γραφείσαν ώοε προ: άνακοίνίοσιν 
εις τους άρμοοίους μετάφρασιν τν^ς είργ^μένης, τιρογενεστέρας. δια- 
ταγγις. 

Εις ταΟτα έπονται έλλγ,νιστι τα εξής : 

Έπειοή. οια να ΗεωροΟνται αί υποθέσεις τών πραγματευτών και 
υποκειμένων, οσα ταξειδεύουν εις τα ευρωπαϊκά οο6λέτια(1), με τα 
όποια έχει ειρήνην και φιλίαν τό ύψηλόν οοολέτι μου (ου τό -/.ράτοζ 
ε'ίη αίώνιονλ Ι οι κόνσολοι και (^ίτζε κόνσολοι, ο-οό διορίζονται εις με- 
ρικά παράλια και νησία. κείμενα εις την "Ασπρην Ηάλασσαν(2), εί- 
ναι συμφωνγ,μένον κατά τους άχτιναμέόες(ο) και κατά τά περάτικ 
τους τό νά γίνωνται φρά } γκοι και άπό τό μιλέτι τους. και ακολού- 
θως είναι πάντη εναντίον τών άχτιναμέοων τό νά γίνωνται οί ραγιά- 
δες τοϋ ΰψηλοϋ δοβλετίου μας κόνσολοι και ;5ίτζε κόνσολοι τών ευ- 
ρωπαϊκών δοβλετίων | και επειδή έφανερώθη οτι ~ρο μερικού καιρού 
τινές τών λαμβανόντο)ν χαράτζι ριαγιάδες τοΰ ύψηλοΟ δοβλετίου μας 
προσπαθούν νά αποκτήσουν κονσολάτο ή ^ίτζε κονσολατο και τινές 
από αυτούς έτόλμησαν νά πέρ ί νουν άπό τους 7ζρ^ιτεττο'^ς κονσόλους 
και 'ρίτζε κονσόλους πατένταις. τούτου χάριν εξεδόθη προλαόόντως 
ύψηλόν ^ασιλικόν φερμάνι μας. περιεκτικόν του ότι αν εις τά παρά- 
λια και νησία της "Ασπρης Ηαλάσσης εύρεθή τις τών περνόντων 
χαράτζι ραγιάδων τοΰ ύψηλοΟ δοβλετίου μας νά γίνη κόνσολος ή [^ί- 
τζε κόνσολος, αυτό τοΟτο μέ τό νά είναι εναντίον τόσον τών άχτινα- 
μέδων όσον και τοΰ τοπι/.οΟ νιζαμίου(4), τά περάτια καΐ έγγραφα. 

(Ι) Κράτη. 

(2) Γν(ι)3τόν' οΐί οΰτω καλοϋσιν οΊ Τούρκοι τό ΑίγΛ'.ον. 

(3) 'Α/"ΐναυ.ες=ϋ;:ο7•/_ίσι; ιοΰ Σουλτάνου, συνθη/.τ,. 

(4) Τοΰ επιτόπιου νοιχου ί; κανόνος. 



7 Η II, Μ. ΚΟΝΊΌΠΑΝΝΗ 

οπου ό τοιοΟτος έχει ', εις χείρας του. νά μήν έχουν το κΟρος παν- 
τάπααίν. άλλα νά νομίζεται ο τοιούτος άπλος ράγιας. 

ΚαΙ νά μή τολμήσουν εις το έξης οι λαμβάνοντες χαράτζι ραγιά- 
οες του ύψηλοΟ δοβλετίου μας νά ζητήσουν κονσολάτο ή ^ίτζε | 
■ΑΟ-'ίποΚνΛΟ. ΚαΙ νά μην τΛ^ίο'^ί από τους κονσόλους των ευρωπαϊ- 
κών οοβλετίων όυτε πατένταις. Και όσοι ήΗελον τολμήσει νά οείίουν 
παρακοήν εις τοΟτο νά γίνωνται γνωστοί και νά παιοεύωνται. 

Και επειδή το νά | αγοράσουν οί προτέττοι μούλκια (Γ) και τό- 
πους απάνω εις τήν οΗωμανικήν έπικράτειάν μου είναι εναντίον των 
ιερών νόμων και τών άχτιναμέδων, από του νΰν και εις τό εςής νά 
μην είναι συγχωρημένον τό νά αγοράζουν | οί τοιούτοι προτέττοι είτε 
διά λόγου τους ε'ίτε οιά τά μοναστήρια και εκκλησίας τους τόσον 
όσπίτια και εργαστήρια δσον καΐ άλλα υποστατικά. Και νά μην έχουν 
άδειαν νά κάμνουν ^άκφι(2) καΐ νά αφιερώνουν μούλκια ] εις τά 
ραγιάδικα μοναστήρια και εκκλησίας. 

ΚαΙ τά κορίτζια τών ριαγιάδων, όπου ύπανορεύονται με τους προ- 
τέττους. καΐ τά παιδιά, όπου γεννώνται από αυτούς, νά νομίζο)νται 
κατά τους νόμους ραγιάδες και νά πληρώνουν επίσης [ χαράτζι καΐ 
δόσιμον διά τά μούλκια και υποστατικά τους, ωσάν τους λοιπούς ρα- 
γιάδες. Και αν οί τοιούτοι προφασίζιονται πώς είναι προτέττοι, νά 
μή γίνωνται ίτιπάρι(-•')) εις τους λόγους τους ούτε νά είσακούωνται 
παντάπασιν. 

Αυτά Ι ταύτα τά κεφάλαια μ" όλον όπου εγράφησαν εις τό ρηθέν 
ύψηλόν ^^ασιλικόν φερμάνι μας και διεμοιράσθησαν καθ' δλ/,ν τήν 
"Ασπρην Θάλαίίσαν και παράλια αυτής. δμ(ος με τό νά ε!ναι ένδε- 
χόμενον | .ώς η'ο'ηθ]ΐ^ίΊ οπού ήτον, τό νά μήν εκτελεστή, άλλα νά 
γίνεται τό εναντίον τΰς ^^ασιλικής προσταγής μου εις μερικά μέρη. 
καΐ έπομένο): είναι άναγκαΐον τό νά έξηγηθή πλέον εκτεταμένα κατά 
τους νόμους και κατά τάς | τοπικάς συνηθείας, και νά έκδοθή εις τά 
μέρη όπου χρειάζεται, γνωστόν έστω ήδη καΐ διά τού παρόντος ανα- 
κτορικού ημών φερμανίου, ότι αν "ίσως τήν Ύί^\^.ζ,^^ΟΊ τινάς από τους 
ραγιάδες του υψηλού δοδλετίου μας, όπου ! κί^νο'^Ί χαράτζι, έφΙΙασε 

(1) Ίδιοχτησία;. 

(2) Αφιέρωμα. 

(3) = νά μ.»! λα(χβάνωνται υπ' όψιν, νά μτ( είσαχούιυνται. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΙ * < 

να γ-'νγ^ -/.οίίοκο; ή ■ίίτζε κόνσολο;, αύτο τοΰτο μέ τ-^ να είνα'. εναν- 
τίον τών ά•/τ•.ναμέθ(ι)ν 7.αΙ τ/^; τοττί/,Ϋ,: συνηΗεία;. ό το'.οϋτο: οσα -ε- 
λάτια καΐ έγγραφα καΐ αν ε/ν, ε:; /.^'Ρ^ί '^'^'-' ί ''''^- Ι^ν^ έχουν τό 
κΰρο;, άλλα να είναι άνενέργγ,τα καΐ άκυρα. Κ'αΙ άφεύκκο; να νομί- 
ζεται καΐ να τον μεταχειρίζίοντα'. ωσάν του; λο'.-ού; ριαγιάοε;. 

ΚαΙ εί; τό έ;η; νά μή τολμγ^σγ^ τινά; ούτε νά ζν,τν',σΥι να γίνγ^ 
κόν ( σόλο; ή ,:ί'-χζε '/.ό'ηοΚος ούτε νά τολμήσν, νά ~άργ, -ατέντα 
από κανένα των -ροτέττηιν. Ι\αΙ αν τολμήατ] τινά; νά κάμγ, κανένα 
τοιούτον, νά γίνεται γνίοστο; καΐ νά -αιοεύεται. 

ΚαΙ όσοι τών -ροτέττων | υ, όιά ττραγματείαν ή όΓ άλλην τινά 
ύττόΟεσίν του; ευρίσκονται κατά τό -άρον ή μέλλουν νά ελ'Ιουν ει; τό 
έςγ^; ει; τήν οΗωμανικήν έ-ικράτείάν μου. οί τοιούτοι οέν είναι συγ- 
/(ορημένον νά αποκτήσουν καΐ νά αγοράσουν γ/^ν | και μούλκια. Και 
αν τινά; έ: αυτών εναντίον τών πολλών καϊοέόίον ( 1 ι και του τοπικού 
νιζαμίου έφθασε νά άγοράσγ^ μούλκια και γγ/ έπάνο) ει; τήν οΟίο- 
μανικήν έπικράτειάν μου. ό τοιούτος τ.ροτίχχοζ ει τι και αν γ'ιγόρασε | 
νά τό πο)λγ^ με τγ,ν τιμήν του ει; του; ρχγιάόε; τού ύψγ,λού οοόλε- 
τίου μου και νά αποξενώνεται άπό αΰτο και μετέπειτα νά τό έ/γ, μέ 
τό ενοίκιον. 

Και τά παιοιά όπου έγεννήΟγ,σανάπό τού; προτέττου;. | τού; ύπαν- 
όρευμένου; μέ τά κορίτσια τών ριαγιάόίον. άγκαλά και νά έπρεπε 
κατά νόμου; νά νομίζίονται ριαγιάόε;. όμο); έπειόή μέχρι τούόε τά 
τοιαύτα παρεόλέφΗησαν χάριν φιλία; άπό | αυτού; κα•)ώ; και πρό- 
τερον όσα έγεννή'Ιησαν μέχρι τούόε και όσα μέλλουν νά γεννγ,Πούν 
ει; τό έ;ή; άπό τού; προτέττου;. όσοι έχουν κορίτσια ραγιάόικα. αυτά 
τά παιοιά χάριν φιλία; νά νομίζίονται προτέττοι. Ι "()μ(ι); έπειόή όσα 

τέτοια έγεννήθησαν μέ < 2 / νομίζονται προτέττοι. αν τινά; άπό 

αυτού; έγινε κόνσολο; ή ,'νίτζε -/.ό'ηώ.οζ κα^ έφ'Ιασε νά άγοράσγ^ γήν 
και υποστατικά ει; τήν όΊ(ι)μανικήν έπικρά | τειάν μα;, ο τοιούτο; 
νά πο)λή ωσάν τού; άλλου; -ο'^^xίxτζ'^ζ αυτήν τήν γήν και μούλκια 
καΐ νά μένγ^ 7.<»)ρι; ένοχήν. Και νά γίνγ, γνίοστόν ει; όλου; ότι ει; τό 
έςή; τά παιοιά. οπού έχουν νά γεννγ,Ηούν | άπό τού; προτέττου;. οπού 
ύπανόρευϋούν μέ τά ριαγιάόικα κορίτσια, θέλουν γνωρισΗη ωσάν τού; 

(1) Κανόνιον. 

('2) ΊΙ λεξι; έν-βϋΟα ύυαβνοίγνωστος. 



7.^ Π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

λοιπούς ριαγιάοε;. καΐ αν εύχαρίστηΗοΟν εις χοόχοί τον τρότζο'^ ετζ: 
ας ύττανορευθοΟν. ΤαΟτα ττάντα ί να φανερώνωνταιεις εκείνους όπου 
κάμνεί χρεία. 

ΚαΙ με δλον όπου είναι εναντίον των νόμιον. ώς άνίοτέρο) εΤρηται. 
το να γίνο)νται [ίάκφι και να άφιερώνϋ)νται μούλκια και τόποι εις τα 
ριαγιάοικα μοναστήρια καΐ εκκλησίας, έπειοή δμως και είναι συγ- 
χωρημένον κατά νόμους, τό να αφιερώνουν οί ριαγιάόες εις τους πτο)- 
χούς καλογήρους. τους ευρισκομένους εις τα μοναστγ^ρια και εκκλη- 
σίας γήν Ι και μούλκια, και οιά τοΟτο να μη γίνεται το παραμικρόν 
έμπόόιον εις τα αφιερώματα αύτα τών ριαγιάό(ον προς τους ρηΗέντας 
πτωχούς καλογήρους. 

Αυτά ταύτα τά κεφάλαια ιδού όπου ί και εις τό παρόν ύψηλόν |3α- 
σίλικόν φερμάνι μας εγράφησαν, προστιθέμενα εις τό προλαοόντως 
ί'λοοΗν^ 'έτεροΊ άνακτορικόν φερμάνι μου. 

. Ι [ροσέτι. γενομένης ερωτήσεως τοϋ σειχ ούλ | ίσλάμ έφέντη τό ότι 
ή γγ, και τά υποστατικά, όπου αγοράσουν οί προτέττοι εις την οΗγο- 
^μανικήν έπικράτειαν. και τά παιοιά όπου γεννώνται από αυτούς τους 
προτέττους. τους ύπανορευμένους με τά ρια | γιάδικα κορίτζια εις 
τζοΧον από τους γονείς είναι ανάγκη νά υποταχθούν, έςεδόθησαν οί 
παρόντες φετβάδες. 

α'. ' Έρίότησις). "Άν τινάς από τους γρά^(ν.Ο'^ζ 7:ροτ^ττο'^ζ ελΒη εις 
την όθίομανικήν έπικρά τειαν και άγοράση τόπους, δια τους ο^.οίο'^^ 
έπληρον/ετο δόσιμον. και άλλους, διά τους δ~0'.0Ός έπληρώνετο οεκα- 
τιά, καΐ Ηελήση νά τους καλλιεργήση. ό τοιούτος εμποδίζεται κατά 
τους νόμους [ από τό καλλιέργημα: 

(Άπόκρισις) Ναί. εμποδίζεται. 

[ί'. (Έρώτησις). "Αν τινάς από τους γρά.•(•/.0ΊΖ ^:ροτ^τxο'^ζ ελθη 
εις την οθωμανικήν έπι^ιράτειαν καΐ Οέλη νά κυρίευση με ταπί ή 
με Ι ίτζαρε', 1 .' υποστατικά και θέληση νά τά καλλιεργήση. ό τοιού- 
τος εμποδίζεται κατά τους νόμους εις τούτο: 

(Άπόκρισις) Ναί. εμποδίζεται. 

γ'. (Ίίρώτησις) "Άν τινάς από τους ■^ρ'ί'(γ.Ο'^ζ τίρο Ι τέττους ελθη 
εις την οθωμανικήν έπικράτειαν και ύπανδρευθη με καμμίαν ριαγιά- 
δενα. αφού γεννηθή από αυτήν παιδί και ο πατήρ του φύγη εις την 

(1) χί(7:ϊ = εγγραφον τη: κυοιοΤΓιτος τών γαιών, ίτζο(ρέ = [Λΐ'<ϊ6ωυ.α. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΛΤΕΤΟΜΕΝΟΙ 1\) 

φ,οαγν.'.άν χ'"*?'? "''^• ~''η'^-^'{ι '^^ ττ^'-οΐ ε:; τόν -ατέρα του ήμ-ορε! 
να με:νΥ( ει; τήν ρηΗεΙσαν μητέρα του ρ'.αγ'.άοενα: 

(Άττόκρισις) Χαί. ήμ-ορεί. 

Αυτού•; τους ίεροϋς τρεις φετόάοες έοοςεν ήμίν το να τους έγγρά- 
ψωμεν Ι εις τό τταρόν μας ϋψγ,λον άνακτορικον φερμάν. καΐ οίά να 
εκτελίονταί -άντα τα ρηΗέντα κεφάλαια και νιζάμι εις το έςγ^ς ν^^^Ρ'-^ 
τγ,ς -αραμικρας -αραορομης κατά τους ιερούς νόμους και | τοπικάς 
συνήθειας οιά παντός, οιό και έκαλλίο-ίσΗη μέ τό (ίίασιλικόν κραταιόν 
μας /άττι(1) και έςεοόθη άτζό τό ^ασιλικόν μου ρικιά7:ι(2). 

Τούτου χ^Ρ'•"-* γν^οστόν εστο) -ααιν ϋμίν οτι εγράφησαν όψήλα 
βασιλικά γΊμών φερμάνια εις ολα τα νησία και -αράλια και άκρογια- 
λιαΐς της "Άσ-ρης Ηαλάσσης, περιεκτικά όλιον των ρηΗέντο)ν κεφα- 
λαίων και τό ότι είναι, Ι αφευκτος ^ίίααιλίκή προσταγή μας τό να κα- 
ταγραφΗη αυτό τό παρόν ημών άνακτορικόν έκτεταμένον φερμάνι εις 
τους κ(•')όικα; των μα7κεμέοων(3) άφεύκτως και να φυλάττεται εις τό 
έςης. ώς ειρηται. | άπαραλλάκτως. ΚαΙ όποιος από τους κριτάς γ, ζαμ- 
πίτας(4) ήθελε τολμήσει να πράςη τό εναντίον τών γεγρα|ΐμέν(»)ν εν 
αυτώ. ο τοιούτος άφεύκτως ε/ει να παιόευΗή μέ πασαν σκλη Ι ρότγ,τα. 

Και έπειόή περιέχεται εις τό 'ό'^Ιζ':,^ κεφάλαιον τού ά/τιναμέ. οπού 
έγινε προλαόόντως μεταςύ τού υψηλού οοίλετίο'^ μου και των Χεμ- 
τζών(δ) ότι όηλαοή άν(;) τινάς από τους ί ριαγιάοες άμφοτέρο)ν τοιν 
ρηΟέντίον όύο όοόλετί(ον. ό όποιος ή πρό τού πολέμου ή καθ" όν 
καιρόν ήτο πόλεμος ήθελε τραοη/Ηη(β) από τό ενα και τό άλλο όο- 
ολέτι. να μη ^ητήται ποτέ ' άπό τό όοόλέτι. οπού τόν ώρι«ε πρό- 
τερον. άλλα να νομίζεται ωσάν τους λοιπούς ριαγιάόες εκείνου τού 
όοβλετίου. εις τό οποίον έτραόή/Βη και ευρίσκεται. Προσέτι εκείνοι, 
οπού έ'/ουν μούλκια και εις τα όύο όοόλέτια. να έχουν την άόειαν να 
κατοικούν εις όποιον μέρος άπό τα όύο όοόλέτια τους 0(•)ση χέρι. επΙ 
συμφίονία τό να π(•)λούν όσα υποστατικά τους ευρίσκονται εις τό άλλο 
όοό 1 λέτι όπου τους έσύμφερε. ως ειργ^ται άνίοτέρω. να κατοικήσουν. 

(1) Αύτοκρατορικόν αυτογρα-^ον. 

(2) μένα συαόούλιον τη; αυλ?,ς του Σουλτάνου. 

(3) διχαστηρί'ον. 

(4) «ξ'.ωαατικούί, 0Όΐ/./,τΛ?. 

(5) Αϋιτριακών. . 

(ϋ) Κα/.ή άποοοΊ',; =ν τ/, ιΐίτβφράσίΐ αντί τοΰ ετροιβη/θη. 



^^0 π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

Λοιπόν καθώς είναι έττάναγκες να φυλάττωνται άτταραλλάκτως ολα 
τα κεφάλαια τα ! έμττεριε/όμενα ει: αυτό τό ύψηλόν ημών φερμάνι. 
είναι ωσαύτως άναγκαϊον να φυλαχΗΥι καΐ αυτό τό όγόοον κεφάλαιον 
τοΟ άχτιναμέ τοΰ ΰψηλοΰ όοολετίου μα: μετά τών Νεμτζών | . 
Τούτου χάριν εκείνος ό-οΰ έ; άρχ/,ς όντας ριαγιας του ΰψηλοΰ όο- 
βλετίου και ή -ρό τοΰ πολέμου ύ] καΗ~ όν καιρόν ήταν ό πόλεμος. 
έτραογ,χΟγ, εις τα /(όματα τ/^ς Χεμτζίας και έγινε \ ριαγιάς Χεμτζος 
και όέν έχει κανένα άλακάιΐ) ούτε ένοχη ν εις την όθωμανικήν ημών 
έπικράτειαν. ό τοιοΰτος μετέπειτα όταν έλΗη εις αύτην την έπικρά- 
τειάνν μας, έχων πατέντα όιά πραγματείαν του. να γνωρίζεται και 
να τόν μεταχειρίζωνται ωσάν τους άλλους προτέττους Χέμτζους. χ<ο- 
ρις να ένοχληται ποσώς από κανένα. 

Αιά τοΰτο προστάζομεν ίεραρχικώς (;) | και .ίασιλικώς οπίος μν^ 
τολμγ^ση τινας έ; υμών να κάμη τό εναντίον τών κεφαλαί(ον τών εμ- 
περιεχομένων εις τοΰτο τό ύψηλόν άνακτορικόν ημών φερμάνι ούτε 
εις τας συνθγ^κας και | κεφάλαια, όπου είναι όεμένα μεταςΰ τοΰ 
ύψηλοΰ γ'^μών όοολετίου και τών λοιπών όοόλετίων της Ινυρίόπης. 
Ώσαύτ(ος να μην ήθελεν εϋρη τινάς πρόφασιν αυτό τό ,5ασιλικόν μας 
φερμάνι | και ζήτηση να πάρη παραλόγως παράόες ή ένα άσπρο 
από κανένα, έπειόή ό τοιοΰτος έχει να παιόευθη σκληρότατα. 

Ινατ' αυτήν λοιπόν την μετάφρασιν τοΰ ύψηλοΰ ^ασι | λικοΰ φερ- 
μανίου προστάζομεν πασιν ύμϊν να έςακολουθήτε χωρίς την παρα- 
μικράν παρακοήν όιότι Ηέλετε παιοευΗγ^ σφοορότατα. Προσέτι να 
καταγράψητε αυτήν εις τους κ(')θΐκας και | όεφτέρια της νν',σου σας. 
όιά να ένεργήτε πάντοτε άπαραλλάκτίος. ( )ΰτ(ι) ποιήσατε ίος προστά- 
ζομεν και μή άλλο)ς ές άποφάσεο)ς. 

α (Ο γ' τγι 1(1 Σεπτί'βίβρίον. 

ΊΟςεόόΟη άπο τό |3ασιλικόν οιόάνι τοΰ ,'ίασιλικοΰ ακαταμάχητου 
στόλου. 



(Ήλ. σελ. οΟ. 75) 



Λήλον ποιοΰμεν ήμεΐς οί κάτ())Ηεν υπογεγραμμένοι, έπειόή και ή 
κοινότης της "1'ορας εόιόρισαν όιά έπιστά | τα: καΐ όιοικητάς τοΟ 

(Ι ι Σ/:σιν. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΙ Κ Ι 

-αρόντο; χρόνου -ρώτον [ΐέν τον εντιμότατων κυριον καττεταν Γε(όρ- 
γ'.ν Α/,μα | Ιίοΰργαρη. -α; κοτζάμ-α^ίγ,ν καΐ .Γα-•'τγ,ν τοΟ τόττου μα; 
όμοίω: καΐ τοΰ: τ'.μ'.ωτάτου: κυρίου; "Λγγελον 1 Κουτουλουμα/^Ι). 
.\ναγνί»')στ7(ν Ι'κορογ'.άνν,ν. Χατζγ^ Κανελλάκην. Γείόργ'.ν Χατίν, Γκ'.- 
(όνγ,. Άνορέαν Ι Λγ^αν,τρ'. καΐ ΙΙαντελν,ν Γκίκα. ο: ό-οΐο'. έ'Ιήτγ,σαν 
καΐ γ^μά; τών κάτίοΗεν τα; ϋ-ογραφά; μα; ■ . ήμε:; οέ οντά; ~ρο- 
σταγμένοι -7•^οορώ; τζαρα του εςο/ίοτάτου άμ-αοόρου τ/'^; ΙΝοαία;. 
ω; Ι -ροτεττο'. τ/^; αϋτγ,; νατζ'.όνο;. οια να μήν άνακατίονώμεΗα ε:; 
τό κο'.νόν. οΰοΞ τα; ΰ-ογρα | φά; μα; να οίόίομεν. τζλήν ζγ,τώντά; 



■^ ί 



μα; το -/.Ο'.'/ζί μιαν και ουο και ττο/./.ακι; ει; το να ! θ(»α(ομεν τα: 
ύ~ογραφά; μα; οιά σύστααιν του κοινοΰ. ουτ^ο; οίοομεν τό τταρόν μα; 
ύ-ογε ' γραμμένον. οτι γνίορί,Ιομεν όιά αςια Οττοκείμενα τού; αν(οΗεν 
ο'.οριιΗέντα; καΐ [ΐένομεν ' ευχαριστημένοι ει; τα; ευλόγου; και όι- 
καία; άττοφάσει; του;. 

"Υδρα 2.Ί Δεκεμβρίου ΙΗΙΠί. 

όιμίτρι; τζαμαοό; 
γιοργι; οιμίτρι 
λάΖαοο; κουντουοκότγ - 
κοαταντι; τοΰ γιάνι 
ελεύθερη; τοΰ μανόλι 
κοσταντι; χατζγ, Ααμιανοϋ 
καττεταν οαμιανό; του γιάνι 
αναγνώστη; νικόλα τζάννγ((2), 

(γ) 

(Βλ. σελ. :5()). 

Υψηλότατε, οικαιότατε. έλεημονικώτατε. εύεργετικ(ότατε. αΰΗέντα 
γ',μών \ο'^1ι^ϊ'^^ Μεχμέο ττασα "Αχμέτ -ασα, : τοΰ κραταιοτάτου Οο- 
όλετίου καττουταν -ασα. γονυκλινώ; καταφιλοΰμεν τοΰ; ΰψγ^λοΰ; 
αύτη; -όόα;. 

(Ι) ΙΙη&'- τούτου |ίλ. Κριεζη. ίστο&ία ""Ι'ζρας 1ι?0. — Γούδα. βίοι παράλληλοι Γ», 99. 
(V*) 'Ίσ'•): Τζοάννϊ,, δίοτ'. υπηρ/ίν ί'ν "Τδρχ οίκογενίΐα ! ζοάνντ, (Άντ. Λ Μια- 
ούλη, ίστορ'ϊ τη; νηιου "Τδρα; αίλ. 7ί^ — Κρίίζτ,, Ι'^ί). 

ΑΒΗΝΑ, ΤΟΜ. λ'. ο 



82 Π. Μ; ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

Κύριος ό θεό; οιαφυλάςοι τγ|ν ϋψϊ(/ήν αΰτγ,ς ν.ορ'χ^Ί]"/. ανοσον. μα- 
ζρόβιον. ΰ-ερευτυχεστάτϊ|ν ι ~ρός τταραμυΟίαν. σκέπν^ν καΐ ^^οήΟειαν 
ημών τών τζ'.στών σα; ρ7.γ•.άθ(')7. αμήν. 

( )ί -ροεστώτε; γέροντες καΐ άπαςά-αντες οί -χίοχοί ραγ'.άοες σκλά- 
βοι σας καΐ κάτοικοι τν^ς ύ-ό | του Ηεοφρουρήτου ύψους οας νήσου 
Σ-ετσών οιάτν,ς τταρούσηςσκλαοικής ημών αναφοράς ιτροσερχόμεΟα, Ι 
ττροσττί-τοντες εις τους τζόοας τής ϋψηλότγ,τός σας. και τα-εινώς άνα- 
φέρομεν οτι ή νήσος ημών γνίοστον ; ττρός το κραταιον οοολέτι κα- 
τής υμετέρας ύψγ,λότητος οτι είναι νήσος άκαρ-ος κατοικν,μέ | νν, 
από ήμας τους σκλάόους σας (Γι [ΐή έχοντας έ: αυτής προϊ- 
όντα οιά να ερχο)νται καρά { όια φράγκικα να -(ολοΟν και να 7.•(0' 
ο^Ζο-χ^ -ραγματείας. όέν λέγεται νήσος έμ-ορική ούτε νήσος | οια- 
βατική. Τούτου ένεκα και -ραγματεία μή ούσα ττραγματευταΐ νατ'Ιιο- 
νατοι όέν κατοικούν ούτε καμμί | α άλλη γενεά, ειμή ήμεϊς οί -ιστοί 
σκλάβοι σου. Κάστρον και φρουρά εις τήν νήσόν μας οέν είναι. Και \ 
όιά τούτο κόνσολοι συνήθεια όέν είναι να εύρ:σκΓ()ντάι εις ταύτγ,ν τήν 
νήσον. Ημείς οί σκλάβοι σου με ΐ όιά μας καράβια και ττλεού- 
μενα μικρά ταςειδεύομεν εις όιάφορα ά).λα μέρη. μεταχειριζόμενοι 
τήν ναυ | τικήν, και με τοϋτο έττιτυχαίνομεν τά ττρός το ζήν αναγκαία 
και τΐληρώνομεν τά τακτικώς κατά το νιζάμι τού κραταιού όοβλετίου 
όιωρισμένα όοσίματά μας. Και ζούμεν εν ησυχία και ύτζοταγή φυ- 
λάτ Ι τοντες τό νιζάμι. οοιμίνο'^ εις ήμας κραταιά τή χειρι τής ύψγ^- 
λότητός σας. και ευχόμενοι ύ— έρ τής | μακροβιότατος τού /ραταιο- 
τάτου άνακτο: ημών και τού ύψους σας. 

Ιίττέρσυ. όικαιότατε αΰθέντ7. ήμίον. [ Ίτζϊ^ργοΊ άλλοι -ροεστοί. οΐ'- 
τινες είχαν οεχΟούν ^ναν κόνσολον ροσικόν. ΙΓλήν εφέτος αύτοι οί 
-ροε Ι στοί έλειψαν και όιά τάς καταχρήσεις τους όιά ττροσταγής 
υψηλής έμετοίκγ,σχν εις άλλο μέρος. "Ολοι λοιπόν οί πιστοί σκλάβοι 
σου. οί κατοικούντες | εις Σπέτζιαις. οεόμεΗα 'ϊνχ έκλειψη το κονσο- 
λάτον από ταύτην τήν νήσον όιά τάς άν(οτέρω αίτιας | και οπού νά 
φυλαχίΐή τό νιζάμι άόιάσειστον, έπειόή όντζς εόώ κόνσολοι, όέν ημ- 
πορούν νά παιόεύ | (ονται οί πταϊσται. <Ι>εύγοντες εις τό κονσολάτον 
φυλάττονται έκεΙ. Και μή όντος κάστρου και ■^^ρο'^'ρτ.:^ \ .όνομάζουνται 
νατζιονάτοι και αποφεύγουν είς τήν πληρομήν τών όοσιμάτοιν. Λια- 

(I) Ό /«ρτης Ιντβύϋβ είναι έφβαρμένος. 



ώ•^. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΓΟΜΚΝΟΙ «;- 

μοιράζονται οΙ ναΟται ει: | νατζιονατα καράβια και του: χάνομεν. 
Και οέν εισακούονται οί -ροεστοί ει: τό νιζάμι. Και άκο | λουΟοϋν 
ν./όνοιαι καΐ οι/οιτασίαι και άνυ-οταγή ει; τον μικρόν λαόν. Κϋερ- 
γετικίότατε αΟΗέντα γ,μών ί και -ροστάτα. οεόμε'ΐα οια να μήν κα- 
τέλΟγ^ πλέον κόνσολο; εις τήν ν/,σον μα:. "\\: -ροφ')άσ"(] το ] ελεο: 
και μερ/αμέτι σου 1 οι' ύψγ,λοΟ τΐροσκυνητοΰ όρισμοΰ. ύψγ,λότατε. 
οικ/.ιότατε. ελεγ,μονικοηατε. | εύεργετικώτζτε. έφέντγ,μ σουτανίμ ι;) 
χαζρετλερί(2λ 



ΓΒλ. σελ. 70). 

ΝοιίΒ .Τοκβρίι ΑπΊΟΓΟιιχ. αοιικυΐ ^6ϊ\ίίνα\ (Ιθ Κΐ'ίίποο α 
?5ηιγι•ηΘ θί, Ϊ8ΐβ« άο ΓΑΓοΙιίρβΙ, — οβΓί,ίΓΐοηκ βΐ αί,ΐθκίοπί^ 
Γι ίοιΐ8 (ΐιιι'ΐΐ αμραιΊι ΐοηί: ι, (^ιιβ «ΐοιίΓ Οοοί'οβ ΟΪ88Ϊ, ρΓΟίβοθ ίΐθ 
ΚτίΐιιοΘ, ρπι-ί ίΐθ οθίΐθ νΐΠθ 8υι• ιιη Ι^αΙϊηίθηί, νθπϊίίθΐι ροιπ' 
ίΐΙΙθΓ Λ Γίδΐθ (Ιθ Τϊηβ βί, Μΐοοπγ θί, (Ιθ Ια ίΐ Αηοοπθ θΙ «θ 
ρίΐ88αο•θΓ(;)πνβ(' ιηι 1»Αΐϊιηθη1; ίι-αποαίδ, (1&ιΐ8 ιιη ί,βηιρρ, οίι Ια 
«αιιίθ Θ8ί, οΊ•π('θ Γι Τ)ΐθπ, ΙΓΘ8 1)θΐιηθ βη οθί,Ιβ ά'ιίβ νϊΠθ, :πη8Ϊ 

ι|ΐΓ ΙΙΙΙ.Κ ΜβΙΙΧ 0ΪΓ(Ό1ΐν()Ϊ8ίΐ18, 8&118 ηΐΚΊΐη 801ΐρ80η (Ιθ |)θ.'^ίθ 

ηγ (ΓαιιΐΓθ ηΐίΐΐίκΐΐθ θοηίαυϊβυδθ. 

ΡΓΪθ118βί ΓΘΓμΐθΓ0Ι18 Ιθ118 (ίβΙΙΧ,ί^Ιΐΐ ΘΘ8 ΡΓ('^8Θ111Θ8 νΟΓΓΟΠΐ, 

(1(' Ιθ Ι;ιΪ88βΓ Ρ&88ΘΓ 8Γπ•θΐηβιιί θΐ 1ΐί)ΓθΐηθηΙ, αΙΙβΓ, Γθνθπίΐ". 

^;θ](^111•11ΘΓβ1; Πβ«Ό(ΜΘ1•, 8ΜΙ18 Ιίΐϊ (ΙοηΠΘΓ 111 ρθΠΠθί,ί.ΓΘ Ιιιϊ ("Πγθ 

ι1οιιπ('' ηιΐθΐιιι ί,ΐ'οιιΐίΐθ ηϊ θΐηρθθΐΐθίπθπΐ. πιι (ϊοηί.Γαίΐ'θ Γίΐ88ί- 
8ί,θΐ•βΙ ρι•οΙ;θΐ»'θΓ βιι Ιοιΐ8 8θ8 1)θ8θΐη8, βη νβΐ'ίιι γ1θ8 Ρΐ•θ8θηίθ8. 
8Ϊυ•ηθθ8 (Ιθ ηοί,Γο πιαΐη. θοηΙ;ιβ8ί§;πθθ8 ρβΐ' ηοίι•θ ( Μι.πιθθ- 
1ΐθΐ•, βί. 8θβ11(^θ8 (Ια ί*?θθαιι Κογίΐ! (1β θθ Ποη^αΐαΐ,. Α Η^ηινηΐθ 
Ιΐ' (Ιϊχ :^θ[)ίϊ('!ηθ Λντϋ. ηιΐΐ >;θρ1 (•θη1 (|ΐι;ιίι•θ νΐη^ί (Π\ 



Αιηοναυϋ 



(Ι) Ή φιλανθρ(•)κί> ^ιου. 
(2) Έ--«//•ί:οΐΤ£. 



Χ4 η. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

(ε) 

(Βλ. αελ. 70). 

Έξήγησίς τή; -ατέντας, έκοεοομένη; από τήν -/.αντζελλαρία της 
πρεσβεία: | Φράντσας εν Κίονσταντινουπόλεί κατά το 1790. τήν 
τρίτην Φεβρουαρίου, έτος νέον. εν Σταυροορόμι. 

ΈμεΙς Μαρία Γαβριήλ Φλο)ρέντιος Αύγουστος. 
Κόμης Σουαζούλ Γκουφιέ. ] κρίκους τγ^ς χριατία- 
νικωτάτης μεγαλειότητος ~ρθ'; τήν οΒίομανι | κήν Ηύραν. 

Έπειοή έοηλοποιήΗημεν με πληροφορίαν πληρεστάτην (1) | ον 

άπέθ(οκεν ή φαμιλία Γκίζη. κάτοικος είς νήαον Μύκονον και οτι | ~^ρο 
7ζο7.λοΰ καιροΰ έχαίρετο άπό πατέραν και υίόν' το '/.θΊ^ο)Λτο της 
Φράν Ι τζας εις τον είρημένον τόπον, καΒά μας έπαρησίααεν ή ίοία 

οιά τον τίτλον και (2) όπου ή φαμιλία του 8ΐο•. Γκίζη έπαρη ! 

σίασεν. άπερ ευρίσκονται εις τήν έξουσίαν της, θέλομεν να της παρα- 
στήσίομεν και να της έμφανίσωμεν τήν εύχαριστίαν μας και να της 
οώσω Ι μεν τήν άνταμοιβήν. 

Λιά τοΰτο θέλοντες να τραιτάρωμεν εΰεργετι | κώς τον 8ίο•. Γε- 
ώργιον Γκίζη, υίόν ΙΙέτρου Γκίζη. έγκάτοικον | Μυκόνου, έβάλαμεν 
αυτόν καΐ έοέκτημεν, τόν |3άνομεν καΐ τον | λαμβάνομεν Οπό της όυ- 
νατοτάτης προτεντσιόνε της μεγαλει | ότητος τοΰ αύτοκράτορος 
Φράντσας, οιά να χαίρεται πληρέστατους | και ήσύχως άπό όλα τα 
βραβεία, προνόμια και πριβιλέγγια. | τα συνήΒη. 

"ΟΗεν παρακαλοΰμενκαι έκζητοΟμεν όλους, προς όσους | ανήκει, 
να γνωρίσο1^ν και να κάμουν να γνο)ρίσουν τόν είρημένον Βΐ^'. | Γε- 
(όργιον -Γκίζη εις αυτήν του τήν ποιότητα -ροτίττος φραντσέζος. Και 
νά Ι τοΰ δίδουν κάθε προτεσιόν και φαβόρε, περί ών ήθελε χρεια- 
στή. Ι ΚαΙ εις πίστ(ι)σιν έδίόσαμεν και υποσημειώσαμεν τάς παρού- 
σας έπι Ι σφραγισμέναις |ΐέ το ύ(^\χζΙοί της σφραγίδα μας και άντι- 
σημειο)μέ | ναις παρά τοΰ 8ί^". Καντζιλλιέρη αυτής τής πρεσβείας. 

(1) Ή λε'ξι; ;νταύ6α δυσανάγνίοστο: 
(V) Λϋσοίνοίγνωστυ; λ;ςι; εντανθα. 



οι ΠΙΌΣΤΑΤΚΓΟΜΚΝΟΙ 8Γ> 

"Η]οόί3ηααν ε:; το τιαλάτίον τν^ς «Ι^,οάντ'ζα; ει; ΙΙεραν τΫ,: Κίονστκν- 
τινουττόλεϋ)^ τν^ν τοίτγ,ν Φε6ρουχρίου μγ,νός Ι ΤίΜ). 

'Ο Σουαζούλ Γκουφιέρ 

ό ίίίΐ τον' ήμετέρον νπερεξοχαηάιον ηνί^ίνχη 
Φόντων Καντζιλλερή. 

(Ό 

(Βλ. αελ. 74). 

(Άκόαττααμα ε; εγγράφου μχκροϋ των 7:ροεατώτ(ι)ν /«όρκ; Νάξου 
περί ?οΐϋ)τικ7^ς ΰποθέσεο);. άποκειμενου εν τώ αρχείο τν,; ίστορ. καΐ 
έΠνολ. έταιρ. ύπ" άρ. Χΐί<4. απευθυνόμενου οε προ; τον Χικόλαον 
<1>ρχγκόπουλον. πρόςενον τττ^ς Μ. Ιίρεττανία; εν Χάξ(;). Ιό. τοΰ εγ- 
γράφου τούτου. '/^ρο'^οΆο^'ομν/ΟΌ άπο Κ] Αεκεμόρίου 1Η1(). παρακα- 
λείται ό Χ. <Ι>ραγκόπουλος να οιαταχΗ/^ ό Γεράσιμος Σολ(ι)μό:. άγγλος 
προστατευόμενος, να μήν ένοχλ•/( του: ραγιάοες). 

ΙΙαρακαλουμεν τήν αύτοΰ έκλαμπρότγ^τα. όπου να όώσγ^ τα 

ουνατά όρόινα | προς τγ/ αΰτγ^ν φαμ'!λιαν(τοΟ Γερ. Σολίομοΰ) να μήν 
ενοχλοΟν τοΰ: ραγιάοες καΐ να φέρνουνται με τγ/' πρέπουσαν ήσυχίαν 
κχΐ φρόνν,σιν. επειόή και οί τοιούτοι τ.ροζε'^ΟΊΊ \ άτιμίαν τΫ,ς -ρο- 
•τεταιόνας,όποΰ γωόέρουν.Καιμε το να είναι προτέττοι εις [ μίαν ουνατγ^ 
ποτέντ'^α. όπου όίόει νόμον εις ολγ^ν τήν Ιίύρίόπγ,ν και γλόμπον τόσον 
εις τήν τιμή όσον κα'ι εις όικαιοσύνγ, καΐ άρετήν. άνάγκγ, | είναι κα\ 
οί προτέττοιτΫ^ς αύτγ^ς νατσιόνες να μιμούνται και να φέρνουνται ώς | 
-έρνεται ή κορυφή και κορίονις αυτών και όχι να φέρνουνται ώς 
πράττουν τήν | σήμερον. Λυτό π/.ρακαλοΟμεν όπου να τοΰ: προστάζετε 
να έ/ουν σέόας και ; ταπείνωσι τ:ρος τους προεστώτας κχι προς τον 
κόνσολον. όπου παργ,σιάζει | χαρακτήραν ^^ασιλικόν. ώς και ήμεϊς τον 
τιμοΰμεν και άγαποΰμεν. | Και τότε θέλει λάόει ήσυχίαν ό πτωχός 
ράγιας τοΰ υψηλοτάτου ,ίεζύρη και ί καπουοάν πασά έφέντγ; μας, 
ΰποΰ ες αιτίας αυτών υποφέρουν 



86 π. Μ. ΚΟΝΤυΠΑΝΝΗ 

(η) 

ι; Βλ. σελ. 75) 

ϋαηοβΙ,ίαηα 
ά(Ί βοηΒοίαίο ΐηρβνίαΐβ ηΐί^^ο ηβΙίΊ,.^οΙα 

(Πάνα. 

ΜίΐηίίβΗΐο ιΊβΙΙβ ηιοΐ'Οίΐηζΐβ οΒί'ίοίΐί,β 

ηβΙ Βΐ'ΐ^ΗπΙϊιιο ιπθΐΌΒηϋΙβ Κιΐ88θ ποιηΐηΒίο 

ΟίιηοπΘ οαρΐΐίΐη Οίοναπηί ΑηΙοηΐο (ΙϊγθΙΙο 
ρθΐ" ΜβάίΐΘίτ&ιίΘΟ. Ρθΐ' οοηΐο 8αο ρΐ'ορίΊο 

ϋοάΐοΐ ΜίΙΙίΐ ϋΐιΐΐο Οΐ'ίίπο Ν» 12000. 

Ιίίνα II II χϋτβ 1Η2(Ι 

Λ' Α(/βηί6 ΟοηβοΙανβ 
(Τ. Σ.) ίηοί'ίΐΐο ύν ϋΐαίΐο 

Ραη η γ/ ϊοΐΐΐ ] >^//ν ο/> ιιΐο ( ) μ ι κ ; ο 1 1 ΐ (ιΤ ο . 

Σημείωαις. Ή σφραγίς σ/η'αατο; ώοίΐοου; /.αϊ ΐ'κ-ιι^.-υ; άπίΐ/.ονίζϋ οιχιφαλον «;- 
τον, £■/£( οέ (χεταξύ των δύο /.5υαλών ιτίααϊ, ε•: τό ^)Κοιο■^ υ-έρκε'.ται σταυρός /.αί 
τριγύρω τήν έπιγραφήν ίΐ^ίβΐΐζα 0(»η.">αΙίΐΓ(ί Ι'ΙΙ^Χίΐ ϋ ΙγΙγη. 

(θ) 

'Βλ. σελ. 83) 

Νοί ΟαναΙίβΐ' ίίοϋβ/'ίο Ληιβίίν, Λιηΰαί^ι•,ίαί<>Γβ Ρίβηίφοίβηζβ 
άί 8ηα Μαββέά ίί Κβ άβΙΙα Οναη Ετεϋαίμια αίΐα ΡοΗα 
ΟΙίοΏΐαηα, α ^ααίηηηιιιβ ρβννβϊαηηο ίβ Ρΐ'βαβηίί, 8α- 
ίηίβ, 

Οβί'ϋίΐοΐιΐίΐηΐΐ) βιΐ ΗΐΙ,β8ίίΗΐηϋ (ριπίπι^πΐθ Ηΐο1)ΪΗΐηυ 3πι 
1116880 θ ΐ'ϊοβνιιΐο, Θ ι;ο11β Ι οΙίοΙιίίΐΓϊΐηοΙοΙΰ δοΐΐο 1» ρΐΌΐβζ- 



ΟΙ ΙΙΡΟΣΪΑΊΈΓΟΜΕΝΟΙ .^7 

ζΐοιίθ (Ιΐ 8ιια ΜίΐθδΐΛ ΒγθΙΙηιηοϊι, α άβ\\•ά ηοΗίΐΆ [νάνΐΉ'Λ)- 
Ιαΐ'Θ ρθΐ' ,ΰιοάθΓθ ρΐθΐΐϋΐιΐθπΐθ θ Ι ρΛοϊίΐϋίΐιπΘπΙβ ΙαΙΙβ 1θ Ιηι- 
ΠΗπιΐΙίΐΡΓΗπΙν ΐ'θ^^•Ίβ(;) ί^ΐ1)θΐΊίΑ Ι! Ρί'ίνπΙθί^ί,ίΐοοοΓοΙίΐΙΐ ϋΙΙαΝίΐ- 
Ιϊοηβ Ιηοΐβδβ ρβΡ 1β ί'ϋρϊΐιιΐηΐΐοιιί, | βϋ αΐΐΐ'θ ϋδαηζθ θ Ρταΐ;- 
ίίοΐιβ : θοΐ ?ι Ιίΐΐ θίίβίο οΐ'ίϋηϊίΐιηο α ΙιιΙΙΐ Η ηο8ΐΓΪ ΝίΐΙϊο- 
ιΐίΐΠ θί ΒΓα^οιπαηϊ, άί ι'θοοιιοβοθΙο β ί^ιΊο ] ι•ΐ(•οηο80βι•ΐ' ϊη 
(μιαϋΐα (ϋ Οι•£ΐιΐΌΐη&ιιο Βι'οΙΙβιιϊοο: ρΓβυυιιιΙυ ΙυΙϋ 1ί Μίΐ- 
«ι^ΐΗΠοί Ρίΐ80Ϊ8. Μοίΐα, ΥΒίνοάΐ θά αΙΐΓί ] ΙΙίίίοΐ&Ιϊ οΐί Βαη 
Μ&β8ΐ& 11 §ι•ίΐη δΐ,^ηοΓθ οΐΐθ Ιιβππο ΑυΙοιΊΐα β Οοιπηιαικίο 
οΙΉοοοί'οΙϊΐΓθ β1 άβίΐο 81"•. δρίΓΐάίοη | ΙιΟο'ΟΐΙτβΙΙϊ ΙιιΙΙο Ιίΐ ρΓΟ- 
Ιθζζίοηβ, οΚβ δΐ β ΕΐοϋΟδΙαηΐΛίο (11 άιΐΓθ ηΙΗ δικίίϋΐί 6 Γγο- 
ΙθΙΙϊ γ11 8ιηι .Μ^ιβδΙα Βΐ'θΙΙαηΙοα | . 

Ιιι ίθΓΐβ (11 (μίθ πΙ^Ι^Ιαιηο δορί'ΒδΟΐΊΐίο 1β ΡγθβθπΙΙ ιΐΐ Ργο- 
ρίο Ριιοηο, ίαΐΐοΐθ οοηίΓΟδβ^ηίΐΓβ ι1ειΐ ποδίΓο δθ^ΐ'θΙαίΊο | β 
δΙ^ΠίΕίΓθ οοΐΐβ αηπΘ Κβο-^ίθ άβΙΓΑιηΙο&δοΙ&Ιίΐ. 

ΒίΐΙθ οΙί\1 ΡϋΙαζζο ποδίΓο 1ιι Ι^θΓίΐ γΙΙ Οοπδΐίΐηΐΐηοροΐΐ | (II 
ΥβηΙίηονθ δβί,ΙθπιΙ^Γθ Γίΐηιίο ΜΙΙΙθ δοΐΐβοθπΐ; βΐ οΙΙαηί;οίηο[αΘ. 

1'(Ί• οιίΙ ΐ ικ; (Ιϊ ί^κπ ΕβΰΡΑΙ ΡΛίζα 
/>. Ρΐπαίΐί 8(^ϋΓϋΙαι•1(). 



(Ο 

(Βλ. σελ. 87,1 1Η κ. έ.) 

Ύϊ]ν πιψιλϊ]μΐνψ' μοι αντής εκλαμττρότηκι εκ μέοης ψυχής ενγό- 
μενος νπερήδιοτα τιροσαγορενω κηι καταοτιάζομαι. 

II ρό ττολλοΟ 7.γγε/.:χ /α'^ο-οιά ένέ-ε-εν ει: τά: κκοά: μου οτι κό 
Ηε•(;) ελεεί ήςκοΗγ, λαόείν τοϋ: ο'ίχ/.χ; του; γ.7. τρικοΰ; ογ,λ. του 
κονσολάτου τί^ζ Μεγάλης Βρεττχνία; κκΐ έν τοΰτί;). ('»; 7.νέκ7.Μεν χγα.- 
-γ,τό; του εν μχκχρία τ/, λήςει γενο μένου Γ.χτρόζ τγ^ς και ν.Γ,χτι^ς 
τΫ,; εύγενοϋ; οικία; του. ολω; ένεφορήϋην χαρά; καΐ άγαλλιάσεω; 
και ήοα ίκέτιοα; χεϊ ρα; τζρος Ηεόν. οοίολογών αύτον τόν -ολυέ- 



Χ8 π. Μ. Κ0ΝΤ0Γ1ΛΝΝΗ 

λα'.ον καΐ πολύοωρον οτι οιγ,νεκώ; κήοεται ορφανών κχΐ 7.''^ι?''^"''• ^'^' 
λογητος | ό θεό:, ο; ττάλιν τν^ θεία αύτοΟ κγ,οεμονία κατέστγ^σε τήν 
ττροτέραν λαμπρότητα τγ^ εϋγενεΐ λογοθετικτ^ φαμιλλία. Αέν έκτεί- 
νομα'. -αρα'.τέρο) Ι'να μή φανώ όχληρο; Τ}, αΰτοΟ έκλαμ-ρότητι. άλλα 
εξαιτούμενο; [ίάρρει -ατρικώ έσθ' οτε \ να μέ κα<)ηζύνΥ( οια πανεκ- 
λάμττρίον έςαγγελτίκών αύτΫ|; γραμμάτο)ν τα ττερί τΫ^ς υγεία; τη; 
καΐ εί; τα κρείττω εϋοαι ( μονία; τη; ττρό; μείζονα χαράν καΐ εΰ-^^^ο- 
σύνην μου. ΰγιαίνουαα ίί εϊη καΐ πανευημεροϋαα από θεοΟ συ- 
τηρκοόώ; | . 

Τη; προφιλεστάτη; μο: αύτη; έκλαμττρότητο; ολω; πρό; Ηεόν 
εύχέτη; ένθερμο; 

αωιζ' φεόρουαρίου ,ν. και πρόϋνμος 

ό Ταλαντίον Νεόφυτος 

'Γόν εΰγενέστατον αΰτάοελφόν τη; σινιόρ Λογοθέτην πανοικεΐ εΰ- 
/όμενο; τ.ροη7.'(θ^ζ.\)Μ . ΤοΟτ" αυτό ττοιώ καΐ ττρό; την άρχόντισααν 
μητέρα τη; σΰν πάση τ/, εϋγενεΐ φαμιλλία τη;. Ιίαρακαλώ καΐ ες 
εμοΟ ό'.α τγ'^; εϋγενοΟ; αύτη; αύοη; ά; εϊπή εύχα; καΐ προααγορεύ- 
σε'.: τώ έςοχ(ι)τάτω πενθερώ τη; αιν.όρ Άόραμκότη. 

Τώ εκλαμπροτάτω κονσόλ(;> τη; Μεγάλη; Ηρεττανία; κυρίω κυ- 
ρίω Άλέκ<ρ Λογοθέτου Χωματίανώ. τώ εν Χριστώ μοί άγαπητώ καΐ 
περιποθήτο). 

ενχετικώς ΕΙς χείρας 



(κ) 
• Βλ. σελ. ΧΊ). 

Νοιΐ8 (ιΒ.'ί})Ηΐ'(1 (Ιβ ΤθδΙα. οΙιβΥΛίίίΊ• (1β ΓογγΙγο νογαΐβ (Ιιι 
Ι^ϊοη ΒθΙοϊί.ιαι•. οΙι&ι'οθ οΓίΐίίβίΓβΗ γΙθ 8ίΐ Μπΐβδίό 1θ γοϊ γΙθ8 
ΡβΥ8 Βα8, Ργιικ'θ ιΙΌΐ'£ΐη<^Θ Νίΐ88ίΐιι. (τΐ'ίίικί Γ)ιιο άβ 1>.ιι- 

χοηιΙ^οιίΓ^• 

Β ίουδ οθυχ (^ιιιΐ 1θ8 Ρΐ'θδθΐιΙβ.'ΐ Υθίτοη!;, 8ίΐΙιιΙ! 

Ι^θδ οοπβιιΙη, Γΐιιί (Ι'αρΓβδ 1θ8 ο^ρϊΐπΐίΐί,ϊοηδ Ιιηρθΐ•ΪΗΐβ8 δβ 
ΐΓΟίινθηΙ βΐ£ΐΙ:)1Ϊ8 άβηδ Ιββ Εοΐΐθΐΐβδ άθ ΓθπιρίΓΘ ΟΐΙοηΐΗπ. 



ΟΙ ΙΙΡΟΣΤΑΤΕΓΟΜΕΝΟΙ >ίΟ 

αγΗΠΙ 1)08θίπ €ΐΉνοΐι• ααρΓοδ ιΙΌιιχ (1θ8 ρϋΐ'^οιιιιο.^ (1υ 1)υηηο 

ΓΟρίΐΙΠΙΐοΙΙ, ;ΐρ1θ8 θΐ ΰΧρβΙΊΠΙΘΠίθβδ άαπΗ 1θ8 ίΐΙί"ίΐϊι•Θ8 ϋΐ 

ρθ88βίΙαιι1; 1θ8 Ι&ιι^ιΐθδ. ί^ίίη άθ ροανοίτ ΙγβϊΙθγ !θ8 ίΐίίαΐι•(38 
οΐβ οοιηηΐθΓΟθ βί •ά\ιίνβ8, ί\\ι[ γ δαΓνΐβηηβηΙ; ϊουΓπβΙΐΘίπθπΙ; 
θΙιιΙΐΘΐκΙη «ριβ λΐοηδίβυτ ϋοιίΓΐηίοιυβ Ογϊ^οιιθ, οοηβιιΐ Νθογ- 
1ίΐιΐ(1πί8 ΓθδΐοΙίΐηί. β Αΐΐιβιΐθδ, ιιοιίδ 3 Γθρί'θδβηΙβ ηαβ Ιο 8Ϊ- 
Θΐιι• Ηανίίο Κίβηα ααΐΌΐΙ 1θ8 ίμίΕΐΗίβδ Γθοιιιϊδβδ ρουΐ' θΙγο 
οηιρίογθ 00111111Θ ίθΐ &ι4)γθ8 οΐβ Ιιιί. \ΥΑ.ν θ^ίίΓοΙ (Ιοηο ααχ ΐ'ο- 
ρΐ'θδΘηΙαΙΐοπδ (1η (ΙίΙ (ΌΠδΐιΙ, ιιοιίδ ίΐνοιίδ οίοηηό ηοΐΐ'θ ^ρ- 
ρΓοΙίΒΐΐοη α οβ ηαθ 1θ ιΙίΙ 8ΐβιιι• ΗβιίΙο Κΐβπϋ δοίΐ βηιρίογό 
ίΐιι 8θΐ•νΐοβ (3β Ιίΐ ιΐΕΐίίοπ, ϋοηιηιρ Ϊ1 βδΐ; θχρηπίθ [)3ΐ' οθΐ αοίβ 
ΗΐιϋΐθπΙΐίρίθ. 

Οοηιηιβ οβρθίκίαιιΐ Ιθ άίί 8ϊθΐιι• Ηβι'ϊϊο Κίβπίΐ 8θ Ιΐ'ουνβ 
όΐΓθ δα]βΙ γΙθ 13 8υΙ)1ίηιβ ΡοιΊθ, θΐ ςιΐθ ΐΘδ αίϊίΐΐιβδ, ιμ•• Ι^'ϊ 
δοηΐ οοηίΐθΘδ, βχΐ^θπΐ 1θ8 ουηιιοΐδΗΐιοθδ θΐ υπθ ΘχρθΓίοιιο^ 
(μΓ ί1 δθΓΟΪΙ (Ιΐΐίΐϋίΐθ ϋ1 ηιρπίθ ϊιπροδδίΐ^ΐθ άθ ΓβηοοηίΓθΐ' 
(Ίΐθζ (μιβΚμιβ ϊηάϊνίάιι ί'ΐ'αηο: 3 οθδ 03ΐΐ8θ8 βΐ θπ ηοιίδ οοη- 
ϊοΐ"ηΐ3π1; α οθ ομιΐ δβ ρι•3ΐ;ΐοιυβ ρ3ΐ• ίοϊδ (^ιι ΟθΙΙβ οαρίΐαίο, 
ηοιίδ ριήοηδ Ιθ ίΓθδ δ3ν3ηί; Ν3ΪΙ) ιΐθ ηιοηΐθ (\\χο> 1θ8 1ιοηοΓ3- 
ΐ3ΐβδ ^Vθϊ^νο^ιθ θΐ Οοη3ηίθΓ (ΓΑΙΙιοηβδ άθ η'αρΐ)0ΐ•1θΐ• :ιη- 
οηη βηιροοίιβηίθηί; α Γθχθγοϊοθ (1θ8 ϊοηοΐΐοηδ άη οΐίΐ; 8ΐϋηΓ 
Η3ΓίΙο Κίβηα, οΐθ Ιηΐ ρβΓηίθΙΙΐ'θ 3η οοηίι-ΕΪΓθ άθΐβ'δ θχθγοθγ 
Η1)ΐ-θηΐΘηΙ βΐ άθ Ιηΐ 3000Γ(Ιθγ ηιρπίθ οθΐίθ ί3νθηι• θΐ ΟθΙίθ Ιοίβη- 
νΘί1ΐ3ηοβ, (][ηϊ δοηί ηβοθ8δ3ίΓθδ ροηΐ' βη ί3θί1ΐΙθΓ 13 ΓβηδδΐΐΘ. 

Ρθΐ'δηΗοΙθ (ΐμΐθ (Ιθ 8οη ϋοΐθ ΐ1 δ'θη Γθηάΐ'ίΐ ίϋ^ηβ, θπ 8θ 
ί3Ϊ83ηΙ ιιη (Ιθνοίι• θΐ ηιβ1;ΐ3ηΙ ΙοηΙ δοη ζθΐβ ροηι- 8β οοη- 
(ΙηΪΓθ Ιιοηηθίθΐηβηί; βΐ 1ογ3ΐβηΐθηΙ βΐ βηΐΓβί,θΐιίΐ' ρ3Γ δοη οΐ'- 
ϋ•3ηο Ιβδ ΐ'βΐ3Ηοηδ οΓ3η(Μβηηβ 3ηιΐ1ϊό θΙ ιΙθ Ι^οηηβ ΙηΐΓπιο- 
ηΐθ, (μιί βχίβΐθπΐ; 8Ϊ ΐΊβηΐ'θηδθηΐθπΙ; βηίΓθ 13 οοηι• οΙΙυηιαπί; 
ϋΐ οβΙΙθ οΐθδ Ρ33^8 Βιΐδ, θΐ ηηί δοηΐ 1:>;ΐδθβδ 8ηι• Ιβδ δ30Γ0θ8 
Οαρίΐηίαΐίοηδ. — Εη οοηδθ(μΐθηΐ'β ηοηδ 3νοη8 (ΙθΙίνΓΟ Ιθδ 
ΓΓθδοηΙοδ 3η γΙϊΙ 8ΐοηΓ Η3Γϋο Κΐί^κι, (μιϊ νίοηΐ ιΓοΙγθ οιη- 
[)1ονΓ' 3η δβΐ'νίοΘ (Ια ποΙγθ η3{:ΐοη. βη Ιθ ρι•θνβη3ηΙ (|ηθ Ι3 
('οηί.ΐηηΗΐΐοη (Ιο 8οη [)ο8ΐθ (Ιρρβη(ΐΓ3 (1θ8 ΐ3οη8 ΙθΠίοΐ^ηΒ^βδ, 
ιμιί ηοηδ δβΐ'οηΐ ιΐοηηβδ θΐι 83 ί'3νθηΓ. 



90 π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

Ιη ^ηονηΜ Ηάβ^η ηοιΐ8 βνοηδ δϊ^ηβ 1θ ρΐ'θδβηΐ άΐρίοπιβ 
Λ Ιοθίαΐ, ίειίΐ ίίρροδθΓ 1β δοβαυ Γο,γίΐΐ γΙθ ΟθίΙβ Ιθ^Ήίΐοπ οί. 
οοηΐΓθδΐ^πθΐ' ρίΐΓ ηοίΓθ οΗ^ποθΗθι• δΐιΙ)ΐΌ*50 ργουϊβοΙγθ. 

ϋοηηβ 311 ραΐίΐΐδ άβ ΗοΠαικΙθ ^ Ρθγει Οοηδίαηίίηορίϋ 1(ί 
Οιιίηζβ ΝονθΐηΙ)Γθ ηιΠ ΙιιιϊΙ οθΐιΐ νίπί^. 
(Τ. Σ ) Οαπρ. ΤοΗία. 

Λ(1 ηι,((,ΊαΙα(.ιιιιι 



(λ) 

(Βλ. σελ. 116). 

Μ^χονον. Προς τον έκλαμπρότατον κνριον Τζώρτζην 
Γκίζην, Κόνσολον φραντσέζον \ τί} 4 8/βρ. 
1815 "Υδρα. 

Με %/.ραν μχ; /,^ρ^ίν τε καΙ εύφροσύνΥ|ν ελάβομεν τό 'ί-/.'/.7.μΓ.^^αΊ 
χύτης, το κατά τήν ."ίΟήν ' του τταρελΒόντος. όμοΟ καΐ τα τζζοιζ- 
κλε'.όμενα ήμίν γράμματα τν,;. τα ότζοίχ μοί έτζροςένη ' σαν άμετρον 
τήν λύττγ,ν. θ7:ου ήον, κατά -ρίότην φοράν, όττοΰ ής'.ίοΗν,μεν τν,ς 
τιμϊ^ς τη; ^καΐ μας όρδινάργ,αε ζίά να τήν οουλεύσωμεν εις το οί- 
κα'.όν της καΐ οέν ήδυνήθημεν να ; τήν οουλεύσωμεν κατά τήν έφε- 
7ΐν καΐ άρέσκειάν μας καΐ 'έ'/^ερ\ιο'^ ζήλον. όπου έχο μεν εις τάς 
οουλεύαεις των φίλων μας. μάλιστα οέ εις τής έκλαμπρότητός τγ^ς ες 
αιτίας όττοϋ ! αναμεταξύ μας άκολουΗοΟν συγχύσεις. όποΟ "ίσως και 
δεν τήν λανΗάνει. Ιναι ούτω μή δυνάμενοι να τήν δουλεύσωμεν. 
έγ•/ειρίσαμεν τω Κύρ Γεωργίω Βρετα τά -ερι [ κλειόμενά μοι γράμ- 
ματα διά νά τής τά έςαποστείλ(ο ασφαλώς εις χείρας τγ^ς. ΙναΙ ά: 
μας | συγχίορήση. παρακαλοΰμεν τήν έκλαμπρότητά τγ,ς. εις τούτο 
τδ άκούσιόν μας κοσούρΐι 1/. Άς μας ττροστάςη δμως άλλοτε νά τήν 
δουλεύσωμεν τζροθύμως εις τά κατά δύναμιν. Και χο) ρις νειοτέρου 
προσκυνούντές τν^ν μένομεν 

ε•: τάς προσταγάς τν,ς 
Λάζαρος Κουντουριώτης 

(Ι) Σφάλμα, ίλάτΐωυ.α. 



υΐ ΓΙΡΟΣΓΑΤΚΓοΜΕΝΟΙ 91 



( αι 



^Βλ. σελ. 141) 

Ζαμ-'.τχ•. '/.νλ -ροεστώτε: τ^ον ν.αΗ" ήμϋ: νήσίον χν,; "'Α-ττ;,:--/,; Ηα- 
λάσσγ^; ογ,λαοή Σαντορίνγ|; . Ναίί-/;. Πάρου κ7.1 Τζιας. Θερμίων. 
Σίφνου. Σκο-έλου καΐ Λιγίνγ,;. Σκύρου. Μυκόνου, Ί/αρών Ι . Μή- 
λου. Κ^μίόλου. "Ίου. ΆμουργοΟ. Ιίολυκάνορου. Σικίνου. "Ανάφ7|;. 
'Ζξ.γ.'4;)0':ί. Άστυτζαλαια;. Πάτμου, "Γορα; | , Πετζών. λΧό-^οί. 'Γρ'.κέ- 
ρων. ΣκιάΗου. Χ'.λιοορομίίον. Κούλουργ,;. Ι\7.σου καΐ "Αντιπάρου. 

['νωατόν έστω υμΐν δτι ε:εοό(;)γ, ήοη υψηλός, βασιλικός, τιροσκυ- 
νγ,τός ορισμός, /'.τά-ΐ'ΐι 7:ρός γ^μας. ο'.7.λαμ07.ν(•)ν οτ'. έτιειον, οί 
έ/ΗροΙ κ7.• ε-ίόουλοι τΫ^ς ^^ασιλείας μζ: Ι'ίοσο: ετόλμησαν. -7.- 
ρ7.οάντες τά; συνΗήκας. νά -/κλάσουν τγ,ν ειρήνΥιν κ7.1 νά ''^ρμν 
σουν λγ,στρικώ; μέ στρατεύματα ; εις μερικούς τόκους τγ^ς έτζικρα- 
τείας μας. ου ^νεκ7. οέν συγχωρείται εις το έςγ^ς ττίστις εις τό ' οό- 
λιον καΐ άττατγ,λόν τοχίχο γένος. έκΥ(ρύ•/Βγ, οικαίίος κατ" αυτών "ό- 
λεμος 7:αρά τγ,ς κραταιας ! μας ^^ασιλείας. Καιάμέσιοςό πρέαους ρώ- 
σος. ο-οΟ γ,τον εις τήν ^3ασιλεύουσαν. και όσοι ί πραγματευται ρώ- 
σοι άτΐεόκό/^ΙΥϊσαν εις τήν ττατρίόα των. όοΗείσγ,ς άοείας εις όλους 
τους Ι Μοσ/όόους τΐραγματευτάς εις οιορίαν οέκα ήμερων νά σηκώ- 
σουν όλον τό -ραγμα. ότζοϋ ι εύρέΗγ^ νά έ/ουν ενταύθα, νά τό τΛ- 
ρουν και νά -γ,γαίνουν εις τον τόπον τους χωρίς νά | ένοχληΗή τι- 
νάς έ: αυτών ή νά ζημιωΟή μέχρι καΐ τοΰ λετττοΰ. 

Έγινε οέ -ροσταγή και εις τους [ μεμούρ(,οες(2) νά -άρουν τά τι- 
|ΐόνια τών όσων -ραγματευτάόικο)ν καραβιών, τών έχόντίον ί 7:αν• 
τέρ7.ς μοσχόόικας. εύρέΗησαν ένταύΗα. και νά τά άλικοντίσουν μόνον 
και μόνον όιά νά μήν ήμηοροϋν νά τά μεταχειρισθούν οί έ-ίόου- 
/ οι της ,ίασιλείας μας ρώσοι. Τό όσον -ραγμα όμως ευρέθη εις αυτά 
τά μοσχόόικα καράόια -ραγματευτάό(•)ν νά γίνη κατάστιχον εμ- 
προσΗεν τών οίκοκυρίον και νά φυλαχ•)γ^. 

Λιά τούτο και σύ ό ^^ε.Iύργ,ς και κα7:ουόάν τΐ/σάς είς τά νγ,- 

(1) άτ:ίυ^^υν6μ£νος. 

(2) •^~αλληλο^ς. 



92 II. Μ. ΚΟΝΊΌΓΙΛΝΝΗ 

σία, όπου είναί χά•3'.ασου( 1), καΐ εύρίσκοντα-. κοναο Ι λατα γ^ μερμιέ(2), 
έ: αυτών τους μεν κονσόλους ρο)σους καΐ του; τζερί αυτούς σοΰν- 
τιτους ρώσους | εις διάστημα τριών ήμερων, τους δε πραγματευ- 
τάς καΐ τους άλλους, τους κατ' άλγ'^θειαν ρούσους | , εϋς διορίαν 
δέκα ήμερων να τους έςα7:οστείλ-{]ς είς τους τόπους των. 

Τα δε τιμό ι νια τών καραδίο)ν, οιζοϊ) ήϋελεν ζ\}<^ζ.^-(^ εις τους λι- 
μένας καΐ σκάλας τών είρημένοιν ] νησίίον, να τα ^ερν^^ς και να άλι- 
κοντίζγ/ς τα καράβια, διορίζοντας να καταγράφεται δλον το | φόρ- 
τωμα τών καραβίϋ)ν αυτών εις κατάστιχον εν παρουσία τών οικοκυρών. 

Και αν ι μεταξύ τών γεμιτζήδ(ι)ν(3) εΟρεθοϋν ραγιάδες τής ΰψγ,λΥ(ς 
μου βασιλείας, να τού: Εεχωρίζ-^ς | και μόνον τους εν άλγ^θεία ρ(ό- 
σους να στέλλττις εις τους τόπους των, καταγράφοντας τόσον τον Ί' 
αριθμόν αυτών και τα διάφορα εϊδη και ποσότητα τού ■^^ύ[^ν.ι^'^ τίον 
ξε/^ωριστά, όσον και τών [ ραγιάδων το φόρτ(ομα και τον αριθμόν 
τών άνΟρ(•')π(ι)ν να γράφ•(]ς και να φανερώνης άμέσ(ος | εις την 'Γψη- 
λήν μου Ιίόρταν '/^ρΙί της παραμικράς αργοπορίας. 

"Οποιος δέ από τους 1 ραγιάδες της υψηλής μου βασιλείας ήΠελεν 
είναι, όπου έπ/^ρε πατέντα, ή καΐ δι' αλλάς αιτίας ' εμεινεν εις την 
τών ρίόσίον προτετζιόνε και ήδη καΗώς άπ' αρχής δέχεται το ραγια- 
λίκι Ι και το χαράτζι καλόν δια να μήν ένοχλήται καΐ πειράζεται Οπό 
ούδενός έπι προφάσει του οτι Υ/τον | ^μπο::. άλλα να εχη κάΗε ύπε- 
ράσπισιν κα? διαυθέντευσιν από τήν ΰψηλήν μας [3ασιλείαν [ . \\ν 
ϊσως όμως κανένας άπό αυτούς, όντας -ρότζ,^^ΟΊ ραγιάς, δεν θέλει να 
άφήση τήν | προτετζιόνε της Ρωσίας, άλλα ζητεΤ να πηγαίνη εις 
τους 'ρΐ^^ηο'^^. τον τοιούτον ώς ραγιάν | άπ' αρχής τής κραταιας μου 
'Ιασιλείας να μήν τόν δίδετε άδειαν. άλλα φυλακιόνοντάς τον | έκεΐ 
και άλικοντίζοντάς τον. να μας τό φανερίόσης αμέσως. 

Λοιπόν δια να προσεχής εις αυτά , και να έπιμελήσαι και να γί- 
νεσαι άγρυπνος, δια να φυλάττης τά είρημένα νησία άπό τους έχ- 
Μρούς Ι έΕεδόΗη και σοΙ εστάλη μαςούςΐ,4) πάρουν, ό υψηλός, ^^ασιλι- 



(1 ) άΰειίλΕνα 6ΐς σέ. 

^3) ναυτιχων. 
(/<) ίδιαιτέ,οως. 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΛΤΚΤΟΜΙίΝΟΙ ',)•', 

κός μου ορισμό:, προστάζει να | αταλοΟν καΐ άττό μέρου; σου μττου- 
γιουλθ''α(1) καΐ γράμματα ει; τα είργ,μένα νγ,σία. 

Κι; αυτόν τον | πόλεμον δεν εσυγχίορέΟγ, νά γίνΥ| καμμία ίνό/ζγ,- 
σι; Υ| ττείραΕι; κατά των ρί')σ(ι)ν | . άλλα έφέρΟγ,μεν μέ τρόπον εΰσ- 
πλαγχνικόν και μεγαλοπρεπή^, έπειόή. καΟω; ει: του; | /^'/σιλικού; 
μα: τόπου; ευρέΗγ,σαν πραγματευταΐ και άλλοι ρώσοι. άκο/ούΚίο; 
και ει; ) του; μοσχόοικου; τόπου; μέ το νά εύρίσκ(ονται πολλοί Τούρ- 
κοι και ραγιάοε; μα; καί. όταν πειραχΟώσιν | οί ει; τήν επικράτειάν 
|ΐα; εΰρεΗέντε; ρ<Ί)'^οί. είναι έπόμενον καΐ άναμφίόολον ότι θέλουν 
φερΗγ^ | όμοίο); και οί ρώσοι προ; του: Τούρκου; κα'ι ραγιάοε;. όπου 
ευρίσκονται ει; τον τόπον | τ(>)ν. και όιά τοΟτο έστο/άστημεν. όια νά 
μν,ν πειρα/υώσι οί όμόπιστοι και οί ραγιάοε; μα; 1 .νά φερΗώμεν με 
τρόπον έπιεικν, χίορι; νά ενοχλήσωμεν τινά άπό του; έόώ | ευρεθέν- 
τα; ν) ει; άλλου; ρασιλικού; μα; τόπου; ρίόσου;. νά του; στείλωμεν 
εντίμο); ι ει; τοΰ; τόπου; τον. 

ΚαΗ(Ό; λοιπόν άν(ι)τέρω γράφομεν ει; όσα νγ/σία είναι κονσο- 
λατα . του; μεν κονσόλου; και τοΰ; πεοι αυτού; ει; όιοοίαν τοιών 
ήμερων νά τού; στέλλιτ^; ει; τού; τόπους | των. τού; όέ πραγματευ- 
τά; και . άλλου;, οποΰ είναι εν άλγ,Οεία ρώσοι, νά τού; οίογ^; όιο- 
ρίαν όέκα γ'^μερών. όιά νά άπέρ/(»νται ει; τά ιόια. άνενόχλγ^τοι καΐ 
άπείρακτοι. \\ '()μοί(ο; θέλει; φερθγ'^. ω; άν(ι)τέρ(ι) γράφομεν. καϊ ει; τά 
καράβια, όπου ήΟελεν ' εΰρεΒΫ^ ει; τού; λιμένα; και σκάλα; τίον εί- 
ργ,μένων νησί(ον. καταγράφοντα; τόσον το πράγμα τών ραγιάόίον 
όσον και τών ρίόσ^ον ει; κατάστιχον. νά μα; φανερών/^;. 

\\ν ισ(ο; όέ ει; εκείνα τά μέρη ηΗελαν φανώσι ρ(ι)σικά καράόια 
και ■ζγ,τγ'^σωσι { κατά τόν ν.γοείον σκοπόν του; νά πλησιάσουν ει; τό 
παραΟαλάσσιον και νά εύγάλουν στρατεύματα, νά έπιμελώνται ει; 
τό νά πνίγουν καΐ νά κατακαίουν τά τοιαύτα εχΗρι κά καράόια. 

Κι; όλα αυτά λοιπόν, όπου άνίοτέρο) οιεΕοοικώ; προστάζομεν ' .Ηέ- 
λει; έπιμεληΗ/^ νά στέλλη; μπουγιουλόία και μπομπασίρηόε;(2). διορί- 
ζοντα; νά είναι όλοι | προσεκτικοί και νά προΗυμοποιοΰνται ει; όσα 
προστάζομεν. ΙΙροσέχοντα; όέ ει: τοΰτο | μήπω; μέ την αίτίαν τών 



(Ι) ΐΑ'•, ϋυγιουλδ'. ή [Λ7:ουονιουρτ!=": ^ γρουος οιαΐαγη. 
(2) άτίΕίτϊλίΑίνου;. 



Ι 



94 π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

■Λονσόλίον ρώσοίν ί.ίΧ των -ερί αυτούς τολμήσουν να | ένο/λήσουν 
κονσόλους ή σούντίτου; καΙ καράβια άλλης φιλικν^ς ,^ασιλείας. 

"Εκδίοοντες λοιπόν καΙ ήμεΙς τον τταρόντα ήγεμονικόν (χας όρισμόν 
σας προστάζομεν. | όλους άμεταΒέτο)ς. όττοΰ κατά τήν εννοιαν του 
ΰψηλοΰ. "ροσκυνητοΟ. ρασιλικοΟ όρισμοϋ | φερόμενοι με κάθε εύτϊε'.- 
(3ειαν και ύτζακοήν έΕακολουΗγ|τε άπαρασαλεύτ(ος έπιμε | λοΰμενοι 
παντι τρόπίο εις τό να φανγ^τε -ιστοί εις το ραγιαλίκι μας καΐ οιώ- 
κται | κατά τό άφευκτον χρεο? ^^; ^'''ν λυμε(-')νων εχ'^?'^>''' "'^'^^ ,^^-'^•" 
λείαςί οιά να, άπολαμ ! βάνίονται άφθόνως τα άπειρα έλέγ, και ■/'( 
άδεια ί' Γι τοΰ κραταιού '^^ο'^^Ί,'ξ.τ[^^'^ εις την υμετέραν | οιαυφέντευσιν. 

Ούτω -ροστάζομεν. 

α π κ η {Ί><Οβ) Δ?κ¥μβρίου 2β. 

Έξεδόβη άηο το Λιβάνι τον βιιπιλικον ταρσανά. 



(Βλ. σελ. 142) 

'Γιμιώτατοι προεστώτες και επίτροποι και λοιποί κάτοικοι των 
'/ατωτέρω νήσων | Τζιας, Ηερμών. Σεργο'^. Σ'.γ/Ο'α και Μήλου, "λ'οο'^.; 
Σπετζ(7ίν. ΥίόροΊ. Αίγίνης και Κούλουρης. ΰγιαίνοιτε εν | ευημερία. 

Έπειόή έςεοόΗη ήόη υψηλός, [ίασιλικός. προσκυνητός ορισμός, όν,- 
/.(οτικός των Ι αιτίων τοΟ παρόντος πολέμου, και επιτακτικός περί τοϋ 
πώς έχετε να φερθήτε εις τους | εύρεθέντας εις τάς νήσους σας κον- 
σόλους και σούντιτους ρωσικούς. ήνο)μένος με ήγεμο ι νικόν πουγι- 
ουλόι τοϋ υψηλοτάτου και τζοΑ'χ/ροΊ'.ΟΊ καπουοάν πασά έφέντη μας. 
Ι όέν («ίο) λείποντας καΐ ήμεΐς όιά τοϋ παρόντος μας να παραγγεί- 
λωμεν πασιν ΰμΐν εις το να | φερΗήτε με όλον τόν έμφρονα τρό-^<ν 
εις την ΰψηλήν ταύτην ,5ασιλικήν -ροιττ. | γήν. άκολουΗώντας άπα- 
ραλλάκτίος κατά την εννοιαν τοΰ ~ρθ'^Ά•χπ^το\) όρισμοΰ \ '/ο)ρ\ζ να 
παρεκτραπήτε εις τό παραμικρόν άπό εκείνα. όποΟ προστάζεσΟε. 
κατά Ι τό '/οεος τγ^ς απαιτουμένης εύπειθείας και ύπακογ^ς σας. και 
τζρο'^ε'/ΟΊτεζ καλώς | να μην ήΗελε γίνει καμμία κατάχρησις εις του: 
αούντιτου: οιά πάΗος ή άλλην τινά | αίτίαν. "Αλλ' οι μεν κόνσολοι 



ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΙ '.ΙΓ) 

μετά χους άνΟρίόπους του; να α-οπέμ-ίονται εντίμο); ! καΐ άνενοχλή- 
τίο; εν Οίαστν,μ-ζτί τρ',ών ήμεοίον, όμοίο): καΐ ο: κα'Γ αυτό σούντ'.το'. 
Ι ρώσο'. εις ν.άστημα οέκα ήμερων να άναχιοργ',σουν εί: του: ?ο{ου: 
7.ΰτών ! τόττου;. '()70•. οε άτ:ό οαγίάζε; έγιναν σούντ'.το'.. ττάλ'.ν να 
γίνονται ραγιάοε; καΐ να [ΐέν^υν άνενό/λγ^τοι (ό; καΐ ττρότερον. Ιν! 
^έ καΐ οέν Πελή-^ουν. να φυλακων(•»ντα•.. κατά τήν | εννοιαν τοϋ ΰψί,- 
λοΰ -ροσκυνγ,τοϋ όρ'.σμοϋ. 

Ι[ρο'ϊέ•/ετε οέ έν τούτοι; να μήν ήθελαν λάοει -αραμικράν ενό- 
χλν^-τιν οί σοΰντιτοι αλλίον νατζκόνίον και φιλικών ^ασιλειών μέ τήν 
Γ:ρόφα7ΐν τών σούντιτίον Οίόσ^ον. μν,οέ να γίνν^ καμμία άλλη κατά- 
χρν,σι;. οιότι Ιΐέλετε -αιοευΠή. Λλ/.ά ποιήσατε ά-αραλλάκτο»; ώ; 
προστά ζε~Με και μή άλλέίο; ε; άττοφάοεω; και ϋγιαίνοιτε. 

αως.' Δεκεμβρίου 2υ. 

'Γό Χεζμέτι' Γι τοΟ μττουπααίρν,. οτ:ου έχει να οώση τό κάΗε νησί. 
-εριέχεται ρν,τώ; ει; τό εμττερικλειόμενον κατάστιχον. κατά τό όττοΐον 
ε/ετε νά τόν -λν,ρίόσετε. 

(;Βλ. σελ. 17:*>1 

Λιά τή; τταρούσγ,; τα-εινν,; ημών αναφορά; ογ/λοττοιουμεν οτι ει; 
τά; \2 τρέ/οντο; "Ο κτίοόρίου ενεφανίσΗησαν ει; τήν κοινήν ήμίον 
καντ-ελ/,αοίαν ό Άναγνίόστν,: Αν,μή τοι ττοτέ ^ανίνγ ,:. αττεοατάοιο: 
<]>ραντΙέζο;. μετά τοΟ "Λναγνίόστγ^ [)ρέτα. οί ότΐοΐοι ει Ι /αν άναμε- 
τα:ύ τοιν οιαφοράν οοσοληψία;. Κι; τόν αυτόν καιρόν ο καπετάν Γε- 
(όργι; Αή μα Ιιούλγαρν,;. .Ιαμπίτγ;; μα;, ήτον ει; Λίγιναν Ζ'.' ΰττο- 
Ίέσει; τοΰ αΰτοϋ νν,σίου. Και τήν αυτήν ώοαν άοοιόάον,σεν έν- 
ταΰΗα εν από τά καράοιά μα;, όπου Ί^ογετο από Κύριόπην. ! Και 
ήμεϊ; ό/.οι έςήλΗομεν τοΰ κριτγ,ρίου έςο όιά νά μάΗίι)μεν ό καΗει; 
περί κάρα οίον. Και ει; τόν αυτόν καιρόν ό ρΥ|ΗεΙ; "Λναγνώστγ,; 
Σα/ίνγ,; έσήκοσε /έρι μέσα ει; τό κρι ; τήριον και εόάρεσε τον εί- 
ργ,μένον "Λναγνίόστν,ν Ιίρέταν. τόν όποιον ήμεϊ; οέν ( τόν ειοαμεν. 
Λ/./, ό "ίόιο; όαρΗεΐ; τήν όευτέραν ήμέραν ήλΗεν προσκ/αιόμενο; 



96 Γί. Μ. κοντοΠαννΜ 

Ο'.ά ι το άίίκον. όπου του Ιγ'.νεν. καΐ μάλιστα, μέσα ει; το [ίασίλικόν 
κριτήριον. Και άττο τοϋ; εύ | ρεθέντας παρών τήν αυτήν ωραν έπλη- 
ροφορήθγ^μεν οτι εστάθγ^ αυτή ή ύπόΗεσι; | τοιουτοτρόπως. Το τοιοΰ 
τον φέρσιμον είναι επιχείρημα άποστάτου και ζορμπά. Και έκτο; τοι- 
ούτου Ι φερσίματο; αί προλαβοΰσαί του άταςίαι ουκ ολίγαι. Λοιπόν 
αυτήν τήν άτιμίαν. όπου ' έ'πραςε μέσα ει; το ρασιλικόν κριτήριον. 
κάμνοντας τα ■/.?έ"'/ ["-^ί ^'^' '^''ι^ -^^ ' οοί^ί^ζ ταπεινή; ημών αναφο- 
ρά; ειοοποιοΰμεν του; τζολυγ^ρονίοΊζ ημών αύΗέντα;. | όπου ή οικαι- 
οαυ'Πι να πράςτ^ΐ εκείνο όπου ανήκει. Αιο ει: πιστοποίησιν και ι πλη- 
ρο<ψορ'.7.'^ τών αν(ι)Ηεν έγενετο ή παρούσα ένσφράγιστο; και ενυπόγρα- 
φος Ι ταπεινή ημών αναφορά. 

1^^ 'Οκτωβρίον 1806. 

(Τ. Σ.) 

νικολό; μπουντούρη; σύντιχο;. 
όημιτρι; μπαρου σύντυχος. 
γεώργις γκυονη σύντυχος. 
κωσταντή; χατζή οαμιανοΟ σύντίχος. 
γε(όργι; μπρούσκου σιντιχος. 
άναγνώστγ^; παπα μανόλγ, σύντυχος. 
Ίΐϋάννης κριεζή; σύντυχο;. 

Νικόλας Χατζή Θεοδώρου 

καντζιλλιέρης. 

(Βλ. σελ. Ι^;)), 

Λιά του ~%ρ6'/χος εγγυητικού γράμματο; όηλοποιοϋμεν ήμεΐ; οί 
κάτωΗεν | γεγραμμένοι ότι εχοντε; χρείαν όια μπερατοφερ[ΐάνια και 
μπουγιουρουλ ' όι τοΰ καραόίου μα;, όπου καραόοκυρεύεται από 
Αάζαρον Γιάννη Λα | λεχοϋ και έπειοή κατά το νέον σύστημα τα 
τοιλΰτα φιρμάνια οέν όί | οο νται εάν μή δοθή κοινόν μαρτυρικόν έγ- 



ΟΙ ΠΡΟΣΙΆΤΕΓΟΜΕΝΟΙ 97 

γυητικόν ένσφράγιστον | γράμμα να μήν -(ιμ-ορΎι ν.; το έςγ^ς να άλ- 
λά;γ| τψ ραγιάδικην ό | θωμανικήν παντιέραν. ΚαΙ εάν φωραθΫ; με 
παντιέραν άλλης τινός | αύλης, να είναι οΐ ττροεστώτες καΐ έπιατάται 
"Γδρας υποκείμενοι ε?ς τάς βα | σιλικίχς -οινάς, πληρώνοντες και οιά 
πρόστιμον πέντε χιλιάδες γρόσια εις | τον βααιλικόν ταρσανά. Λοι- 
πόν με τό να έοόθη ή αυτί) ύπόσχεσις και έγ | γύησις εκ των προε- 
στώτων και επιστατών υποσχόμεθα ήμεϊς οί παρτσινέ | βελοι τοϋ αυ- 
τού μας καραβιού, οτι εάν άκολουθήσττ| παρόμοιων τι εις τό αυτό | μας 
καράβι καΐ άλλάξτ^] τήν παντιέραν, να είμεθα ήμεΐς Οποκείμε | νοι 
εις τάς |ίίασιλικάς ποινάς καΐ ρεσποζάμπιλοι διά νά πληρώσο^μεν και 
τό Ι πρόστιμον πέντε χιλιάδες γρόσια καΐ υπεγράψαμεν τό παρόν 
διά ι άσφάλειαν. 

"Υόρα 25 Ιουλίου 1806. 

(•^ζοοΜρΎις τοϋ Γκίκα βεβαιώνω. 
Αναγνώστης Δημήτρι Θεοδωράκη βεβαιώνω. 
Αναστάσιος Θεοδωράκη βεβαιώνω. 



(π) ■ 
(Βλ. σελ. 18:)) 

Λιά τοϋ παρόντος μου εγγυητικού γράμματος δηλοποιώ εγώ 
(5 Ι υπογεγραμμένος ρείζης Βαγγέλης Αναγνώστη Βαγγελίση δτι | με 
τό νά ήλθεν ύψηλόν προσκυνητόν φιρμάνι καΐ προστάζει τό | κρα- 
ταιόν δοβλέτι διά νά γένη καταγραφή των καραβιών, όπου | υψώνουν 
τάς ςένας παντιέρας, εκ των οποίων ήτον εν καΐ τό καράβι | όπου 
εγώ καραβοκυρεύο)" λοιπόν έγώ οικειοθελώς έμαϊνάρισα | τήν ρο()- 
σικην παντιέραν, όπου με αυτήν τό έταςίδευα τόσον καιρόν. | και 
ο-ί^γ^ξ,ροΊ ελαβον παρά της κοινής ημών καντζελλαρίας τά άπο | δει- 
κτικά καΐ ασφαλιστήρια φιρμάνια και τό ήγεμονικόν πογιουρτή | εν 
ύποσχέσει καΐ συμφωνία όπου εις τό έςής τό αυτό μου καράβι 
νά ί ταςειδεύεται με ραγιάδικην οθωμανικήν παντιέραν. Και αν 
ποτέ Ι φωραθή με παντιέραν άλλης τινός ξένης αυλής, υπόσχομαι νά 
ύπό•/εψ,-/ι | εις τάς βασιλικάς ποινάς, πληρώνοντας τά διά πρόστιμον 

ΑΘΗΝΑ, ΤΟΜ. λ'. 7 



98 π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

πέντε 1 χιλιάδες γρόσια ε^ς τον [ίασιλικόν τερσανα. Λιό καΐ εΙς πι- 
στοποίησιν | της εγγυήσεως μου υπο^ρά^ρω το παρόν δι' άσφάλειαν. 

"Γ^ρα 78ί?^ δκτωβρ. 30. 

παυτετάν βαγγελης τον Δημήτρι 
Βαγγελίση. 

(Ρ) 
) 

(Βλ. σελ. 184) 

Δια τοΰ παρόντος μου εγγυητικού γράμματος δηλοποιώ εγώ ό | υπο- 
γεγραμμένος ρείζης Κοσμάς Γιανν'τζη δτι με το να | ήλθεν υψη- 
λόν βασιλικόν φερμάνι και προστάζει το κραταιόν Ι ντοβλέτι δια να 
γένη καταγραφή των καραβιών, όπου υψώνουν | ταΐς ξέναις παντιέραις, 
καΐ εκ των οποίων ήτον εν καΐ το καράβι, | όπου εγώ καραβοκυρεύω" 
λοιπόν εγώ οικειοθελώς έμαϊνά | ρισα τήν ρούσικην παντιέραν, όπου 
με αυτήν το έταςείδευσα | τόσον καιρόν, καΐ ατι\ιερον ελαβον παρά της 
κοινής ημών ] καντζελλαρίας τα αποδεικτικά καΐ ασφαλιστήρια φερ- 
μάνια | καΐ τό ήγεμονικόν πουγιουρτί, εν ύποσχέσει και συμφωνία 
όπου Ι ε^ς τό εξής τό αυτό μου καράβι νά ταξειδεύεται με ραγιάδι- 
κην Ι όθωμανικήν παντιέραν. Και άν ποτέ φωραθή με παντιέραν | άλ- 
λης τινός ξένης αυλής, υπόσχομαι νά ύπόκειμαι εΙς τάς | βασιλικάς 
ποινάς, πληρώνοντας καΐ διά πρόστιμον πέντε | χιλιάδας γρόσια ε^ς 
τόν βασιλικόν τερσανέ. Διό καΐ εις πιστό | ποίησιν τής εγγυήσεως μου 
υπογράφω τό παρόν διά άσφάλειαν. 

"Υδρα 1800, Δεκεμβρίου 31. 
Καηετάν Κοσμάς Γιαννίτζη 

(σ) 
(Βλ. σελ. 184) 

Διά τοΰ παρόντος εγγυητικού γράμματος δηλοποιώ έγώ ό ύπογε- 
γραμ | μένος ρεΐζης Κυριάκος Σκούρτης, δτι με τό νά ήλθεν ύψηλόν| 
προσκυνητόν φερμάνι καΐ προστάζει τό κραταιόν δοβλέτι διά νάΤ | γίνη 



Οί προςτατεγομενοι 09 

καταγραφή των καραβίων, όπου υψώνουν τάς ξένας παντιέρα;, | εκ 
των όποιων ήτον εν καΐ το καράβι, όπου εγώ καραοοκυρεύω' | λοι- 
πόν εγώ οικειοθελώς έμαϊνάρισα τήν ρωσικήν παντιέραν, | όπου με 
αυτήν το έταςείδευσα τόαον καιρόν. Και οΊ'ιμερον ελοίοον \ παροι. τής 
κοινής ημών καντζελλαρίας τα άποοεικτικά και άσφαλι | στήρια φερ- 
μάνι» και το ήγεμονικόν πουγιουρτί, εν ύποσχέσει καΐ | συμφωνία, 
όπου εις το έςής το αυτό μου καράβι να ταξειδεύεται με | ραγιάοικην 
όθωμανικήν παντιέραν. ΚαΙ αν ποτέ φωραθή με | παντιέραν άλλης 
τινός ξένης αυλής, υπόσχομαι και ύπόκειμαι εις | τάς βασιλικάς ποι- 
νάς. πληρώνοντας τα δια πρόστιμον πέντε | χιλιάδες γρόσια εΙς τον 
βασιλικόν ταρσανε. Λιό καΐ εις πιστοποίησιν | τής εγγυήσεως μου 
Ότζο^ράψω το παρόν δια άσφάλειαν. 

" νδρα 1807, Ίηνοναρίον 3. 
Κυριάκος Σκούρτης βεβαιώνω. 

(τ) 
(Βλ. σελ. 185) 

■Τιμιώτατοι. οι τε καπετάν Γεώργιος ζαμπίτης και προεστώτες τής 
τίιοοΌ "Γδρας, ύγιαίνοντες εϊητε εν ευημερία. 

Έκ τοΰ ή 1 δη υμΤν αποστελλομένου υψηλοΰ, βασιλικού, όρ'ισμοΰ 
και τοΰ κατά τήν εν αύτω εννοιαν μπουγιουρουλντίου τοΰ ένδο | ξο- 
τάτου τερσανέ ντεφτερνταρή Αχμέτ ΆζΙζ έφέντη, (ϋεκίλη τοΰ υψη- 
λοτάτου καπουντάν πασά έφέντη μας, θέλετε | πληροφορηθή εν πλάτει 
τήν έκδοθεΐσαν ύψηλήν βασιλικήν προσταγήν περί των ξένων παν- 
τιέρων, Ι ας έπιφέρουσι τά εν τόπω σας καράβια των έκ προγόνων 
ανέκαθεν ραγιάδων τής κραταιοτάτης | οθωμανικής βασιλείας. 

ΚαΙ επειδή ή διενέργησις τής τοιαύτης υψηλής βασιλικής προστα- 
γής είναι τών ών | ουκ άνευ, γράφοντες ήδη σας παραγγέλλομεν νά 
συναγωνισθήτε επιμελώς ε?ς τό νά κάμητε άκριβεστά | την ερευναν 
και λεπτομερή έξέτασιν πότε έκαστος τών έκ τζρο^ό'Χύ'/ γνησίων ρα- 
γιάδων τών εν τω | τόπω σας, ποίραλοι.βΐύ'/ πατένταν ή πασσαπόρτι, 
έκρέμασε ρωσικήν ή άλλης τινός ξένης αυλής παν | τιέραν εις το 



100 π. Μ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ 

καράβί του, καΐ από ποΰ, καΐ εκ ποίας αιτίας ελαβεν αυτήν καΐ ή 
οικονομικώς ή μη. | ΚαΙ καταγράφοντες ταΰτα πάντα λεπτομερώς, 
να προσεπισημειοΐτε και τα ονόματα καΐ γνωρίσματα τών | τοιούτων 
καπετάνων και καραβοκυρών, και τα ονόματα τών γονέων και προγό- 
νων αυτών, και τα | υπό τήν έξουσίαν ενός έκαστου κτήματα, καΐ το 
όνομα καΐ είδος τοΰ ου έκαστος επιβαίνει καραβίου. ΚαΙ σφρα• Ι γι- 
ζομένη ή τοιαύτη καταγραφή με τήν κοινήν όμών σφραγίδα να 
σταλη προς ήμας με τόν παρόντα, \ δια να έμφανισθή εις τήν 'Γψη- 
κήν Πόρταν. ΚαΙ ούτω να έκτελεσθή επομένως, δπως άπαιτοΰσιν αϊ 
συνθήκαι | καΐ οι οροί. 

Εις τα εδώ ευρεθέντα με ξένας παντιέρας καράβια τών ανέκαθεν 
γνησίων | ραγιάδων έγένετο καΐ γίγνεται ή αναγκαία έρευνα καΐ δί- 
δοται τό καθήκον νιζάμι δια τοΰ ενδοξότατου | τερσανέ ντεφτερνταρή 
κατά τήν εννοιαν τοΰ βασιλικοΰ όρισμοΰ. Μδλον τούτο χα^ρίζ εσείς 
να ιζρο Ι φασισθήτε τήν έδωσε ταύτην έρευναν να διενεργήσετε τήν 
καταγραφήν κοινώς εις πάντας τους έν | δημοΰντας και άποδημοΰν- 
τας καπετάνους καΐ καραβοκυρούς τοΰ τόπου σας, τους έχοντας πα- 
τέντας καΐ άνυψοΰν | τας εις τα εαυτών καράβια παντιέρας ή ρωσι- 
κάς ή άλλων ξένων αυλών. ΚαΙ να φροντίσετε | δια τήν δσον τάχιον 
έξαποστολήν αυτής. 

Περί τής τοιαύτης έρεύνης και καταγραφής αποστέλλεται | ήδη 
δια τοΰ παρόντος και γράμμα από μίρο\>ς τοΰ εξοχωτάτου πρέσβεως 
της Ρωσίας προς τόν εις• τα | αυτόθι κόνσολον, έπιτακτικόν εις τό να 
σας ανακάλυψη δσα δεν ήξεύρετε. καΐ ούτω να γίνη άκρί | βεστάτη 
ή περί τών ρηθέντων καταγραφή. 

Προσέξατε δε ακριβώς να μή παραμελήσετε ή να μή συσκιάσητε 
τήν άλήθειαν έκ συναρπαγμοΰ πάθους ή φιλοπροσωπίας ή και εξ άλ- 
λης τινός Ι αιτίας καΐ υποκρύπτοντες τα όντα, δεν κάμετε δσον τάχι- 
στα έξηκριβωμένην τήν τοιαύτην καταγρα | φήν κροα^ρόρως τη εννοία 
τοΰ βασιλικού όρισμοΰ. "Οτι θέλετε κινήσει καθ' εαυτών τήν ψοδερα."^] 
άγανάκτησιν τοΰ κραταιοτάτου ντοβλετίου, παιδευόμενοι άνελεημόνως 
χωρίς να σας χρησιμεύση ουδεμία | πρόφασις, ουδέ προστασία τινός. 

"Οσοι δε τών καπετάν(ι)ν μετά τήν γνώσιν τών βασιλικών τούτων 
προστα | γών ήθελαν αφήσει οικειοθελώς καΐ αμέσως τάς ξενας παν- 
τιέρας καΐ άναλάβωσι πάλιν τήν σημαίαν τήν ο | θωμανικήν χωρίς 



ΟΙ ΠΡϋΣΤΑΤΚΓΟΜΕΝΟΙ 101 

νά προσμείνωσι τήν εντεύθεν γενηαομένην έξακρίβωσιν εκ των στα- 
λησομένων κατάστιχων, | δπερ πολλοί εποίησαν ένταϋθα ευρεθέντες, 
σας προστάζομεν εις ξεχωριστον κατάστιχον καταγράφοντες τα ό | νό- 
ματα των τοιούτων, νά μας έξαποστείλητε καΐ τα εγγυητικά αυτών 
γράμματα κατά τον τρόκον, όπου σας προ | εγράψαμεν, οιά νά (ρρο^- 
τίσωμεν ήμεί; ένταΰθα τήν εκοοσιν των αναγκαίων αύτοΐς φερμανίων 
και τα | χεΐαν άποστολήν, προς ήσυχίαν καΐ έξακολούθησιν των σκο- 
πουμένο)ν αύτοΐς ταξειοίων. Αοιπόν διε | νεργήσαντες άπαρασαλεύτως 
τά προσταττόμενα, ύγιαίνοιτε. 

Τοις ηαιόιητός σας δλως αως' 'Ιουλίον 

Παναγίωτάκης Μουρούζης από Αιβάν χανί. 

Τοις τιμιωτάτοις τω τε καπετάν Γεώργτ] 
ζαμττίτϊ] και τοις τιροεοτώσι της νήοον Ύ- 
δρας, ήμετέροις προοφιλέαιν . 

ύγιώς. 

(υ) 
(Βλ. σελ. 186) 

Τιμιώτατε και λίαν ημών προσφιλέστατε καπετάν Γεώργι ζαμπίτη 
"Γδρας, τήν τιμιότητα σου ή | οέως προσαγορεύομεν. 'Γγιαίνοιτε εν 
ευημερία. 

Έλάβομεν τά από ιβ' και κη' | Αυγούστου ούο γράμματα σου 
και έΐοομε'^ οσα σημειοΐ; περί σουδίτων και καπετά | νων ξένων 
παντιέρων και περί του σταλέντος καταστίχου. το δποΐο'^ εις τον 
τρό Ι πον, όπου ήτον γεγραμμένον δεν χρη'^ψεύει όλοτελώς, επειδή 
δεν περιέχον [ ται έν αύτώ ούτε αί έπωνυμίαι και τά γνωρίσματα 
εκάστου καπετάνου, ούτε ό | καιρός και ό τρόπος, όπου έκαστος 
προσέλαβε τήν Εένην παντιέραν. Και θαυμά | ζομεν πώς παρεχώρη- 
σας νά σταλή εν τοιούτον κατάστιχον της βασιλι | κής προσταγής. 
"Οθεν ιδού όπου '(ρχγο\ιν^ ήδη εις τό κοινόν διά νά σταλή | παρα- 
χρήμα έτερον κατάστιχον, προαψόρως τή έννοία τοΰ βασιλικού ορι- 
σμού Ι και συναγ(ι)νίσου και ή τιμιότης σου εις τό νά γένη έξηκρι- 



102 π. Μ. ΚΟΝΤϋΠΑΝΝΗ 

βωμένον καΐ δσον τά | χίστα να μας το ϊτροφθάσ•(]ς ώς άναγκαιότατον. 

Ε?ς τους καπετάνους όπου άφηκαν τήν ρωσικήν παντιέραν είναί 
χρεία να δώ | σωσι νέα φερμάνια καΐ τά παλακχ όπου δέδωκας εί- 
ναι άχρησίμευτα. | ΚαΙ οσα έγγυητίκά γράμματα έλαβες παρά των 
τοιούτων νά μας τά στεί | λττ]ς με πρώτην σιγούραν όκαζιώνα. 

Εϊδαμεν καΐ το περί καραβιών σας εναντίον κίνημα τοΰ μαροκί- 
νου Ι καΐ ευθύς μετά σπουδής πολλής ήγωνίσθημεν καΐ τά προς βοή- 
θειαν καΐ | άπαλλαγήν αυτών. ΚαΙ είναι εν τω τελειοΰσθαι τά από 
{ΐίρουζ τοΰ κραταιοτάτου | δοβλετίου χρειώδη βοηθητικά περί τού- 
των. ΚαΙ με οζΰτερον σας ιδεάζομεν | περί τούτου ακριβώς. ΙΙερΙ 
πάντων ων σοΙ ^ράγο\ιεν είναι χρεία | νά κάμνης μουμπασιρέτι και 
νά αγωνίζεσαι εις το νά μη μείνωσιν αργά | καΐ άνενέργητα τά γράμ- 
ματα μας, δτι δυσχεραίνομεν καΐ μάλιστα ] δταν είναι περί υποθέ- 
σεων αναγκαίων δοβλετίου, εις τών οποίων τήν | έκτέλεσιν κατά 
χρέος πρέπει νά συνεισφέρης παντι τρόπω καΐ ή τιμιότης σου | καΐ 
δχι νά αδιάφορης καΐ νά προφασίζεσαι ώς οι λοιποί. 

Γράφε ήμΐν συνεχώς και ίδέαζε ήμας περί παντός μετά τήν 
δη Ι λωσιν της υγείας σου, ης τά έ'τη εϊησαν πολλά. 

Της τιμιότητας σου δλως εννονς. <} (ο ς' Σεπτεμβρίου κα' . 
Παναγιωτάκης Μουρούζης. από διβάνι. 

(1) Εις ά.%ρον είμεθα ώργισμένοι | κατά σου διά τήν άδιαφορίαν, 
δπου εδειξας εις τά κατάστιχα, όπου | έζητήθησαν διά βασιλικής προ- 
σταγής. Ι 'Άν ή προς σε εύνοια μας δεν ήτον | μεγάλη, έπρεπε νά 
μεταχειρισθώμεν | πολλά αύστηρόν τρότίον. Αυτή ή ύπόθεσις ] είναι 
πολλά δελικάτη και με τοιαύτας | προφάσεις μή νομίζης δτι είναι δυ- 
νατόν νά Ι τήν οίν.ονομ-ίια'ί^ς. Θέ νά μετανοήσης ε?ς άκρον |, αν δεν μας 
προφθάσης αυτά με τήν άναγκαίαν | και ζητουμένην έπεΕεργασίαν. 

Τφ τιμιωτότφ και λίαν ήμΐν προοφιλεστάτφ καπετάν 
Γιώργτ) ζαμηίχΎΐ "Υδρας 

νγιώς. 

Π. Μ. Κοντογιαννηϊ: 



(1) Οί έτιακολονθονντεξ στίχοι ίΐναι δι' άλλης /ειρός γραμ.[Λένοι, 



ΣΓΜΒΟΑΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡ1ΣΤΤΑΝΙΚΗΝ 
ΕΑΑΗΝΙΚΗΝ ΙΙΟΙΗΣΙΝ 



Α'. 

II ΕΚΚΛΙΙΣΙΑΣΤΙΚΜ Π01ΗΣΙΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΓΓΜΝΑΣΙΟΙΣ 



Προ όλίγο)ν ετών εξετάζων τα αϊτια της άτελοΰς μορφώσεως τών 
ημετέρων μαθητών εν τη νέα γλώσση έγραφον προς τοις άλλοις 
εν τω «Παιδαγωγικώ Δελτίω» τοΰ Γ' τόμου (1909) καΐ τάκόλουθα. 
«"Οταν μάλιστα έπιστη καΐ παρ' ήμΐν το πλήρωμα τοΰ γ^ρόνοχ) καΐ 
πεισθώσι πλέον και οι αρμόδιοι οτι είναι καιρός και ημείς ν' αύςή- 
σωμεν τα ετη της εγκυκλίου ημών παιοεύσεως, εάν θέλωμεν να μη 
άπολειπώμεθα τοαοΰτο'/ πολύ τών άλλων εθνών έν τη τοΰ πολιτισμού 
σταδιοδρομία, ήγώμεθα δ' ημείς τών λοιπών λαών της Ανατολής έν 
τη δια τών γραμματίων και τών επιστημών ημερώσει, ως άςιοϋμεν 
καΐ ήμεΙς αύτοΙ και οί φίλοι ημών λαοί της Ευρώπης ευλόγως άπαι- 
τοϋσι παρ' ημών όταν μεταρρυθμισθη καΐ συμπληρωθη το πρό- 
γραμμα τών διδασκομένων μαθημάτων κατά τάς άνάγκας και τάς 
απαιτήσεις τών σημερινών χρόνων, τότε ίί^εβαίως πρέπει να έλπίζω- 
μεν δτι όχι μόνον εκ τών έκκρίτων ποιητών και συγγραφέίον της 
αρχαίας Ελλάδος και άλλοι τζρος τοις υπάρχουσι νΰν θα καταλά- 
6ωσι την προσήκουσαν θέσιν έν τοις προγράμμασι τών ημετέρων γυ- 
μνασίων, άλλίι καΐ εκ τών μεταγενεστέρων καΐ τών Βυζαντιακών οί 
κριθέντες οτι δύνανται να υπηρετήσωσιν εις τον α-ΛΟτζο^/ της εγκυκλίου 
παιδεύσεως θα εΐσαχθώσιν, ως δεν άμφιβάλλομεν, εις τά' ημέτερα 
εκπαιδευτήρια και ούτως οί συμπληροΟντες την έγκύκλιον αύτϋ)ν 
παίδευσιν έλληνόπαιδες θα γινώσκωσι τους σπουδαιότατους ποιητάς 
καΐ συγγραφείς τοΟ έθνους αυτών άπο τοΰ ΌμΊ^ροΌ μέχρι τοΰ Σο- 



104 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

λωμοΟ εκ της μελέτης τΟ)ν έργων αυτών, άφ' ου το Ύιμίτερο"/ έθνος 
καΐ κατ' αύτάς τάς ζοφερωτάτας περιόοους τοΰ μακραίωνος βίου αυ- 
τού δεν έπαυσε καλλιεργούν τα γράμματα καΐ παράγον διανοητικά 
προϊόντα καΐ ύπ' αυτών τών αλλογενών άναγινωσκόμενα καΐ τιμώ- 
μενα » . 

Πόσον δε αναγκαία και επείγουσα είναι ή μεταρρύθμισις μάλιστα 
τοΰ προγράμματος τών μαθημάτων τών ημετέρων γυμνασίων, προσέ- 
θετον, ραδίως κατανοεί τις αναλογιζόμενος οτι, εν φ οι εν τοις Εύ- 
ρωπαϊκοΐς γυμνασίοις διδασκόμενοι τα έγκύκλια μαθήματα νέοι εξ- 
έρχονται έξ αυτών έχοντες γνώσιν απάντων τών ειδών τοΰ τ' έμμε- 
τρου και τοΰ πεζοΰ λόγου, οίοι οφείλουσι να είναι οι αληθώς πε- 
παιδευμένοι άνδρες, οι παρ' ήμΐν ουκ ολίγων ειδών τοΰ εντέχνου 
λόγου οΰδεμίαν παντάπασι γνώσιν εχουσιν. -Ούτε διδακτικήν ούτε κω- 
μικήν ούτε βουκολικήν ούτε Έκκλησιαστικήν ποίησιν διδάσκονται οί 
καυχώμενοι δτι είναι απόγονοι τοΰ Ησιόδου, τοΰ Αριστοφάνους, 
τοΰ θεοκρίτου καΐ τοΰ Τωμανοΰ, τών έξοχϋ)τάτων τουτέστιν αντι- 
προσώπων τών είρημένων ειδών της ποιήσεω:. 

Και εξακολουθεί μεν εισέτι να είναι ευχή ή περί αυξήσεως τών 
ετών της παρ' ήμΐν εγκυκλίου παιδεία; γνο)μη, ή περί μεταρρυθμί- 
σεως δμως τοΰ προγράμματος τών μαθημάτων τοΰ έλληνικοΰ σχο- 
λείου καΐ τοΰ γυμνασίου έγενετο ήδη πράγμα, διότι δια τοΰ της 31 
Όκτω6ρίου τοΰ 1914 Βασιλικοΰ Διατάγματος «περί προγράμματος 
τών μαθημάτων τοΰ ελληνικού αγοίείου καΐ τοΰ γυμνασίου» άλλαι 
τε πολλαι καΐ καλαΐ μεταρρυθμίσεις (1^ εις αυτό ε^(ί'^οντο και δή καΐ 
ή Χριστιανική λυρική ποίησις εισήχθη τζρδς διδασκαλίαν εν τη Γ' 
τάξει τοΰ γυμνασίου, ορισθείσης «αναγνώσεως από τοΰ Μαρτίου εκλε- 
κτών μερών της Χριστιανικής λυρικής ποιήσεως» εν τη τάξει ταύτη. 
Άλλ' είναι φανερόν δτι μάθημα νϋν το πρώτον είσαγόμενον εις 
τα ημέτερα γυμνάσια προϋποτίθησι και καθηγητάς ευ τε καΐ καλώς 
παρεσκευασμένους προς διδασκαλίαν αύτοΰ και διδακτικά βιβλία 
πρόσφορα εις χρήσιν τών μαθητών, εάν μέλλη προσηκόντως νά δι- 

(1) Πίρί τών [ΑεταρρυΟυιί'ϊεων τούτων αετά πολλής σαφηνε'βς ποιείται τον προστί- 
χοντα λόγον ό Γενι/.ός Γρααματεΰ; τού 'Τπουογειου της Παιδεία; κ. Μι/. Βολοναχης 
έν τω «Δελτίο) τοΰ Υπουργείου τών Έκκλησιβστι/.ών και τηζ Δηι^οσίαί εκπαιδεύ- 
σεως» τού 1915 τεχ/. Γ' και Δ' σελ. 453-464. 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΙΙΟΙΗΣΙΝ 105 

ζ^ιχθτ/ τό μάΗημα τοϋτο καΐ άποοώαττ] γενναίους τους έ; αύτοΰ προσ- 
δοκηθέντας καρπούς. Άλλα παρεσκευασμένοι μεν ε?ς τοιαύτην διοα- 
σκαλί'αν οί "Ελληνες καθηγηταΐ κατά τό πλείστον οέν είμεθα, διότι 
ούτε εν τώ ΙΙανεπιστημίω Έκκλησιαστικήν ποίησιν έδιδάχθημεν οΐϋτε 
κατόπιν έλάβομεν καιρόν συστηματικώς ν' άσχοληθώμεν εις αυτήν, 
διδακτικίχ δε βιβλία προς χρησιν των μαθητών φυσικά δεν υπηργο^/. 
άφ' ου τό μάθημα τοΰτο δεν ήτο είσηγμένον εις τά σχολεία ημών. 

Ή διά τοϋ είρημένου δ' δμως Βασιλικού Διατάγματος θεσπισθείσα 
υποχρεωτική διδασκαλία τοΰ μαθήματος τούτου παρέσχε μεν εις 
ήμας τους καθηγητάς την εύφρόσυνον εύκαιρίαν νά άσχοληθώμεν 
συστηματικώτερον εις την Έκκλησιαστικήν ποίησιν, έδωκε δ' άφορ- 
μήν εις τρεΙς καθηγηγάς, τον Γ. Σωτηριάδην, τόν Δ. Κουϊμουτσό- 
πουλλον και τον Χ. Παππαϊωάννου, προς εκδοσιν διδακτικών εγχει- 
ριδίων προωρισμένων νά καταστήσωσι μεν τοις μαθηταΐς εύπαρακο- 
λοΌ^τ^τοΊ τήν διδασκαλίαν τοΰ περί ου ό λόγος μαθήματος, νά έγγεν- 
νήσωσι δ' εν ταϊς ψυχαΐς αυτών ζωηρόν τό διαφέρον υπέρ τοΰ καλ- 
λιστεύματο: τούτου της Βυζαντιακής χίογοτεχνίας, ώστε καΐ άπο- 
φοιτώντες εκ τοΰ σχολείου νά εχωσιν ικανά εφόδια και ίσχυράν έπι- 
θυμίαν, δπως έντρυφώσιν έν τη μελέτη τών θεσπεσίων φδών τοΰ 
Τωμανοΰ, τοΰ Κοσμά, τοΰ Δαμάσκηνου καΐ τών άλλων καλλικελά- 
δων άηδόνων τοΰ Χριστιανικοΰ Ελικώνος. 

Τοιαΰτα δε διδακτικά εγχειρίδια, ϊνα έπιτύχωσι τοΰ είρημένου 
σκοποΰ, δφείλουσι νά περιλαμβάνωσιν απαραιτήτως τά εξής τρία 
μέρη, ήτοι -ρώτον μεν βραχεϊαν είσαγωγήν είς τήν Έκκλησιαστικήν 
λυρικήν ποίησιν, χαρακτηρίζουσαν μεν τό λογοτεχνικόν τοΰτο είδος 
καΐ σαφώς και άπηκριβωμένως διαστέλλουσαν αυτό άπό τών άλλων 
ειδών τ•?;ς θύραθεν ποιήσεως, διαλαμβάνουσαν δε περί τών πηγών, εξ 
ών άρύονται τάς υποθέσεις τών ποιημάτων αυτών οί Εκκλησιαστικοί 
ποιηταί, περί τής γλώσσης καΐ της μετρικής κατασκευής τής ποιή- 
σεως ταύτης, τελευταΐον δε περιλαμδάνουσαν συντόμους καΐ άπηκρι- 
βωμένας ειδήσεις περί τοΰ βίου καΐ τών έργων τών σπουδαιότερων 
Εκκλησιαστικών ποιητών οεύτεροΊ δε μετά τήν είσαγωγήν ταύτην 
νά περιέχωσι τό κείμενον τών εκλεκτότερων άπό παιδαγωγικής μά- 
λιστα έπόψεως ποιημάτων κριτικώς έπεξειργασμένον τρίτο^^ δε νά 
έπιτάσσωνται δαψιλεΐς έρμηνευτικαΐ σημειώσεις, πραγματικαΐ και λε- 



106 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

κτικαί, διασαφοϋσαι πάντα τα διασαφήσεως χρήζοντα μέρη τοΰ κεί- 
μενου (1). Ούτω καταρτιζόμενα τα διδακτικά εγχειρίδια των έκκρίτων 
ποιητών και συγγραφέων, αρχαίων τε και νεωτέρων, υπό των αλλο- 
γενών φιλολόγων καθιστώσιν εΙς μεν τους καθηγητάς ευχολώτερο^^ 
το διδακτικόν αυτών ερ^ον^ εΙς δε τους μαθητάς εύαρεστοτέραν την 
μελέτην τών περί ων ό λόγος κειμένων καΐ ούτω συντελοΰσιν, ώστε 
να επιτυγχάνεται άσφαλέστερον δ σκοπός της διδασκαλίας τοΰ μα- 
θήματος τούτοι) εν τοις σχολείοις της μέσης εκπαιδεύσεως. "Ιδωμεν 
δε νΰν πώς οΐ ειρημένοι Έλληνες καθηγηταΐ εργασθέντες κατήρτι- 
σαν τα διδακτικά αυτών εγχειρίδια καΐ κρίνωμεν αν ταΰτα συντα- 
χθέντα ώς συνετάχθησαν δύνανται νά έπιτύχωσι τοΰ σκοποΰ αυτών. 
ΚαΙ τζρώτο^ περί τοΰ βιβλίου τοΰ κ. Σωτηριάδου. 



Α'. 

«^Επλογαϊ Ιερών νμνων της Ελληνικής "Εκκλησίας νηό 

Γ, Σωτηριάδου καϋ'ηγητοϋ τοϋ Πανεπιστημίου . 

Έν 'Α'&•ήναις 1915». 

Ούτως επιγράφει το βιβλίον αύτοΰ ό κ. Σωτηριάδης, δπερ εκ σε- 
λίδων 73 συγκείμενον περιλαμβάνει την είσαγωγήν (σελ. α' - ιγ'), τό 
κείμενον (σελ. 1-43) καΐ τάς σημειώσεις (σελ. 44-56). 

Ή εισαγωγή δ' αυτή, ης σκοπός βέβαια είναι κατά τά άρτι είρη- 
μένα νά μυήση τους μαθητάς τό είδος τοΰτο της ποιήσεως καΐ εΣσα- 
γάγη και χειραγώγηση αυτούς είς τήν μελέτην τών έργων της Εκ- 
κλησιαστικής ύμνογραφίας, πολύ φοβοΰμαι δτι δεν θά είσαγάγη αυ- 
τούς εις τήν Έκκλησιαστικήν ημών ποίησιν, αλλά τουναντίον θ' άπα- 
γάγη καΐ ό(.7ζοτρε'\)•^ αυτούς από της μελέτης καΐ σπουδής τής ποιή- 
σεως ταύτης. Της αληθείας δε τής ίσχυρίσεως ημών ταύτης εστωσαν 
δείγματα τάκόλουθα εκ τής περί ής ό λόγος εισαγωγής διδάγματα. 

(Ι) 15ε δσα τιερί (χεθοδικής διδασκαλίας τών ελληνικών και διδακτικών βιβλίων 
γράφει πολλαχοΰ τοϋ σοφοΰ βιβλίου του, τών «.'Οδηγιών προς με'&οδικην διδασκαλίαν 
τών εν τοις ελΧηνικοΐς σχολείοις και γνμνασίοις διδασκομένων μαϋημάτων» [ίέρ. Λ' 
τευ/ α' χαί β' ό Γενικός Επιθεωρητϊ;; τών σ/ολείων της Α' Ικ~αιδευιικ/ίς Γ.εοιφί- 
ρεία; κ. Ά/ιλλεύς Τζάρτζ5:νος. 



ΣΊΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΙΙΣΙΝ 107 

«Τά ποιγ^τικα οημιουργγ^αχΛ τγ^ς έλληνικΫ^ς οίανοίας», λέγει εν τγ^ 
σ. τ', «καταπίπτοντα ραγδαίως από τοΰ άλεΕανδρηνοΰ αιώνος, καθί- 
στανται κατά τους τζρδ τοΰ Κωνσταντίνου ήδη χρόνους παντελώς 
ανάξια λόγου κ επιφέρει δ' είτα εν τγ^ αυτ:^/ σελίδι δτι ποιητικά δη- 
μιουργήματα των αυτών τούτων χρόνων, «το επίγραμμα καΐ τά 
άνακρεόντεΐα εχονσι τόσον σφρίγος καΐ όρμήν, δσον καΐ υπό δημι- 
ουργικής δυνάμεως εμπέονται». 

Έάν είναι αληθές δπερ εν σελ. η' ισχυρίζεται, δτι «το στενδν 
θρησκευτικόν πνεΰμα τοΰ βυζα'^τηνισμοΰ εδοΰλωοε την διάνοιαν και 
περιώριοε πάσαν ελευ^έραν πτήσιν αυτής, εδέσμευσε καΐ σχε- 
δόν άπέπνιξε την άτομικήν ηαραγωγικότηταϊ) , τότε πώς (σελ. θ') αή 
εκ τής Χριστιανικής διδασκαλίας ηηγάσασα αρχή εξεγείρει τάς παρα- 
γωγικός δυνάμεις και ζωογονεί κατ' ίδιον τρόπον^; 

Διδάσκει μεν εν σελ. η' δτι «διά τοΰ αυστηρού δογματικού χαρα- 
•/.ττ^ρος^ τον οποίον προσέδωκεν (το στενόν θρησκευτικόν πνεΰμα τοΰ 
βυζαντηνισμοΰ) είς την σκέψιν, εδέσμευσε και σχεδόν άπέπνιξε την 
άτομικήν παραγωγικότητα > ^ άλλ' έν σελ. ι' ύπερεπαινεΤ αυτό τούτο 
το δόγμα λέγων δτι «τό δόγμα, το δή&εν περιορισηκον τοΰ περιε- 
χομένου τής θρησκευτικής μας ποιήσεως, εκείτο εντός ευρύτατου 
πλαισίου ζωογόνου πίστεως και γονίμου άλη&είας> και κατωτέρω δε 
(σελ. φ') άποθαυμάζει αυτό τοΰτο το αϋοτηρόν δόγμα γράφων < τό 
αύστηρόν δόγμα δεν απέκρυψε, ούτε έπεσκίασε τό αίώνιον φώς, 
δπερ έπεχύθη εις τήν θείαν ποίησιν τοΰ Αάντη». 

Έν ω έν σελ. ια' δ^οΧο^ζΙ δτι «δεν είναι ή Εκκλησία ή οουλώ- 
σασα τήν ποίησιν είς ύπηρεσίαν ανάγκης, άλλ' ή ποίησις είνε ή έξα- 
γιάσασα τήν Έκκλησίαν» (καΐ κατ" άκολουθίαν έάν μή ήτο ή ποίη- 
σις, ή Εκκλησία μας δεν θά ήτο έΕηγιασμένη ! !), έν τή επομένη φ' 
κηρύττει δτι «άποσπασθείσα ή διάνοια από τής εθνικής παραδό- 
σεως υπεδουλο)θη ε^ς τήν έκκλησιαστικήν. είς τήν οποίαν απολύτως 
εκυριάρχει τό εβραϊκόν πνεΰμα και ή άντίληψις» καΐ κατά ταΰτα 
άρα ή εκκλησιαστική ημών ποίησις είναι ποίησις έβραϊκοΰ πνεύμα- 
τος καΐ αντιλήψεως ! ! ! 

«Ό Τωμανός», γράφει έν σελ. ιγ', «είναι ποιητής καθ' δλην τήν 
σημασίαν τής λέξεως. ΚαΙ είναι υψιπέτης ποιητής. Τοΰτο φαίνεται 
δχι ε?ς τάς ιδέας, δσον ε^ς τήν υψηλή/ άντίληψιν τοΰ θέματος και 



108 ΕΜΜ. Γ. Ι1ΑΝΤΕΛΑΚΗ 

τας μεγαλοπρεπείς εικόνας. Ή ιδέα είναι αυτό το θέμα». Έάν άρα 
παρά τω Τωμανω ίοέα καΐ θέμα ταύτίζωνται, τότε ό Τωμανός είναι 
υψιπέτης ποιητής και «τοΰτο φαίνεται δχι εις τάς ιδέας, δσον εις 
την ΰψηλην άντίληψιν της ιδέας ;> / / / 

Μετά την ε^σαγωγήν επακολουθεί το κείμενον των ποιημάτων της 
Συλλογής ταύτης από τής 1 μέχρι τής 4ο σελίοος. Άλλα καΓ εν τω 
τμήματι τούτω ούτε τά άριστα και παιδευτικώτατα των έργων των 
ποιητών τούτων παρέλαβεν, ούτε τά παραληφθέντα άρτια παρέθη- 
κεν, ούτε κριτικώς ταΟτα έπεςειργάσθη, ούτε επαρκώς καΐ ορθώς ήρ- 
μήνευσεν. Ούτω λ. χ. εκ τών του Τωμανοΰ παρέλαβε μέν τίνα εκ 
τοΰ Α' τόμου τών Αη&ΐβοία 8&0Γ& τοΰ ΡίίΓα τών εν Παρισίοις τω 
1876 εκδοθέντων, ουδέν δ'δμως παρέλαβεν εκ τών υπό τοΰ μακαρίτου 
ΚΓαηιΙ)&ο1ΐθΓ εκδοθέντων εννέα Κοντακίων τοΰ μελωδού τούτοΌ έν 
τοις 8ίίζυιι§8ΐ)θΓί6ΐιΙθ άβν ρ1ιΐ1θδορ1ιί8θ1ι-ρ1ιί1οΙο§Ϊ8θΐΊθη υηά 
(3θγ Ιιϊδίοπδοΐιβη Οΐαδδθ άβτ 1ί. Ι). Αοαάθΐηΐθ άθΓ λνίβδθΐΐδοΙίΕί- 
ίβη τοΰ Μονάχου άπό τοΰ 1898 μέχρι τοΰ 1907 έν ταΐς διατρι- 
βαΐς αύτοϋ «δίηάίθη ζυ Εοηι^ηοδ» 1898, «ϋηΐΒΓ^θίΙυη^βη 
1)θΐ Κοηι&ηοδ» 1899, «Εοιηαηοδ αηά ΚγτίδΙίΟδ» 1901, «Βΐθ 
ΑΙίΐΌδΙΐοΙιίδ ΐη άθΓ Οΐ'ίβοΐιίδοΐίθη ΚίΓοΙίθπροθδίθ » 1904, «Μΐβ- 
ΟθΠθΠ ζα ΚοΓπαηΟδ» 1907, ουδέ φαίνεται δλως χρηαιμοποιήσας 
τάς άξιολογωτάτας ταύτας εργασίας τοΰ ανδρός ουδέ γινώσκων δλως 
αύτάς. Ωσαύτως ουδέν παρέλαβεν εκ τών ύπό τοΰ Μβαδ τώ 1910 έν 
Βόννη εκδοθέντων έν τή συλλογή τής ίΓπ1ιΙ)γζ&ηΙίηϊδθ1ΐθ ΚΐΓ- 
οΐΐθπροθδϊθ ουδέ έλαβεν ύπ' όψιν τάς εργασίας τούτου τάς δημο- 
σιευθείσας έν τή Βγζαηίίπίδοΐΐθ ΖβίΙδοΙίΓΐίΙ;, ως ούδ' άλλου τινός 
■ίΙ\ιετίροΌ ή ξένου εκ τών πολλών κατά τά τελευταία ταΰτα έτη εργα- 
σιών έπΙ τής Εκκλησιαστικής ημών ποιήσεως καΐ μάλιστα τής τοΰ 
Τωμανοΰ. Τά μόνα βοηθήματα αύτοΰ έν τή παρασκευή τοΰ βιβλίου 
τούτου υπήρξαν ή Ιστορία τής Βυζαντιακής Λογοτεχνίας τοΰ ΚΓυιη- 
ΐ33θΙΐθΓ και τά Αη&ΙθοΙπ 8αθΓ& τοΰ ΡιΙγε. άτινα πρό τεσσαράκοντα 
δλων ετών εκδοθέντα έπΙ τή βάσει τριών μόνον κωδίκων περιέχουσι 
κείμενον δρ^ώς ύπό του Μαπδ χαρακτηρισθέν ως ιιηοθπϋ^βηά 
ΐη οοΐΐαίίοη αηά Γβζβπδΐοη μετά τάς έκτοτε ανακαλύψεις τών 
πολυαρίθμων κωδίκων τοΰ "Αθω, τοΰ Σινά, τής Πάτμου και άλλων. 
Ωσαύτως εκ τών τοΰ Κοσμά καΐ τοΰ Δαμασκηνού δυνάμενο: νά 



1 



ΪΥΜΠΟΛΑ1 ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ηί)1ΙΙΣΙΝ 109 

παραλάβει καΐ τιεριασότερα καΐ καλύτερα, ελάχιστα καΐ εκ τούτο)ν 
παρέλαβεν, έκ οέ των τοΰ 'Ιωαήφ καΐ τοΰ Άνατολίου ανά μίαν μό- 
νην στροφήν άξίαν 7:αραθέσεως έκρινε, των Στουδιτών δε, τοΰ Θεο- 
φάνους, τοΰ Μητροφάνους και άλλων ούοέ μνείαν τιαντάπασιν έκα- 
μεν έν τω βιβλίω αυτοΰ. ΚαΙ δμως ώφειλε και έκ τούτων να παρα- 
λάβτ^ι ένια πολλοϋ λόγου ά:ια έν τγ; Σ'Λλο^Ύΐ αϋτοΰ, δπως οί μαθη- 
ταΐ πληρεστέραν εικόνα της Εκκλησιαστικής ημών ποιήσεως έκ της 
αναγνώσεως ταύτης σχηματίζωσιν. 

Τή•ν έκ της έλλιτΐοΟς δέ καΐ ώς τα πολλά άστοχου εκλογής των 
ποιημάτο^ν άτέλειαν τοΰ βιβλίου αΟτοΰ έτι μείζονα κατέστησε δια 
τοΌτο'^, δτι ούδενα "Γμνον ή Κανόνα παρέθηκεν άρτιον, άλλ' έκ πάν- 
τ(ι)ν οτροψχς τινας μόνον καΐ ένιαχοΰ ουδέ πλήρεις τάς οτρο'Χ)θ(.ς ταύ- 
τας, άλλα στίχους τινάς "Γμνων και Κανόνων παρέλαβεν. Άλλα τα 
έργα της ποιήσεως καΐ μάλιστα της λυρικής, ώς καΐ πάσης άλλης 
καλής τέχνης, άποτελοΰσιν όλον τι συνεχές και ένιαΐον, έκ μερών 
δργανικώς άλλήλοις συνεχόμενων συγκείμενον, τοιαΰτα δέ όντα τα 
καλλιτεχνικά έργα μόνον άρτια είναι τζρίιζο^^ να παρατίθενται καΐ 
μόνον ώς αρτίων έργων δύναται ό αναγνώστης ν' άπολαύστζ] τούτων. 
«Το γάρ καλόν έν μεγέθει καΐ τάξει εστίν», λέγει ό Αριστοτέλης έν 
τη ΙΙοιητικη (κεφ. 7) καΐ «το καλδν έν πλήθει καΐ μεγέθει εϊωθε γί- 
γνεσθαι» επαναλαμβάνει έν τοις Πολιτικοΐς (βιβλ. Ζ'. κεφ. ο'), διό 
και άςιοΐ. οπο^ς οί μΰθοι, τ. έ. αί υποθέσεις των ποιημάτων, ώσι 
«περί μίαν πράςιν δλην καΐ τελεία* έχ^ουσαν αρχήν και μέσα και τέ- 
λος, ιν" ώσπερ ζώον έν δλον ποιη τήν οίκείαν ήδονήν» (Ποιητικής 
κεφ. 23), διότι έν παντί καλλιτεχνικώ έργω «δύνασθαι δει συνο- 
ράσθαι τήν αρχήν και το τέλος» (αυτόθι κεφ. 24). Πώς δ' δμως θά 
δυνηθώσι νά κατανοήσωσι καΐ έκτιμήσωσι τήν τέχνην τοΰ ποιητοΰ ώς 
δημιουργοΰ καλλιτέχνου οί μαθηται καΐ πώς θά παραχθή έν τη ψυχή 
αυτών ή έκ της ποιήσεως ταύτης ηδονή, δταν μηδενός "Γμνου ή Κα- 
νόνος πλήρη τον μΰθον, ήτοι τήν σύνθεσιν τών πραγμάτων, τό μεγι- 
στον τούτο της ποιήσεως κατά τόν φιλόσοφον (αυτόθι κεφ. 6), γι- 
νώσκωσι : Βεβαίως εικόνας τινάς καλάς καΐ μεταφοράς καΐ άλλα 
σχήματα τοΰ λόγου καΐ της διανοίας, τά κοσμήματα ταΰτα της ποιή- 
σεως, έν ταίς δλίγαις καΐ κολοβαΐς ταύταις στροφαΐς θά ϊδωσιν, αυ- 
τήν ταύτην δ' δμως τήν οΰσίαν της Εκκλησιαστικής μας ποιήσεως 



110 ΕΜΜ. Γ, ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

δεν θα αίσθανθώσι,ν, απαράλλακτα δπως ουδέ δραματικήν ποίησιν 
θα μάθωσιν, εάν οιδαχθώσι δύο ή τρία στάσιμα λ. χ. της Αντιγόνης 
καΐ τήν πάροδον του Φιλοκτήτου καΐ τον \ίονόλθ'{θ'^ τοΰ Αϊαντος, 
ώς ουδέ εννοιάν ποτέ τοϋ Παρθενώνος θα λάβωσιν, εάν διδαχθώσιν 
ολίγα τινά περί των κιόνων και των αετωμάτων αύτοΰ(Ι). 

Ποίαν δέ κριτικήν καΐ έρμηνευτικήν έργασίαν έ'καμεν εις το κεί- 
μενον των ποιημάτων της Συλλογής ταύτης δεικνύουσι τά ακόλουθα. 

Έκ τοΰ «ίς την Χριοτον γέννηοιν "Γμνου τοΰ Τωμανοΰ παραλα- 
βών εκ τών είκοσι και πέντε στροφών αύτοΟ δέκα και τρεις, άλλας 
μέν τούτων πλήρεις, άλλας δέ χολοβοίς παρέθηκε. Τήν (ϋ' ατροφψ 
έξέδωκεν οΰτως' 

Την Έδεμ Βηθλεέμ 

ήνοιξε, δεντε ΐδωμεν 

την τρνφην εν κρνφη 

ενραμεν, δεντε λάβωμεν 

τά τον παραδείοον, 

ένδον τον οηηλαίον. 

^ΕκεΊ εφάνη 

ρίζα άπότιστος, 

βλαστάνονσα αφεσιν 

εκεί ενρέϋη 

φρέαρ άνόρνκτον 

ου πιεΐν /άανιδ 

πρΙν επε'&νμησεν 

εκεί παρθένος 

τεκονοα βρέφος, 

την δίψαν επανσεν εν&νς 

την τον ^Λδάμ καΐ τον Λανΐδ' 

δια τοντο προς τόπον 

επειχ&ώμεν, πον ετέχϋη 

παιδίον νέον, 6 προ αιώνων θεός. 

(Ι) "Ιδε και τας (ΐ'Οδηγίαςη τοΰ Τζορτζάνου έν σελ. 311 7.(χ\ 31δ χα! τά εν τω 
προλογιο της έμή; ίχοοσετος τοΰ Τιόέρι'ου /.ύΊ Ι^οίου Γράγ/ου τοϋ ΙΙλοϋχάρ/ου έν 
'Λθηναι; 1ί)Ι5. 



ΣνΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΙΙΝ ΕΛΛΗΝ. ΠϋΙΗΣΙΝ 111 

Εις τήν ατροφ-ίγ^ δε ταύτην άξια σημειώσεως Ικρινεν δ κ. Σ. τάκό- 
λουθα' «παραστατικαΐ καΐ καθαραΐ είναι αϊ εικόνε; εν τη ατροφη 
ταύτη, πλαστική δε καΐ καθαρά ή φράσις' έν χρνφγ} εν τω κρυφίω, 
άποκρύφ(ο τό~ω. έν τω σπηλαίω" που ετέχϋη' οτ^ο^ έτέχθη' ενθυμί- 
ζει τό δημοτικόν εκεί πού». Έρμηνεύσας δ' έν τούτοις το ήκιστα 
ερμηνείας οζό^ζΊον εν κρνφγ), άτε ύπ' αύτοΰ τοΰ ποιητοΰ ευθύς %οι.τό- 
πιν έπεΕηγούμενον δια τοΰ <.<ενδον του σπηλαίου , κατέλιπεν ανερμή- 
νευτα τήν "Εδέμ. ■ ττΐΊ τρυφήν, την άπότιστον ρίζαν, το άνόρυκτον 
φρέαρ, την δίψαν τον ^ Αδάμ καΐ τοΰ Δανΐδ. ΙΙόθεν δμως οι μαθηταΐ 
θα μάθωσι πάντα ταΟτα άγνωστα αύτοΐς δντα; Πόσον ώφελιμώτερος 
θα ήτο εις τους μαθητάς, άν εγραφεν οτι Εδέμ έκαλείτο ο τόπος, 
έν ω ην ό παράδεισος (πρβλ. Γενέσεως Β', 8 «καΐ έφύτευσεν ό Θεός 
παράδεισον έν Εδέμ κατ' ανατολάς»), συνεκδοχικώς δ' είτα καΐ αυ- 
τός ό παράδεισος" οτι τρυφήν νοεί έκείνην, ής άπέλαυσεν ό Αδάμ έν 
τω παραδείσω θεωρών τήν δόξαν τοΰ Θεοΰ (πρβλ. Γενέσεως Β', 15 
«έν τω παραδείσ(;) της τρυφής»), οτι δ' ένταΰθα ό ποιητής, ώσπερ οί 
παλαιοί ποιηταΐ καΐ πεζογράφοι, αυτός εαυτόν ερμηνεύει παρακα- 
τιών, οτι ρίζα άπότιστος καλείται ή Μαρία, άτε άνευ γάμου τεκοΰσα 
Εκείνον, δστις παρέσ/εν ήμίν άφεσιν τοΰ προπατορικού αμαρτήμα- 
τος δια τοΰ θανάτου Αυτοΰ, δτι φρέαρ άνόρυκτον λέγων υπαινίσσε- 
ται τό τοΰ ξβ' Ψαλμοΰ «έδίψησέ σε ή ψυχή μου, ποσαπλώς σοι ή 
σάρΕ μου, έν γη έρήμίο και άβάτω και άνύδρω» καΐ τα παρόμοια. 
"Επειτα δε δεν παρετήρησεν δτι ό ένεστώς βλαοτάνουοα είναι παν- 
τελώς α,τοκος' άπαξ ή ρίζα εκείνη έβλάστησεν άφεσιν, άπαξ ή Μαρία 
έτεκε τόν Χριστόν, διό άνευ ενδοιασμού έπρεπε να γράψη βλάστη - 
σασα(1), ως δή καΐ πάντα τα άλλα ρήματα της ατρογ^ις ταύτης έν 
άορίστω χρόνω κείνται πάνυ δρ%ώς. Τί δε να εϊπωμεν περί της γρα- 
φής «δια τούτο προς τόπον επειχ&ώμεν, που Ιτέχϋη παιδίον νέον» 
καΐ της ερμηνείας τοΰ που δτι ενθυμίζει τό δημοτικόν «έκεϊ πού» ; 
'Άν έρριπτεν έν βλέμμα εις τάς σημειώσεις τοΰ ΡΐίΓα (σελ. 2), θα 
έβλεπε τήν δρ{)ΎΐΊ γραφήν «--κρος τούτο έπειχθώμεν, ου έτέχθη» τ. ε. 

(1) Ττ,ν γρατφτ,ν ταύτην ε/ουαι και οί /.ιόδικε; τοΰ Βατο-εοίου, οί; μοι άν:κο•'- 
νίοαίν ό σο|>ός και σεβαστά; φίλος αου πανιεριότατο: Μητροπολίτη; πρ. ΛεοντοπολΕω; 
Σωφρόνιο; Εϋίτρατιάδη;, ει; οΰ τήν εΰαενή άνακο!'ν(ι)σ•.ν οφείλίο και Γ.άσα; τά; άλλα; 
γραφάς των τοΰ ΑΟό χίοοικοιν^ αί'τ'.νε; Ιν τοΐ; έξης μνημονεύονται. 



112 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

προς τό σπήλαιον, δπου έτέχθη το νέον παιοίον τήν γραφήν δε ταύ- 
την των τοϋ ΡίίΓα κωδίκων καΐ των παλαιών εκδόσεων έ'χουαι καΐ 
οι κώδικες τοΟ Βατοπεδίου. 

Παραλιπών δε τήν ε' καΐ τήν ατ' οτρο^Ύΐν και χολο'οτιΊ παραθέ- 
σας τήν ζ', παραλιπών ο' είτα και τήν η', έξέδωκεν ούτω τήν θ' " 

^Ιησονς ό Χρίστος, 

δντως τε και Θεός ημών, 

των φρένων αφανως 

ηψατο της μητρός αντον, 

Είοάγαγε, λέγων, 

ονς ηγαγον λόγω' 

εμός γαρ λόγος 

ούτος, δτι ελαμψεν 

τοις επιζητονοί με, 

άστηρ εοτιν μεν 

εις τό όρώμενον, 

δύναμις ό' εστίν 

προς τό νοον μενον . 

Συνηλ'&ε Μάγοις 

ώς λειτουργών μοι, 

και ετι ΐσταιαι, πληρών 

διακονίαν την αντον, 

και άκτΐνι δεικνύει 

τόπον τον δπον ετέχ'&η 

παιδίον νέον, ό πρό αιώνων Θεός. 

Ερμηνεύει δέ τό λόγω ούτως• «ό κατά τό φαινόμενον αστήρ είνε 
φώς νοερόν, αυτός ό λόγος τοΰ Θεοΰ, ό λαλήσας τοΙς Μάγοις.->. 
Γνωστού δ' δμως δντος δτι εν τή γλώσση τής Εκκλησίας λέγοντες 
λόγον τοΰ Θεοΰ νοοΟμεν αυτόν τόν Γίόν του Θεοΰ, ούτω δε νοεί και 
ό κ. Σ. έπεΕηγών τόν λόγον τοΰ Θεοΰ δια τοΰ «νοεροΰ φωτός» 
συμφώνως καΐ προς τήν ρήσιν τοΰ Κυρίου «εγώ ειμί τό φώς», 
αστέρα ένταΰθα οφείλομεν νά νοήσωμεν κατά κ. Σ. αυτόν τόν εν τ:^ 
φάτνη κείμενον λόγον τοΰ Θεοΰ τόν συναγαγόντχ έκ τής Περσίδος 



^:ΓΜΒϋΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΙΤΙΑΝΙΚΗΝ ΚΛΛΗΝ. ΠυίΗΣΙΝ 1 \ }) 

τους Μάγους (<^ϋυς ήγαγον λόγω->)! ! Άλλ' επειδή τοιαύχγ^ν άτοπον 
εγ,οογψ (είσάγαγε εις το σπήλαιον, λέγει ό λόγος του Θεοϋ, τους Μά- 
γους, ους ήγαγον τω λόγω τοΰ Ηεοΰ) δεν δυνάμεθα ν' άποδώσωμεν 
εις τον ποιητήν, λό)Όν ένταΟθα δέον να έκλά6ο)μεν τήν προφητείαν 
τοΰ Βαλαάμ, όστις προανήγγειλε τοις Μάγοις τήν άνατολήν αστέρος 
εκ τοΰ σπέρματος Ίακ(ί)β. <•'άνατελεΙ άστρον ες Ιακώβ, άναστήσε- 
ται άνθρωπος εξ Ισραήλ και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ» (Άρι- 
(Ιμών κδ'), να νοήσωμεν οέ τον αστέρα ως ούρανίαν τινά δύναμιν δια- 
κονοΰσαν εις το μυστήριον τής άπολυτρώσεως, ως διδάσκει και αυ- 
τός ό Τωμανός λέγίον «αστήρ μεν εστί προς γο φαινόμενον (ούτως 
οί κώδικες Τουρίνου καΐ Βατοπεδίου), ούναμις δε τις ~ρ6; το '/οού- 
μενον > καΐ «έ'τι ΐσταται πληρών διακονίαν τήν αύτοΰ» και οί πα- 
τέρες τ/,ς Εκκλησίας, ως λ. χ. ό \ρ'^'3θ'^το]ΐος λέγων περί τοΰ 
αστέρος τούτοι) εν τη ε' Όμιλία εις το κατά Ματθαίον Εύαγγέλιον 
δτι δ αστήρ ούτος ήτο «δύναμίς τις αόρατος εις ταύτην μετασχημα- 
τισθεΐσα τήν δψιν» καΐ ό Ώριγένης δέ«υπέβαλεν αύτον ως κομήτην, 
έτεροι δε τών πατέρων παρεδέξαντο αυτόν ως θείαν δύναμιν ή άγγε- 
λον εις αστέρα μετασχηματισθέντα >, ως διδάσκει ό Λαμαλας έν τη 
Ί*]ρμηνεία ει; Κ. Αιαθήκην Β', 227, να γράψωμεν δε κατά τους 
κο)δικχς τοΰ Βατοπεδίου «έμός γαρ λόγος τούτοις εττέλημψε τοις 
έπιζητοΰσί με >■ τ. ε. έμός λόγος ήτο ό δια τοΰ Βαλαάμ προφητευ- 
θείς τοις Μάγοι; και φίοτίσας αυτούς εις τήν εύρεσιν τοΰ τόπου τής 
γεννήσεως μου. Άλλα μήπως αυτός ο\)τος δ μελωδός δεν έκφράζε- 
τ7.ι σαφέστερον έν τη ς' ί^τρο'^-ΐι ^^^ύτοΰ τούτου τοΰ "Γμνου λέγων* 

Ακριβώς γάρ ήμΐν 
ό Βαλαάμ παρέ&ετο 
τών ρημάτων τον νονν, 
θ)ν7ΐερ προεμανιενοατο, 
ειπών δη μέλλει 
άατηρ άνατέλ?.ειν, 
άστηρ σβεννύων 
πάντα μαντενμαχα 
και τα οίωνίοματα' 
άστηρ εκλνων 

ΑΘΜΝΑ, ΐ(»Μ. λ', 8 



114 ΕΜΜ. Ι\ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

παραβολής οοφών 

ρήσεις τε αυτών 

και τα αινίγματα .... 

ΚαΙ έν άλλοις δε Κοντακίοις ο Τωμανός ποιείται λόγον περί της 
προφητείας εκείνης τοΰ Βαλαάμ, ως (παρά ΡΐΙΐ'Β σ. 232) 

Μάντεως χρησμοί 

βαλαάμ άποπληροννται' 

οι γαρ Περσικαϊς 

τερατείαις κεχηνότες 

αστέρος άσννήϋονς 

τγΐ ελλάμψει τον αδντον 

ήλιον Χριοτον κατανγαο&έντες 

και σ. 233. 

εκ οοΰ μηρον, ^Ιονδα, 
προελενσεται Κύριος 
κατά Βαλαάμ .... 

Και ό Ιωάννης δε ό \ί^Ίθ^^ς>(Χ'•^οι ωσαύτως (παρά ΡΐΐΓίΐ σ. 382) 

άστηρ δε τούτον 

κηρύττει άνωθεν 

Μάγοις έρχομένοις εΙς προσκννησιν 

αντου ουν δώροις 

από μακρόθεν, 

προσεφελκό μένος σπονδή 

άκολου^ονντας Βαλαάμ 

τη προρρήσει είπόντος' 

αοτρον μέλλει προμηνύειν 

παιδίον νέον . . . 

ώς και ό Κοσμάς έν τώ Κανόνι εΙς τήν Χρίστου γέννησίν (Αηΐΐιοΐ. 
ΟνΆβοΆ 01ΐΓί8ί;-ΡίΐΓαηΐ1<38 σ. 166)- 

Τον μάντεως πάλαι Βαλαάμ 
ηον λόγων μνητάς οοφοχ)ς 



ΣΓΜΒ0ΛΑ1 ΕΙ5ί ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΙΙΝ ΕΛΛΗΝ. ΙΙΟΙΗΣΙΝ 1ΐ5 

ηοτεροοκόπονς χήρας επληοης, 
άοτηρ εκ τον ^Ιακώβ 
άνατείλας, δέσποτα. 

Έν δέ τ■ϊ^ ιχ' <^τρογ'ζι άναγινιόσκομεν ουτως' 

Οι δε Μάγοι ενϋυς 
ώρμησαν προς τον '&άλημον, 
καΐ ιδόντες Χριοτόν, 
έφριξαν, οι ε εΐδηοαν 
την τούτον μητέρα, 
τον ταύτης μνηστήρα, 
και φόβφ ειπον 
Οντος νίός εοιιν 
άγενεαλόγητος. 
ΚαΙ πώς, παρθένε, 
τον μνηοτευόμενον 
βλέπομεν άκμην 
ένδον τοϋ οίκον σου; 

Άλλ' άντΙ τγ^ς γραφής '&άλαμον πρέπει να προτιμηθτ/ ή των αρ- 
χαιοτέρων κωδίκων (λ. χ. του Βατοπεδίου) οπήλαιον. Αιότι ό διάλο- 
γος της τε Μαρίας καΐ τοϋ παιδίου καΐ τγ^ς Αίαρίας καΐ των Μάγων, 
ώς έ; οΧο^^ τοΰ ποιήματος φαίνεται, υποτίθεται δτι έγένετο έν τω 
σπηλαίω της Βηθλεέμ. ΚαΙ αντίκειται μεν τοΟτο τΐζ/ος οσα ό Ματ- 
θαίος λέγει (ρ', 11) «οι δέ Μάγοι έλθόντες εις την οικ'ιαν ζΙοοί το 
παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αύτοΰ καΐ πεσόντες προσεκύνηααν 
αυτω», φυσικά δέ οι Μάγοι δεν ήτο δυνατόν να εύρεθώσιν έν τη 
φάτνη αμα τη ανατολή τοΰ άστρου, ή οδοιπορία δ' αυτών θά διήρ- 
κεσε πλέον τοΰ έτους, άφ' ου ό Ηρώδης άκριβώσας τον ^^ρόνοΊ τοΰ 
φαινομένου αστέρος διέταξε να σφάςωσι πάντας τους παΐδας τους έν 
Βηθλεέμ καΐ έν πάσι τοις δρίοις αύτης άπό διετούς καΐ κατοηέρω 
(αυτόθι 16)" άλλ' δτι ή Εκκλησιαστική παράδοσις ήτο περί -ροη- 
κυνήσεως των Μάγοον έν τω σπηλαίω της Βηθλεέμ, δεικνύει ου μό- 
νον ή Αγιογραφία, έν ή όμοιομόρφως πάντοτε παρίστανται το σπή- 



116 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

λαίον μετά τ/^ς φάτνης καΐ τοΰ' τταιοίου. μετά του Ιωσήφ καΐ της 
Μαρίας καΐ των Μάγων καΐ μετά των ζώων της φάτνης, αλλά καΐ ή 
Εκκλησιαστική Τμνολογία. Ουτο) λ. χ. εν ω χατά τον Αουκαν (β', 
8-15) κατά τήν εν τη φάτνη της Βηθλεέμ γέννησιν τοΰ Σωττιρος 
εις τους ποιμένας τους περί τήν Βηθλεέμ άγραυλοΰντας άγγελος μεν 
Κυρίου (Γαβριήλ) εύηγγελίσατο τήν μεγάλην χαράν, τω άγγέλω οέ 
προσελθόντες καΐ ένωθέντες πλήθος στρατιάς ουρανίου ήνουν τον θεόν, 
ούοέν δέ λέγεται περί συγχρόνου παρουσίας των Μάγων, εν τη Τμνο- 
λογία ποιμένες, άγγελοι και Μάγοι συμπαρίστανται εν τή Βηθλεέμ. 
Αυτός 6 Τωμανος ψάλλει (παρά ΡίΐΓίΐ Απίΐΐ. 330Γ. Α', σ. 226)" 

"Ιδοοαν λαοί 

το σωτήρων της δόξης 

εκ παρθενικής 

άνατείλαντα νηδύος' 

έϋανμαζον ποιμένες, 

οι δε Μάγοι προοέφερον 

λίβανον, χρνοόν και είδος ομύρνης 



και σ. 227 



καΐ σ. 230 



και σ. 2;Μ 



Αί τάξεις των αγγέλων 
και οι Μάγοι εκραύγαζον 
σήμερον Χριστός εκ της παρ'&ένον 
τίκτεται ημών εις σωτηρίαν 

Άνίσχει αστήρ 
Ιακώβ εν τφ οπηλαίω' 
δεντε και ήμεΧς 
ηροεόρτια τελούντες 
σννδράμωμεν τοις Μάγοις, 
τοις ποιμέσι σννέλ'&ωμεν, 
Ι'δωμεν Θεόν εν τοις σπαργάνοΐζ 
Ηαι τήν Παρ'&ένον γαλουχούσαν 

^Εγγίζει Χριστόζ, 
Βη&λεεμ προετοιμάζον 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ Ι 17 

ηδη των ε}%'ών 

το οωτήριον ανγάζΐχ 

ευτρέπιοον την φάτνην, 

τονς ποιμένας οννάγαγρ., 

κάλεσον τους Μάγους εκ Περσίδας 



καΐ σ. 231 



καΐ σ. 232 



καΐ σ. 234 



και σ. 239 



δ^εν συν Μάγοις και ποιμέσι 
λαοί εΐπωμεν . . . 

Χριστέ, και έν τη φάτνΐ] 
άνεκλίΰης ώς νήπιος, 
δωροφορησάντων σε των Μάγων 
και ΰμνησάντων των αγγέλων 

άί τάξεις των αγγέλων 
και οί Μάγοι εκραύγαζον 

Μάγοις προσιτός τε και ποιμέσιν. 



ΚαΙ εν τω ,3' τροπαρίφ της θ' ωδής τοΟ προεορτίου Κανόνος ιέν 
λίηναίω Δεκεμβρίου σελ. 271 έκο. Σαλιβέρου 1904) λέγεται 

άστηρ δε τούτον καταμηννιι 
Μάγοις ζητονσιν εϋσεβώς' 
δνπερ καΐ κατιδόντες σπηλαία) 
ύάμβους έπλήσ&ησαν 



και εν σ. 272 



καΐ η. 2^2 



καΐ σ. 307 



αθροίζονται οί Μάγοι 
δώρα κομίζοντες, 
άγραυλονσι ποιμένες 

σπεύσω μεν επιστήναι εις Βηι^λεεμ 
εις αυτοϋ προσκύνηοιν μετά Μάγων 

υπό λαμπρού αστέρος έλκόμενοι 



118 ΕΜΜ. Γ. Ι1ΑΝΤΕΛΑΚΗ 

εφχ^ασην εν Βη&λεεμ 

δώρα προοφέροντες έγκριτα. 

Άλλα καΐ ό Κοσμά; περί προσκυνήαεως των Μάγων εν Βηθλεέμ 
ποιείται '/,ο^(οί λέγων εν τω τελευταίω τροπαρίω του Κανόνος εις 
τήν τοΰ Χρίστου γέννησιν (Αηΐΐιοΐ. Οΐ'αβοα ΟΙιΐΊδί-Ρ&ΓΒΠΪΐί&δ 
σ. 169). 

Ήκρίβωοε χρόνον 
1 Ηρώδης αστέρος, 

ον ταΐς ήγεοίαις οί Μάγοι εν Βη'&λεεμ 
προοκννονσι Χριστόν ονν δώροις. 

Όμοίως οέ και 'ίωάννης ό Δαμασκηνός εν τω ^αμβικω Κανόνι εις 
τήν Χριατοϋ γέννησιν (Αηΐΐιοΐ. Ογηθοβ σ. 205)" 

"Εδειξεν άστηρ τον προ ήλιου λόγον, 
έλ'&όντα πανααι την άμαρτίαν, Μάγοις 
σαφώς πενιχρόν εις οπέος, 

καΐ δ Ανδρέας ό Ίεροσολυμίτης εν ιοιομέλο) εις τήν Χρίστου γέν- 
νησιν (αυτόθι σ. 97)" 

Ποιμένες τον τεχ&έντα δοξάζονσι, 
Μάγοι τω δεοπόττ] δώρα προοφέρουσιν, 
άγγελοι άνν μνονντες λέγονσιν 
και σ. 98 

άστηρ μηνύει, 

Μάγοι προσκννονσι, 

ποιμένες '&ανμάζοναι 

και ή κτίσις άγάλλεται 

καΐ έν τοις μεγαλυναρίοις εις τήν ίορτ^ι'^ των Χριστουγέννων (αυ- 
τόθι σ, 85) 

Μάγοι καΐ ποιμένες 

ηλϋΌν προσκννήοαι 

Χριστόν τον γεννηθέντα 

εν Βηϋλεϊμ τη πόλει, 



1ΤΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΠΝ ΙϋΛΛίΙΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 1 19 

Ή γραφή άρα &άλημον συμφο)νεΙ μεν μάλλον -ρό: τήν ίστρρικήν 
άλήΟείαν, ούχΙ δε ηρός την Έκκλησιαστικήν παράδοσιν. ήν είναι προ- 
φανές δτι ακολουθεί 6 Τίομανό;. ΆντΙ δε τοϋ κακοζήλου ϋδόντε; 
(=δτε είδον) Χριστόν έφριςαν, οτ£ εϊδηοαν (=δτε εΐδον)^> γρπτέον το 
ορθόν -ϋδόντες Χριστδν εφριςαν, δτι εΐδοοαν». 01 τύποι δε εϊδοααν, 
ήλθοσαν, έφάγοσαν, κατελίποσαν είναι συχνότατοι εν τ'^ Εκκλησια- 
στική γλώσση ήδη άπό της μεταφράσεως των Ο' καΐ παρατώ Τωμανω, 
ώς εν τω ιτ' Οϊκω τοΰ Κοντακίου εις τους Μ' μάρτυρας τους εν Σεβά- 
στεια «είσήλθοσαν-ί^ καΐ εν τω ιζ' Οϊκ(;) τοΰ αύτοΰ Κοντακίου «εΐδο- 
σαν» καΐ παρά Ρϊί,Γίΐ σ. 226 < ι'δοσαν >ι ΙΙαραδόξως οέ καΐ ό ΡΐίΓα 
(σ. 5). εν ω απέρριψε τήν γραφήν δη εϊδηοαν προτιμήσας το δτε 
εϊδηοαν, μετέφρασεν δμο)ς < 38ρίϋίβη1;θ8ς[υθ ΟΙιτΐδΙυπι θχρανβ- 
ΓΐιηΙ,: νϊίίθΙ^ΗΐιΙ βηίηΐ^. Άντι δέ του μνηστενόμενον πάντες οί 
κώδικες ε/ουσι το ορθόν μνηοτενσάμενον . 

Έν τη ιζ' στροφή έκδούς 

^\^αί, (^^'^' ^οίς πιοτοΐς 
Μάγοις ή Μηρία έ'φηοε 

δεν παρετήρησεν δτι ή 7ζρο'^^Ύ]•/.Ύ^ τοΰ άρθρου ι; φθείρει το μέτρον. 

Έκ τοΟ "Γμνου ή Παρθένος παρά τον Σταυρόν» εκ δέκα καΐ 
επτά '^τροψών συγκειμένου αξίας παραθέσεως έκρινε δύο μόνας, ών 
τήν ετέραν έξεδωκεν οϋτως, έχων ύπ' όψει μόνην τήν εκοοσιν τοΰ 
ΡίΐΓΒ καΐ ούχι τήν νεωτάτην τοΰ ΚηιηιΙ:)&ο1ΐθΓ τήν δημοσιευθεΐ- 
σαν έν ταΐς 8ΐΙζΐΐπ§8ΐ3θΓίθΐΊΐβη της Άκαδημείας τοΰ Μονάχου τοΰ 
1904 σελ. ΒοΗ και έ:ής• 

' Υπάγεις, ώ οπλάγγνον, 

προς αδικον φόνον, 

και ουδείς οοι ουναλγεΐ. 

Ου ουνέρχεται Πέτρος, 

ό ειπών οοι' 

Ουκ αρνούμαι οέ ποτέ, 

καν αποθνήσκω . 

Θωμάς ελιπέ οε, 

ό βοήσας' Μετά οον 



120 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

■β•άνωμεν πάντες. 
Οί άλλοι δε πάντες, 
οι οικείοι και νΙοί, 
οι μέλλοντες κρΊναι 
τάς οον δώδεκα φυλάς, 
πον ειοιν άρτι ; 
Ουδένα εκ των πάντων, 
αλλ* εις νπερ πάντων 
■&νήΌκεις, τέκνον, μόνος, 
άνι?' ών πάντας εσωοας, 
ανί^' ών πασιν ηρεσας, 
δ νίός καΐ Θεός μου, 

ΈνταΟθα γραπτεον «ου συνέρχεται σοι Πέτρος» μετά των κωδί- 
κων Μόσχας, Βιέννης, Τουρίνου και Βατοπεδίου και «έ'λιπέ σε Θω- 
μάς» μετά πάντιον των κωδίκων (ή γραφή Θωμάς ελιπέ σε είναι 
τοΰ ΡΐΐΓ3.) και <^μετ αυτόν &άνωμεν πάντες», ώς φέρουσιν οί κώδικες 
Πάτμου, Μόσχας, Τουρίνου καΐ Βατοπεδίου (πρβλ. και Ιωάννου ια', 
16 «είπεν οόν Θωμάς ό λεγόμενος Δίδυμος τοις συμμαθηταΐς' άγωμεν 
καΐ ήμεΙς, ίνα άποθάνωμεν μετ αντον»). «Οί άλλοι δε πάλιν» (τ. ε. 
πλην τοΰ Πέτρου καΐ του Θωμά) φέρουσιν οί κώδικες Π., Μ., Τ., Β. 
«οΐ οικείοι και γνωστοί» δε οί της Π. καΐ της Μ. «Τάς οον δώδεκα 
φυλάς» είναι του ΡίΐΓίΐ άνάγνωσις, οί κώδικες εχουσι «τάς δώδεκα 
φνλος» πλην τοΰ της Μ. φέροντος «τάς φυλάς τον Ισραήλ*, όπερ 
σύμφωνον καΐ προς το τοΰ Ματθαίου (ιθ', 28) «καθίσεσθε καΐ υμεϊς 
έπΙ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοΰ 'ίσραήλ». Ή 
γραφή δε «ουδένα εκ των πάντων» είναι τοΰ κ. Σ., ήτις δμως 
καΐ τδ γ^ίτροΊ φθείρει και σόλοικος είναΐ' διότι ποΰ θ' αναφέρεται 
ή αίτιατική οΰόενα ; ΙΙάντες οί κώδικες και ό ΡΐΙΐ'α εχουσι το όρθδν 
«ουδείς έκ των πάντων» (ενν. έστιν άρτι). ΆντΙ δε τοΰ «άνθ' ών 
πασιν ήρεσας», δπερ δλως άτοπον, γνωστοΰ δντος δτι ό Κύριος «ουκ 
ήρεσε πασιν», δλως δε τουνιχνζίον «άπήρεσε πασιν», διό και έσταυ- 
ρώθη, όφείλομεν νά γράψωμεν πασιν ήρκεσας» τ. ε. τους πάντας 
έβοήθησας, εύηργέτησας* πρβλ. Κοντάκιον αύτοΰ εις "Αγιον Νικό- 
λαον (Ρίίΐ'α σ, 204) «τοις δεομένοις όλως έπήρκεσεν». 



ΣΤΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤ1ΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣ1Ν 121 

Έν σελίοι 10 καΐ έξης παρατίθησιν εκ των 25 μόνον 6 ατροφάς 
εκ τ7]ς «'ϋδης εις τήν δευτέραν παρουσίαν», άλλας μεν πλήρεις, άλλας 
δε -/.οΧοίας και ταύτας οέ ούχΙ κατά τήν τελευταίαν έκδοσιν τοΟ 
ΚηιηιΙίΒοΗβΓ έν τω είρημένω περιοδοκω (1898 σελ. 163 κ. ές.), 
άλλα κατά τήν πάλαιαν τοΰ ΡΐίΓα. Τήν α' των οτρο^-ΐ^ίύΊ τούτων (το 
κουκούλιον ή προοίμιον) έςέδωκεν οΰτως. 

"ΟΓαν εΑι?>; 6 Θεός 

επΙ γης μετά δόξης, 

καΐ τρέμωοί τά σύμπαντα, 

ποταμός δε τον πυρός 

πρό τοΰ βήματος ελκγ], 

καΐ βίβλοι διανοίγωνται, 

και τά κρυπτά δημοοιεύωνται, 

τότε ρναα'ι με 

εκ τον πυρός τοΰ άσβεστου 

και άξίωσον 

εκ δεξιών οού με στήναι, 

κριτή δικαιότατε. 

Ή "■{ροι.γΓι ελί^ΐ] είναι τοΰ κ. ^Σωτηριάδου, πάντες ο' οι κώδικες 
και ό Ρ'ύνΆ καΐ ό Κΐ'υιηΙοαοΙίθΓ έχουαι το ορ^'^ ελϋης, διότι ό 
ποιητής αποτείνεται τ^ρος τον Ηεόν (όταν ελθης-τότε ρΰααί με). Αί 
δε υποτακτικαΐ τρέμωσι, ελκ]], διανοίγωνται, δημοοιεύωνται είναι 
διορθώσεις τοΰ ΡιΙγβ νομίσαντος οτι ό κοί {και τρέμωσι τά σύμ- 
παντα) είναι συμπλεκτικός συνδέων τάς προτάσεις ταύτας μετά τής 
ηγουμένης χρονικής δταν ελϋης. ΤοΟτ& δ' δμως οέν είναι 6ρ%Ί' 6 
και ένταΰθα είναι χρονικός δηλών τό ταυτόχρονον (ευθύς δταν έλθης, 
θά τρέμωσι τά σύμπαντα, θά έλκη ό ποταμός κτλ.), πανταχού δε 
τοΰ ποιήματος τούτου δ ποιητής περί των γεγονότων, άτινα μέλ- 
λουσι νά συμβώσι κατά τήν δευτέραν παρουσίαν, μεταχειρίζεται ενε- 
στώτας τής οριστικής ή μέλλοντας αυτής" ούτω «μέγα μεν ηχήσει 
τό πΰρ, αμαρτωλοί δε βρύςουσι (στρ. α'), «ούτω. . . έλεύσεται>, «τότε 
Ιουδαίοι δψονται» (στρ. γ'), «παραγίνεται και Ένώχ) (ε'), «κυ- 
οίεύσει ό "Αντίχριστος» {ς'), «ό Αντίχριστος τεχθήσεται->, «εκ γυ- 



122 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΚΛΑΚΗ 

ναικός γεννάται, έκπλανήσει δε ανόμους», «τέρατα ποιήσει > (ζ'), 
«λόγους λαλήσει καΐ πασιν επέρχεται» (η'), «εκ μορ'ψΐις εις έτέραν 
ΙιορψΎΐ"^ μεταβάλλεται" εις αέρα οιίπταται και σχηματίζει», «θλϊψις 
εσται τοις άνθρώποις» (θ'), «γίνονται φυγάδες» (ι'), «ροιζοΰται δ 
δόλιος καΐ . . . ώς εχθρός έπελεύσεται και προβάλλεται, κινήσει φόβον, 
σείεται τα πάντα, τα άγια άρθήσεται» (ιβ'), «δλα τά μνήματα σείον- 
ται καΐ ανοίγονται και οί νεκροί άναστήσονται» (ιζ') και οΰτω καθ- 
εξής εν δλω τω ποιήματι ενεστώτες και μέλλοντες της οριστικής 
άπαντώσι. Αιά τοΰτο ορθώς μεν ό Ρίίρεί έν στροφή ε' έΐέδωκε «έξ- 
αποστέλλω προφήτας εις τον κόσμον, περιβάλλονται δε σάκκους καΐ 
■κτίρΰξουοί με πασι», ώς φέρουσι καΐ ενιοι τών κωδίκων, κακώς δε 
ό ΚηΐΐΉΐ)αο1ΐθΓ εξαποστείλω, περιβάλλωνται καΐ κηρνξωοι καΐ έν 
ατρο<ψ•ξι ι' «ό μεν λιμός μέγας γένηται» άντΙ του ορθοΟ τών κωδί- 
κων γενήαεται ή τής αναγνώσεως τοΰ ΡίΙΐ'Β γίνεται. 

Και άλλαχοϋ δε τών ποιημάτων αύτοϋ ό Τωμανός μεταχειρίζε- 
ται τόν ενεστώτα άντι τοϋ μέλλοντος" οΰτω λ. χ. έν τη ιβ' οτρογτι 
τοΰ Κοντακίου εις τόν «Θρήνον τής Θεοτόκου» (παρά ΚΐΊΐιηΙ)Β- 
οίΐθΓ έν τώ είρημένω περιοδικώ του 1903 σ. 668) λέγει ό μελωδός" 

"Ως ήκονοε ταντα 
ό πάντα γινώοκων 
πριν γενέσεως αυτών, 
άπεκρίϋη προς Μαρίαν 
Θάρσει, μήτερ, 
οτι πρώτη με δρας 
απο τοϋ τάφον 
έρχομαι σοι δεΐξαι 
πόσων πόνων τόν Αδάμ 
ελυτρωσάμην .... 
καΐ τότε '&'εάα'η 
την Εΰαν, ώ μήτερ, 
ζώσαν ώσπερ πρώην 
και βοήσεις εν χαρά 
τους γονείς μου έ'οωοεν 
ό νίός και Θεός μον' 



ΣΓΜΒΟΟΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΓΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛ11Ν. ΠΟΙ1ΙΣΙΝ 123 

καΐ εν οτρογγι ιγ' 

Μικρόν ονν, ώ μήτερ, 

άνάσχον και βλέ^ιεις, 

ηώς καϋάπερ ιατρός 

άτιοδνομαι και φ-Ο-άνω, 

οπον κείνται, 

και εκείνων ιάς πληγάς• 

ττεριοδενω 
καΐ εν στροφγ^ ιγ' 

Οΰκονν, εΐ οννέρχ)], 

μη κληναης, ώ μήτερ, 

μηδέ τιάλιν ητοη'&ής, 

εάν ΐδης σαλεν^έντα 

τη στοιχεία" 

τό γαρ τόλμημα δονεί 

πασαν την κτίσιν 

7ζό?.ος έκτνφλονται 

και ουκ ανοίγει δφϋαλμόν, 

ε ως αν εΐπω' 

ή γη ονν ϋ^αλάσση 

τότε αηεναοναι φυγείν 

ναός τον γιτώνα 

^ήζει τότε κατά των 

ταντα τολμώντων' 
τα δρη δονοννται. 
οι τάφοι κενοννται 
δταν ΐδης ταΰτα, 
εάν πτήξης ώς γυνή. 
κράξον προς αε' φεΐσαί μου, 
δ νΙός και Θεός μου, 

ένθα -άλιν ό μεν ΡΐΙΐ'α τΐροείλετο τήν γραφήν οπεύσονοι ορθώς 
ποιών, ό οέ Κι•πηΐ1)Βθ1ΐθΐ• τήν γραφήν σπενοωοι- χλλοι. περί τών 
τοιούτων γενήσεται ό προ^ίήκων λόγος εν ίοία «Συμ6ολ'^/> εις τον 
Ρωμανον αναφερομένη]. 



124 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

Τήν ιε' ατροψψ έξέδωκεν ούτω* 

Μία δε πόλις ή έρημος 

ουκ ισχύσει 

περισώζειν τους φεύγοντας" 

συνέχει ττέν&ος τα πέρατα. 

Πάντες μεν οδύνης 

εν ήμερα προσεύχονται, 
) Γν' εσπέρα γενήσεταν 

επελ'&ούοης δε της νυκτός ώς 

πάλιν ΐδωσι 

τήν ήμέραν προσεύχονται, 

μακαριοϋσι 

τους εν τοις τάφοις, 

δακρνοντες άηαύύτως κλπ. 

ΈνταΟθα οι κώδικες εχουσιν άλλοι μεν «ουκ ?σχύσουαι», δ παρέ- 
λαβεν δ ΚηιιηΙ)ειοΐΊβΐ", άλλοι δε «ουκ ίαχύσειε ^ δ προυτίμησεν δ 
ΡίΐΓ3, δ Σ. δε γράφων «ουκ ισχύσει» δεν παρετήρησεν δτι φθείρει το 
μίχρον. Ώσαύτω; οι κώδικες κατωτέρω εχουσι «πάντες μετ' οδύνης 
εν ήμερα προσεύχονται», δπερ είναι και δρθόν, διότι πάντες δδυ- 
νώμενοι έν ήμερα προσεύξονται, ίνα γίνγ] εσπέρα έλπίζοντες δτι 
τότε θα λήξο^σι τα βάσανα των, επελθούσης δε πάλιν της νυκτός 
προσεύξονται, ϊνα γίνη ήμερα έπΙ τη έλπίδι δτι ίσως τότε έλαττωθώσι 
τα δεινά (πρβλ. και «στέναςον μετ" οδύνης . έν τη ε' οτρθ''{ι'ξι τοΰ εΙς 
τάς δέκα παρθένους Κοντακίου παρά ΚΓΐιηιΙ)αοΐΊΘΓ ένθα ανωτέρω 
1899, σελ. 114), έν ω ή γραφή του Ρϋτα εν ήμερη μεν οδύνης ού- 
δένα νουν παρέχει, διότι πάσαι αί ήμέραι τότε . έσονται όδυνηραί. 
Μετά τά ανωτέρω δε εΣρημένα περί της αδιάφορου χρήσεως ενε- 
στώτος καΐ μέλλοντος οριστικής έν τω ποιήματι ή προτίμησις της 
γραφής τοΰ ΡίΙΐ'α προσεύχονται άντι της των κωδίκων πάντων 
προσεύξονται ΟΌΟν^ιχ λόγον έχει. Ωσαύτως καΐ κατωτέρω προυτί- 
μησε τήν γραφήν του ΡίίΓα 

έηελύούοης δε της νυκτός ώς 

πάλιν ΐδωσι Ι, 

τήν ήμέραν προσεύξονιαι 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 125 

άμετροΊ ουσαν άντΙ ττ^ς των κωδίκων 

> έπελ^ονοης δε πάλιν 

νυκτός, ίνα Ι'δωαι 
την ήμέραν, προσεύξοντηι. 

ΟύχΙ δε «μακαριοΰσι τους εν τοις τάφοίς δακρύοντες άηαύστως», 
ώς φέρει μόνος ό κώδιξ ΟοΓΒΐηΐαηυδ εγραψεν αναμφιβόλως ό Τω- 
μανός, άλλα «μακαριοΰσι τους εν τοις τάφοις δακρύοντες οΐ ζώντες». 
ώς φέρουσιν οί άλλοι κώδικες, οτε ε/ει μεν ύποκείμενον το ρήμα. 
γίνεται οέ καΐ άντίθεσις της ευτυχίας των εν τοις μνημείοις προς την 
δυστυχίαν των ζώντων. 

Έν δε τχι ις' ατρογτ^, ην -λολο^ψ και ταύτην -αρέθηκεν, εγραψεν 

λοιηόν τε ηξει 
εκ των υψίστων 
ώς ήλιος άστράπτων 
έν νεφέλαις μετά δόξης, 
ώς Θεός οεοαρκωμένος, 

χωρίς να κρο^^είτι οτι ούτω δεν ό~άρχει ΰποκείμενον τοΰ ρήματος" 
τίς ήςει ώς ήλιος άατρά-των. ώς θεός σεσαρκωμένος : τήν ορΟήν 
γραφήν έχει κώδι; της Πάτμου, ήν καΐ ό ΚΓυηιΙ)3θ1ΐΘΓ -ρουτίμη; 
σεν, ό θεδς' ήςει ό Θεός σεσαρκωμενος ώς ήλιος άστράπτων. 

Πάλιν δ' έν τη ιζ' στροφή προυτίμησε παρά το μίτροΊ και με 
ν.'^όρ'ΐ^ιΟΊ χασμωδίαν τήν τοΰ ΡίΐΓ3 άνάγνωσιν 

99/01 <5έ οίτοί πυρός είοί, 17 
κατακαίουοα 

άντΐ της γραφής των κωδίκων 



93^0^ ίέ ΛεΧουοιν ούτοι 
ηυοος κατακαίουοα. 



126 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

Έν σ. 1-4-16 παραθέτει 5 '^τρογας εκ τινο; του ΤωμανοΟ Κον- 
τακίου, δπερ επιγράφει «'ϋοή νεκρώσιμο; εις μονα'/όν». Είναι αλη- 
θές δτι ό ΡΐίΓΟ, παρ' ου αντέγραψε τας ατροφάς ταύτας, το Κοντά- 
κιον τούτο επιγράφει Οαηίίουιιι (1β ηιοΐ'Ιαίδ, γενικώτερον ζΐς πάν- 
τας τους τετελευτηκότας και οόχι εις μόνους τους μοναχούς πεποιη- 
μένον αυτό ύπολαμβάνων, εν τινι οέ των κωοίκων της Κρυπτοφερ- 
ρης επιγράφεται «Κοντάκιον, ήχος πλ. ο', ίοιομελον ααββάτου της 
τυροφάγου εις άκολουθίαν τετελευτηκότος μονάχου, έχον ακροστι- 
χίδα: ϊοΰ ταπεινού ΤωμανοΟ ψαλμός ο\)Χος^>. Άλλ' ό προσεκτικώς 
μελετών το δλον ποίημα πείθεται δτι ούχι νεκρώσιμος εις μοναχόν, 
άλλ' δλως τουναντίον χαρμόσυνος ωδή προσφυώς δύναται να επιγραφή 
τοΰτο. Ιδού δια βραχέων τό περιεχόμενον αύτοΟ. Πάντα τα ανθρώ- 
πινα είναι ευμετάβλητα καΐ επώδυνα έν τούτω τω κόσμφ, λέγει ό 
μελωδός, ουδέ ενα δέ τών θνητών ευροΊ άλυπον ό ο'^\ΐζ.ρο'^ πλού- 
σιος αυριον γίνεται πτωχός, 6 πτωχός δέ τανάπαλιν αιφνιδίως γίνε- 
ται πλούσιος, άλλ' όμεϊς οι άσκηταΐ και μονάχοι «πάντων τούτων 
έστέ παρεκτός»" τους αγάμους ελπίδες συγκόπτουσι, τους έν γάμω 
φροντίδες συντήκουσι, τους άτέκνους ή λύπη έμάρανε, πολυτέκνους ό 
βίος άνάλωσεν, άλλ' ό γέλως υμών έπι τούτοις πλατύς* καΐ πειρατάς 
και τρικυμίας άψηφοΰντες ριψοκινδύνως οί άνθρωποι διαπλέουσι τα 
αλμυρά της θαλάσσης ύδατα έμπιστεύοντες τήν ζωήν των εις μίαν 
σανίδα, διότι ή γαστήρ εξαναγκάζει αυτούς, άλλ' υμών τών μονα- 
χών ή γαλήνη αχείμαστος* ϊνα δέ συνελών είπω άπαντα, άφ' ου τα 
έν κόσμω συν κόσμω παρέρχεται καΐ πάντα τα αγαθά τοΰ βίου καΐ 
αν κερδίσωμεν, τον τάφον οί πάντες οίκήσομεν, τό μόνον εν τώ κό- 
σμω τούτω αγαθόν είναι εκείνο, δπερ έχετε ύμεΤς τ. έ. ψάλλειν ήσύ- 
χως τώ Θεώ τό αλληλούια. 

"Ινα δε οννελών εΐττω άπαντα, 
τα εν κόσμω συν κόσμω παρέρχεται" 
όταν πάντα γαρ βίου κερδήσωμεν, 
τότε τάφον οί πάνιες οίκήσομεν, 
καϋάπερ εφησεν 6 πάνσοφος' 
Ματαιότηα ματαιοτήτων τό. πάντα• 
, εΐ γαρ εστί ϋ^ανεΐν, διατί μοι καμεΐν ; 



ΪΪΜβΟΛΑΐ ΕΙΣ ΤΙΙΝ ΧΡΙΠΊΑΝΙΚΜΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟίΗΣΙΝ 127 

άγηϋ^όν υνν ήσνχως το ψάλλειν Θεώ 
το αλληλούια. 

Προλαμοάνων όέ ένοεχομενην έρώτησιν των μοναχών ει καλόν ο 
λαλείς, οιά τί μγ^ ποιείς > καΐ απαντών το τοΰ Κυρίου < οϋ πάντες 
γωροϋσι τον λόγον τοϋτο"/. άλλ' οίς οεοοτχι.^ (Ματθ. ίθ', 11), εξακο- 
λουθεί παρέχων συμβουλάς εΙς τους μοναχούς περί ομονοίας, ταπεί- 
νοφροαύνγ^ς. φιλαλλτ|λίας, φιλεργίας. έγκρατείας, υποταγής εις τον 
ήγούμενον, οατις είναι «ηθει μεν πτωχός, πλούσιος οέ φρονήσει 
τάξει υπέρ υμάς και βουλγ] καθ' υμάς», τοσούτον δε Ψιμεροζ. ώστε 
«πολλάκις άπεοήμησαν των αμνών πολλοί έξωθεν ταύτης μάνδρας, 
και έπανεληλύθασι το()το'^ εΰχη. ους δεξάμενος πάλιν προσήρμοσεν 
εις το αλληλούια», τελευτα το ποίημα ευχόμενος εις τον παντοδύ- 
ναμον να συντηρτ^ τω ποιμένι την ποίμνην και να στηρίζη τον ποιη- 
τήν ταίς εύχαίς «τοΰ άγελάρχου», ώστε το μνημόσυνον αυτού πολ- 
λού; χρόνους να έκτελη. 

2ί; ονν, δέοτιοτα, ώς παντοδύναμος 

την ζωην ημών ταντην κυβέρνησαν, 

τώ ποιμένι την ποίμνην ονντήρηοον 

και εμε ταϊς ενχαΐς αντοΰ οτήοιξον 

τον άγελάογον το μνημόοννον 

πολλοίς γρόνοις ήμϊν εκτελεΐν παράσχον 

και τους πους οίκτιρμον; έγκατάοπειρον νυν 

προς ιό ψάλλειν τερπνώς και άεί• σοι βοάν 

το άλληλονϊα. 

Άλλα πόθεν λοιπόν παρήχθησαν οι την ωδήν ταύτην ώς νεκρώ- 
σιμον είς μοναχούς έκλαβόντες; Πιθανώς εκ τού η' Οϊκου ή εκ τοΰ 
προοιμίου (κουκουλίου) αυτής. Άλλ' εν μεν τω ΟΤκω τούτω λέγει 6 
ποιητής" 

Έξιοτάμενος βλέπω το όραμα, 

1 

δι ι άπνονς ό χ&ές μοι σννόμιλος- 
άπεπανι'^η φωνή αγορενονοα, 



128 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

6φ•&αλμ6ς θεωρών άπελήλατο' 

πάντα τα όργανα εσίγησαν 

δ Θεός γάρ οννέκλειοε τούτους, ώς γράφει, 

και ονκέτι λοιπόν έπιστρέψονσιν 

εν&εν αδωμεν πάντες μετ ήχου Θεώ 

τό αλληλούια. 

Προφανές ο' όμως είναι δτι ένταΰθα ό ποιητής ομιλεί περί τοΰ 
θανάτου παντός ανθρώπου, ώς όραμα βλέπων αυτόν εν έκστάαει, ώς 
δή και ρητώς λέγει έν τω πρώτω στίχω, άναμιμνησκόμενος οέ των 
λόγων τοΰ 'Ιώβ (γ', 23) «θάνατος άνδρΐ άνάπαυμα. συνέκλεισε γάρ ό 
θεός κατ' αύτοΰ» και (ιγ', 2"2) «όδω δε ή ουκ έπχναστραφήσομαι 
πορεύαομαι» συμβουλεύει τοις μοναχοΐς, όπως εγοντες έν νω δτι κοι- 
νός πάσι τοις άνθρο)ποις είναι ό θάνατος, έςακολουθώσιν έν τγ^ πα- 
ρούση ζωγ^ τό ξ.ρ^-(0Ί αυτών ψάλλοντες τό αλληλούια. 

Τό δε προοίμιον της φδής 

Ώς αγαπητά τα σκηνώματα οου, 

Κύριε των δυνάμεων ! 

Διό, Σωτήρ^ οι οίκονντες αυτά 

εις τους αιώνας αίνήσουσί Σε 

αδοντες, ψάλλοντες 

ουν τω προφήτη Δαυϊδ 

τό άλληλούϊα 

ο5τε γνήσιο ν τοΰ ΤωμανοΟ είναι ο5τε έχει ην ΙνΊοιτν αποδίδει εις 
αυτό ό κ. Σωτηριάδης. Ό Ιτζρος τών κωδίκων τής Πάτμου, οΐ'^ινες 
διέσωσαν άριστα τά πλείστα τών Κοντακίων τοΰ Τωμανοΰ, ώς καΐ 
κώδις τοΰ Βχτοπεδίου, άντΙ τοΰ προοιμίου το^^■ζο\^ περιέχουσιν ώς 
ν.θΌν.θΌλιον δύο σχροψοίς (γνωστόν δ' δτι και εκ τριών ενίοτε στρο- 
φών σύγκειται τό προοίμιον), τάς ακολούθους (πρβλ. Κΐ'υηιΙίΒοΐΊθΓ 
ϋΪΘ Α1ίΓθ8ΐΐο1ιΪ3 ϊη (ΙθΓ (ιΓΪθοΙιϊδοΙίθη Κίιτίΐθπροθδίθ έν ταΐς 
8ί1ζαη§8ΐ3θΓίο1ιί,θη κλπ. 1903 σ. 563)• 

Οί εκ τοΰ βίου σήμερον 
προς νοητόν παράδειοον 



ΣΤΜΒΟΛΑΙ Εϋ: ΤΙ1Ν ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΙΙΝ. ΠΟΙΙΙΣΙΝ 12ί^ 

την χατοικίαν τιοιήοαντες άπαντες 

εν μετάνοια κράζομεν 

αώαον, μόνε οικτίρμον, 

τονς εις οέ προοφυγόντας' ίόον γαρ 

άπαντα εγκατελίπομεν 

και μόνον ποί%νντες 

ψάλλομεν το αλληλούια 

καΐ τήν έτέραν ταύτη ν 

Ώς ευσέβειας κήρυκας 
καΐ ασεβείας φίμωτρα 
των '&εοφόρων τύν όήμον 
έφαίόρυνας, Κύριε, 
την νφήλιον λάμηοντα' 
εν ειρήνη τελεία 
ταΐς αυτών ίκεσίαις 
τους σε δοξάζοντας 
και μεγαλύνοντας 
όιηφνλαξον ψάλλειν 
και αδειν οοι άλλ7]?^ονϊα. 

Έκ τούτων οέ ή μεν ττρώτη απευθύνεται ώς οέησις υπό των μο- 
ναχών, οί'τινες έκ τοΰ ν.οα\ιΐ'λο\) βίου εΙς τόν νοητόν παράδειαον, τον 
μοναχικόν βίον, μετοικήσαντες καΐ άπαντα τα τοΰ κόσμου άγ.αθά κα- 
ταλιπόντες και μόνον το έν τγ| Μον^^ ψάλλειν και οοξολο^εΧν τόν 
θεόν ποθοϋντες έξαιτοΟνται παρ' Αύτοΰ τήν σωτηρίαν αυτών. Ή ο' 
έτερα καΐ αΰτη ώς οεησις προς τόν Ηεόν απευθύνεται υπό μοναχών, 
οϊτινες άναμιμνιτ]σκόμενοι μεν των άθλων τών προτέρων ^εο'^όρων 
πατέρων, τών κηρύκων της ευσέβειας καΐ φωστήρων της υφηλίου, 
άναμιμνησκόμενοι οέ της χάριτος, ής ετυχον παρά τω θεώ, παρακα- 
λοΟσιν Αυτόν, Ι'να ταϊς ^κεσίαις τών πατέρων τούτων οιαφυλάττη 
έν ειρήνη τελεία αυτούς τούτους τους μοναχούς, ώστε να ψάλλωσι και 
να άδωσιν έν ταΐς Μοναΐς δοςάζοντες και μεγαλύνοντες Αυτόν. Λιά 
τοΰτο δέ και ή ημετέρα Εκκλησία τό οεΰτερο'/ τούτο τροπάριον 

ΑΘΗΝΑ, ΤΟΜ. λ'. 9 



130 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

ώρισε να ψάλληται ώ; Κοντάκίον κατά το Σάββατον της Τυροφά- 
γου, δτε «μνείαν έπιτελοΟμεν πάντων των έν ασκήσει λαμψάντων 
αγίων, ανδρών τε καΐ γυναικών -> {Ιοε Τριώδιον σ. 54 έκδ. Βενετίας 
τοΰ 1869). Ουδεμία λοιπόν υπολείπεται αμφιβολία δτι αμφότερα 
ταΰτα τα γνήσια τοΰ ΤωμανοΟ προοίμια ούδεμίαν σχέσιν εχουσι 
προς θάνατον μονάχου. 

Άλλ' ούδ' ή τοΰ κ. Σ. ερμηνεία τοΰ παρεμβλήτου εις την φδήν τοΰ 
Τωμανοΰ προοιμίου συνηγορεί υπέρ της επιγραφής αυτής ώς ωδής 
νεκρωσίμου εις μοναχόν. Διότι έν ταΐς είς το προοίμιον τούτο σημειώ- 
σεσιν ό εκδότης παρατηρεί μεν δτι σκηνώματα υπό τοΰ ποιητοΰ 
ένταΰθα καλοΰνται «τα σώματα των μοναχών, έν οις κατασκηνοϊ 
τό θείον πνεΰμα, τό πνεΰμα τής εις τόν βεόν καθαράς άφοσιώσεως», 
άλλ' αν σκηνώματα τοΰ Θεοΰ είναι τα σώματα τών μοναχών, τότε 
τίνι ταΰτα είναι αγαπητά ; τω θεώ βεβαίως ουχί, διότι ό Θεός σκη- 
νοί ούχι έν μόνοις τοις μοναχοΐς, άλλ' έν παντί άνθρώπω κατά τόν 
Ίωάννην (α', 14) «καΐ ό Λόγος σαρξ έγένετο και εσκήνωοεν έν ήμΐν» 
καΐ «καΐ ήκουσα φωνής μεγάλης εκ τοΰ ούρανοΰ λεγούσης' ιδού ή 
οκηνη τοΰ Θεοΰ μετά τών άν&ρώηων καΐ οκηνώοει μετ^ αυτών καΐ 
αύτοΙ λαός αύτοΰ έσονται και αυτός 6 θεός μετ' αυτών εσται». (Άπο- 
καλ. κα', 3). Άλλ' ουδέ τοις μοναχοΐς μόνοις είναι αγαπητά τά 
σκηνώματα αυτών, διότι φυσικά πάς ά,^^Βριακος αγαπά τό σκήνωμα 
αυτοΟ, τό σώμα αυτοΰ. Άν ό κ. Σ. ήνοιγε τους ψαλμούς τοΰ Δαυΐ'δ, θά 
έβλεπεν έν τψ πγ' αυτών δτι έκεΐ ό ψαλμωδός, δν αντιγράφει ένταΰθα 
ό μελωδός, λέγων σκηνώματα τοΰ θεοΰ, α καΐ αύλάς τοΰ Κυρίου καΐ 
οίκον Αύτοΰ καΐ ϋυοιαοτήρια έν τω αύτω ψαλμώ καλεί, βεβαιότατα 
νοεί τόν ναόν τοΰ θεοΰ, δστις είναι λίαν αγαπητός τοις μοναχοΐς, 
οί'τινες έν αύτφ ζώντες καΐ προσευχόμενοι αδουσι καΐ ψάλλουσιν, ώς 
ό προ'ψτ^τ-ίΐς Δαυίδ, τό αλληλούια. 

Έκ πάντων τούτων πάς τις, ώς πιστεύομεν, πείθεται δτι ή φδή 
αύτη δεν έποιήθη υπό τοΰ Τωμανοΰ ώς ωδή νεκρώσιμος εις μονα- 
χόν. Ποιητής, οίος δ Τωμανός, βουλόμενος νά ψάλη τό φρικτόν 
τοΰ θανάτου μυστήριον δεν θά έμακάριζεν έξυμνών τόν βίον τών μο- 
ναχών ουδέ θά άπέτεινε παντοίας συμβουλάς προς αυτούς άποσκο- 
πούσας εις τήν βελτίωσιν τοΰ τοιούτου βίου. Ποία συναισθήματα έν 
ταΐς ψυχαΐς τών περικυκλούντων τό φερετρον τοΰ '^εχροϋ μοναχού 



ΣΤΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΜΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 181 

συναδέλφων αύτοΟ ήθελον προκαλέσει αϊ άπροσοιόνυσοι αύται προ- 
τροπαί; Ή Εκκλησιαστική ημών ποίησις άφιέρωσεν δντως στροψάς. 
άλλα <:;τροψοι.ζ παθητικωτάτας εις τον θάνατον καΐ της ποιήσεως 
ταύτης αν μη τα κάλλιστα, πάντως εκ τών καλλίστων είναι τα κα- 
λούμενα «επίτνμβια μέλη α . Προτιθέμενος δε εν άλλη «Συμβολή» να 
καταδείξω την άλήθειαν της ίσχυρίσεως ταύτης άρκοΰμαι νΰν να 
παραθέσω εξ ενός μόνου τοιούτου μέλους τοΰ Αναστασίου ολίγας 
(3τρο<•4^ν.ς (παρά ΡίίΓα σ. 242 και έξης), εξ ων μανθάνει τις ποίαν 
γλώσσαν μετεχειρίζοντο καΐ πώς συνεκίνουν την άνθρωπίνην ψυχήν 
οι Βυζαντινοί ποιηται τον θάνατον ψάλλοντες. 

ε' — Σνγκαιόμεύα πάντες τοις δάκρνοιν, 
δταν ΐδωμεν ?Μψαιον κείμενον 
και εγγίζοντες πάντες ασπάζονται, 
ίσως δε και τοιαύτα προσφ'&έγγονται' 
Ιδου άφηκας τους φιλονντάς σε, 
ον λαλεΧς τον λοιπόν μεϋ•' ημών, ώ φίλε' 
διατ'ι ον λαλείς ώς ελάλεις ήμη', 
άλλα οντω σιγάς μη λαλών με^^ ημών 
το αλληλούια; 

ς' — Τί πικρά τών {^νησκόντων τά ρήματα, 
άπερ φ&έγγονται, δταν πορενωνται• 
αδελφοί, αδελφών μου χωρίζομαι, 
φίλιους πάντας άφώ κηΐ πορεύομαι. 
Πον ονν υπάγω ονκ έπίσταμαι- 
η πώς μέλλω έ'χειν ονδεϊς ό γινώηκων, 
είμη μόνος Θεός ό καλέηας με, 
άλλα μνείαν ποιείτε εμον μετ' ωδής 
τον αλληλούια. 



ΧΑ» 



Αρα πον αι ψνχαΐ νυν ύπάρχονοιν ; 
άρα πώς εν τω αδ]] διάγουσιν; 
επε'&ύμονν μαϋεΤν το μνστήριον, 
άλΛ' ονδεις ικανός διηγήσασ&αι. 



132 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

^Λρα κάκεΐνοι μνημονενουοι 
των ιδίων αυτών, ώς ημείς εκείνων ; 
η εκείνοι λοιπόν επελά'&οντο 
των ■&ρηνονντων αυτούς 

η' — Συνοδεύσατε, φίλοι, τοις '&νήσκουσι 

και οπουδη προς το μνήμα προφϋάοατε 
καΐ εκεϊ νουνεχώς ατενίσατε 
> και τον τόπον υμών εύτρεπίοατε' 

πάαα νεότης εκεί διαρρεΐ, 
παοα ηλικία εκεΐ εμαράν&η, 
εκεϊ κόνις και τέφρα και σκώληκες, 
εκεί πάσα σιγή .... 

θ' — "Ιδού δη '&εωροΰμεν τον κείμενον, 

άλλ^ ήμϊν τον λοιπόν μη προκείμενον 
ιδού δη και ή γλώττα ήσύχαοεν, 
ιδού δη και τά χείλη έπαύσαντο. 
"Ερρωσ•&ε, φίλοι' τέκνα, σώζεσ&ε- 
σώζεο'&ε, άδελφοί' σώζεο'&ε, γνώριμοι• 
εγώ γαρ την όδόν μου πορεύομαι, 
αλλά μνείαν ποιείτε εμοϋ 

ΐ' — ΟνδεΙς γαρ των έκεΐϋ^εν άνέλνοεν, 
ίνα εΐπυ ήμΐν πώς διάγονσιν 
οι ποτέ αδελφοί καΐ τά εγγόνα 
τά εκεί προλαβόντα προς Κύριον, 
διό πολλάκις άεΐ λέγομεν 
άρα ενι εκεί ίδέσΰ•αι αλλήλους ; 
άρα ενι εκεί ίδεΐν άδελφόν ; . . . 

Ιγ'— Ούδεν οϋτως έσύν εύλη^^άργητον^ 
ώς βροτός εκ βροτον χωριζόμενος" 
καν γάρ χρόνον μικρόν μνημονεύσω μεν, 
άλλ^ εύϋύς τυν θανόντος λαν&άνομεν, 



ΣΤΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΜΚΊ1Ν ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΉΣΙΝ 133 

ώς μη φανέντα τοντον έχοντες• 
και γονείς γαρ τέκνων πάντως ληϋαργοΰοιν^ 
η εκ σπλάγχνων γεννήσαντες έδρεψαν 
και προέπεμψαν δάκρνσι . . . 

ιε' — Τί ταράττΐ] ακαίρως, ώ ανϋρωπε ; 
μία ώρα και πάντα παρέρχεται• 
ου γαρ ενι εν αδυ μετάνοια, 
ονδε ενι εκεΐ λοιπόν ανεσις• 
εκεί δ σκώληξ δ ακοίμητος, 
εκεί γη σκοτεινή και γνοφώδης δλη . . . 

Κ' — "Αν ήλέησας, αν&ρωπε, αν^ρωπον, 
αυτός μέλλει εκεΐ βοηϋήοαί σοι• 
αν ιινι δρφανω συνεπάϋησας, 
αυτός μέλλει εκεΐ άπαντησαί σοΐ' 
αν εξ ανάγκης εσωσάς τίνα, 
αυτός ρύσεταί σε εκεΐ της ανάγκης- 
δν γνμνόν εν τω βίω εσκέπασας, 
αυτός μέλλει σκεπάοαι σε ... . 

ΐζ' — Πονηρά ή οδός, ην απέρχομαι, 
ην ουδέποτε δντως εβάδισα, 
και ή χώρα εκείνη αγνώριστος, 
δπου ουδείς ουδαμώς γνωρίζει με. 
Φρικτόν ιδέσ&αι τους απάγοντας, 
φοβερώτερον δε τόν καλέσαντά με, 
τον ζωής και θανάτου δεσπόζοντα .... 

κα' — Ούχ όρατε τό πώς διανεύομεν 

εν τοις μνήμασιν, δτε είσήλ^ομεν ; 
εστίν ούτος του δεΐνα δ εκγονος, 
αυτή εστί του δεΐνα '&υγάτριον 
δεϋτε άσπάσασ'&ε τά λείψανα, 
ουτός εστίν δ δεΐνα, δ δεΐνα ούτος . . . , 



134 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

κγ' — ^Αρα πόσοι εξαίφνης ήρπάγηοαν 

εξ αυτών των παστών εν τω μνήματι 
και εζενχ&ηοαν ζενξιν αΐώνιον 
και εποίησαν ϋ^ρήνον άδάπανον 
εκ του ννμφώνος ουκ ανάστησαν, 
άλλ' όμοΰ δ γάμος όμον και 6 τάφος, 
όμοΰ ζενξις όμοΰ καΐ διάζευξις, 
όμοΰ γέλως όμον &ρηνος .... 

κς-' — "Οταν άρχοντα ΐδωμεν ■&νήσκοντα, 
τότε μέγα μυστηριον βλέπομεν 
πώς απάγεται ώσπερ κατάδικος, 
δνπερ ετρεμον πάντες κατάδικοι ; 
πώς εξετάζεται ώς δέσμιος 
ό το πρώτον δέσμιους δεομοΐς δεσμενων ; 
ίδον δλος σποδός ό πριν φοβερός .... 

Έν τ•ζι ρ' ητροψζι γράφει 

« 

Τοις τον βίου τερπνοΐς ένητένιζον, 

λογιομω ϋεωρών τα γινόμενα" 

και σκοπήσας αυτών το ίπώδννον, 

την ζωην τών βροτών εταλάνισα' 

υμάς δε μόνους έμακάρισα, 

τους καλην επιλεξαμένους μερίδα, 

Άλλ' ή γνωστή του Τωμανοΰ χρήσίς ή μάλλον κατάχρησις της 
εκ του όμοιοτελεύτου παρηχήσεως ώφειλε να πείσιτ) τον έκδότην δτι 
ένταΟΒα ό μελ(ρδός εγραψεν ενητένισα καΐ τά' επώδυνα (ένητένισα 
έταλάνιαα. έμακάρισα — γινόμενα, επώδυνα), ώς έχουσιν ενιοι κώδικες 
καΐ ή τοΰ Τριψδίου εκδοσις (ένθα ανωτέρω σ. 54), έν τω όποίψ ή 
στροφή αυτή ψάλλεται ώς Οίκος κατά το ίίάββατον τής Τυροφάγου. 

Τήν δ' ατρογψ έκ τοΰ ΡΐΙΐ'α άντιγράψας έξέδωκεν ούτως" 

Αλμυρά της '&αλάσσης τα ϋδατα, 
τοΰ κερδαναι κοιλία τα 'βρώματα, 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 135 

ριψοκίνδυνοι αν&ρωποι πλέονοιν 

ή γαστηρ γαρ αυτούς κατηνάγκαοε, 

ψυχάς άνέμοις Ιμπιοτεύσαντας, 

της τροφής χάριν καταφρονεΐν καΐ ζάλας• 

αλλά ή γαλήνη αχείμαστος ύμΐν, 

ώς λιμένα γάρ εϋρετε ενδιεινόν, 

το αλληλούια. 

"Άν δ' δμως 'έρριπτε'/ εν βλέμμα εις τάς γραφάς των ύπ' αύτοΰ 
τούτου τοΰ ΡίίΓει μνημονευομένων κωδίκων, έμελέτα οέ καΐ τον Ρω- 
μανό/ περισσότερον, θα έπείθετο δτι ό ποιητής εγραψεν 

"Αλμυρά της ΰ^αλάσοης τά κύματα, 
γλυκερά τη κοιλία τά βρώματα- 
ριψοκίνδυνοι πλέουσιν αν&ρωηοι, 
ή γαστηρ γάρ αυτούς κατηνάγκασε' 
ψυχάς σανίοιν εμττιστεύονσι, 
τροφής χάριν και ζάλης καταφρονοΰσιν 
άλλ* υμών ή γαλήνη αχείμαστος" 
ώς λιμένα γάρ εϋδιον έχετε ' 

άεΐ τον ψαλμόν αλληλούια 

ή κατά τον Μαρκιανόν κώδικα 

ώς γάρ άγκυρα εοτιν ΰμΐν 
6 ψαλμός αλληλούια. 

Την δε γ' ατρο'ψγ^'^ έςέδωκεν οΰτως* 

Πειράται και χειμώνων τους κλύδωνας 
παρορώντες οί χρήματα στέργοντες, 
των κυμάτων το γανρον '&εώμενοι, 
δειλιώσιν, άλλ' δμως ου φεύγουσιν 
έλπίς γάρ τούτον τούτους ελκουσα, 
καν πνιγμός άπειλήση, 
ου καταπλήττεΐ' 
άλλ' άναυάγητον το σκάφος υμών 



136 ΕΜΜ, Ι\ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

ώς γαρ αγκνρά έσην νμίν δ ψαλμός 
το αλληλούια. 

Κατά τήν ^ροίφψ οίρχ ταύτην λέγει ό Τωμανός" οί στέργοντες 
τα γ^ργιμτ,τοί, επειδή είναι πειράται, μη λαμβάνοντες υπ' δψει και 
αυτούς τους κλύδωνας των χειμώνων, εί και θεώνται το γαΰρον των 
κυμάτων, δειλιώσι μέν, δεν φεύγουσι οε' διότι ή έλπίς τοότου ελ- 
κουσα τοότο'ος, και εάν ετι πνιγμός άπειλήση αυτούς, δμως οέν κα- 
ταπλήττει. Άλλ' είναι αρά γε πιθανόν οτι ό μελωδός απεκάλεσε 
κατά τήν γραφήν ταύτην τοΰ κ. Σωτηριάδου πειρατάς πάντας τους 
στέργοντας τά χρήματα, τους φιλοχρήματους συλλήβδην ; έπειτα δε 
τίνος ή έλπις έλκει τούτους : Των αποριών τούτων άπαλλάττει ήμας 
ή γραφή τών κωδίκων «πειρατάς και χειμώνας και κλύδωνας^) και 
«έλπίς γάρ ηλοντον το{}το\)ζ ελκουσα», εξ ης πάγκαλον το νόημα 
εξέρχεται. Οί φιλοχρήματοι άνθρωποι, λέγει ό ποιητής, παρορώντες 
και πειρατάς καΐ τρικυμίας και κλύδωνας της θαλάσσης εισέρχονται 
εις τά πλοία εμπορίας χάριν, είσελθόντες δε εις αυτά, καίτοι θεών- 
ται τήν γαυριώσαν, τήν μαινομένην θάλασσαν, δειλιώσι μέν, δεν άπο- 
φεύγουσιν δμως τόν πλουν διότι ή έλπις τοΰ ηλούτοΌ ελκουσα αυ- 
τούς, και πνιγμός ετι έάν άπειλήση, δμως δεν τους καταπλήσσει, 
ώστε νά άποστώσι τοΰ πλου. 

Έν σελίσι 16-21 παραθέτει ατροψάς τινας της εις τάς δέκα παρ- 
θένους 'ϋδής τοΰ Τωμανοΰ. Τοΰ Κοντακίου τούτου μέχρι μέν τοΰ 
1899 ήσαν γνωσταΐ δύο παραλλαγαί, αιτινες έξεδόθησαν υπό τοΰ 
ΡίΙΐ'ίΐ ή μέν πρώτη τω 1876 έν τοις Αηαίθοία 8ίΐ0Γ& κατά τους 
κώδικας Ο καΐ V, ή δε δευτέρα υπό τοΰ αύτοΰ ΡίΐΓΒ τω 1888 έν 
τω «8ειηοί>ιΐ8 Κοιηαηυδ κλπ.» κατ' άντίγραφον τοΰ ίτίροχ) τών 
κωδίκων της Πάτμου σταλέν αύτω υπό τοΰ Άριστάρχη. Άλλα τω 
1899 ό Κηιηι1)Βθ1ΐθΓ έξέδωκεν έν ταΐς 8ίΙζυ秕8ΐ36Γίο1ι1;θ της 
Άκαδημείας τοΰ Μονάχου τρίτην τοΰ αύτοΰ Κοντακίου παραλλαγήν 
εκ τοΰ αύτοΰ της Πάτμου κωδικός, βραχυτέραν μέν τών άλλων, 
πολλω δ' δμως ώραιοτέραν. Καίτοι δ' ό εκδότης της κρινομένης 
Συλλογής όίφειλε καΐ τάς τρεις ταύτας παραλλαγάς έχων υπ' δψει 
νά παραλαβή τήν άρίστην αυτών, ή κατά τό εθος αύτοΰ τάς άρί- 
στας ^^τροψοι,ς εκ πασών, περιωρίσθη εις μόνην τήν έν τφ 8αηο(ι18 



ΙΎΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΙΙΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 137 

ΚοιΠΗΠΠδ δημοαιευθεΐσαν, ες ης παρέλαβε τό προοίμιον καΐ επτά 
στροφάς. "Οπως οέ δειχθη ή μεγάλη οιαφορα των της ωοης ταύτης 
δύο παραλλαγών τοΟ αύτοΟ κωδικός, παραθέτομεν εξ έκατέρας την 
α' στροφήν. Ή τοϋ ΡΐίΓα έχει οΰτως' 

Τί ρα&νμεΐς ταπεινή μου ψυχή ; 

τι μεριμνάς ά ου προσήκει ; 

και άσχολϊΐ ^90ζ πάντα ανωφελή 

των μελλόντων καιρών; 

χαι κρατείς το παρόν 

ώς αίωνίω τούτω προοέχουοα; 

ΓΙ εοχατη εγγυη 
και αρχή σοί εστίν 
τον επιβλέπειν εις ματαιότητα, 
άνάνευοον λοιπόν προς ^Ιησονν 
ώς ή συγκύπτοναα. 

Ελύ&ης των δεσμών σον, 
μη σνγκάμψης τον νώιόν σου 
γνωμικής γαρ κατοχής 
ουκ εστί λνσις. 
Διό ανάνηψαν, 
γρηγόρησαν ώς άπό ϋπνον 
ό ννμφίος έρχεται, 
μη άπομείνωμεν εξω 
βοώντες• Άνοιξαν. 

Ή δ' εκδοαις τοΟ ΚΓυηιΙ)αοΐΊΘΓ οΰτω* 

Τί ρί^ϋνμεΊς, ταπεινή ψυχή μου ; 

τί φαντάζη άκαίρως; 

τί μεριμνάς άνωφελώς ; 

τί άσχολή προς τά ρέοντα; 

εσχάτη ώρα εστίν άπάρτι 

και χωρίζεσ&αι μέλλομεν των ενχανϋα• 

άλλ' ώς καιρόν 

κεκτημένη ανάνηψαν, βόησον 



138 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

Ήμάρτηκά σοι, σωτήρ μου, 

μη εχχόψΊΐς με ώοτιερ την ακαρπον 

σνκήν καΐ πάντως 6 εϋσπλαγχνος 

οίκτειρήσει οε βλέπων κράζονσαν 

Μη μείνωμεν εξω 

τον νυμφώνος Χρίστου. 

Έν τγι ατροφ'ξι δε ταύτι^ τα εσχάτη εγγύη και αρχή σοί εστίν τον 
επιβλέπειν εις ματαιότητα ερμηνεύει ουτως' «ή πρώτη, ή καλλίτερα 
σου ασφάλεια καΐ αρχή σου είνε ή έπιδίωξις ματαίων πραγμάτων». 
Άλλα βήματα είναι ταΰτα ή θαύματα ; Εΐναί ποτέ δυνατόν ή εσχάτη 
έγγύη να οηλοϊ την πρώτην άσφάλειαν; "Επειτα δε τίς έγγύη ήτο 
αΰτη καΐ υπδ τίνος εδόθη τη ψυχή ; Τί λοιπόν συμβαίνει ; άπλού- 
στατον. Ή τοΟ κωδικός γραφή είναι ή εσχάτη εγγύς (ώς έν τή ι' 
στροφή της ετέρας παρά ΚΓαηιΙί&οΙίθΓ παραλλαγής «ό κριτής γαρ 
εγγύς») καΐ τότε τό νόημα σαφέστατον ή έσχατη ημέρα τοΰ βίου 
σου, ώ ψυχή, είναι εγγύς, εγγίζει, συ δ' δμως έχεις αρχήν να έπι- 
βλέπης εις τα μάταια* λοιπόν άνάνευσον από των ματαίων τούτων 
τοΰ κόσμου αγαθών προς τόν 'Ιησοΰν^ ώσπερ ή συγκύπτουσα. 

Τίς ήτο δ'αΰτη ή συγκύπτουσα γυνή; «ή μύρω πλύνασα τους πό- 
δας τοΰ Ίησοΰ», λέγει 6 έκδοτης* άλλ' ή μύρω άλείψασα τους πόδας 
τοΰ Ίησοΰ ήτο γυνή «αμαρτωλός», ως λέγει ό Αουκας (ζ', 37), ήτο 
πόρνη εκ τοΰ κάλλους ποριζομένη τα προς τό ζήν καΐ λοιπόν ούχΙ 
συγκύπτουσα έκ τής ασθενείας, ήλειψε δε τους πόδας τοΰ Κυρίου 
ευρισκομένου έν Βηθανία έν τή οικία Σίμωνος τοΰ λεπροΰ (Μάρκ. 
ιδ', 3). Περί τής γυναικός δε ταύτης ό Τωμανός έποίησε μεν δλον 
Κοντάκιον έΕ είκοσι <ζχρο^(ύΊ συγκείμενον (παρά ΡίίΓα σ. 85-92), 
πιθανώτατα δε και ϊτζρον βραχύτερον (αυτόθι σ. 478-480), ποιείται 
δε λόγον και πολλαχοΰ των άλλων ποιημάτων αύτοΰ, οΙοί έν τψ εις 
τό πάθος τοΰ Κυρίου Κοντακίω (παρά ΡϋΓα σ. 120)" 

' Αδικος εδοξα δίκαιων 
πόρνην μετανοονσαν, 
την τους πόδας τους εμονς 
διδαοκάλονς σωφροσύνης 
κεκτημένην, την καλώς μοι πιστενσασαν, 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΚΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 139 

την βρέξασάν ίχνη, 

α ουκ ερρεξε ρνπος, 

ψίλοΐς τότε τοΐς δάκρνσΐ' 

την μνρφ κεφαλήν εμην άλείψασαν, 

ην δ πρόδρομος '&ιγεΐν 

εφοβήύη 

και έν τω Κοντακίω εΙς την Κυριακήν τοΰ Πάσχα, ένθα λέγει Μαρία 
ή Μαγδαληνή (ΡιΙγβ σ. 129)• 

Άλλ^ ηϋ•ελον 

οοΰ ιδέΐν ταφήν, 

ίνα ώς ή πόρνη 

δόκρνσι βρέξω ■ 

ου τους πόδας μόνον, 

αλλά καΐ όλον αληθώς 

το σώμα καΐ το μνήμα σου 

καΐ έν τω Κοντακίω ε^ς τον θωμαν, ένθα ό Κύριος λέγει προς τον 
Άπόστολον (ΡϋνΆ σ. 146)• 

Μη της αμαρτωλού 
πόρνης πέλεις οα&ρότερος, 
η τότ* επήλειψε 
μύρω την κεφαλήν μου 
καΐ ταΐς ύριξίν έξέμαξε 
τους άγιους μου πόδας; 

καΐ έν τω Κοντακίω των αγίων Μ' μαρτύρων (παρίχ Κι•αηιΙ)αο1ΐθΓ 
«ΜίδΟθΙΙβη ζα Κοηΐ3ηθ8» σ. 19)• 

Σολομώντα ουκ εζήτει. 

την δε πόρνην ίπεπό^ει (6 Βελίαρ) 

καΐ έν τω Κοντακίω ύς τάς ι' παρθένους (παρά ΚΓυιπΙ)3θ1ιβΓ 
νΙΤηΐίΐΓΐ^θΐΙαη^θη Ι^βί Κοιηαηοδ > σ. 65)• 



140 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

κλανοασαν την πόρνη%\ 

εδεξάμην ευμενώς 

και δέδωκα την άφεοιν. 

Ή δε άλλη γυνή ή «έχουσα πνεΟμα ασθενείας έτη δέκα καΐ οκτώ 
καΐ συγκύπτουσα καΐ μη δυναμένη άνακΰψαι εΙς το παντελές» 
προσήλθε τω 'Ιησοΰ διδάσκοντι «εν μια των συναγωγών έν τοις σάβ- 
βασι» (Αουκ. ιγ', 10-13). 

«Γνωμικής γαρ κατοχής ουκ έστι λύσις» λέγει ό ποιητής, ερμη- 
νεύει δε ό εκδότης «τής κατά γνώμην, τής εκούσιας, εΙς ην έαυτήν 
καταδικάζει ή ψυχή». Άλλα τί εκ τούτων θά έννοήσωσιν οι μαθη- 
ταί; Τίς είναι αυτή, είς ην καταδικάζει έαυτήν ή ψυχή; Ή κατοχή, 
περί ής ποιείται λόγον ενταύθα ό ποιητής, δεν είναι ή γνωστή τοις 
μαθηταΐς κατοχή, άλλα νόσος παραπλήσια τω ληθάργω, τω κάρω 
και τω κώματι, ή και άλλως λεγομένη κατάληψις. Πρβλ. Γαληνού 
Η', 156,15 «καΐ λ-φάρ^ΟΌ και κάρου καΐ τής ονομαζόμενης υπό 
τών νεωτέρων ιατρών κατοχής τε καΐ καταλήψεως» καΐ 232,7 «κατά 
δε τάς καταλήψεις τε και κατοχάς τά οπίσω πάσχει μάλλον» καΐ 
485,9 «οΐ δέ τών κατόχων σφυγμοί, κατόχους γάρ καΐ κατεχόμε- 
νους έκάλουν αυτούς οΐ παλαιοί, κατοχην δέ καΐ κατάληψιν οι νεώ- 
τεροι το πάθος όνομάζουσιν» καΐ ΙΖ', 640, 2 «διαφέρειν δ' ουδέν 
φασιν ή κάτοχον ειπείν ή κώμα .... το μεν οδν βαθύ κώμα κοινω- 
νίαν έχει τινά προς τήν καλουμένην κητοχην^> καΐ ΙΘ', 414, 14 
«κάτοχος έστιν αναισθησία τής ψυχής μετά πήξεως τοΰ παντός σώ- 
ματος• εϊδη δέ κατόχου τρία»" (ϊδε ΟίΐίΘηί ΡβΓ^βηίθηΐ άθ ΑΙίΐ- 
0Ϊ88αηΙίυηΊ βίυάϋδ ίβδίίηιοηΐΒ υπό ΗθΓΐ)8ί; έν Αιψία 1911 σελ. 
102 κές.). Έκ τούτων λοιπόν συνάγεται δτι δ ποιητής ένταΰθα ομιλεί 
περί νόσου τής ψυχής, νόσου τής γνώμης, τής βουλήσεως τ. έ. περί 
τής ίσχυρογνωμοσύνης. Ή συγκύπτουσα γυνή, λέγει, πάσχουσα το 
σώμα εύρε λύσιν τής ασθενείας αυτής παρά τοΰ Σωτήρος' συ δ' δμως, 
ώ ψυχή μου, εάν έξακολουθής κατεχόμενη καΐ εν ληθάργψ καΐ κάρω 
διατελούσα καΐ άναισθητοΟσα έν τώ «έπιβλέπειν εις ματαιότητα», 
δέν θά ίαθής ποτέ υπό τοΟ μεγάλου Ίατροΰ, διότι τοΰ ψυχικοΰ 
λ-φάρ^ο'^ τ. έ. τής αναισθησίας, τής ίσχυρογνωμοσύνης ϊασις δέν 
υπάρχει. 



ΣΥΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΓΙΟΙΗΣΙΝ 141 

Έν τ-^ γ' δε ατροψ'^ 

Ύηνωοας ϋπνον, χρυχή μον, κενόν 

κέίοαι και ρέγχεις εως πότε; 

γρηγόρησαν καν νυν προς ο βλέπομεν 

άπειλαΐ επαχ&εΤς 

χάί σεισμοί συνεχείς 

οννετάραξαν γην μετά των εν αντη 

καΐ εφνγάδενσαν 

καΐ των πολεμίων 

κτύποι επάλληλοι και την ■&άλασοαν 

-αρατηρεΐ έν ταΐς σημειώσεσι «προς δ βλέπομεν τοΟτο είνε τα 
συμβάντα τοΰ παρόντος, άπειλαΐ παρ' έχθρων καΐ σεισμοί συνεχείς, 
εις ά υπαινίσσεται 6 ποιητής* οί σεισμοί καΐ από ξηράς καΐ θαλάσ- 
σης έπιδρομαΐ δεν έλειψαν καθ' δλον τόν βυζαντηνόν αίώνα — εφνγά- 
δενσαν τους κατοίκους, οτζερ εννοείται έκ τοΰ τ:ρο'ίΐχο\)\ι.ν^ο•3 : μετά 
των έν αύτη — των πολεμίων κτύποι επάλληλοι" συνδέεται προς το 
άπειλαΐ καΐ σεισμοί, άπερ πάντα συνετάραξαν την γήν και την θά- 
λασσαν και έφυγάδευσαν τους κατοίκους της γης, τοΰ Κράτους δη- 
λαδή, δπερ ήτο τότε σχεδόν ή Οικουμένη». Εις ταΰτα παρατηροΰ- 
μεν πρώτον μεν οτι δεν είναι δρ%'/ να λέγηται δτι ό ποιητής λέ- 
γων προς ο βλέπομεν υπαινίσσεται εις τάς άπειλάς και τους σει- 
σμούς, άφ' ού έν συνεχεία τοΰ λόγου του ρητώς αναφέρει τάς άπει- 
λάς και τους σεισμούς" ό υπαινισσόμενος εις τι δεν μνημονεύει ευθύς 
αυτό τοοτο, εις δ υπαινίσσεται, αλλά δι' άλλης εκφράσεως πλαγίως 
υποδηλοΤ τοΰτο(Ι). "Επειτα δέ, αν οί σεισμοί και αί άπειλαΐ των πολε- 

(!) Διδακτικόν ΰπαίνιγαοΟ -χωρίον ϊ/ει ό 'Ρω[χβνός έν χω κ' τροταρίω τοϋ Κοντά• 
ΥΛΟ.Ι εις τήν όίρνησιν τοΟ Πέτρον (παοά Κΐ ηΐηΙ)ίΙθΙΐΡ,Γ 8ΐΐΐ(1ίβη Ζϋ ΚοΓΠίΐηΟί σ. 131). 

Νιχάται ό ίϋσπ?.αγχνος 
τον Πέτρου τοΐς δάκρναι 
και πέμπει την αφεσιν' 
τφ ^ηστη γαρ όμιΐήσας 
ϋπαινίττεται τόν Πέΐρον ίχεΐ 
έν τφ στανρψ> 
^Ω φίλε λγιατά μον, 
μετ' εμον γενον σήμερον, 
επειδή ό Πέτρος 
^λιπέ με. 



142 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

μίων έφυγάοευσαν τους κατοίκους του Κράτους, «δπερ ήτο τότε σχε- 
δόν ή Οικουμένη», ποΰ κατέφυγον οΐ της Οικουμένης φυγάδες; Ου- 
δέν τούτων είναι αληθές, το αληθές δ' είναι δτι ο ποιητής ομιλεί εν- 
ταύθα περί των προμηνυμάτων της συντέλειας τοΰ αιώνος, δτε κατά 
τους λόγους τοΰ Κυρίου (Ματθ. κδ', 7) «έγερθήσεται έθνος έπι έθνος 
και βασιλεία έπι βασιλείαν καΐ έσονται λιμοί καΐ λοιμοί και σεισμοί 
κατά τόπους», ως δη και λέγει αυτός ό ποιητής κατωτέρω 

ήχονσι κατά κόομον 
των σημείων αί σάλπιγγες 
προμηνυονοαι Χρωτόν 
τοις προοδοκώοιν 

έπαναλαμβάνων τά τοΰ Κυρίου (Ματθ. αυτόθι 31) «και άποστελεϊ 
τους αγγέλους αύτοΰ μετά σάλπιγγος φωνής μεγάλης καΐ έπισυνά- 
ξουσι τους εκλεκτούς αύτοΰ έκ των τεσσάρων ανέμων», είπε δε περί 
των σεισμών τούτων καΐ της φυγής καΐ εν τή ι', τη ιδ', τη ιγ' και 
τη ιδ' οτρο':^"^ τοΰ Κοντακίου εις την δευτέραν παρουσίαν 

σείεται τά πάντα 

γης και της '&αλάσης . . . 

σεισμοί και '&νησεις 

και πάσα ϋλΐψις 

κρατήσει εν τω κόσμω . . . 

μία δε πόλις η έρημος 

ονκ ίσχύσουσι 

ηερισώζειν τονς φεύγοντας . , 

άπό τόπον εις τόπον 

οΐ άνθρωποι φενξονται . . 

γίνονται φυγάδες 

φόβψ τον τυράννου . . . 

πάντα ταΰτα εΙς την δευτέραν παρουσίαν τοΰ Κυρίου αναφερόμενα. 
ΙίερΙ δέ των σεισμών και τών λοιμών καΐ τών πλημμύρων, άτινα 
αληθώς συνέβησαν κατά τους χρόνους τοΰ ποιητοΰ έπΙ τής τοΰ Ίου- 



ΣΤΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 143 

στινιανοΰ βασιλείας (ίοέ Ίστορίαν Παπαρρηγοπούλλου Γ', 157 καΐ 
'εΐ-ί^ς έκδ. 1902) ποιείται λόγον 6 -οιητής εν τγ] θ' ατροφ-() λέγων 

Λ^ι;| προ νυκτός• καΐ προ σκότους άχλνς 

πάντας κατέλαβεν εξαίφνης 

και ννν έαμεν ώς πριν οι Αιγύπτιοι 

εν όμίχλγι πληγών 

και '&υέλλη σεισμών 

καΐ των πολέμων ζόφω κραιονμενοι, 

ένθα πληγαΐ μέν νοούνται α^ πλγ]μμυραι καΐ οί λοιμοί, σεισμοί δε οί 
τοΰ δ2δ, 529, 556 καΐ 558 μ. Χ., δτε κατέπεσεν ό μέγας θόλος 
της Αγίας Σοφίας, πόλεμοι δε οί τζρός τους Βανοήλους καΐ Γότθους, 
Πέρσας καΐ Ουννους και Σλαύους, 
Έν δέ τ^ι ια' ατροψ-ξι 



ώς ιμάντα Χριστός 
τον οειομόν κα^' ημών 
άνεκαίνισεν, δτι εζήλωσεν 
ό πρ'Ιν εν ίερψ φραγγέλιον 
ποιήσας κνριος' 
ημείς δε ώς παιδία 
ταΐς φρεσίν έγεννή•&ημεν 
μεριμνώντες το φαγεϊν, 
πιεΤν καΐ παίζειν 

Ούτε φραγγέλιον εγραψέν ό τίοίητής όυτέ εγεννή&ημί'.ν. ^Άν ήνοιγε 
το Εύαγγέλιον τοΰ Ιωάννου (β', 15), θα Ιβλεπεν ό εκδότης δτι ή 
δρθή γραφή είναι φραγέλλιον εκ τοΰ λατινικού ίΐα^βΐΐαηΐ, εκ τού- 
του δέ καΐ ρήμα φραγελλόω, δπερ μετεχειρίσθη ό ποιητής έν τω ει; 
το πάθος τοΰ Κυρίου Κοντακίω λέγων (ΡίίΓει σ. 121)* 

"Ομως μαστίξας τον ιατρόν 
νίπτεται τάς παλάμας 
ό Πιλάτος £π' αντώ, 



144 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

δια τούτον προσδοκών 
αϋ^ωονο'&αΐ' αλλ" ευρέθη νπεύύυνος' 
και γαρ φραγελλώαας 
παρέδιδαν τφ στανρψ, 
ώς ά•&ωος ειπών ειμί. 

Δεν είπε δε ό ποιητής δτι «ήμεΐς ώς παιδία εγεννή&ημεν ταΐς 
φρεσίν», διότι πάντες ώς βρέφη γεννώμεθα ταΐς φρεσίν, άλλ' δτι άν- 
δρες δντες την ήλικίαν έγενόμεθα ώς παιδία ταΐς φρεσίν δεν έακέ- 
φθη δηλαδή ό εκδότης δτι ό αόριστος ένταΰθα είναι ουχί τοΰ γεν- 
νώμαι, άλλ' δ κατόπιν από τοϋ Πλάτωνος άρξάμενος εγενήύην τοΰ 
γίνομαι άντΙ τοΰ παλαιοτέρου έγενόμην, περί ου διέλαβε δια μακρών 
δ αείμνηστος Κόντος εν «Αογίψ Έρμ7^» σ. 614 καΐ εξής. Τον αόρι- 
στον δε τοϋτο'/ και άλλαχοΰ μετεχειρίσθη δ ποιητής, οίον έν τω εις 
τήν Άνάληψιν Κοντακίω (ΡΐίΓει σ. 151), ένθα οι Απόστολοι λέγουσι 
προς τον Κύριον 

"Απελίπαμεν ήμεΐς 
δλον τον βίον 
και έφνγομεν αντόν 
κα'&άπερ βία, 
ίνα αε κερδήαωμεν 
έπΙ γης έγενήϋ'ημεν 
ξένοι καΐ παρεπίδημοι" 
ημών ό πρώτος Πέτρος, 
γενόμενος αον φίλος 
πάντων ήλλοτριο'ίϋη, 
ών εΙχέ ποτέ, 

ώς καΐ έν τω ύς τήν άποτομήν τοΰ Προδρόμου (ΡίίΓΗ σ. 183) 

αφνω έτράπη ή τράπεζα εΙς παγίδα 

και έγενή'θ'η το βρώμα σκάνδαλον αντοΤς 

καΐ έν τω Κοντακίω των αγίων Μ' μαρτύρων (παρά ΚηιηιΙ)αο1ΐθΓ 
«Μίδοβίΐθπ ζιι Κοιηαηοδ» σ' 17)• 



ΪΓΜΒΟΛΑΙ ΚΙΣ! ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 145 

"Ολον τον βίον ηγούμενοι 
ματαιότητα 

καΐ ώς δναρ παράγο%•τα, 
φ§αρτ6ν όμον και φιλόφϋορον 
των άει μενόντων 
έγενή'&'ητε έμποροι 
ζην '&ανάτψ πορίοαντες 
καΐ σ. 20 

καΐ έγενήΌ'ησαν όνειδος 

οί άποκτείναντες, 

οΐ κτανί^έντες δε καύχημα. 

Τουλάχιστον δεν ένεθυμήθτ, το οιοασκαλικόν χωρίον ττ^; Γενέσεω; 
(Α', 3) «καΐ είπεν ό θεός γενηϋήτω φως καΐ έγένετο φως»; 
Έν τχι ιε' οέ (^τροψτι έκδούς 

"Ανοιξον, κύριε, ανοιξόν μοι 
της εύσπλαγχνίας την ϋύραν 
προ τον καιρόν της αποδημίας μον 

δεν παρετήρηαεν δτι καΐ το γ.ίτροΊ και ή προσφιλής τω Τωμχνω 
άντίθεαις άπαιτοΰαι να γράψωμεν «τής εύσπλαγχνίας σου τήν θύραν» 
(της ειισπλαγχνίας οου — της αποδημίας μου), ώς εχουσι καΐ οί κώ- 
δικες. 

Έν σ. 2δ παραθείς τεσσάρας στροφας τοΰ καλουμένου «'^ΐκα- 
■ΟΊστου ϋμνου > αποδίδει μεν καΐ ούτος το ποίημα εις τόν Πατριάρ- 
χην Σέργιον, παρατηρεί δε έν ταΐς σημειώσεσιν (σ. 52) δτι «ούτε ή 
άπλότης της γλώσσης τοΰ Τωμανοΰ ούτε υψηλή τις ιδέα ούτε το 
κάλλος των ποιητικών εικόνων χαρακτηρίζουσι τον ύμνον τοκίχοΊ»., 
δτι δε ό ποιητής «επιδιώκει τήν εμφασιν καΐ άσμενίζει εις τήν ρη- 
τορικήν διακόσμησιν δια των εκφραστικών, άλλ' άνευ ^ίχρο'^ καΐ 
περιορισμού αντιθέσεων • καΐ δτι «ή παρήχησις. της οποίας παρά- 
δειγμα είνε ή δια τοΰ γράμματος Μ άρχίζουσα οχροψ^ : Συμεώνος, 
αιώνος, άπατεώνος ή χει δια τούτο ακριβώς κάκιστα είς τήν άκοήν». 
Κατά ταύτα άρα ποιητής τοΰ Άκαθίστου δεν δύναται να είναι ό 



ΑΘΗΝΑ, Γ(».\Ι. λ'. Ι'-' 



146 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

Τωμχνός οιά τε άλλα και οιά τοΟτο, δτι ή έκ του τριπλού όμοιοτε- 
λεύτου παρήχησις εν τινι ατροψ•^ τοΟ "Γμνου τούτου ήχεΙ κάκιστα εις 
την άκοήν. Άλλ' αν ή τοιαύτη παρήχησις ήχοΟσα κάκιστα έν τω 
Άκαθίστω χρησιμεύη τζρος άπόδειςιν δτι ο Τωμανός δεν έποίησε 
τδν "Γμνον τοΰχον, πώς την τοιαύτην ακριβώς παρήχησιν παρ' αύτώ 
τούτω τω Τωμανώ θεωρών ως χαρακτηριστικήν της ποιήσεως αύτοΰ 
(σβλ. 45) παραθέτει μεν την στροφήν αύτοΰ ταύτην 

Τίς άκουσας — ονκ ενάρκησε; 
η τίς ϋ^εωρήσας — ονκ ετρόμαοε; 
τον Ιηοονν — δόλω φιλονμενον, 
τον Χρωτόν — φϋόνφ πωλούμενον, 
τον Θεόν — γνώμιι κρατονμενον, 

παρατηρεί οέ δτι «τοιαύτης σχοπίμου παρηχήσεως παραδείγματα 
παρέχουσιν ήδη οί αρχαίοι, δ "Ομηρος, οι τραγικοί, ό Πλάτων, 6 
Ισοκράτης»; "Οτι δ' ό Ακάθιστος είναι γνήσιον καΐ μάλιστα έκ των 
καλλίστων του Τωμανοΰ ποίημα, θ' αποδείξω μεν δια μακρών έν 
άλλη «Συμβολή», έπι του παρόντος δ' αρκούμαι να παραθέσω δλίγα 
έκ τών πολλών τριπλής και τετραπλής καΐ πενταπλής ετι παρηχή- 
σεως δείγματα έξ άλλων τοΰ Τωμανοΰ ποιημάτων, όπως πεισθή και 
ό έκδοτης δτι ακριβώς αύτη αύτη ή συχνή έν τω Άκαθίστω παρήχη- 
σις είναι ίσχυρόν επιχείρημα υπέρ τής γνησιότητος τοΰ ποιήματος 
τοΌτοΌ τοΰ Τωμανοΰ. Ούτως έν τω Κοντακίω εις τήν άρνησιν τοΰ 
Πέτρου γράφει δ μελωδός (Κΐ'αιηΙο&οΙίθΓ «δΐυάΐθη ζα Κοηια- 
ηο8» σ. 122) 

Ό Πέτρος μεν πρόϋ'νμος 
ώς φίλος έπίύημος, 
ό πλάστης δε έτοιμος 
βοη§ήοαι πάλιν Πέτρφ . , 

καΐ έν ΐω τών άγίών Μ' μαρτύρων (ΚΓαηιΐ38θ1ΐθί• «ΜίδΟθΙΙθΙΙ ζα 
Ηοτηαηοδ» σ. 25) 

ΐίοίον ΰτόμα αρκέσει 
προς εύφημίαν, 



ΣνΜΒΟΛΑΙ Κ\Σ ΤΗΝ ΧΙΊΣΤΙΑΝ ΙΚ 1ΙΝ ΚΛΛ11Ν. ΠΟΙΠΪΙΝ 147 

ποία γλώσσα ιοχύοει 

εγκωμιάοαι 

τους αγίους μάρτυρας . . . 

τους άποχωρισΌ'έντας 

από του διαβόλου, 

τους κολληΰ'έντας πίστει 

τω σωτήρι ημών, 

τους άηοαηααΌ'έντας 

άπο πάσης αμαρτίας; 

καΐ έν τω εΙς τον Ίούδαν (ΚΐΊΐηιΙ)αοΙΐθΓ «Ηοιη&ηοΗ υικί Κγ- 
ΓΪαΙίΟδ» σ. 739) 

"Οτε δόλον εμελέτησεν, 
δτε σοι τον φόνον κατεσκεύαοεν 
ό φιληϋ'είς και άϋ'ετήσας αε, 
6 κληΰ'είς και καταλείψας σε, 
ό στεφΰ'είς και ένυβρίσας σε 

καΐ (αύτόθί σ. 741) 



Νίπτει την πλίνι^ον ή '&άλασσα, 
άποπλύνει τον πηλόν ή άβυσσος 
και ουκ αναιρεί τούτου την ανσταοιν, 
άλλα σφίγγει την νπόστασιν 
και άποσμήχει την προαίρεσιν 

κέκλίνται και είστήκει, 
τρέφονται και παρέχει, 
νίπτονται και άποσμήχει 
και ου χωνεύονται γήινων πόδες 
εν ταΐς παλάμαις του πυρός 

"Υπνος μοι ^λ^οι είς '&άνατον, 
εάν σε εάοω τόν ά•&άνατον 



ν.αΙ σ. 742. 



καΐ σ. 747 



148 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

καμφ&ήναί μοι το υπό Ό'άνατον 

6 εχθρός έπιγελάσει μοι, 

εάν σν τοντο τελέογις μον 

ουκ άρκέΐ δτι σος νενόμιομαι ; 

ουκ αρκεί διι σοι λελόγιαμαι 

καΐ πρώτος των φίλων σον κέκλημαι ; 

καΐ α. 746 

Τι γαρ καλόν ουκ εΐχες; 

τίνος δε ον μετείχες ; 

τίνος ποτέ απείχες; 

μετά των κάτω και τά άνω είχες 

και τον Θεόν σον ννν πωλείς. 

" Υπάγε, αφρον, ανάνηψαν, 
την αν'&άδειάν σον αναχαίτισαν, 
την τολμηράν γνώμην σον τίώλνααν, 
ταΐς φρεσί σον έηιτίμησον 

Τις είδε πόδας νιητόμεναν 
καΐ λακτίζειν ηδη έπειγόμενον ; 
ιίς ηκονσε κτήνος '&'αληόμεναν 
και βαλεΐν κατεηειγόμεναν 
τον αύτω έπικαΰ'ήμεναν ; 

ΚαΙ εν χ-ξι «Εύχγ^ κατά στίχον» (Μ&Ε3 «ΚΓύΙιΐ3γζειηί;ίηί8θ1ΐθη 
ΚϊΓοΙίθηροθδΐθ» Α', σελ. 8) 

δ»- υμνονσΐν αγγέλων τό τάγματα, 
ασωμάτων οΐ δήμοι δοξάξουσι, 
εκ πνρίνων γλωσσών άνακράζουαι, 
χριοαγίαις φωναΐς άναμέλποναί. . 
τών πιστών ανακτόρων προπύργιαν 
και ψνχών ευσεβών άμυντήριον 
και σωμάτων αγνών φυλακτήριαν. 



καΐ σ. 739 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛίϊΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 141» 

Τοΰ Κοσμά τοΰ ΜαΙΌυμα εκ τοΰ Κανόνος εις τήν Χρί'^τοΰ Γέν- 
νησιν παραλαβών εξ ατροψΆς έςέοωκε τήν δευτέραν οΰτως• 

'Ρενσαντα εκ ηαραβάαεως, 

Θεοΰ τον κατ' εικόνα γενόμενον, 

δλον έκ φϋΌρόίς ύπάρξαντα, 

κρείττονος επταικότα 

§είας ζωής, 

αν'&ις αναπλάττει 

δ σοφός δημιουργός. 

Κατά τήν γραφήν ταύτην ό σοφός δημιουργός τόν κατ' εικόνα Αυ- 
τού γενόμενον άνθρωπον, έπει ερρευσεν έκ τοΰ παραδείσου ένεκα τής 
παραβάσεως τής εντολής τοΰ θεοΰ και οΰτως υπήρξεν, έγένετο. έγε- 
νήθη δλος έκ ^'^ορο^ς καΐ έΕέπεσεν έκ τής κρείττονος θείας ζωής τής 
έν τω παραδείσω, αύθις αναπλάττει. Άλλα τζρϊύΐοΊ μεν ό Αδάμ πρό 
τής από τοΰ παραδείσου αποπομπής αυτοΰ έπλάσθη υπό τοΰ Θεοΰ, 
πρώτον έπλάσθη (υπήρξε), έπειτα δ' ετέθη εις τόν παράδεισον καΐ 
κατόπιν έκ τοΰ παραδείσου Ιρρξ.υ'ζν^ εις τόν πυθμένα τοΰ θανάτου" 
έπειτα δε τίνα έννοιαν δύναται να έχη ή φράσις δτι ό Αδάμ υπήρ- 
ξεν έκ φθοράς : έκ φθοράς δύναται νά δημιουργηθή τι ; τί δε είναι 
έκεΐνο. δπερ φθαρέν έχρησιμοποιήθη ~ρος δημιουργίαν τοΰ άνθρωπου; 
Πάντα ταΰτα τά ακατανόητα δεν θά έγραφεν ό κ. Σ. ουδέ θά έχαρα- 
κτήριζε τήν φράσιν τής στροφής ώς «συνεστραμμένην», αν έγραφε 
τάς λέξεις τοΰ ποιητοΰ οΑον τ^ς ψ'&ορας νπάρξαντα τ. έ. όλον φθα- 
ρέντα, <^οοαλο'/ καΐ υποκείμενον εις τήν φθοράν» γενόμενον, ώς ερμη- 
νεύει Νικόδημος ό Αγιορείτης έν τω «Έορτοορομίο)» σελ. 69. 

Τοΰ αυτοΰ Κανόνος τό τρίτον τροπάριον τής α' ωδής έξέδωκεν 
ουτως' 

Σοφία, λόγος και δνναμις, 

νίός ών τοΰ πατρός καΐ απαύγασμα, 

Χριστός ό θεός δυνάμεις λα'&ών 

δσας ύπερκοσμίους, 

τόαας εν γη 



150 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΊΈΛΑΚΗ 

και εναν&ρωπήσας, 
άνεκτήσατο ημάς. 

Κατά τήν γραφήν ταύτην ό Χριστός έγένετο άνθρίϋπος, άφ' ου 
ελαθε (απέκρυψε τον τρόπον του μυστηρίου της ένσαρκώσεως) τόσας 
δυνάμεις εν γη (τόσους ανθρώπους), δσας καΐ έν ούρανω (δσους αγ- 
γέλους), ήτοι ούχΙ πάντας τους αγγέλους ουδέ πάντας τους ανθρώ- 
πους, άλλα τινάς μεν τούτων, τινά; δε εκείνων καΐ ακριβώς τόσους 
έκ' των ανθρώπων, δσους καΐ εκ των αγγέλων λαθών ένηνθρώπησε. 
Τοιαύτα ο' δμως άερολογήματα ό ποιητής δεν είπε γράψας « . . . . 
δυνάμεις λαθών όσας ύπερκοσμίους, δοας έν γη» τ. ε. πάσας τάς 
χ>•ΐζζζ)Ύ.οα^ίο'^ς δυνάμεις και πάσας τάς εν γη, πάντας τους αγγέλους 
καΐ πάντας τους ανθρώπους λαθών ένηνθρώπησε καΐ έκτήσατο αύθις 
ημάς. 

Έν τω δευτέρω τροπαρί(ι) της α' ωδής του εις τά Θεοφάνεια Κα- 
νόνος του Κοσμά 

Αδάμ τον ψβαρέντα άναπλήττει 
ρβίϋ•ροις Ιορδανού και δρακόντων 
κεφάλας εμφωλενόντων διαϋ•λάττει 
6 οαρκω'&είς εκ Τίαρ&ένου Κύριος 

το διαθλάττει νομίζει οτι έσχηματίσθη υπό τοΰ ποιητοϋ (άντΙ δια- 
θλά) «χάριν ομοιοκαταληξίας προς το προηγηθέν άναπλάττει > άγνοών 
δτι παρά τοις μεταγενέστερο ις προς τω τύπο) ϋλάω-ώ υπήρχε καΐ 
ό τύπος &λάττω (διαθλάττω, συνθλάττω). 
Τό τρίτο'^ τροπάριον τής φδής τοίύτης 

ΠνρΙ τής ϋ^εότητος άύλφ 
σάρκα ϋλικην ήμφιεομένος 
^Ιορδανού περιβάλλεται τό νάμα 
ό βασιλεύς των αιώνων Κύριος 

ερμηνεύει ό ενδυθείς ύλικήν σάρκα δια τον άνλου πυρός τής θεό- 
τητας, τουτέστι οχι κατά φυσικον τρό~ον. αλλά δια τοΰ θείου μυ- 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΙΙϋΙΗΣΙΝ 151 

στηρίου ττ^ς ενανθρωπήσεως του, περιβάλλεται νυν τό ΰοωρ του ^Ιορ- 
δάνου •. Άλλ' είναι δυνατόν τό ^εΐο'^ μυστήριον της ενανθρωπήσεως 
τοΰ Κυρίου να λέγηται «πΰρ άυλον τγ^ς θεότητος:;>; Ό ποιητής ένταΰθα 
τό άμφιέννυσθαι "μεταχειρισθείς ενεργητικώς λέγει δτι ό βασιλεύς 
των αιώνων Κύριος τό πρότερο"^ άυλον πΰρ της θεότητος, τήν προ- 
τέραν άυλον θείαν λάμψιν του, ένδύσας σάρκα υλικήν δια της έν- 
σαρκώσεως, νΰν περιβάλλει αυτήν καΐ δια τοΰ νάματος τοΰ ^Ιοροά- 
νου" τ. ε. ο πρότερο'^ μόνος άυλος λάμπων θεός ων, είτα δε καΐ άν- 
θρωπος γενόμενος, νΰν βαπτίζεται εν τοις ρείθροις τοΰ Ιορδανού* 
(πρβλ. «ναόν σωματικόν περιθεμενος > εν τω α' τροπαρίω της α' 
ωδής τοΰ Κανόνος εις τήν Πέμπτην της Μ. Εβδομάδος καΐ «σάρκα 
θνητήν περικείμενος» εν τροπαρίω εις τα προεόρτια των Χριστουγέν- 
νων παρά 01ΐΓί8ί;-Ρ3Γ8ηϊ1ία8 σ. 73). "Οτι δε άυλον πΰρ συχνότατα 
εν τη Εκκλησιαστική ημών ποιήσει καλείται ό θεός, δεικνύουσι τα 
ακόλουθα. Έν τω β' τροπαρίω της ο' ωδής τοΰ αύτοΰ τούτου Κανό- 
νος λέγεται 

'Ρνπτόμενον ήλιον 
τις είδεν, ό κηρνξ βοά, 
τον εκλαμπρον τη φνσει, 
ίνα σε νδασιν, 
άπανγαομα της δόξης, 
πατρός χαρακτηρ άιδίον, 
εκπλννω και χόρτος (ην πυρί 
ψανοω της αής Ό'εότητος ; 

καΐ έν τη η' φδή τοΰ αύτοΰ Κανόνος 

Μυστήριον παράδοξον 

ή Βαβυλώνος έδειξε κάμινος 

πηγάσασα δρόοον' 

δτι ρεΐΰρον εμελλεν 

όίνλον πϋρ είσδέχεσ&αι 

τον ^Ιορδανού και οτέγειν 

οαρκΐ βατιτιζόμενον κτίοτην. 



152 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

Ώααύτως έν τω β' τροπαρίω της ε' ωοης τοΰ Κανόνος εις τήν Τπα- 
παντήν φέρεται 

Προκνψας 6 πρεσβντης 
και των ιχνών εν&εως έφαψάμενος 
της άπειρογάμον και ϋεομήτορος 
ηϋρ, εφη, βαστάζεις, αγνή. 

Και έν ττι η' φδτ) τοΰ Κανόνος εΙς τήν Χρίστου Γέννησιν γράφει ό 
αυτός Κοσμάς 

θαύματος νπερφυονς ή δροηο βόλος 

εξεικόνιοε κάμινος τρόπον 

ου γαρ ους έδέξατο φλέγει νέους, 

ώς ούδε πϋρ 

της Ό-εότητος παρΐ^ένον ην ύπέδυ νηδνν 

και έν τω α' τροπαρίω της ζ' ωδής τοΰ Κανόνος εις το Μ. Σάββατον 

Τέτρωται αδης 

εν τη καρδία δεξή μένος 

τον τρα)ί?«)'τα λόγχη την πλευρην 

και στένει πνρΐ 

■ϋΈΐω δαηανώμενος. 

Λέγει δέ καΐ "Ιωάννης ό Δαμασκηνός έν τώ β' τροπαρίω τής θ' φδής 
του Κανόνος εις τήν Κυριακήν τοΰ Άντίπασχα 

Σε τον χοΐκη παλάμη 

ψηλαφώμενον πλευράν 

και μη φλέξαντα ταύτην 

ηνρΐ τφ της άύλου '&•είας ούαίας 

εν ϋμνοις μεγαλννομεν 

καΐ έν τω γ' τροπαρίω τής γ' ωδής τοΰ άναστασίμου Κανόνος τής 
'ϋκτωήχου 



ΣΤΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΙΙΝ ΕΛΛΗΝ. Π01ΗΣΙΝ 153 

θεον συλληβονσα ίν γαστρί, 

ηαρ'&ένε, δια πνεύματος 

τον παναγίου εμεινας άφλεκτος" 

έπεισε βάτος τω νομο'&έτυ Μωσεΐ 

φλεγομένην άκανστα 

ααφώς προεμήννοε 

την τό ηϋρ δεξαμένην το άοτεκτον. 

ΚαΙ ό Τωμανός δε εν μεν τΫ| θ' οτροφχι τοΟ εις τον Αδάμ Κοντα- 
κίου λέγει (παρά ΡΐίΓα Αηαΐ. 8αθΓ& α. 26) 

*Ίσχυσαν σώματα των γηγενών 
ουρανών ΰ^εωρησαι μορφήν 
κατεΐδον βλέφαρα πήλινων 
τον άνλον φωτός 
την ακτίνα την άοκων, 

έν δε ττι η' "^τρογχι του εΙς τήν Τπαπαντήν Κοντακίου (παρά ΚΓϋΐη- 
ΙίαοΙίΘΓ «δίαοΐίθη ζα Κοιηαηοδ» α. 190) 



Σν με φνλαξον 
και μη καταφλέξης με, 
τό ηϋζ της Ό'εότητος, 
6 μόνος φιλάνθρωπος 



καΐ έν τ:^ "^ε' στροψΫ} τοΟ εις τήν Γέννησιν τοΟ Χριαχοϋ Κοντακίου 
(ΡίίΓει Αη&Ι. δβΟΓΒ σ. 240) 

Πώς δ άναφης 
σννεσχέθης εν κοιλία ; 
πώς υπάρχουν ηϋρ 
την νηδυν ον καταφλέγεις ; 

Λέγει δε καΐ ό Άνατόλιος έν τώ ίδιομέλψ εις τήν ΧριατοΟ Γέννησιν 
(ΑηΙΙι. Οι•αθθ& σ. Π(5) 



154 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

ι 

Αίμα και πυρ 
και άτμίδα καπνού, 
τέρατα γης 
προεϊδεν ^Ιωήλ' 
αίμα την σάρκωσιν, 
ηϋρ την ΌΈότητα^ 
άτμίδα δε καπνον 

το πνενμα το άγιον. 

] 

Δια δή τοϋτο καΐ ή %εοτΟΥ.ος καλείται 6πό του Ιωάννου τοΰ Λα- 
μασκηνου «πνρφορονσα παρθένος» εν τώ α' τροπαρίο) της θ' ωοης 
τοΰ Κανόνος εΙς τά Θεοφάνεια. 

Έν δε τω β' τροπαρίω της γ' ωδής τοΰ Κανόνος εις το Μ. Σάβ- 
βατον γράφει μεν 

"Ηπλωσας τάς άγκάλας 
και ηνωσας 
τα το πριν διεοίώτα, 

σημειοΰται δε «ήπλωσας" έν τφ Σταυρω::^ μή αισθανόμενος τήν άτο- 
πίαν τοΰ πράγματος. \4ν ό Κύριος ήπλωνεν έν τω σταυρω τάς άγ- 
κάλας, αν ένηγκαλίζετο τον σταυρόν σταυρούμενος, [βεβαίως θα είχεν 
ουχί το πρόσωπον, αλλά τα νώτα έστραμμένα προς τους σταυρω- 
τάς Του. Οΰτω φαντάζεται ό κ. Σωτηριάδης τον Χριστον έν τω 
<^ταυρω; ΟύχΙ βεβαίως. Τί, λοιπόν συμβαίνει και ενταύθα; ή ορ^η 
γραφή, ήν έχουσι καΐ τα έντυπα κείμενα, είναι τάς παλάμας, δ έστ^ 
τάς χείρας, διότι έν τω σταυρω τάς χείρας ό Κύριος ήπλωσεν. "Οτι 
δ' αληθώς ή γνησία γραφή είναι αΰτη, δεικνύει αυτός οοτος 6 Κο- 
σμάς λέγων έν τω δευτέρω τροπαρίψ της α' φδής τοΰ Κανόνος εις 
τήν ΰψωσιν τοΰ Σταύρου 

Τον τύπον πάλαι Μωσής 
τοΰ άχραντου πάϋ•ονς 
εν έαυτφ προέφηνε 
τών Ιερών μεοούμενος 



ΣΤΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΜΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 155 

οτανρώ δε οχηματισ^είς 
τεταμέναις τρόπαιον 
ηαλάμαις ήγειρε .... 
καΐ έν τ•^ ς' μού^ι 

Νοτίου ϋηρος εν σπλάγχνοις 
παλάμας 'Ιωνάς 
οτανροειδώς διεκπετάοας . . . 

καΐ έν τω β' τροπαρίω της αυττ^ς φδης 

Νεαζονσαις ϋείς παλάμας 
ό '&εΐος 'Ισραηλ 
οτανροειδώς κάραις εδήλον 
ώς ηρεσβΰτερον κλέος 
6 νομολάτρις λαός . . . 

"Οτι δε το παλάμας μετεχειρίσθη κατά συνεκδοχήν άντΙ τοΰ χείρας, 
μαρτυρεί πάλιν δ αυτός Κοσμάς λέγων έν τω β' τροπαρίω της η' 
ωδής τοΰ ειρημένου Κανόνος 

Γηγενείς, ηαλάμαις, οικονόμοι της χάριτος, 
οτανρόν, ον εστη Χριοτός ό Θεός, 
ύψοϋτΕ ιεροπρεπώς κλπ. 

καΐ έν τω β' τροπαρίω τ^ς η' φδης τοΰ Κανόνος ύς τά Θεοφάνεια 

' Ρημάτων ώς άκήκοεν 

ό βαπτιστής τον δεσπόζον ούντρομος 

ηαλάμ-ην εκτείνει" 

χειραπτήσας όμως δε 

την κορνφήν τον πλάοτου κλπ. 

Αέγει δε και Ιωάννης ό Δαμασκηνός έν τω α' τροπαράο της α' ωδής 
τοΰ άναστασίμου Κανόνος της Όκτωήχου 



156 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

Ό χερσίν άχράντοις εκ χοός 
■&εονργικώς κατ' αρχάς διαπλάοας με 
χείρας διεπέτασας εν τφ στανρφ .... 

Πρόσθες καΐ Τωμανοΰ Β' στροφήν τοΰ εΙς τα Θεοφάνεια Κοντα- 
κίου (Ρ'ήΥΆ Αηαΐ. δειΟΓει σελ. 19), ένθα 6 Χριστός λέγει προς τ6ν 
Ίωάννην 

"Εγώ τον Γαβριήλ 

απέστειλα πρώην 

και υπούργησε καλώς 

τγι ση γεννήσει" 

πέμψον μοι και συ 

ώς αγγελον την ηαλάμην, 

ίνα βαπτίογις 

το φώς το άπρόσιτον 

καΐ στροψψ ι 

Πάντως έρεϊς μοι, 

τόνε ήΰ•έλησας• 

δντως και νυν '&έλω, 

μη διστάσης, βάπτισαν με, 

την δεξιάν μόνον δάνεισαν μοι' 

το πνεϋμά σου κρατώ 

και δλον σε εχω, 

την ηαλάμην δε την σην 

πώς ου κιχρας μοι; 

καΐ στρο<:ρψ ιο' 

^ Ω βαπτιστά και εριατά, 

μη εις άντιλογίαν, 

άλλα προς λειτουργίαν 

συντόμως εΰτρεπίζου .... 

νέμων ττ) δεξιά σου την δύναμιν, 

ήνπερ μετά ταϋτα 

χορηγήσω ταΐς παλάμαις 

τών μαϋητών και τών Ιερέων , . , , 



ΣΥΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΙΜΙΤΙΑΝΙΚΙΙΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 1Γ)7 

καΐ ατρογψ ιθ' 

Ύπερεπήρε ονν τον νουν 

τη ■&εία διατάξει 

δ γόνος Ζαχαρίον 

και τε'ινας την ηαλάμην 

έπέ&ηκε τω βασιλεΐ .... 

καΐ έν τω Κοντακίω εΙς Αδάμ (ΡϊΙγβ σ. 24) την ατροψψ ο' 

"Οτε εκών εηηρώ&η ^ Αδάμ 
καρηοΰ γενσάμενος τυφλοποιον, 
ευϋ•έως άκων εγυμνώ'&η .... 
εκείνος δε αυτόν 
'&εωρών νπεγέλα 
ηώς έτεινε παντί 
τάς παλάμας και [μει .... 

Έν δέ τ^ γ' α•ζρο^% της α' ωδής τοΰ ύς τα Θεοφάνεια Κανόνος 
Ιωάννου τοΰ Δαμάσκηνου 

"Αναρχε, ρε'ιύροις ουνταφέντα οοι, Λόγε. 
νέον περαίνεις τον φ&αρέντα τ'η ττλάντ}, 

ης τό νόημα είναι σαφές : τόν υπό της πλάνης τοΰ βφεως φθαρέντα 
πρωτόπλαστον τ. ε. τον άνθρωπον, ταφέντα μετά σοΟ έν τοις τοΰ 
Ίορ'^Λίο'^ ^είθροίς, νέον ποιείς, «νεοποιεϊς καΐ αναγεννάς», ϋ)ς ερμη- 
νεύει ό Νικόδημος ό Αγιορείτης (πρβλ. Παΰλον προς Τωμαίους στ', 3 
«δσοι εις Χριστόν έβαπτίσθημεν, εις τόν θάνατον αύτοΰ έβαπτίσθημεν 

σννετάφημεν οίν αντω δια τον βαπτίσματος, ί'να έν κενότητι 

ζωής περιπατήσωμεν» καΐ προς Κολασσαείς γ', 3 ^άπεθάνετε γαρ 
καΐ ή ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ έν τω Βεω»), ό εκδότης 
έρμηνεύων το νέον ως επίρρημα «νεωστί πάλιν, τιόρα πάλιν» ποιεί 
τόν ποιητήν λέγοντα δτι ό άνοίργ^ος Λόγος, ήτοι δ Χριστός, τόν φθα- 
ρέντα υπό της πλάνης τοΰ δφεως Αδάμ, ταφέντα μετ' αύτοΰ έν τω 
Ίοροάνι;ΐ, "^ώρα περαίνει, ήτοι άγει εις πέρας, τελειώνει. Έχουσι 
ταΰτα νουν; 



158 ΕΜΜ. Γ. ΓΐΑΝΤβΛΑΚΗ 

Έν τω α' τροπαρίω της η' φδΫ]ς τοΰ εις το Πάσχα Κανόνος Ιω- 
άννου τοΰ Δαμάσκηνου 

Αεντε τον καινού της αμπέλου γεννήματος, 
της '&είας ενφροούνης, 
εν τη ενοήμφ ήμερα 
της εγέροεως 
Ι βααιλείας τε Χρίστου κοινωνήοωμεν, 

ϋμνονντες αυτόν 
ώς Θεόν εις τους αιώνας 

σημειοΰται περί τοΰ καινού γεννήματος οτι τοΰτο είναι «τρόπον τινά 
νέον έύφρόσυνον πόμα, άλλος οίνος — το εύφρόσυνον τοΰτο γέννημα 
της αμπέλου — το πάσχα, ή άνάστασις, ό Χριστός». Κατά ταΟτα 
άρα ό ποιητής καλεί τους πιστούς κατά την ευσημον ήμέραν τγ]ς 
αναστάσεως του Χρίστου νά προσέλθωσιν ζΐς κοινωνίαν του πάσχα, 
της αναστάσεως, του Χρίστου, δστις είναι άλλος οίνος! "Άν ό εκδό- 
της άνεγίνωσκε τοΰ εις την Πέμπτην της Μ. Εβδομάδος Κανόνος τοΰ 
Κοσμά της δ' ωδής το β' τροπάριον 

Μεταλαμβάνων κρατήρας 

τοις μαϋ^ηταΐς έβόας, ά&άνατε, 

«γεννήματος αμπέλου δε 

πίομαι λοιπόν 

ούκέτι μεϋ• υμών βιοτεύων, 

τόν μονογενή επεί με Ιλασμόν 

ό πατήρ εις τόν κόσμον απέστειλε» 

καΐ το γ' τροπάριον τής αυτής ωδής 

Πόμα καινόν ϋπϊρ λόγον 
έγώ φημί εν τη βασιλεία μοϋ, 
Χριστέ, τοις φίλοις, πίομαι, 
ώστε γάρ &εοΐς 
ϋεός νμΐν συνέοημαι, είπαζ' 



ΣΥΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡίΣΤίΑΝίΚΙΐΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 159 

ιόν μονογενή και γάρ με ίλασμόν 
δ παιηρ εις τον κόαμον απέστειλε 
καΐ τήν θ' ωδήν 

Ξενίας δεσποτικής 
και άϋανάτον τραπέζης 
εν νπερφω τόπω 
ταΐς νψηλαΐς φρεοί, 
πιστοί, δεντε άπολανοωμεν, 
επαναβεβηκότα λόγον 
εκ τον λόγου μαϋόντες, 
ον μεγαλννομεν 

αν ταΟτα άνεγίνωσκε καΐ τα κατά τον μυστικόν δεϊπνον υπό τοΰ Κυ- 
ρίου πραχθέντα καΐ ρηθέντα «καΐ λαβών το ποττιριο"^ καΐ εύχαριστή- 
σας έδωκεν αύτοϊς λέγων πίετε εξ αύτοΰ ττάντες" τοϋτο γάρ έστι τό 
αΐμά μου τό της καινής διαθήκης τό περί πολλών έκχυνόμενον εις 
άφεσιν αμαρτιών λέγω δε ύμϊν οτι ου μη πίω άπ' άρτι εκ τούτου 
τοΰ γεννήματος τής αμπέλου, εως της ημέρας εκείνης, δταν αυτό 
πίνω μεθ' υμών καινόν εν τη βασιλεία τοΰ πατρός μου» (Ματθ. %ς', 
27-29), 6ά κατενόει δτι ό ποιητής λέγων ένταΰθα καινόν γέννημα τής 
αμπέλου, καινόν πόμα νοεί τό αίμα τοΰ Κυρίου, ουκερ οι κοινωνοΰν- 
τες δια τοΰ μυστηρίου τής θείας μεταλήψεως ανακαινίζονται, ως 
λέγει και Νικόδημος ό Αγιορείτης έν τώ «Έορτοορομίω» (σελ. 
445)• «Ιδού, ώ Χριστιανοί, ήλθεν ή ευσημος καΐ λαμπρά ημέρα 
τής Αναστάσεως και τής Βασιλείας τοΰ Χρίστου, κατά τήν οποίαν 
ύπεσχέθη νά μας δώση τήν καινήν πόσιν καΐ τό γέννημα τής αμπέ- 
λου. Έλατε λοιπόν οτιμερο'/, αδελφοί, έν τή έπισήμω ταύτη ήμερα, 
ας πίωμεν από τήν θείαν εύφροσύνην τοΰ καινούριου πόματος τής 
αμπέλου, θείαν μεν εύφροσύνην είπε, διότι ό πνευματικός αυτός οί- 
νος, ήτοι τό μυστικόν αίμα τοΰ Κυρίου μας, εΰφραίνβι νοητώς τάς 
καρδίας ημών των κοινωνούντων κατ' εκείνο τό ψαλμικόν «και οί- 
νος ευφραίνει καρδίας ανθρώπων» (Φ'αλ. ργ', 15), καινούριον δ^ 
πόμα είπεν αυτό, διότι ανακαινίζει καΐ άφθαρτίζει τήν ημών παλαιό- 
τητα καΐ φθδράν; Έλατε νά μεταλάβωμεν τών αχράντων Μυσ'ϊηρίων, 
ϊνα πιόντες άπ' αυτά τό καινόν πόμα εν καινότητι ζωής πΙρίπατή- 



160 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

σωμεν, υμνοΰντες εις τους αιώνας τον χαρίσάμενον τούτο εΙς ήμας 
Χριστόν τόν Θεάνθρωπον». 

Έν τφ γνωατω ίδιομέλω της Κασσιαν^^ς «Κύριε, ή έν πολλαΐς 
άμαρτίαις» ή μυροφόρου τάξιν άναλαβοΰσα γυνή αμαρτωλός, όδυρο- 
μένη προσν-ομίζει τω Χριστώ μύρον 

«οΐμοι ! λέγουσα, 
δΐί ννξ μοι υπάρχει^ 
οίστρος αμαρτίας, 
ζοφώδης τε και άσέληνος, 
έρως της αμαρτίας» 

ως εγραψεν ό κ. Σ. φθείρων καΐ το μέτρον και το νόημα" διότι τίνα 
νοΟν έχει το λεγόμενον οτι ό οίστρος της αμαρτίας, δ προς ζοφώδη 
καΐ άσέληνον νύκτα παραβαλλόμενος, είναι έρως της αμαρτίας; Ή 
ποιήτρια εγραψεν «οίατρος ακολασίας» εννοούσα οτι έν τη γυναικί 
εκείνη ό έρως της αμαρτίας έγέννησε τόν προς τήν άκολασίαν οΐ- 
οτροΊ και ούτως υπό τοΰ προς τήν άμαρτίαν ϊριατος οίστρηλατη- 
θεΐσα ζΐς ά.γ.ολα.αίοι.'^ διάγει νυν βίον μαΰρον καΐ σκοτεινόν, ως έν ζο- 
φώδει και άσελήνψ νυκτΐ περιπατούσα έν τψ βορβόρω της ακολασίας. 
"Οτι δε ή αμαρτία οίστρηλατείται εις άσεμνα, μαρτυρεί Ιωάννης ό 
Δαμασκηνός λέγων έν τω γ' τροπαρίψ της ζ' ωδής τοΰ Κανόνος εΙς 
τήν Χρίστου Γέννησιν. 

Την άγριωπόν άκρατώς γανρονμένην^ 
άσεμνα βακχεύσασαν, έξοιστρονμένην 
κόσμον κα^εΧλες πανσϋενώς άμαρτίαν, 

Παραπλησίαν δ' είκόνα της αμαρτίας εύρίσκομεν έν τω ώραίω τρο- 
παρίω της α' ωδής τοΰ Κανόνος εις τήν Κυριακήν τοΰ Άντίπασχα 

Σήμερον εαρ ψυχών, 

οτι Χριστός εκ τάφου 

ώοπεο ήλιος έκλάμψας τριήμερος 

τόν ζοφερόν χειμώνα 

άτιήλαοε της αμαρτίας ημών. 



ΣΥΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ ΙΟΙ 

Άλλα μετανοήσασα γ'/ άμχρκολός αΰτη γυνή ζητεί άφεσιν αμαρτιών 
-χρα τοΰ Χρίστου μετά οακρύο)ν αύτω λέγουσα 

όε^αί /Λου τας πηγάς των δακρύων 
υ νεφέλαις διεξάγων 
της '&αλάοοης το ϋόωρ. 

Περί τοΰ παραοόςως εις τε την σημασ-'αν καΐ τήν σύνταςιν -ροστ:•!- 
-το'/τοζ διεξάγων παρακαλέσας τον εν "ΑΒίο περί τήν άνάγνωσιν άρ- 
'/χΙμί κωοίκων οιατρίβοντα -ανιερο)τατον λίητροπολίτην κ. Σωφρό- 
νιον να παρατήρηση πω; έχει το ιοιόμελον τοΰχο εν τοις παλαιότεροι; 
κώοιςι των εκεί Μονών εμαθον παρ' αΰτοΟ οτι δντως ό τοΟ Βατοπεοίου 
έχει την γραφήν οϋχ^ι διεξάγων άλλα οτημονίζων. Κατά την γραφήν 
οε ταύτην γ; αμαρτωλός γυνή λέγει ~ρος τον Κύριον Σύ. όστις το 
θαλάσσιον ύδωρ μεταβάλλων εις νεφέλας ως λεπτοτάτας κλοιστάς 
αχτ^μοΊος καταπέμπεις αυτό εις τήν γήν, δέςαι τάς πηγάς. τους ν,ρου- 
νούς των έμών οακρύων. Ό ένθυμούμενο; οέ οτι ή Κασσιανή φιλεϊ 
εν τοις ποιήμασιν αυτής τάς τοιαύτας αντιθέσεις, ως λ. χ. εν αΰτω 
τούτίο τω ίοιομέλω ευθύς άμέσιος 

κάμφϋ'ητί μοι 

προς τους στεναγμούς της καρδίας 
ό ϋλίνας τους ουρανούς 
τη άφράατω οον κενώσει 
και κατωτέοο) 

αμαρτιών μου τα πλή'&η 
και πριμάτων σον αβύσσους 

και εν τώ ίοιομέλω εις τήν Χρίστου Γέννησιν 

Αύγούοτον μοναρχήσαντος επι της γης 
ή ηολναρχία των ειδώλων επανοατο 
και σου ενανύρωπήσαντος εκ της αγνής 
ή πολν&εΐα των ειδώλων κατήργητηΐ' 
ΰπο μίαν βασιλείαν έγκόσμιον 

ΑΘΗΝΑ, ΓΟΜ. λ'. 11 



162 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

ηί πόλεις γεγένηνται 

καΐ εις μίαν όεοποτείαν Ό^εότητος 

τα ε'&νη επίστευοαν 

άηεγράφησαν οι λαοί 

τω δόγματι τον Καί'σαρος, 

έιπεγράφημεν οι πιητοί 

ονόματι Ό'εότητος 

οοΰ τον ενανϋ'ρωπήοαντος Θεον ημών 

) 

καΐ εν τώ ει; το γενέθλιον Ιωάννου τοΰ Βαπτιατοΰ 



.... αννρωηος μεν την φυσιν, 
όίγγελος δε τον βίον υπάρχων 
άγνείαν γαρ παντελή 
και οωφροσννην άοπαοάμενος 
είχε μεν τό κατά φύοιν. 
εφνγε δε τό ηαρά φύαιν 
ύΰτέρ φναιν άγωνιοάμενος 

και εν τω εΙς τους μάρτυρας Γουρίαν. Σαμο)ναν καΐ "Αβιβον (ιε' 
Νοεμί^ρίου) 

.... δεντε ΐδετε φωστήρας ούρανίονς 

έν γτ} περιπλέοντας" 

δεντε και ακούσατε 

οίον 'θ'άνατον πικρόν 

υι γενναίοι αδάμαντες υπέστησαν 

δια την άτελεντητον ζωήν' 

ύ ταΟτα ενΗυμούμενος Ηά μοι συνομολογν^στ; 'ότι αληθώς ή ποιήτρια 
έγραψε το γραφικίότατον τοοτο ρήμα οτημονίζειν, οτζερ άγνοοΰντες 
να έρμηνεύτωσιν ο: αντιγραφείς μετέβαλον ε:ς τό ήκιστα ποιητικόν 
διεξάγειν. Τήν μεταφορικήν οέ ταύτην χρήαιν τοΰ ρήματος αναφέρει 
μεν ό Ζωναράς έν τω λδΐικω λέγίον στημονίζεΐ' λεπτύνει». αναφέ- 
ρει δε ό θησαυρός τοΰ Στεφάνου εκ τοΰ ψευοοχρυσοατόμου «στα- 
γόνες ύδατος ποΰ στημονίζονται». ως ορθώς άνέγνο) ό Ηίΐπδθ άντΙ 
τοΰ στημίζονται. ,, 

Ι 



ΣΥΜΒ0ΛΑ1 ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. Π01ΗΣΙΝ Ι ί)8 

Β'. 

ΕκλογαΙ εκ της Χριστιανικής λυρικής ηοιήαεως 
νηό Δ. Ι. Κονϊμοντσοηονλον δ. Θ. 

'() κ. Κουϊμουτιότζουλλος εν ταΤς Έκλογαΐς ταύταις τ.ρΟηοΊ μεν 
7.-::ο σελ. 1-16 διαλαμβάνει τινά ιζερί της λυρικής πόΐήσεως καθόλου 
καΐ ιδία της Χριστιανικής, είτα δε από σελ. 17-88 παρατίθησι κεί- 
μενα ποιημάτων, ών προτάσσει ,^ραχεϊαν των ποιητών βιογραφίαν 
καΐ κατόπιν από σελ. 89-95 εν παραρτήματι καταχωρίζει ^στοιχεία 
μετρικής», οϋδεμίαν δε σημείϋ)σιν πραγματικήν ή λεςιλογικήν εις 
ουδέν ποίημα έχει. 

Και εν μέν τω πρώτω μέρει τοΰ έγχ^ειριοίου αύτοΰ έπιοαλόμενος 
νοι εξύμνηση την Χριστιανικήν λυρικήν ποίησιν και τους Εκκλησια- 
στικούς ποιητάς περιπίπτει εις άνακριβείας καΐ ύπερβολάς άντικρυς 
τη άληθεία μαχόμενα: και αυτό τοΰτο άντιπαιδαγωγικάς. Δείγματα 
δε των ανακριβειών και υπερβολών τούτων εστωσαν τάκόλουθα. 

Έν σ. 6 γράφει βτι ή ευσέβεια ή ζώσα των πρώτων Χριστια- 
νών, ή θερμή και εγκάρδιος αυτών αγάπη τζρός τον θεον και Σω- 
τήρα, ή συντριβή και ή μετάνοια τής ,3εβαρημένης Οπό αμαρτιών 
ψυχής, ή χ,^ρά δια τήν έσωτερικήν άνακαίνισιν και σοηηρίαν. απε- 
τέλεσαν τήν καϋηράν ττηγήν, εις ην λουσθείς ο αρχαίος λυρισμός 
εξηγνίοϋη και έξνγιάοβη καΐ παρήγαγε οτροφάζ., αϊτινες ουδόλως 
μπ' ΰοτεροΰσιν υπό εποψιν τέχνης των αρχαίων, εΐνε δμως ήν(ότε- 
ραι τούτων ώς έκφράζουσαι ζωντανότατα τά ευγενέστερα κηΐ υψη- 
λότερα τών ανθρωπίνων συναισθημάτων '>. 

Εις ταΰτα τοΟ κ. Κ. παρατηροϋμεν- τζρΟηο'/ μέν δτι, αν ή ευσέβεια 
και ή αγάπη τών πρώτων Χριστιανών παρήγαγε τάς καλλίστας '^τρο- 
φάς τής Χριστ. λυρικής ποιήσεως, έδει τά τών πρώτων Χριστιανών 
ποιητών έργα, τών συγχρόνων αυτών, να είναι τά κάλλιστα, ώς ακρι- 
βώς καΐ έν τη πάλαια και έν τη νεωτέρα Λογοτεχνία ημών παρα- 
τηρείται (1)• δπερ δμως έπι τοΰ προκειμένου δέν συμβαίνει, διότι 

(Ι) Πάλαι μεν του Τυρταίου τά; Γολίαιχά; έλεγδία; ένεΓνίυσον οι σύγ/ρονοι αγώ- 
νίς τών Λακ'όνων, τοΰ Θΐόγνιδο; τα; πιρα;νετ•.χά; ίλΗΥΕί'α; αϊ σβοδραί Έριδες τ'ον 
-ολ•.τικο)ν [ΛΞοίδιον τιόν Μεγαρςίον, τοΰ ΆλκίΛανος τά παοθε'νεια αέλτ, αί έν Σ-άρτ/) 



164 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ • 

κατ' αυτόν τοϋτοΊ τον κ. Κ. ή Χρι,^τ. λυρική ποίησι; «προσέλαβε τον 
ίδιάζοντα αύτττ] Χριστιανικόν τύπον καΐ άνήχθη «ς άκμην μεγίστην 
από τον ς' εως τοΰ ϋ' ηίί7)νος .... οτε εγράφησαν οι πλείστοι των 
ύμνων της Εκκλησίας ημών, προσοιωρίσθη άκριβέστερον ό ρυθμός 
καΐ ό τόνος (;) της Χριστ. λυρικής ποιήσεως, οιηρέθησαν οί πολυ- 
πληθείς καΐ ποικίλοι ΰμνοι καΐ κατετάχθησαν εις συστήματα» και 
κατόπιν οέ πάλιν «καΐ μετά τόν θ' α^ώνα αναφαίνονται από καιρού 
εις καιρόν εμπνευσμένοι ποιηταί. . Ούχι άρα τα των πρώτων Χρι- 
στιανών ποιήματα, αλλά τά από τοΰ ς' μέχ^ρι τοΰ θ' αιώνος ποιη- 
θέντα είναι τά κάλλιστα. "Επειτα οέ είναι ορθόν και αληθές το λε- 
γόμενον οΰτω γενικώς δτι ή αρχαία ελληνική λυρική ποίησις (και 
ούχΙ λυρισμός, ής λέςεως μέχρις ανίας κάμνει κατάχρησιν άγνοών 
τόν φραγκικόν σχηματιαμόν αυτής) εξηγνίη&η και έξνγιάσθη λου- 
σθεΐσα εις τήν εκ τής εύσεβείας και αγάπης και συντριβής και με- 
τανοίας και χοίρδίς άποτελεσΟεϊσαν καθαράν πηγήν τοΰ Χριστιανι- 
σμού ; Ή ποίησις λοιπόν τοΰ Αλκμάνος και τοΰ Αλκαίου και τοΰ 
Σιμωνίδου καΐ τοΰ Θεόγνιοος και τοΰ Σόλωνος και τοΰ Φω/υλίοου 
και τοΰ Τυρταίου και τοΰ Πινοάρου και τοΰ Βακχυλίδου και τοΰ Ξε- 
νοφάνους είναι μιαρά τις και νοσηρά ποίησις; Τοιαύτην έ'ννοιαν 
έσχημάτισεν ό κ. Κουϊμουτσόπουλλος εκ τής μελέτης των υποθηκών 
τοΰ Σόλωνος και τών ελεγειών τοΰ Τυρταίου και μιαρά λοιπόν και 
νοσηρά διοάγματχ παρέχομεν ήμεΐς ο-ί^μερον εις τους Έλληνόπαι- 
δας διδάσκοντες αυτούς έργχ τών ποιητών τούτίον : βΐναι δ' αληθές 
και τό άλλο. δτι τά Χριστιανικά ποιήματα ού μόνον δέν ύστεροΰσιν 
υπό εποψιν τέχνης τών αρχαίων, άλλ' είναι και ανώτερα τούτίον ; 
Άλλ'άφ' ού ευθύς αμέσως λέγεται δτι οί πρώτοι Χριστιανοί ποιηταΐ 
< ποιοΰσι ποικίλας ωδάς και ύμνους καίΤ δλη τα νπίχ^είγμητα τών 
αρχαίων μέτρων >, δέν αναφέρεται δε δτι έπενόησαν ούτοι ίδια μέτρα 
και εν γένει δτι είσήγαγον καινά τίνα εις τήν ποίησιν αυτών, άλλ' 
άπεμιμοΰντο τους αρχαίους, πώς οί μιμηταΐ είναι ανώτεροι έκείνο)ν. 
ους δουλικώς μιμοΰνται : Είναι δ' αληθές και τό λεγόμενον δτι τά 

άγέλαι παρΟένίιΐν άσκουμίνον £ν δοοιχο και :ν άσαασιν ■^μνο^σ(ον τ/,ν Λιΐίμιν, του; 
έ;;ινίχους τοΟ Ιΐινοαρου αϊ κατά χοΐ»; τεσσάρας Πανελλήνιους αγοινα; ν(/.α'. τιον αΟλτ;- 
Τ(7)ν, ν£(ΐ)σΓί δε τά κάλλητα τών 7:οιτ.αάτ(ον του ^^ολιοαοϋ και του 15αλαΊΐρίτου τα 
[^{γ«λουργηΊ^ιατα χαί τβ 7:αθ/|αατ* τιον ηρτόίον τοΟ 18"2Ι. 



ΣνΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΙΙΟΙΗΣ1Ν 165 

Χριστιανίκά ποιήματα έκφράζουσι «ζωντανότατα τα ευγενέστερα 
και υψηλότερα των ανθρωπίνων συναισθημάτων», άφ' ου ευθύς μεν 
κατωτέρω λέγεται οτι <•ή ποίησις των πρώτων Χριστιανών έχει ές 
όλο-λΙχίροΌ, ως εικός, άφιερωθη εις την λατρείαν τοΰ θείου», οέν 
αναφέρεται δε δτι των κατόπιν α'αόνων οί ποιηται έκαλλιέργησαν 
και άλλα πλην του θρησκευτικοΟ συναισθήματος ; Ήμεϊς έοιδάχθη- 
μεν καΐ τους μαθητάς ημών οιοάσκομεν δτι εκ τών ευγενέστερων 
κ'/.Ι υψηλότερων ανθρωπίνων συναισθημάτων είναι καΐ τό συναίσθημα 
της φιλοπατρίας καΐ το της φιλοκαλίας' άλλα τίνες τών Χριστιανών 
ποιητών καΐ εν τίσι ποιήμασιν αυτών παρέχουσιν ήμίν πρότυπα τοιού- 
των συναισθημάτων; 

«ΈπΙ της αποστολικής ακόμη εποχής οί Χριστιανοί οι' ιδίων 
ύμνων έδόξαζον τον Θεόν», γράφει έν τη αύτη σελίοι, «καίτοι δ' 
άπωλέσθησαν τίοΧΧοΙ έκ τούτων, οι ολίγοι ομο^ς περισωθέντες περιε- 
χουσιν έν ταΐς στροφαϊς αυτών βαθύτατον λυρισμόν ούτως ο έωθι- 
νός ύμνος και ή έπιλύχνιος ευχαριστία εΐνε τα άριστα προϊόντα τοΰ 
τ:ρ<ΛΧ0Ό Χριστιανισμού λυρισμού). Αέγοντες άποστολικήν έποχήν 
φυσικά Ίοοΰ^νί τους χρόνους, καθ' ους εζων οί Απόστολοι τ. έ. τον 
α' αιώνα μετά Χριστόν. Άλλ' είναι δμως γνωστόν δτι κατά τους 
αποστολικούς γρό^^ους οί Χριστιανοί έψαλλον ούχι ιδίους ύπ' αυτών 
τούτων ποιηθέντας εκκλησιαστικούς ύμνους, αλλά τους έκ τής Ιου- 
δαϊκής συναγωγής παραληφθέντας ψαλμούς τοΰ Ααυΐδ και άλλους 
τινάς ύμνους τής Π. και τής Κ. Διαθήκης μετά την άνάγνωσιν πε- 
ρικοπών έκ τής Π. Α., ως μαρτυρεϊταί υπό τών Αποστολικών Δια- 
τάξεων τοΰ Β' βιβλίου (κεφ. 57), έν ω λέγεται δτι < μέσος δε ό ανα- 
γνώστης έφ' υψηλού τίνος έστώς άναγινωσκέτω τά Μωσέως και 'Ιη- 
σοΟ τοΰ Ναυή, τά τών Κριτών καΐ τών Βασιλειών, τά τών Παραλει- 
πομένων καΐ τά τής επανόδου, προς τούτοις τά τοΰ 'Ιώβ και τά ]!ϋθ- 
Ιομώντος καΐ τά τών οεκαέξ προ<^Ύ^τών' ανά δύο λεγομένων αναγνω- 
σμάτων ετερός τις τον Αανΐδ ψαλλέτω νμνονς καΐ ό λαός τά άκρο- 
στίχια ύποψαλλέτω>, τά άκροστίχια δε ταύτα ήσαν τό "Αλληλούια, 
τό αμήν, το Ωσαννά, τό Κύριε έλέησον (πρβλ. καΐ ΑηίΗοΙο^ΐει 
Ογ&θοβ ο&ητιίηιιηι ΟΙΐΓΐκίίίΐηοηίΓη υπό 01ΐΓί8ΐ,-Ρ3Γαιη1ί38 σ. 
20 και εξής και Κρουμβάχερ Ι στορ. Βυζαντ. Λογοτεχνίας Β'. 512 
καΐ έςής τής έλλ. μεταφράσεως). Άφ' ού λοιπόν < επΙ τής άποστο- 



166 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

λικής έπο/η; ϋμνοι Χριστιανικοί δεν είχον ποιηθη, φυσικά ζέν 
είναι αληθές καΐ το λεγόμενον δτι άπωλέσθησαν πολλοί εκ τούτον. 
Τίνες δε περιεσώθησαν ; Ό εω&ινος ϋμνος καΐ ή επιλΰχνιος ενχαρι- 
οτία (δ και «ΰμ.νος εσπερινός εις το λυχνικόν;> και «ΰμνος τριαδικός-- 
καλούμενος) είναι μεν έκ των αρχαιοτάτων ϋμνων της ημετέρας Εκ- 
κλησίας, αφ" ου τόν μεν έωθινδν άναφέρουσι καΐ αί κατά τόν Λ' 
αιώνα συνταχθεισαι ν; ΆποστολικαΙ Διατάξεις -> (περί ών πρβλ. Γ. 
Ιίρίου «Χριστιανικήν Γραμματολογίαν > Β', 689 κ. εξ.) εν Ζ', 2ο. 
τον δέ τριαδικόν αναφέρει και ό Μ. Βασίλειος εν το) περί τοΟ 
Αγίου Πνεύματος (κεφ. κθ'), ούχΙ δ' δμως και των Αποστολικών 
χρόνων (πρβλ. ΡΐΙΐΈ Αηαΐ. 830Γ8 ρ. Ι^ΧΧΙΙ, 0ΐΗΊ8(;-Ρ8Γ3ηί1ί8ΐ8 
ενθ' άνωτ. ρ. XXI, Κρουμδάχερ ε. ά. σ. 51ο/ τόν δεύτερον δέ 
ζοΐίζόΊ τίνες άποδίδουσιν εις τόν τελευτώντος του γ' αιώνος άκμά- 
σαντα μάρτυρα Άθηνογένην. 

ΙΙόϋεν δ' έμαθεν ό κ. Κ. δτι καΐ ό Μ. Βασίλειος καΐ ό Ιωάννης 
ό Χρυσόστομος εποίησαν ύμνους, ως αναφέρει εν σ. 7: Τό τ:ρ(ύτοΊ 
νΰν έκ του εγχειριδίου τούτου διδασκόμενα δτι οι Πατέρες ούτοι τν^ς 
Εκκλησίας ήσαν και ποιηταί. 

Έν ω δ' εν σ. 8 τόν Άκάθιστον ύμνον αποδίδει εις τόν Πατριάρχην 
^ίέργιον, έν σ. 41 αποδίδει χοΰχον εις τόν Πισίδην ! ! ! Έν τη αύτη 
δέ σελίδι δεχόμενος δτι ό Τωμανός ήκμασε κατά τόν στ' αιώνα έπι 
Αναστασίου του Α' και έπαναλαμβάνων χοόχο και έν σ. 35, εν τή σ. 
81 συμφωνεί τοις άποδίδουσι τόν έπιτάφιον ^^ίιίοί <-είς τόν πολυ- 
μαθή μοναχόν %ξ,όοΐύροΊ Στουδίτην (•|- 829), ά•;εψιόν του μεγάλου 
υμνωδού της "Εκκλησίας 'Ρωμανου>. Θαυμάσιος ανεψιός παρατείνας 
τόν βίον από του γ' μέχρι τοΰ θ' αιώνος Ι 

"Οσα δέ έν σ. 1 2- Ιο περί των ειδών της Χριστ. λυρικής ποιή- 
σεως λέγει είναι άλλα μέν αυθαίρετα, άλλα δέ συγκεχυμένα και ανα- 
κριβή. «Τό σύνολον τών ϋμνων τών καθ^ορισμένων προς έκκλησια- 
στικήν χρήσιν δυνάμεϋα νά διαιρέσωμεν εις δύο μεγάλας κατηγο- 
ρίας, εις τροπάρια, και εις κανόνας. Και τροπάρια μέν δύνανται νά 
όνομασθώσι γενικώτερον ή πλειονότης τών εκκλησιαστικών ύμνων 
ώνομάσθησαν δ' ούτω έκ τοϋ τρόπου. καΒ' δν ταΟτα ψάλλονταΐ:>. 
Έν ω δ' ενταύθα τους εκκλησιαστικούς ύμνους διαιρεί εις τροπάρια 
καΐ κανόνας, εν τή επομένη σελίδι γνωσιμαχών ονομάζει τροπάρια 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΙΙΟΙΗΣΙΝ 167 

μέρη των κανόνων λέγων οό κανόνες ... άποτελούμενοί ες εννέα 
συνήθως ωδών .... εκάστη των φοών αποτελείται εκ ο ή 4 συνή- 
θως τροπαρίων .... έΐαφεσιν ποιεί ό Μέγας Κανών, δστις και πλεί- 
στας μεν φδάς περιέχει και μέγιστον αριθμόν στροφώ'/ (τροπαρίων) ;.. 
Αησμονήσας δ' οτι εν σ. 12 διήρεσε τους ύμνους εις ζροτΛριοι. και 
κανόνας, εν σ. 13 λέγει ότι «ίδιαίτερον είδος τροπαρίων είνε το κον- 
τάκιον, δπερ είνε ό κατ εξοχήν νμνος της εορτής». Τί δε θα νοήση 
ό αναγνώστης εκ τγ^ς ερμηνείας αύτοΟ οτι τα τροπάρια ώνομάσθη- 
σαν εκ τοΰ τρόπου, καθ' δν ταΟτα ψάλλονται; 'Άν οΰτο)ς έχη το 
πράγμα, τότε πάντα τα εκκλησιαστικά άσματα έ'δει να δνομασθώσι 
τροπάρια, διότι πάντα κατά τίνα τρόπο'/ ψάλλονται. Πάντα ταΟτα τα 
συγκεχυμένα καΐ άνακριβγ] δεν θά έ'γραφεν, αν άνεγίνωσκεν επιμε- 
λώς δσα σοφά και σαφή περί τούτων έχουσι γράψει ό ΟΐΓίδί, δ 
Κι•ιιηιΙ)8 0,Ιΐθΐ• καΐ μάλιστα ό Βοηνγ εν τή Είηάβ 8Ι1Γ 1θ8 ογϊ§ί- 
ιΐθδ Γΐυ ΓγΙΙιηΊΘ ίοηΐηιΐθ άδηδ ΓΙιγΓηηοσΓβρΙιΐβ γΙθ Γβ^Ιίδβ 
ΟΓθοςιυβ, Νΐιπθδ 18^6 σελ. 221 κ. έξης. Ούδ' αληθεύει το λεγό- 
μενον εν τή αυτή σελίδι οτι πολλοί τών κανόνων είναι πεποιημένοι 
εις ελεγειακά μέτρα, διότι ουδείς κανών είναι πεποιημένος εις τοιού- 
τον μίτρο"^. 

ΚαΙ αί προτασσόμεναι δε τών ποιημάτων ,'ίιογραφίαι τών ποιητών 
δεν διακρίνονται τής εισαγωγής εις λόγον ακριβείας. Έν τή βιογρα- 
φία λ. χ. Κλήμεντος τοΰ Άλεςανδρέω: διδάσκει οτι ό Κλήμης 
«έγραψε πολλά --/ί,^/ι περισπούδαστα έργα. έν οίς και τόν Αόγον προς 
"Ελληνας, τόν Παιδαγωγόν καΐ τους Στρεμματεΐς>. "Αν ό έκδοτης 
ήνοιγεν απλώς τά βιβλία του Κλήμεντος ή τήν Χριστιανικήν Γραμ- 
ματολογίαν του καθηγητού αυτού κ. λερ6ο'^, θά έβλεπεν οτι τό μεν 
πρΰηο'^ σύγγραμμα τοΰ Κλήμεντος επιγράφεται ούχΙ Λόγος ~ρ6ς 
Έλληνας, αλλά Προτρεπτικός προς "Ελληνας, διότι, ο)ς αυτός ό συγ- 
γραφεύς διδάσκει (έν Παιδαγωγό) Α', 1), «ό ουράνιος ήγεμών, ό λό- 
γος, όπηνίκα έπι σίοτηρίαν παρεκάλει, προτρεπτικός όνομα αύτώ 
ην , τό δέ τρίτον ούχι ΣτρεμματεΙς (τίνα λόγον Ι'/ο'^οι τά στρέμματα 
πρό: τό πλήρες αληθώς παντοίων γνώσεων σύγγραμμα το\ίχο\). αλλά 
< Των κατά τήν αληθή φιλοσόφίαν γνωστικο)ν ύπο[ΐνημάτ(ί)ν στρο)- 
ματεΐς-> καΐ α'όΊτομ(ΛΧζ.ροΊ Στνωματεΐς. διότι τά υπομνήματα ταύτα 
όντα όιεοτρωμένα, άπ' άλλου ς.1ς άλλο συνεχές μετιόντα;^ (Στρω- 



168 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

ματέων Λ', 1) ^περίέΐουσι άναμεμιγμένην τήν άλήθειαν τοΙς φιλο- 
σοφίας δόγμααι, μάλλον δε έγκεκαλυμμένην καΙ έτΐΐκεκρυμμένην, 
καθάπερ τω λεπύρο) το έοώοιμον του καρύου :.' (αυτόθι Α', 1). "Οτι 
δε ό Κλήμης «και ώς ποιητής και ^ιινογρά'ψος διέπρεψε, ποιήσας 
πολΙάς ώδάς και ύμνους^, πρώτην ταύτην φοράν ύπο του κ. Κ. φΐ- 
δαακόμεθα' διότι γινώσκομεν μεν δτι ό Κλήμης ήτο συγγραφεύς πο- 
λυμαθέστατος και πολυγραφώτατος, <•άνήρ έλλόγιμος καΐ φιλομαθής 
καΐ αναγνωσμάτων Ελληνικών πολυπραγμονήσας βάθος ώς ολίγοι 
τάχα που των τί^ο αύτοΰ», ώς λέγει ό πολύς Κόδητος (εν Αογί(ο 
Έρμη Κόντου σ. 166), ούδεις δ' όμως ποτέ έκάλεσεν αυτόν και 
ποιητήν και αυτός δε ό έν τω τέλει τοΰ Παιδαγωγού ΰμνος ούχι 
γνήσιον γέννημα της φαντασίας του Κλήμεντος νομίζεται ύπ' άλλων 
τε και αύτοΰ τοΰ Η&ΐ'π&οΐν (πρβλ. Οΐθπίθΐΐδ Α1βχ3η(ΐΓΪπιΐ8 νοη 
Ο. δΙϋΙιΗιι 19ΰδ Α', ΕΧΧΥΙ καΐ ϋΐΊΠ8ΐ-Ρ&Γ3ηΐ1ί&8 ΑηΙΙιοΙ. 
ρ. XVIII), άφ' ού και δύο των κωδίκων τοΰ Παιδαγωγού, ό τών 
Παρισίων και ό τοΰ 'Οξονίου. δεν περιέχουσι τόν ύμνον τοϋτοΊ. 

Βιογράφων δε Γρηγόριον τόν Ναζιανζηνόν τί^ίάΧΟΊ μεν χαρακτη- 
ρίζει αυτόν ώς ί υψιπετή θεολόγον;•, ώς «πνεύμα λεπτόν, όπερ συνε- 
κέντρωνε και πάντα τα χαρίσματα ψυχής τρ\^<:^}ξ,ρο!.ς καΐ ποιητικής 
καΐ δτι «ήδυνήθη εις δλα αύτοΰ τα ερ^'α να δώση ύφος λεπτόν και 
διηνθισμένον καΐ χαρίεοοαν ποιητικην εςαρσιν», είτα δ' επάγεται 
πρώτον μεν δτι «τα ποιητικά έργα τοΰ Γρηγορίου δεν είνε αντά- 
ξια τοΰ μεγάλου αύτοΰ ονόματος, άφ' ενός μεν διότι' εγράφησαν περί 
τα τέλη τοΰ βίου αύτοΰ, οπότε συνήθως εξασθενεί ή ποιητική χάρις 
καΐ φαντασία, άφ' ίτ^ρο'^ δε διότι τά πλείστα τουλάχιστον τούτων 
εΐνε μάλλον μελέται δογματικαι και ήθικαί», έπειτα δε δτι ν αν δεν 
δύναται νά χαρακτηρισθή (ο Γρηγόριος) ώς υμνογράφος της Εκ- 
κλησίας, έκληροδότησεν δμως εις τους μετέπειτα μελωδού; τους 
πανηγυρικούς αύτοΰ λόγους, έξ ων ούτοι ώς εξ εύανθοΰς λειμώνος 
ήνθολόγουν τά μυρίπνοα άνθη, διά τών οποίων έκόσμησαν τά θεία 
αυτών μελίοδήματα >^ . Άλλ' δμως πάλιν αύτοΰ τούτου τοΰ Γρηγο- 
ρίου <ί πολλά τών ποιημάτων και δή τών λυρικών είνε πλήρη και 
χάριτος και ποιητικής έξάρσεως καΐ μεγαλοπρέπειας* . Άλλ' αν ό 
Γρηγόριος ήτο υψιπετής ^εολό^ος και ψυχή τρυ-φερν. και ποιη- 
τική καΐ εις δλα τά έργα αύτοΰ έδωκε χαρίεσσαν ποιητικην εκφρα- 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. Π01ΗΣΙΝ 1(59 

σιν, πώς έπειτα άκρίβώ: εν τοις ποίήμχαιν αύτοΟ. έν οίς 'έοει να έκ- 
φαίνηταί εις το ΰψιστον ή ποιητική έ'κφρααις, λέγεται δτι οέν είναι 
άξιος τοΰ ονόματος αύτοΰ. οέν δύναται να χαρακτηρισθώ ως ΰμ^/ο- 
■^ράφος της Εκκλησίας ; Πόθεν ο' έδιοάχθη ο κ. Κ. οτι ή ποιητική 
χάρις καΐ ή φαντασία έξασθενοΟται κατά το γήρας; Άκριοως το 
εναντίον είναι γνωστόν έκ τής ιστορίας τής Λογοτεχνίας, δτι δηλαδή 
οί μεγάλοι ποιηταΐ καΐ κατά το γήρας ώσπερ καΐ κατά τήν νεότητα 
τήν φαντασίαν ζωηροτάτην έχουσι και μάλιστα κατά τό γήρας οί 
πλ•€ΐστοι τούτο)ν τά χαριέστατα ποιήματα αυτών εποίησαν. Ό ΙΙίν- 
δαρος, ό Αισχύλος, ό Σοφοκλής, ό Ευριπίδης έκ τών αρχαίων, έκ 
δε τών νεωτέρων ημών ποιητών ό Βηλαράς, ό Βαλαωρίτης, ό Πα- 
ράσχος, ό Μαρκοράς και έκ τών Εένων ό Οδΐΐΐθ. δ Ηυ^ο και άλλοι 
δεν έποίουν κάλλιστα ποιήματα ^(ίρο'ηες οντες; ""Αν δε τά πλείστα 
τών ποιημάτων τούτων τοϋ Γρηγορίου είναι μάλλον μελέται δογμα- 
τικαΐ καΐ ήθικαί, πώς καλούνται ποιήματα: ή διότι εγράφησαν έμμέ- 
τρως; άλλα και ό ΙΙαρμενίδης και ό Εμπεδοκλής τάς φιλοσοφικάς 
αυτών θεωρίας έν έμμετρο) λόγω κατέλιπον ήμΐν. άλλ' ουδείς ποτέ 
έκάλεσεν αυτούς ποιητάς ουδέ τά έργα αυτών ποιήματα. "Επειτα οέ 
πάλιν άφ' ού τά ποιητικά έργα τοΰ Γρηγορίου δέν είναι αντάξια του 
μεγάλου αύτοΰ ονόματος, πώς πολλά αυτών τούτων τών ποιημάτων 
είναι πλήρη χάριτος και ποιητικής έξάρσεως καΐ μεγαλοπρεπείας; 

Τί δε σημαίνει καΐ τό λεγόμενον δτι «τά ποιήματα αύτοΰ ό Γρη- 
γόριος έποίει μάλλον προς ιδίαν χρήσιν καΐ οιά τοΰτο δέν μετεχει- 
ρίσθη στίχους λυρικούς καταλλήλους εις τό αδεσθαι, άλλα τό δακτυ- 
λικόν έξάμετρον»; Γινώσκομεν μεν ποιητάς, οϊτινες τά γεννήματα 
τής φαντασίας αυτών έντείνουσιν εις στίχους προς 2δίαν αυτών τέρ- 
ψιν και εύχαρίστησιν καΐ είτε τζρος ούδένα άλλον άνακοινοΰσιν αυτά 
είτε προς τινας οικείους καΐ ολίγους φίλους, ως έποίει συνήθως ό 
Σολωμός, αλλά πρώτην ταύτην φοράν μανθάνομεν οτι ύπάρχουσι καΐ 
ποιηταΐ ποιοΰντες ποιήματα προς ίδίαν αυτών χρήσιν ποία τις δμως 
είναι ή χρήσις αύτη τών τοιούτων ποιημάτων καΐ πότε και προς 
τ:οΙο'^ σκοπόν γίνεται δέν εύηρεστήθη νά γνωρίση ήμΐν ό κ. Κ. "Οτι 
δέ τό δακτυλικόν έξάμετρον πρότερον μεν ύπό τών άοιοών προς τήν 
κιθάραν μελίοδούμενον, έν τή επική ποιήσει έπειτα έρραψωδεΐτο απλώς 
ύπό τών ραψωδών, τουτέστιν άπηγγέλλετο άνευ ωδής, άλλ' έν τω 



170 ΕΜΜ. Γ, ΙΙΑΝΤΕΛΑΚΗ 

δράματί ν,αΐ τ:^ λυρικ:^) ποιήσει κατόπιν έγίνετο χρησις έςαμετρων 
προς κιθάραν και μετ' ορχηστικής κινήσεως αδομένων, ήδύνατο να 
μάθττ] έκ τής Μετρικής του αειμνήστου Σεμιτέλου (σ. 361 κ. έΕ.). 

Τα κείμενα των ποιημάτων καΐ τοΰ εγχειριδίου τούτου έΕεδόθη- 
σαν μετά της αυτής καΐ τα του κ. Σωτηριάδου άταλαιπωρίας. "Οσα 
μεν αμφότεροι έχουσιν εν ταΐς Συλλογαϊς αυτών παραλάβει κοινή, 
κοινά έ'χουσι και τά αμαρτήματα καΐ άρα περιττός ένταΟθα ό έλεγχος 
αυτών έν τή κρίσει τής τζρο-ίι-γουμίνΎις Συλλογής γενόμενος. "0:α δε 
ίδια έχει ό κ. Κουϊμουτσόπουλλος έν τή Συλλογή αύτοϋ. δεν διαφέ- 
ρουσι τών άλλων εις λόγον ευσυνείδητου και έπιμεμελημένη: επεξερ- 
γασίας αυτών. Οϋτω λ. χ. εκδίδων ποιήματα πολλαχοΰ μεν έχει 
κατά στίχους εκδώσει αυτά, ένιαχοΰ δε ως αν ήσαν έν πεζώ λόγω 
γεγραμμένα, ως ΟΙκόν τίνα τοΰ Τωμανοΰ έν σ. 40, εΐκοσιν εννέα 
ατρο<φί(,ς τοΰ Μ. Κανόνος τοΰ ^Α^^ορίου Κρήτης έν σ. 45-48 και έν- 
δεκα στροφάς του Κανόνος εις το ΙΙάσχα Ιωάννου τοΰ Δαμάσκηνου 
έν σ. δΟ-51. Έν σ. 52-57 παραθεις όλόκληρον τον εις τήν Πεντη- 
κοστήν' ιαμβικόν Κανόνα Ιωάννου τοΰ Δαμάσκηνου και προτάςας 
αύτοΰ τήν δύο δλα ελεγεία αποτελούσαν ακροστιχίδα παραλείπει 
είτα το β' τροπάριον τής γ' ωδής και ούτως οι μαθηται μάτην θά 
βασανίζωνται τζροσοοχώντες έκ τής αναγνώσεως τών τροπαρίων 
ν' άποτελεσθή ή προτασσομένη άκροστιχίς. 

Έν τω (5ηθέντι Οϊκψ τής Αναλήψεως γράφει" «εκείθεν (έκ τοΰ 
Έλαιώνος) γάρ ό Κύριος εις ουρανούς άνέδραμεν έκεϊ και ό φιλό- 
οωρος τάς δωρεάς διένειμε τοις άποστόλοις αύτοΰ, καλέσας ως πα- 
τήρ καΐ ονντρίψας αντάς». Διά τούτο λοιπόν έκάλεσεν ως πατήρ τους 
μαϋητάς εις το όρος τών Έλαιών ό φιλόδωρο: Κύριος, δπως ουντρίψΊ) 
τάς δωρεάς ; Άφ' ου δ' έκάλεσε τους μαθητάς καΐ συνέτριψε(; !) τάς 
δωρεάς, οιένειμεν αύτοίς ταύτας; Τήματα είναι ταΰτα ή θαύματ::; 
Και οΐ κώδικες και το ΙΙεντηκοστάριον έχουσι «καλέσας (ή κολακεύ- 
σας) ως πατήρ καΐ οτηρίξας αυτούς». 

Έν τή σελ. 41 τόν Άκάθιστον ύμνον αποδίδει εις τόν Γεώργιον 
ΙΙισίδην, έν ω έν σελ. 8 έγραψεν οτι «ό Σέργιος με αληθή χάριν, 
μεγαλοπρέπειαν και σαφήνειαν μελίοδεί τον Άκάθιστον υμνον» Ι 
Έν τω ΰμνω δε, τούτω γράφει «χαίρε, τοΰ πεσόντος Αδάμ ή άνά- 
κλησις» καΐ δεν προέκρινε τήν δρθήν γραφήν ένίων κωδίκ(ον ή ανά- 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΓΊΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 171 

στααις' 6 ττεσών άνίοταται -/.οιΧ 6 έκίλη^είς ανακαλείται. ΙΙρ6λ. Άνα- 
τολίου στί'/ΊιροΊ άναστάαιμον ήχου 7:λ. α'. 



^Αδάμ πεσών άνίσταται, 
διάβολος κατήργηται. 

Έν τώ•3' Ο'ίκο 

• 1 ι 

Βλέπουσα ή άγια 

εαντί^ν εν άγνεία 

φηοΐ τω Γαβριήλ ^αρσαλέως' 

το παράδοξόν σου της φωνής 

δυοτταράδεκτόν μου τη ψυχή 

φαίνεται" 

ησπόρον γαρ συλλήψεως 

την κύηοιν πώς λέγεις; 

ενιοι των /.(ον'χκ)•/ φέρουσί τήν ορΒήν γραφήν προλέγεις, ήτις πάν- 
τοκ έΐήλΗεν έκ τή; χείρό; ^οϋ τζοίητοΰ* ουσπαράοεν.τό; μοί έατιν ή 
παράοοςος φωνή σου. λέγε: ή Ηεοτόκο;. διότι, -ρολέγεις κύγ|αιν 
άσπόρου συλλήψεως. 

ΟύχΙ δε χαίρε, σί}'^ς δεομένων ττίστις» είναι ή ορθή γραφή (διότι 
τί σημαίνει δτι ή Παρθένος είναι πίοτις των δεομένων σιγής;), άλλα 
σιγή δεομένων τ. ε. των εκ ,'ίάθους καρδίας, σιωπηλώς και έν κατα- 
νύΕει 7:ροσευχομένων. ΙΙρ6λ. Ύωμ-λ^οΟ έκ του είς την -όρνην Κον- 
τακίου ε' (-αρά ΡΐίΓα Απίΐΐ. 8ίΐθΓίΐ σ. 87), ένθα δ μελωδός λέ- 
γει δτι ή -όρνη 

αΑΑ' οΰ κραυγή ελυτρώ&η, 
οιγτΙ δε μάλλον εσώϋ^η' 
κλαυϋμώ γαρ είπε' Κύριε, 
λντρωσαί με 
τοΰ βορβόρου των έργων μου 

καΐ κατο>τέρ(ι) ι' 

μένω καγώ 
προοενχομένη 



172 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

οιγ-η βοώσα' Κύριε, 
τεχνον ονκ ηιηοα, 
ψνχην μονογενή ζητώ, 
ηνπερ άπώλεοα' 

και εν τω Κοντακίω της Μ. Τετάρτης 

ντιερ την πόρνην, άγα&έ, άνομήσας 
] δακρύων δμβρους ουδαμώς σοι προσήζα, 

αλλά αιγΐ) δεόμενος προσπίπτω σοι. 

Έν σελ. 34 έκ ΐοΰ Ώρο},ο^{•.θΌ αντίγραψα; έςέοωκε τον προειρη- 
μένον τριαοικόν ϋμνον «Φως ΙλοίροΊ αγίας δό;ης». "Άν ο' δμω; έφρόν- 
τιζε να μάθη καΐ πώς παρεδόθη ήμΤν έν τοις άντιγράφοις ό "Γμνος 
ούτος, θα εβλεπεν (παρά Ρϊί.ΓΗ ρ. ί.ΧΧΐν) δτι χρζΐς των κωδί- 
κων, ό του Βατικανού, δ τοΰ Τουρίνου και ό ΌΞονίου, φέρου^ι την 
γραφήν ούχΙ 



άλλα 



άζιος εΐ εν πάοι καιροΐς 
νμνεΐσϋ^αι φωναΐς αίσίαις, 

άξιος ει εν πάοι καιροΐς 
νμνεϊοϋ'αι φωναΐς δαίαις^ 

ήτις είναι καΐ ή αληθής τοΰ ποιητοΰ γραφή. Ούτω λέγει και ό Κλή- 
μης ή ψευδοκλήμης εν τω ε?ρημένω υμνώ 

τους σους αφελείς 
παΐδας άγειρον 
αΐνεΐν άγίως, 
νμνεΐν άδόλως 
άκάκοις οτόμασι,ν 

και έ Τωμανός έν τη «Εύ/^η κατά στίχον > (παρά ΜίΐΒδ σ. 9) 

εχ ηνρίνων γλωσσών άνακράζονσι, 
τρισαγίαις φωναΐς άναμέλπονοι 



ίΤΜΒΟΛΑΐ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΜΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΟΙΗΣΙΝ 173 

καΐ ό Κοσμά; εν τω Κανόνι ει; τήν κο'μησιν τη; Βεοτόκου (Αηΐΐι. 
Ογηθο. σ. 182} 

Έν χνμβάλοις, χείλεσιν άγνοΐς 
. . . βοώμεν 

καΐ έν τω Κανόνι ει; τήν Κυριακήν τών Βαΐων (αυτόθι σ. (84) 

Λΐνεσιν εκκλησία όαίων 
τω ενοικονντι Σιών 
οοί, Χριστέ, ηροοφέρει 

καΐ ό Μητροφάνης έν τω Κανόνι εις τήν μακαρίαν Τριάδα (αύτ. 
σ. 254) 

Άνω σε τών αγγέλων 
διάκοσμοι νοεροί 
άαιγήτως νμνοϋοιν 
έν τρισαγίοις ααμααι 
καΐ 

Ισορροπώ δόξη σε 
τον μονάρχην 
τρίφωτον Θεόν 
δοξάζει τά Χερουβείμ 
καί τά Σεραφείμ 
άχράντοις έν στόμασι. 

Έν παραρτήματι δε παραθείς ολίγα τινά -ερι της αρχαίας μετρι- 
κής, έν ω καΐ έν τή εισαγωγή διέλαδέ τίνα περί μέτρων, δεν ύτζέ- 
δειξε μεν τήν έφαρμογήν αυτών εις τήν Έκκλησιαστικήν ημών ποίη- 
σιν. διδάσκει δε δτι «δ δακτυλικός έςάμετρος έχει μίαν τών γνωστών 
τριών τομών, τήν -ενθημιμερή, έφθημιμερή καΐ τριημιμερή >, έν ω 
ήμεϊ; τριημιμερή μεν τομήν δεν γινώσκομεν. γινώσκομεν δε τομήν 
κατά τρίτοΊ τροχαΐον και βουκολικήν, &ς αγνοεί ό εκδότης (πρβλ. 
Μετρικήν Σεμιτέλου σ. 340-345), και δτι «δ ϋίολιτιχός λεγόμενος 
στίχος είνε μίμησις τοϋ ιαμδικοΟ τριμέτρον >. έν ω είναι γνωστόν δτι 
ό ττολιτικός στίχος είναι ίαμοική τετραποδία καταληκτική, ίαμόικο; 
τετράμετρος {τ.ροΐ. Σεμιτέλου ένΗ' άνο)τ. σ. 1 \\)ι. 



174 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

Γ. 

Χζίατιανίκη λυρική ποίηύΐς, ποιήματα 'Ρωμανοϋ, Σωφρονίου, 

^Ανδρέου, "Ιωάννου, Κοσμά και Κασσιανής μετά των 

αναγκαίων εισαγωγών καΐ γραμματολογικών 

γνώσεων ύηό Χ. Παπαϊωάννου δ. Θ. 

Ουσιώδης διαφορά τοΰ εγχειριδίου τοΰτοΊ καΐ των δύο άλλων δεν 
ύτΐάρχει, διότι και ό εκδότης τούτου άνευ προδιαγεγραμμένου τινός 
σχεδίου εργασθείς εική και ώς έτυχε παρέλαβεν ούχι οσα προς τάς 
άνάγκας των σχολείων δύνανται να είναι χρήσιμα, άλλ' άλλου μεν 
ποιητοΰ ατρογάς τινας. άλλου δε πλήρες το ποίημα, κριτικήν τίνα 
δ'έργασίαν των κειμένων ούδεμίαν ούδ' οοτος έποίησεν, άλλ' εκ των 
έντύπιον άταλαιπο)ρως άντέγραψεν, ουδέ σημείο)σιν ούδεμίαν τζροαί- 
θηκε, καίτοι τα πλείστα των κειμένων της Συλλογιτ/ς αύτοΟ είναι 
δυσνόητα καΙ αύτοίς τοις διδάσκουσιν. 

Έν τη εισαγωγή ορίζει μεν την ποίησιν ώς ^τδ έκλεκτότατον 
είδος τοΰ λόγου, δι' ου ό τ.'^^ρωπος εξέφρασε καθ' 67.ους τους αιώ- 
νας τα ίερώτητα των συναισθημάτων αυτού», ευθύς δ' αμέσως τζροσ- 
τίθησιν οτι < ό Χριστιανισμός έχρησιμοποίησε την ποίησιν εις έξωτε- 
ρίκευσιν των παντοειδών συναισθημάτϋ)ν του ανθρώπου τζροζ τον έν 
Τριάδι θεόν και προς τους έν τη πίστει ήγιασμένους αδελφούς». 
Άλλ' ημείς γινώσκομεν οτι το αληθές είναι το άντίθετον, τουτέστιν 
δτι ή μέν ποίησις εκφράζει τα παντοειδή συναισθήματα τοΰ άνθρω- 
που, ή δε Χριστιανική ποίησι: τα Ιερώτατα αυτών προς τον θεόν. 
τους "Αγίους, την ^εοτόχοΊ καΐ τους Αγγέλους. Επίσης δεν λέγει 
τάληθή ισχυριζόμενος ευθύς κατ(•)τέρ(ι) δτι < το 'ίιμζτερον "Εθνος 
προσήλθεν ά^ρόον εις την δια τοΰ Χρίστου σωτηρίαν ' αύτδς της 
Εκκλησιαστικής ιστορίας διδάσκαλος έλησμόνησεν οτι καΐ μέχρι τοΰ 
Η' έτι αιώνος υπηργο^ έν Αακο)νική "Ελληνες εθνικοί; 

Έν ω έν τη σελίδι 7 ισχυρίζεται δτι ό Φώτιος της θ' έκατονταετηρίδος 

είναι ό «πιθανώτατος ποιητής τοΰ μοναδικοΰ 'Ακαθίστου ύμνου», έν 

ταΐς σελίδι δέ 16 καΐ 17 δια μακρών συνηγορεί τη περί της ακμής τοΰ 

Ρωμανοΰ κατά την γ' εκατονταετηρίδα έπΙ Αναστασίου τοΰ Α' γνίόμη 

καΐ εις τόν Τωμανον αποδίδει τήν εύρεσιν τών Κοντακίων αποτελούμε- 



ΣΓΜΒΟΛΑΙ ΕΙί ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΠΠ1ΗΣΙΝ 175 

νων «εκ ητρογώ^^ είκοσι καΐ τεσσάρων ή καΐ πλειόνων, ων ή μεν πρώτη 
και ι] τελευταία Ιχουσιν ίοίαν έκατέρα μετρικήν μορφήν. αί δε λοιπαΐ 
στροφαί, καλούμεναι οΖχο* ( = στροφαί), είναι πεποιγ,μέναι πάσαι κατά 
τον αυτόν μετρικόν τύπον» και έν -5. 32 ομολογεί δτι από τοϋ ζ' 
αιώνος τό Κοντάκιον άντικατέστησεν ό Κανών, οστι: είναι ' το συ- 
στηματικώτερον εΐοοζ ποιήσεω:, τό και οριστικώς έπικρατ/^σαν μέ- 
χρι τι'ιΐιερο'/ εν τγ^ έκκλησιαστικγ^ χρήσει», παραδόξως έν υποση- 
μειώσει της αύτ/^ς σελίδος 17 προστίθησι ταΰτα' <•'δτι δε ταΰτα οϋ- 
τ(ος έχουσιν ακριβώς, μαρτυροΰσιν οί άρχαΐρι άποκαλοΟντες τόν 
'Ρωμανόν ποιγ^,τήν τών κοντακίων, τα λειτουργικά ,3ι6λία της Εκ- 
κλησίας άποκαλοΟντα τάς διά τών 24 γραμμάτίον του αλφαβήτου 
άρχομένας ατρογ^ς της Άκαθίστου οΐκυνς κλπ.», χωρίς νά ένθυ- 
μηθη δτι τόν "Ακάθιστον άπέδ(οκεν εις τόν Φώτιον. κατά τους χρό- 
νους τοΰ οποίου ούτε Κοντάκια ούτε Οίκοι εποιοΰντο. ως αυτός ^ιυ- 
τος ώμολόγησεν. 

Έν σ. ο4 γράφει τά αμίμητα τα^τα ότι «ό Ανδρέας δεν έχει μεν 
την ύψιπέτιν φαντασίαν τοΟ Το)μανοΰ ουδέ την γλωσσικήν αύτοΟ 
απλότητα καΐ καλλιέπειαν, άλλ' είναι σαφής και άπλονς καΐ ραθύς 
την πίστιν ώς εκείνος και εκλέγει επιτυχώς τά παραδείγματα, δι 
ων οίγ,οοομεί τό μεγαλοπρεπές αύτοΰ οικοδόμημα». 

Έν σ. ΰ ισχυριζόμενος δτι «άνεπτύχΟη έξαιρέτως ή Χριστιανική 
ποίησις διά μεγάλων ποιητών αποτελούντων δόςαν τοΰ μεσαιωνικού 
Ελληνισμού και συνέχειαν τών μεγάλων ποιητών της αρχαιότητος 
έπΙ χριστιανικού πλέον εδάφους, άξίοι και ανώτεροι έν πολλοίς 
εκείνων διάδοχοι» παρέχει έξαίρετον δείγμα συντακτικού σολοικισμού 
άςίου τοϋ ιστορικού καΐ καλολογικοΰ σολοικισμού της φράσεως. "Άν 
έμελέτα προσεκτικώτερον τά Κοντάκια τοΰ 'Ρωμανοΰ, δεν θά έγρα- 
φεν δσα άφορήτο)ς υπερβολικά περί αυτού γράφει έν σ. 15 λέγϋ)ν 
δτι ή φαντασία αυτού είναι άΐ'ίΙάνϊλί^Γος καΐ ίκανή «' έκάπιτ] 
οτροφίϊ νά έςαίρη νεαν εκάστοτε άποψιν τού ΰμνουμένου ιερού ~ρο- 
σώπου ή γεγονότος, ό -λοΟτος τών ιδεών αυτού είναι μοναδικός, ή 
διατύπωσις πρωτότυπος πάντοτε και ή γλώσσα τελείως πει^ήνιον όρ- 
γανον εκφράσεως τϋ)ν διανοημάτων και συναισθημάτων τοΰ ποιητοΰ > . 
Αλλά μη είναι ολιγιότερον υπερβολικά δσα περί τοΰ Ιωάννου 
τού Λαμασκηνού λέγει χαρακτηρίζίον ώς εζηχον τό ποιητικόν αύτοΰ 



176 ΕΜΜ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ 

τάλαντον»,«£|αίρεΓα τα εκκλησιαστικά αύτοΟ άσματα», «Ανρίκώτατα» 
τα νεκρώσιμα αύτοΰ τροπάρια και αποφαινόμενος δτι δ Δαμασκηνός 
είναι «μέγας μουσικός και μέγας ποιητής, μέγας τοΰ όρθοΰ δόγματος 
διδάσκαλος, σεμνός, υψηλός ώς ή νμνουμένη ■&εότης' εν τοις πανη- 
γυρικούς άσμασιν εξόχως πανηγυρικός, εξηρμένος, μεγαλοπρεπής 
υμνωδός καΐ εν τοις πενθίμοις βα'&νς της ανθρωπινής ψυχής και των 
πόνων αυτής μύστης, γνωρίζων νά πλήττη ως υπέροχος άριατοτέχνης 
τάς εύπαθεστάτας αυτής γ^οροάς' εν τοις ιοιομέλοις τής νεκρώσιμου 
ακολουθίας και εν τω Κανόνι έπΙ απειλή τζοΆε\).θΌ δύναται νά συγ- 
κριθή άδεώς προς οίονδήποτε ιών απ αιώνος ψαλτών τοΰ άνθρο^πί- 
νου πόνου». Δεν είναι πλέον τραγικά τά στομφώδη ταΰτα, αλλά 
παρατράγωδα καΐ ό άναγινώσκο^ν αυτά άκων άναμιμνησκεται των 
λόγων τοΰ συνετού Αογγίνου έν τω «περί ϋψους > λέγοντος δτι τω 
έν τοις λόγοις μειρακιώόει παράκειται χρίχο'^ τι κακίας είδος, τό 
υπό Θεοδώρου τοΰ Γαδαρέως κληθέν παρέν&νρσον, οκερ εστί πάθος 
άκαιρον καΐ ενόν έ'νθα μη δει πάθους ή ά,μεχροΊ ένθα μετρίων δει. 

Βιογράφων τόν Κοσμάν έν σ. 59 παρατηρεί δτι < έν τοις ποιήμασιν 
αύτοΰ δεν παρουσιάζει τό ρωμαλέον τοΰ Δαμασκηνού, άλλ' επικρα- 
τεί παρ' αύτω τό ποιηηκόν ονναίσϋ•ημα μάλλον, είναι περιπαϋ^έοτερος, 
λυρικώτερος και δνανοητότερος τοΰ Ιωάννου και διά χούχο πλουοιώ- 
τερος αύτοΰ την εκφρασιν». Έγινώσκομεν μέχρι τοΰδε ρίομαλέους 
άθλητάς, ρωμαλέους μαχητάς, ώμους ρωμαλέους, χείρας ρωμαλέας, 
άλλα νΰν διδασκόμεθα δτι υπάρχουσι και ποιηταΐ ρωμαλέοι και κατ' 
άκολουθίαν και ποιηται άρρωστοι! Έν φ δε περί Ιωάννου τοΰ Δα- 
μασκηνού τόν λόγον ποιούμενος. έξύμνησεν αυτόν ώς τό ο(.ν.ροΊ άωτον 
τής ποιήσεως, νΰν ανακηρύττεται ο Κοσμάς ποιητικώτερος αύτοΰ, 
περιπαθέστερος και λυρικώτερος καί, τό θαυμΐχσιώτατον πάντιον. 
δνσνοητότερος αύτοΰ, διά τοϋτο ίέ καΙ πλουσιώτερος την εκ- 
φρασιν ! ! 

Φευ τής βραχείας, ποΐ προβήοεται, φρενός" 
τι τέρμα τόλμης και '&ράοους γενήαεται ; 

Εμμ. Ι\ Παντελακης 



ΕΓΓΕΝΙΟΣ Ο ΒϋϊΑΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΪΤΟΓ 



Έπιχειροΰντες νά ίστορήσωμεν τα κατά τον βίον καΐ τήν φιλοσο- 
φικήν τοΰ άοιδ(μου Ρ^ύγενίου Βουλγάρεως δρασιν, δικαίως φοβού- 
μεθα, μγ']πως δια τήν άδυναμίαν ημών, προκειμένης μάλιστα της εξε- 
τάσεως καΐ της κρίσεως των έργ(ον σοφωτάτου ανδρός, υποβιβάσο)- 
μεν αυτόν της θέσεως, ην έν τη των νεωτέρων Ελλήνων παιδεύ- 
σει καΐ καθ' δλου τη φιλοσοφία, κατά τήν όμόφωνον πάντων των λο- 
γίων όμολογίαν, κατέχει. 

Ή έκπόνησις της ανά χ^Φ^ί πραγματείας, έξηγμένης εξ αυτών 
των έργων τοΰ μεγάλου διδασκάλου, ύπήρςε δυσχερέστατη διά τε 
τήν βαθύτητα καΐ ποικιλίαν τών τοΰ Ευγενίου φιλοσοφικών διανοη- 
μάτων καΐ δια το άρχαΐζον καΐ περινέφελον, το δύςληπτον και το 
κακόζηλον της γλώσσης, δι' ην μάλιστα κοπιώδης ήμϊν έγένετο ή 
ερμηνευτική σύνοψις της φιλοσοφίας αυτοί. Ή πραγματεία αυτή 
άποτελοΰσα το κρώτον μίρος τοΰ δλου θέματος ημών περιλαμβάνει 
έν ολίγοις τα κατά τόν βίον τοΰ Ευγενίου και έπειτα τάς έν τή 
Λογική αύτοΰ έκτεθειμένας φιλοσοφικάς ιδέας. 

Αρχόμενοι της κατά τον βίον τοΰ ανδρός άφηγήσεως, όφείλομεν 
έν αρχή νά καταλέςωμεν τάς πηγάς, άφ' ων ήρύσθημεν τάς έν τοις 
έςής έκτεθησομένας περί τε τοΰ βίου και της καθ' δλου φιλοσοφικής 
τοΰ ανδρός διανοήσεως γνώσεις. 

Ούτω τά μεν περί τοΰ βίου αύτοΰ έπορίσθημεν εκ τών εξής συγ- 
γραμμάτων: 1) Γούδα, Βίων Παραλλήλων τόμ. Β'., 2) Κούμα τόμ. 
1 2ος τής Ιστορίας τών ανθρωπίνων πράξεων, 3) Σάθα Νεοελληνική 
φιλολογία, '4) Γ. Α^νιάνος, Βιογραφία Ευγενίου 1858, 5) Βρεττοΰ. 
Νεοελλην. Φιλολογικά τόμ. Β'. παράρτημα, 6) Βροκίνη Βιογραφία 
Εύγεν. Βουλγάρεως, Κέρκυρα 1878, 7) θεριανοΰ Άδαμ. Κοραής τόμ. 
Α' 8) Ν. Κατραμή περί Εύγεν. Βουλγάρεως, έν Ζακύνθω 1854. ΚαΙ 
άλλων δ' δμως συγγραμμάτων, ψοο^^ος ιστορικής αξίας, έποιησάμεθα 
χρήσιν, άτινα διά τοϋτο κρίνομεν περιττόν ν' άναγράψωμεν ένταΰθα. 

Τά δέ περί τών καθ' δλου φιλοσοφικών τοΰ ανδρός διανοημάτο)ν 
εκ τών φιλοσοφικών αύτοΰ συγγραμμάτων ήντλήσαμεν, Έν τω πρώτω 

ΑβΗΝΑ, ΊΟΜ. λ', 12 



178 ΕΥΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

μέρει τούτψ της δλης ημών πραγματείας θα διαλάβωμεν. ως άνο)- 
τέρω εϊπομεν, περί των εν τ-^^ Λογικ-^^ τοΟ Ευγενίου περίεχομένο)ν 
φιλοσοφικών ιδεών. 

Ό Ευγένιος Βούλγαρις κατήγετο εκ Ζακύνθου, οπού πλείονες 
υπήρξαν το αύτο έπώνυμον φέροντες οίκοι. Έγεννν^θη εν Κέρκυρα 
τήν Ιΐγ^ν Αύγουστου 1716 εκ πατρός μεν Ζακυνθίου, άσημου το 
γένος, τοΰ Πέτρου Βουλγάρεως, μγιτρός δε της 'Ιωαννίτας το γένος 
Παραμυθιώτου. Ό άνήρ οέν φέρει το τοΰ βαπτίσματος όνομα αύτοΟ. 
άλλα μετωνομάσθη ύστερον Ευγένιος, δτε έχειροτονήθη διάκονος, 
καλούμενος πρώτον Ελευθέριος, όπερ δνομα εδόθη αύτώ δια τήν 
κατά το της γεννήσεως αύτοΰ έτος άπελευθέρωσιν της πατρίδος αύ- 
τοΰ Κερκύρας, κατεχόμενης τότε ύπο των Ενετών, άπο της πολι- 
ορκίας των Τούρκο)ν. ΚαΙ πρώτον μεν εμαθήτευσεν δ Ευγένιος 
παρά τω εν Ζακύνθω διατρίβοντι Άντωνίω Κατηφόρίο, είτα δ' έξε- 
παιδεύθη υπό τον έν Κέρκυρα σχολάρχην "Ίερεμίαν Καββαδίαν και 
τόν έν Κεφαλληνία Βικέντιον Δαμωδόν. Μαθητεύσας δε κατόπιν έν 
"Αρτη παρά τινι Άθανασίω, ούτινος μνείαν ποιείται έν τη Αογική 
αύτοΰ, μετέβη κατόπιν είς Ιωάννινα, δπου έχειροτονήθη διάκονος, 
εκ μικράς ηλικίας επιθυμών νά περιβληθη το τοΰ μονάχου σχγ^μα, 
παρά τάς προτροπα,ς τοΰ πλουαίου άκλήρου θείου αύτου Άλουϊσίου, 
δν άποφεύγων μετέβη, ώς εϊρηται, εις "Αρταν.Άλλ' ο μικρόνους και 
ισχυρογνώμων Άλουίσιος. μαθών τήν χειροτονίαν τοΰ άνεψιοΰ έγέ- 
νετο έξαλλος υπό θυμοΰ, διότι οιίτω δεν θά ήτο δυνατόν νά διαιωνι- 
σθή το οίκογενειακόν αύτοΰ όνομα. Μετανοήσας δ" όμως κατόπιν 
εγνω νά προσκαλέση τόν Εύγένιον εις Ζάκυνθον, ϊνα εκεί διαμενη 
ώς ιερεύς τοΰ ναοΰ της Φανερωμένης, επειδή σφόδρα έπεθύμει ν' 
άκούη έν τη εκκλησία μνημονευομένου καΐ τοΰ ονόματος αύτοΰ ύπο 
τοΰ άνεψιοΰ Ευγενίου. Ούτω μετέβη ό Ευγένιος εις Ζάκυνθον επειδή 
δ' δμως ϊνα γένηται ιερεύς, κατά τά παρά Ζακυνθίοις είθισμένα, έδει 
νά έκλεχθή ύπο των ενοριτών, πρότερον επισκεπτόμενος ιδία εκα- 
στον τούτων, πάντα ταΰτα άποκρούσας έπανήλθεν είς Ιωάννινα. Μετ' 
ού πολύ δ' από της εις Ιωάννινα επανόδου, γνιορίσαντες τόν Εύγέ- 
νιον οί αυτόθι πλούσιοι έμποροι απέστειλαν προς συμπλήρωσιν των 
σπουδών αύτοΰ είς Παταύϊον της Ιταλίας, οπόθεν κατόπιν μεταβάς 
είς Βενετίαν και κηρύττων τόν λόγον τοΰ Θεοΰ έν τω ναώ τοΰ αγίου 



ΕΓΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟΤΛΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΥΤΟΥ 179 

Γεωργίου, νέων έτυχε θαυμαστών, των έξ '[ωαννίνο)ν αδελφών Μα- 
ρούτσων, οΐ'τινες καΐ προέτειναν αύτώ την εις Ιωάννινα ετζά'^οοοΊ καΐ 
τήν άνάληψιν της γυμνασιαρχίας τοϋ αυτόθι μέλλοντος χάριν αυτοΰ 
να ίδρυθη γυμνασίου. Το τοιοΰτο κατέθελξε μεν τον Εύγένιον, ούδό- 
λο)ς δ' δμως ηύχαρίστησε τώ θείω Άλουϊσίω, δστις δια δευτέρας 
διαθήκης κατέστησεν άντΙ τοΰ Ευγενίου χλτιρονόμον αύτοΟ τον 
Ίίοάννην Βούλγαριν, επειδή, καθώς είπε, ήδύνατο δ Ευγένιος άνέ- 
τως να ζη ώς οί'^Ηρίύπος των γραμμάτων δια τοΰ μισθοΰ, δν παρά 
τών Μαρούτσων έλάμβανεν. ΤοΟτο ουδόλως δυσηρέστησε τω Ευγε- 
νίω, δστις παν άλλο ή δια κληρονομιών και άμερίμνως να ζήση τζροα- 
εδόκα. Και ένταΟθα δ' δμως δ Ευγένιος άφικόμενος δεν υπήρξεν ευ- 
τυχής Ι'να ίδη τους καρπούς της άλλως ολιγόχρονου διδασκαλίας 
αύτοΰ, δια τήν άντιζηλίαν τοΰ αγρλάρχου ετέρας αυτόθι σχολής τοΰ 
Μπαλάνου Βασιλοπούλου, ανδρός λίαν αλαζόνος καΐ κομπορρήμονος, 
ου ή αλαζονεία καΐ έξ άλλων καταφαίνεται καΐ δή καΐ εκ τοΰ ισχυ- 
ρισμού, δτι καΐ τον τετραγωνισμόν τοΰ κύκλου εύρε καΐ έδίδασκεν. 
Κατηγορεί λοιπόν ο\}τος τοΰ Ευγενίου ώς άθεου, δι' δ ήνάγκα- 
σεν αυτόν καΐ τήν θεολογίαν να διδάσκη τους άεΐ πληθυνομένους μα- 
θητάς προς τη έλλην. γραμματική, τη λογική, τη μεταφυσική, τή 
φυσική καΐτή αστρονομία. Τοΰτο ουδόλως πρέπει να έκπλήττη ημάς. 
παρατηρεί δ Γούδας, διότι οι τής εποχής εκείνης διδάσκαλοι δέν 
έδίδασκον θέτοντες έπΙ τής τραπέζης τό ώρολόγιον, άλλ' ανατέλλον- 
τος τοΰ ηλίου αρχόμενοι, έτελείωνον τήν διδασκαλίαν πολλάκις υπό 
τό φώς τής σελήνης, όπερ άλλως μαρτυρεί και τό γνωστόν τοις πάσι 
δημοτικόν άσμα < φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ. . . » 
κτλ. Έν τούτοις 6 Ευγένιος τω 1750 παραιτηθείς προσεκλήθη εις 
Κοζάνην, Ι'να τήν τοΰ έκεΐ γυμνασίου άναλάβη γυμνασιαρχίαν, ής 
θέσεως μετ' ου πολύ παρητήθη άναλαβών τήν διεύθυνσιν τοΰ έν "Αθω 
γυμνασίου, τή προσκλήσει τής Μεγάλης Όρ^οοόξοη έν Κωνσταντι- 
νουπόλει εκκλησίας. Τω 1754 μετέβη εις "Αθω, οπού εσχεν άνο) 
τών διακοσί(ον μαθητών. Φύσει δ' δμως δ Ευγένιος ων ανώτερος πάν- 
τ(ον τών συγχρόνων αύτοΰ εκίνησε καΐ έν τώδε τόν φθόνον τών τε 
άνο)τέρο)ν αύτοΰ, έν οις και τοΰ Πατριάρχου Κυρίλλου, καΐ αυτών 
ετι τών εαυτοΰ μαθητών, ώς δε λέγεται καΐ έδάρη υπό τίνων, δι' δ 
ήναγκάσθγ^ φεύγο)ν να μεταβή εις Ηεσσαλονίκγ^ν καΐ εκείθεν εις Ι\ο)ν- 



180 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

σταντινούπολιν, δπου διωρίσθη καθηγητής της φιλοσοφίας έν τη πα- 
τριαρχική σχολή, οπόθεν καΐ πάλιν δια τον Πατριάρχην Σαμουήλ 
εφυγεν εις Αιψίαν. ΈνταΟθα μείνας έτεεστάτησεν εις τήν των πρώ- 
των αύτοΰ συγγραμμάτων έκτύπωσιν, πρώχο"^ μεταγλωττίσας έκ της 
γαλλικής εις τήν έλληνικήν καΐ έκδούς το ίρ^ον «Εισηγήσεις εις νέ- 
ους κώδικας» της αυτοκράτειρας της Τωσίας Αικατερίνης της Β'., ύφ' 
ής διάτοΟτο μάλιστα έτιμήθη. διορισθείς βιβλιοθηκάριος της αυτοκρα- 
τορικής αυλής, χειροτονηθείς δε τω 1775 ιερεύς καΐ τω 1776 άρ- 
χιερεύς υπό τοΰ Μητροπολίτου Μόσχας καΐ Πλαταμώνος, παρούσης 
καΐ αυτής τής αύτοκρατείρας, ήτις ε^ς Μόσχαν μετεκαλέσατο αυτόν έκ 
Αιψίας δι' ανωτέρου ρώσου αξιωματικού. Έκ τής Πουλτάβας δ' δπου 
ώρίσθη ή τής αρχιεπισκοπής αύτοΰ έδρα, οπόθεν παρητήθη ένεκα τής 
πασχούσης υγείας αύτοΰ, αντικατασταθείς υπό τοΰ Νικηφόρου Θεο- 
τόκη, μετέβη εις Πετρούπολιν, δπου έν τή Μονή Αλεξάνδρου τοΰ 
Νεύφσκη απέθανε τή 10η 'Ιοο'/ίοΌ 1806, έν ηλικία 90 ετών. 

Τοιούτος έν βραχυτάτοις ό βίος τοΰ ανδρός γενομένου έν ταύτψ 
διευθυντού καΐ καθιδρυτοΰ σχολείων, ίερον.Ύΐρο•/.ος καΐ συγγραφέως, 
θεολόγου καΐ μαθηματικού, φυσικού και γραμματικού, εις ου ήδη 
τήν έξέτασιν των έργων μεταβαίνομεν. 

"Εργα πολλά συνέγραψεν ό Ευγένιος, ων τα πλείστα μεν εΙς άρ- 
χαΐζουσαν γλώσσαν, όλίγιστα δ' εις τήν καθωμιλημένην μιξοδάρβα- 
ρον καΐ δλως κακόηχον τότε ούσαν. Των συγγραμμάτων αύτοΰ τα 
μεν είναι πρωτότυπα, τα δε μεταφράσεις. Είναι δε τα κυριώτατα 
τούτων κατά χρονολογικήν τής εκδόσεως τάξιν τα έξης : 

1) Τό σπουδαιότατον καΐ ώφελιμώτατον των έργων τοΰ ανδρός ή 
Λογική εκδοθείσα έν Αιψία 1766. 2) Αι τοΰ Σεγνερου τιραγ- 
ματεϊαι περί των μαθηματικών στοιχείων, έν Αιψία 1767. 3) Περί 
των εκκλησιαστικών διχονοιών, έν Πολωνία έκδ. 1768 έν 
Αιψία. 4) Μετά^ρασις τής Αίνειάδος τοΰ Ούεργιλίου και τών Γε- 
ωργικών έν Πετρουπόλει 1791-1792. 5) Περί τΓις έκπορεύσεως 
τοΰ Άγιου Πλεύματος 1797. 6) Αί καθ' "Ομηρον αρχαιό- 
τητες, έν Μόσχα 1804. 7) "Η Μεταί^υσική, έν Βιέννη 1805. 8) 
Τα άρέσκοντα τοις φιλοσό^οις, Βιέννη 1805. 9) Σχόλια εις 
τό Δ', ^ιόλίον τίΊς Γραμματικής τοΰ Γαζίι, έν Βιέννη 1805. 
10) Κίσαγωγίι είς τίιν Φιλθ(Το^ί(ΐν τοΰ Γραόεζάνδου, έν Μό- 



ΕΓΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟΓΛΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΓΤΟΓ 181 

σ/α 180δ. 11) Γεωμετρίας Τακουετίου |Λετά(|)ρασις, έν Βιέννη 
1805. 12) Στοιχεία Μεταφυσικής Γενουηνσίου, έν ΒιέννΥ| 1806. 
Κ'αΙ ταΰτα μεν τα κυριώτατα, προς τούτοις δ'δμως έγραψεν ό Βούλγα- 
ρις καΐ πλείστα άλλα μικρά καΐ μεγάλα συγγράμματα, γραμματικά, 
θεολογικά, φιλοσοφικά, έπιστολάς, έπιτομήν της ιστορίας τοϋ Γεωρ- 
γίου Καστριώτου κλπ. 

Περατώσαντες τά ως προς τον βίον τοΰ Ευγενίου καΐ τά ως 
~ρ6ς τήν συγγραφικήν αύτοΟ δράσιν, Βά έςετάσωμεν ιδία πρώτο'^ 
τήν Λογικην, παραλείποντες δσα ό Ευγένιος έχει γνωστά φιλο- 
σοφικά δόγματα παραλαβών παρά τοΰ Αριστοτέλους. Ή Λογική 
αύτοΰ προσφωνείται τω ύψηλοτάτω καΐ εύσεβάστω αύθέντττ] κυρίω 
Γρηγορίω Αλεξάνδρου Γκίκα Βοεβόδα ήγεμόνι πάσης Μολδοβλα- 
χίας. Έςεδόθη δε σπουδή τε και φιλοτίμω δαπάνη τοΰ Θωμά λίαν- 
δακάσσου τοΰ έκ Καστορίας εν Λιψία τω 1767. Έν άρχη της Λο- 
γικής προτάσσεται ή προσφώνησις, ταύτη δ' επακολουθεί προεισαγωγή 
χάριν των άναγινωσκόντων τήν Λογικην, έν ή έκτίθησιν δ Ευγένιος 
τήν χρησιμότητα της βίβλου, έξ ης, λέγει, καλούς καρπούς πας δύ- 
ναται ν' άποκομίση αναλόγως τοΰ κόπου, δν θά καταβάλη -ρος τήν 
τοΰ βιβλίου μελέτην. Προς τοις άλλοις αναφέρει ό Ευγένιος και τον 
σκοπόν, δι' δν τήν Λογικην συνέγραψεν έτι δε καΙ τόν προς μελέτην 
τρόπο"^, χάριν των ακροατών αύτοΰ, έν εϊδει σημειωμάτων, ι'να ού- 
τοι συγκρατώσιν έν τή διανοία τά υπό τοΰ διδασκάλου διδασκόμενα, 
διότι μέχρι τοΰ γ^ρόνο'ο εκείνου Λογική ελληνιστί συντεταγμένη ου- 
δεμία υπήρχεν έκδεδομένη. έν ω οί των σχολών διδάσκαλοι από στό- 
ματος έδίδασκον. πολλάκις και παρ' άλλων άβασανίστως παραλαμ- 
βάνοντες, έν οις πολλά τά τε ψευδή καΐ φαΰλα και τά άμαθίας όζον- 
τα. Έν τω τέλει τοΰ μέρους τούτου εγκωμιάζει ό Ευγένιος τόν (-)ω- 
μάν Μανδακάσην, ού τή προτροπ•^ καΐ τοις άναλώμασιν ίξεοοτο ό 
Ευγένιος τήν Λογικην. Της Λογικής προτίθησιν ό Ευγένιος προδια- 
τριβάς. ως ονομάζει, προεισαγωγικάς εις τόν περί Λογικής λόγον. 
ΙΙροέταξεν δμως καΐ τούτων πρώτοι, άφήγησιν προεισοδιώδη περί 
τής αρχής και τής προόδου τής φιλοσοφίας, περί τών φιλοσοφικών 
αιρέσεων καΐ τών ευδοκιμησάντων έν τή φιλοσοφία, είτα δ' επιτάσ- 
σει τάς προδιατριβάς ήτοι : 

1) "Όπως τταρεσκευασμένον χρείη ηκειν εις την φιλοσο- 



182 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚϋΤΣΑ 

(^ίαν και πώς αντην μετιτέον, 2) Των νοοτοποιών τ»ΐ, του 
γνωστικού δυνάιιει αιτίων τα μάλλον κεφαλαιώδη και τού- 
τίον ή έκάστω έπιβάλλονσ'α π^^οφυλακή τε και θεοαπεία, 
3) Περί των εν ημΐν γνωστικών δυνάμεων και τών κατ' 
αύτάς ενεργειών και περί έξεων, 4) "Ητις ποτέ ή «φιλοσο- 
φία και δσα αύτης τα μέρη. "Ητε. τάξις της περί αύτο'η' 
πραγματείας και η εξ αύτης ονησις. Μετά τάς προδιατριβάς 
ταύτας επιφέρει τα προ της Λογικής είωθότα λέγεσθαι ήτοι: 
Περί άρχϊχς. φύσείος. κλήσεο^ς, χρήσεως και διαιρέσεο^ς τίχς 
Λογικής. Ακολούθως διαιρεί την κυρίως Λογικήν εις βιβλία πέντε. 
ών εκαστον εις ϊδια κεφάλαια. Τα πέντε ταύτα βιβλία οιαλαμβάνουσι: 
τοΑ', Περί της πρώτης εννοίας, το Β'. Περί σκέιΐ/εως, το Γ'. 
Περί κρίσεο)ς, το Δ'. Περί διανοίας καΐ το Ε'. Περί μεθόδου. 
Έν τχι προεισαγωγική/ της Αογικης μελέτη περί της οι,ρχ'ίΐς τη; 
φιλοσοφίας καΐ τγ/ς εξελίξεως αύτης ό Ευγένιος σταχυολογών' άπδ 
αρχαίων συγγραφέων και σχολιαστών αποφαίνεται, δτι ή φιλοσοφία 
είναι θεόςδοτος, παρατηρών, δτι περί την φιλοσοφίαν ή μάλλον την 
σοφίαν, ήσχολήθησαν οι αρχαιότατοι λαοί άνατρέχων εις τους πα- 
λαιότατους γ^ρό^ους. Ή φιλοσοφία, λέγει, την αρχήν αύτης έχει άπδ 
τοΰ Κάϊν καΐ του Σήχου καΐ τών περί αυτούς περί την φιλοσοφίαν 
άσχόληθέντων. Οί σοφοί, λέγει, πρώτοι τών μυθικών χρόνων (σο- 
φούς δε λέγων, εννοεί τους παρατηρητάς της φύσεως) και οί ηρο- 
φήται και οί προφητικόν έχοντες το πνεΰμα έφιλοσόφησαν. 
Παρ' άρχαίοις Α?γυπτίοις υπήρξε φιλοσοφία, ή αστρονομία ήτοι αί 
της φύσεως ερευναι. Άλλ' ή φιλοσοφία τών λαών τούτων ήτο έμ- 
φυτος, τον δε τζρος την φιλοσοφίαν έρωτα τζρος εύδαιμονίαν εΐχον 
καΐ τζρος βεδαίο)σιν αναφέρει τον έν ΙΙρομηθεΐ τοΰ Αισχύλου μΰθον 
του Προμηθέως, δστις, λέγει, συμβολίζει την τοΰ ανθρωπίνου πνεύ- 
ματος εφευρετικότητα, και τήν τζρός τεχνικόν τι νέον τάσιν. Οί πρώ- 
τοι άνθρωποι παρατηροΰντες τον κόσμον άποροΰσι πώς συνέστη ό 
κόσμος καΐ διατί έγεννήθη καΐ τίνα σκοπδν έχει, (άκολουθεΐν έν τού- 
τοις τώ "Αριστοτέλει). Προς τοις Αίγυπτίοις κατόπιν αναφέρει και 
τους Χαλδαίους και Άσσυρίους και τους λοιπούς της Ασίας λαούς 
μάλιστα κρος τήν ψ.Χοηο^ίιχΊ κλίνοντας, προς τούτοις τους Θράκας. 
τους Εβραίους, τους Φοίνικας, τους Βαβυλωνίους, τους Σκύθας, τους 



ΕΥΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟϊ'ΛΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΓΤΟΓ 183 

Σίνας καΐ άλλους περί τήν φιλοαοφίαν άσχοληθέντας, οΐ'τινες περί άλλα 
τε καΐ περί τήν καθαρότητα τοΟ ούρανοΟ καΐ το έπόπεδον τής γης ήσχο- 
λήθησαν. \4κολούθως εξετάζων τήν αρχήν της φιλοσοφίας παραδέχε- 
ται, δτι παρά των ανωτέρω είρημένων λαών παρέλαβον οι Έλληνες τά 
φιλοσοφικά σπέρματα. οΓ ων τήν φιλοσοφίαν προήγαγον εις άκμήν 
τοις λοιποίς λαοϊς άνέφικτον. Παραδέχεται, δτι πολλοί των Ελλήνων 
φιλοσόφο)ν έσχον διδασκάλους άπό των λαών τούτων, δτι ό Πυθαγό- 
ρας αυτός μετέβη εις Αΐγυπτον, καΐ άλλα ών πολλά ανυπόστατα, κατά 
τάς νεωτέρας της επιστήμης έρευνας. Έ φιλοσοφία, λέγει, ήτο έμμε- 
τρος καΐ μυθική, ώς φαίνεται έκ τών τοϋ ^Ομήρου καΐ Ησιόδου επών, 
ή δε πρώτη χρήσις του δρου φιλοσοφία έγένετο Οπό του Πυθαγόρου. 

Ακολούθως αρχόμενος γραμματειακώς πως άλλ' όλως άκανονί- 
στως της τών διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων άφηγήσεως, εν τη 
διαδοχή της ίστορήσεως τών φιλοσόφων εξετάζει εν γενικο)τάταις 
γραμμαΐς απαντάς τούτους, χωρίς δ' όμως ν' άναφέρη τά συστή- 
ματα καθ' δλου της ιδίας φιλοσοφικής εκάστου τούτων διανοήσεως, 
άλλ' απλώς, μόνον τάς σχολάς αναφερών, καταλήγει μέχρι τών εν 
Ευρώπη κατά τους γρόνο'ος αύτοΰ φιλοσόφων 1ιθΐΙ)ηϊί;ζ, λΥοΠ, Γα- 
λιλαίου, Νβ\νΙοη, μή παραλιπών μηδέ τάς έπουσιωδεστέρας τών φι- 
λοσοφικών δοξασιών τών τε Ελλήνων και τών νεωτέρων φιλοσόφων 
ν" άναφέρη. Τάς ειδήσεις ταύτας τάς μεν περί Έλλήνοίν και εν γέ- 
νει τά περί τών της ανατολής φιλοσόφων παραλαμβάνει έκ τοΰ Εύ- 
σεβίου. Σουίδα, Λίωνος τοΰ Χ.ρ\}αοοτόμοΌ. Φωτίου, Διογένους του 
Λαερτίου καΐ τοϋ Αριστοτέλους, Πλουτάρχου, Πλάτωνος, τών Τρα- 
γικών, τοΰ Κικέρωνος και έν γένει τών κλασικών συγγραφέων και 
τών σχολιαστών αυτών, τά δε περί τών νεωτέρων, τών κατά τήν δύ- 
σιν φιλοσόφων, παραλαμβάνει καΐ παρ' άλλων αλλά κυρίως έκ τής 
ιστορίας τής φιλοσοφίας τοΰ Βταοΐίβι•. 

Μετά τάνωτέρω πραγματεύεται τήν πρώτην προδιατριβήν: "Οπως 
πα^)ΐ:σκϊ:υααιιένον χιρίι ηκειν εις την ^χλοαο^ίαν κα\ .πώς 
αι/τΐιν μετιτέον. Αίτιολογών τήν διατριβήν ταύτην λέγει, δτι ήτε 
Λογική καΐ ή Φιλοσοφία είναι έπιστήμαι, ή δε Αογική ώς μέρος τής 
φιλοσοφίας πρέπει νά έξετάζηται ύπό τοΰ μέλλοντος νά πραγμα- 
τευθή τήν Αογικήν, άφ' ου άλλως ή τής φιλοσοφίας έξέτασις έν γέ- 
νει προπαρασκευάζει εις τήν τής Αογικής. 



184 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

Προάγων τις είναι, λέγει, ή έςετασις τ-^ς φιλοσοφίας άλλα καΐ ό 
κροάγων ούτος άγων είναι. Το της φιλοσ&φίας "/.οίλον πολλοί αί- 
ροΟνται, ολίγοι δ' όμως ως αληθώς έφιλοσόφηααν, ήτοι δι' άφυίαν 
ή δια φαυλότητα. "Ινα τις γεύαηται φιλοσοφίας ανάγκη να η τέλειος 
ως τιρος την έγκυκλοπαιοικήν μόρφωσιν, να γνωρίζη καλώς και 
να μεταχειρίζηται τους δραυς τους φιλοσοφικούς. Να είναι βαθύς γνώ- 
στης τών ελληνικών γραμμάτων και να συγγραφή τα φιλοσοφικά 
αυτού συγγράμματα εν ρεούση γλώσση, «οί γάρ εν χυδαίω ν^ει 
(^ιλοαοφοϋντες άνοηταίνουσι νεανικώς», Ταύτα δε λέγων ό Ευ- 
γένιος βεβαίως δεν ένόει, οτι τά φιλοσοφικά μόνον συγγράμματα 
πρέπει νά γράφωνται εΙς καθαράν γλώσσαν, άλλ' εν γένει παν, οίας- 
δήποτε μορφγις σύγγραμμα, τούτου δε περιφανές παράδειγμα έαυ • 
τον παρέσχεν, εν άρχα'ίζοντι ύφει πραγματευσάμενος τά εαυτού 
συγγράμματα. Ό φιλοσόφων, λέγει, πρέπει νά ^ηρεύη την 
άλήθειαν μεν τη θεο^ρία, το αγαθόν δε τη πράξει, έχων 
δ' έρωτα προς την φιλοσοφίαν, νά θεωρη ταύτην ώς γά,μον 
άδιάζευκτον αύτω. Ούτε, λέγει, ή πληθύς τών φιλοσοφικών συ- 
στημάτων καΐ τών αιρέσεων, καΐ τών αρχών τό τε τζολΌύοξο^^ καΐ 
άντίδοξον πρέπει νά μετριάσωσι καΐ μαράνωσι τον προς την φιλοσο- 
φίαν έρωτα τοΰ φιλοσοφοϋντος, οϋτε οΐττος άναμετρούμενος 
την τυχόν άποτυχίαν εν τη φιλοσοφική αΟτοΰ δράσει ν' 
άπρακτη" πρέπει ν' ακόλουθη ώς προς την έκλογήν τών φιλοσοφικών 
συστημάτων την μεσότητα ή τασσόμενος εΐ'ς τίνα τών φιλοσοφικών 
σχολών νά είναι οπαδός αποκλειστικώς της μερίοος ταύτης, άλλα μετ' 
ενδελεχή μελέτην καΐ σαφή κατανόησιν απάντων τών φιλοσοφικών 
συστημάτων. Μεταξύ της δογματικής καΐ τής σκεπτικής φιλοσοφίας 
κρίνων τις πρέπειν ά προτίμηση την δογματικήν, άτε τής σκεπτικής 
άποκλειούσης πασαν περί ευρέσεως τής αληθείας σκέψιν και έρευ- 
ναν. Πάντων δ' άριστον, Ι'να ό φιλοσόφων η εκλεκτικός, ήτοι νά 
έκλέγη τάς άρίστας εκ τών φιλοσοφικών ?δεών και πεποιθήσεων. 
Έν τούτοις δ' όμως, λέγει, οφείλει μήτε τά δήλα ν' άθετή μήτε τά άδη- 
λότερα οϊεσθαι κατέχειν. 

Ακολούθως συμβουλεύει τω φιλοσοφούντι, Ι'να ή ανιχνευτής τής 
αληθείας ακριβής καΐ κριτής αδέκαστος ώς προς τήν τών φιλοσοφι- 
κών αφέσεων εκλογήν. "Ας μή ε!ναι, λέγει, προκατειλημμένος ό 



ί 



ΕΤΓΕΝ10Σ Ο ΒΟΪΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΤΤΟΓ 185 

μέλλων να φίλοσοφήσγ], άλλ' ελευθερία γνώμης καΐ ορθώ λόγψ κρι- 
νέτω, διότι ό προκατειλημμένος καΐ αν τι νέον ήτοι 6ρ%'/ παράσχη 
τττ) φιλοσοφία, τούτο δλως άσυνειδήτως και μηχανικώς θέλει πράξει, 
προτιμών να είναι μάλλον διαιτητής εν τη εξετάσει της φιλοσοφίας 
ή αντίδικος. 

Προκειμένου δε περί της φιλοσοφίας των εις τήν χριστιανικήν πίστιν 
αναφερομένων, ήμίν, λέγει, οΰτως άεΐ φιλοσοφείν πειρατέον καΐ δια 
παντός και έπΙ πάσιν αιρεΐσθαι το τω δρθώ λόγω σύμφωνον, μηδέν δε 
πρεσβεύειν της αποκαλυφθείσης εν ταϊς γραφαΐς αληθείας διάφορον. 
άφ'ού ουδαμώς άντιπίπτει ή φιλοσοφία προς τήν πίστιν. Περί Θεοϋ δέ, 
λέγει, μάλιστα καΐ κατ' αρχήν ό φιλοσόφων πρέπει ν' άσχοληθη έπι- 
φέρων «τί γαρ φιλοσοφία, άλλ' ή γνώσις θείων τε και ανθρωπίνων ;». 

Περί δε τοΰ ΘεοΟ του υπέρτατου τών όντων, τοΰ ακρότατου καΐ 
ύπερτελεστάτου, του πάντων πάντη ύπεριδρυμένου καΐ αύτοόντος καΐ 
άφ'έαυτοΰ δντος και τοΰ μόνου χορίου δντος, τοΰ δημιουργικού, τοΰ 
κινητικού, τοΰ συνεκτικού, τοΰ ά,-ίζείροΌ, τοΰ αύτοαγάθου, τοΰ αιωνίου 
καΐ Ότζεργ^ρόνου, τοΰ άπλοΰ καΐ άτρέπτου, τοΰ άφθαρτου καΐ αναλ- 
λοίωτου, πάντες οι φιλόσοφοι εν άρχη τοΰ φιλοσοφικοΰ αυτών συ- 
στήματος έπραγματεύθησαν. 

Μόνον, όπου άσυνάλλακτος ή φιλοσοφία είναι προς τήν πίστιν, 
εκεί πρέπει να πιστεύη ό φιλόσοφος καΐ να μή φιλοσοφή, το δέ «πεί- 
θεσθαι και μή έρευνάν» τότε όντως είναι άναγκαϊον. οίον εν τοις άπορ- 
ρήτοις της θρησκείας, πώς το ΰδωρ γίγνεται καθαρτικόν πνεύματος 
καΐ το ελαιον 7:ρ6ζενο'^ χάριτος καΐ πώς ό άρτος και ο οΐ'^ος εις 
Κυριακόν σώμα μεταποιείται. "Αλλως ταΰτα πάντη ξένα της παρ' 
άνθρώποις φιλοσοφίας καΐ γνώσεως. 

Έν τη Β'. προδιατριβη περϊ τών αίτιων, εξ ών ν;ωλνε- 
τοι ή τοΰ άνθρίάπου γνο^αχικη ενέργεια λέγει, ότι τα αί- 
τια ταΰτα είναι τέσσαρα τίνα: 1) το σώμα ίΊ το όργανικόν όν, 
2) αϊ δυνάμεις, όι' ών κατά γνώσιν πε(|ίύκαμεν ένεργεϊν, 3) 
τα τίις ιίτυχης κρατούντα πολλά πάθ>ι καΐ 4) ή αγωγή. Ταΰτα 
άναλύων ό Ευγένιος δια μεν το σώμα λέγει, οτι τοοτο είναι κώλυμα 
της γνωστικής τοΰ άν^ρώ-ου ενεργείας, δΓ ο πρέπει να είναι υγιές, 
διότι μόνον έν όγιεί σώματι καθαρά δύναται να ενυπάρχη διάνοια 
καΙ φιλοσοφία τελεία καΐ ορθή. 



186 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

Ή οϊ ψυχή, λέγει, οέν ~ρί~ει να ύπηρετττ/ τω σώματι άλλα του- 
ναντίον. Αποκρούει κατόκΐν τάς ότζερμίχροΜς τροφάς καΐ τον πολύν 
ύπνον, οιότι ταύτα είναι δουλικά και μάλλον προς τον ί^οσκηματοιοη 
|:ίίον προσαρμόζονται. Οι ο' εν σωματικώ πόνω ζώντες ώςπερ εν ^ορ- 
βόρφ ζώσι, ουδόλως μετέχοντες ευφυίας. Ή δε γνωστική του άν- 
θρωπου δύναμις, ήτις κατ' Εύγένιον αποτελείται έκ τής αίσθήσε(ος, 
τής φαντασίας, τής μνήμης καΐ τοΰ νοΰ. εάν μή είναι τελεία, είναι 
παρά τω άνΗρώπω το ^ιεύτερο'^ αίτιον τής εν τή φιλοσοφία άπατης. 
Προς άνάλυσιν τοΰ οζυx^ρ^•^ το'^xο'^ παραιτίου. 6 Ευγένιος δίδωσι 
τους ορισμούς των τεσσάρων ειδών τής γνωστικής τοΰ ά.ν^ρ(^)κο^^ 
ενεργείας. Έν έκαστη δ' όμως τών τεσσάρων τούτων δυνατόν νά ώσιν 
ελλείψεις ή ύπεροολαΐ ως λ. χ. ή τών υπέρ αισθησιν κρινόντων ή άφ" 
έτερου τών μόνον τάς αισθήσεις ως μέσον νοήσεο)ς ύπολαμοανόντων. 
Ακολούθως αναγράφει ορούς τινάς, δι' ών είναι δυνατόν νά άποφεύγη 
τις τάςτοιαύ τας κωλύσεις τής γνωστικής αύτοΰ ενεργείας, διότι και ή α"ί- 
σθησις καΐ ή μνήμη και ή φαντασία άλλα και ό νους αυτός πολλά- 
κις μή εύθίκτως χωροΰντα άλλ' άναγώγως καΐ ψευδώς, ήκιστα δέ 
τφ όρθω λόγω παρακολουθούντα, αίτια γίνονται απατηλής και ψευ- 
δούς διανοήσεως. Τρίτον παραίτιον άπατης τής γνωστικής τοΰ άν- 
θρωπου ενεργείας είναι τά πάθη «Πάθη δέ έπιπροσθεΐ μέν κυ 
λογικώ πυκνώς•, έπισκότεϊ δέ τω εκείνου φίοτι και υ,όνυν 
ούγ\ το όιχμα το νοεοόν άπούδένννοιν. Αναφέρει παρακατιών 
πλείστα εϊδη παθών σωματικών τε και ψυχικών, επιθυμίας και ορέ- 
ξεις, φόβους, θυμηδίας καΐ τέρψεις, ανίας καΐ λύπας. αλαζονείας και 
ελπίδας, άτινα πάντα άποτυφλοΰσι και άμαυροΰσι το τής ψυχής ήθος. 

Τέταρτον δέ παραίτιον κωλύσεως τής γνωστικής τοΰ ά,-^^ίρώτζο'^ 
ενεργείας είναι ή μή κατά τον προσήκοντα τρότζο^^ τοΰ άνθρωπου 
αγωγή και έκπαίδευσις και ή μή προς τήν όρθήν κρίσιν και διανόη- 
σιν άσκησις δι' ενδελεχούς καΐ ακριβούς μελέτΥ|ς και σπουδής, εξ ής 
ήτε περί τά μχθήματα έοεσις και ή τιρος τό είδέναι δρεξις εγείρεται, 
ύφ' ής πάλιν το θαυμάζειν προέρχεται, δθεν ή τής φιλοσοφίας άρχή'. 
Έν δέ τή τρίτη προδιατριβή. περΊ τών έν »\ιιίν γν(οστιΚ(ον δυνά- 
μεθα ν ι:αι τών κατ' αύτάς ενεργειών και περί έξειον, πάντες 
οί άνθρωποι, άρχεται λέγων, ή φύσεως έχοντες είσί. ταύτης και τής 
έπι τό γινώσκειν εύμοιροϋσι δυνάμεως. Φύσει ο" ο έρως προς τήν 



ΕΙΊΈΝΙΟΣ Ο ΒΟΓΛΓΑΡϋ: ΚΑΙ Τϋ ΕΙΤΟΝ ΑΓΤΟ) ΙΚΤ 

γνώσιν. Έπειοή δ" ή Ψ^χή; λέγει, ούναται να κρίντ) περί τούτοιν. διλ 
τούτο επιθυμεί καΐ επιχειρεί να γνωρίσγ|. Ακολουθών οέ τοϊ: τοΰ 
Αριστοτέλους Μεταφυσικοΐς έκτίθησι τον της γνιόσεως τρότζοΊ. όστις 
ουδέν άλλο είναι ή συνείδησις ή συναίσθησις ή συνεπίγνωσις ή τι 
τοιοΰτο την εις εαυτό σύννευσιν τοΰ γνωστικού εμφαίνειν δυνάμενο ν. 

Δια τών τρόπο>ν της γνώσεως διακρίνεται τό τε Βέλειν τοΟ μή Ηέ- 
λειν και τό αίρεϊσθαι τοΰ έκκλίνειν καΐ τό συντίθεσθαι τοΰ άπχρ- 
νείσθαι καΐ τό άληθεύειν τοΰ ψεύδεσθαι. 

Τέλος δια της γνώσειος, λέγει, διακρίνεται ή κατά τον Γάλλον 
0Θ80ίΐΓΐβ8 τοΰ άνΗρο)που ΰπαρξις «νοώ, εχ•\χι άρα». Γνωστικαι δυ- 
νάμεις είναι πρώτιστα και μάλιστα ή ψυχή. έτι δ" ο νους. ή φαντα- 
σία, ή δόξα. ή αΐσθησις. ή πρόςληψις. ή σκέψις. ή κρίσις και ή 
διάνοια. Πάντα ταΰτα εν έκτάσει άναλύων επάγεται έφ' εκάστου τού- 
των σχετικά παραδείγματα μετά πολλής ευφυίας και περί τήν τού- 
των έκλογήν λεπτότητας. Πραγματεύεται κατόπιν, ώς γνωστικής δυ- 
νάμεοίς και περί τής εξεως, ην άναλύίον συγκρίνει τζρος τους λοιπούς 
της διανοητικής τοΰ ανθρώπου ενεργείας. Έν δε τη τετάρτη η^ο- 
διατριβη: νίτις ποτέ έστιν ή ^ιλοσο^ία και οσα αντης τα 
ηερη. ή φιλοσοφία, λέγει, οοφίοι τζρότεροΊ καλούμενη καΐ ύπό τοΰ 
Πυθαγόρου προηον φιλοσοφία ονομασθεΐσα. ουδέν άλλο είναι ή ή τό 
δλον συμπασών τών λεγομένων επιστημών άποτελοΰσα επιστήμη 
επιστημών ανεξάντλητος και ουδέν πέρας έχουσα. Τήν φιλοσοφίαν 
άλλοι άλλως εκάστοτε ώρισαν λ. χ. οί έκ τής στοάς, δτι είναι 
γνώσις θείιον τε καΐ ανθρωπίνων, κατά δε Πυθαγόραν φιλοσοφία 
είναι ή τών δντο)ν γνώσις. ή όντα εστί, διά γάρ τούτου μιας εκά- 
στης τών επιστημών και δλου \ι.^ρο•^ς ή φιλοσοφία διέσταλται. Τήν 
φιλοσοφίαν μετά ταΰτα ώς τι μήτε άπλοΰν μητ' άμερές ούσαν. διαιρεί 
εις τρία μέρη: 1) τό λογικό ν, 2) το φυσικόν και ο) τό ηθιν.όν. 
Και ταΰτα κατά Σωκράτη, Πλάτωνα και τους Στωικούς. Κατά δε 
Αριστοτέλη ή φιλοσοφία, λέγει, διαιρείται εις δύο μέρη τό θεο^ρη- 
τικόν (δηλ. τήν άλήθειαν) και τό πρα»-,τικόν (δηλ. τήν πράξιν), εις ά 
ό Αμμώνιος προσέθηκε και τρίτον είδος τό λογικόν. Κατόπιν δ" δμοις 
και άλλοι άλλως τήν φιλοσοφίαν διείλον. άναλόγίος τής έκαστου 
τών φιλοσόφων άντιλήψεο)ς. Αναφέρει προς τούτοις και άλλας τής 
φιλοσοφίας διαιρέσεις, ας περιττόν νομίζομεν ένταΰθα ν' άναγράψωμεν 



188 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

πάσας, άρκούμενοι μόνον εις την άνοί-χριχφψ τίνων λ. χ. τήν Θεολο- 
γίαν, Ήθικήν, Φυσικήν, Οικονομικήν, Κοσμολογίαν, Μετεωρολογίαν, 
Φυσιολογί'αν, Τδρολογίαν, Ζωολογίαν, Ίατρικήν, Παθολογίαν, Γεω- 
μετρίαν, Άριθμητικήν κλπ. "Επειτα εξετάζει τίνες των επιστημών .αϊ 
πρωτεύουσαι. Περί τούτοΌ, λέγει, είναι φανερόν, δτι πρέπει τις να 
προτάαα'^ τάς έπιστήμας έκείνας, παρ' ων αϊ λοιπαι τάς ιδίας αυτών 
αρχάς πορίζονται. Διότι αρίστη καΐ ασφαλέστατη είναι ή μί^οοος ή 
άπό τών γνωστών έπι τα αγνοούμενα, ή έκ των απλών έπΙ τα σύν- 
θετα. Ή δ' άφ' ης τάς αρχάς αϊ λοιπαΙ έπιστημαι λαμβάνουσιν 
έστΙν ή Μετα^νσικτΊ, συν ταύτη δ' δμως συντακτέον και τήν Λογι- 
κήν. Τούτων ή μεν είναι αρχική, ή δ' αποδεικτική, ούδ' είναι δυνα- 
τόν τούτων έκατέραν τις νά πρόταξη, της ετέρας οΰτως άναποδεί- 
κτου χωρίς της άλλης ούσης. Έν εΐ'δει δ' όρισμοΰ ακολούθως άνα- 
γράφει τί εκαστον τών φιλοσοφικών τούτων ειδών εστί. Αογική λέγει 
είναι ή επιστήμη, δι' ης ό νους (5ώννυται τήν τε κρίσιν καΐ τάς αλ- 
λάς ενεργείας αύτου οξύνεται. Διά δε της πρώτης φιλοσοφίας τών 
έν τη ψυχή λογικών σπερμάτων ήρεμα πως αναπτυσσομένων και 
προαγόμενων, δ τε έν τοις νοτιτοίς κατά βραχύ παρεμποιεϊται προςε- 
θισμός και ή περί της ανωτάτης τών θεωριών άναγενναται δεξιότης 
καΐ ευμάρεια. Διά της περί ψυχής επιστήμης το σφάς αυτούς έπιγι- 
γνώσκειν κέρδος άποφερόμεθα, τών μαθημάτων το θείον όντως και ως 
κάλλιστον διδασκόμενοι. Τέλος διά της θεολογίας «και αυτήν τήν 
άκροτάτην και άκήρατον άναπτερούμενοι φύσιν καΐ τών περί αυτήν 
νοουμένων τελειότατων τάς όρθάς έπικαρπούμεθα υπολήψεις, αθεΐας 
εξ ίσου άπέχεσθαι διδασκόμεθα και της ουδέν εις άτοπίαν ελάσσονος 
δεισιδαιμονίας». Ταΰτα, ως έν τώ της Αογικής κειμένω έχουσιν, άπα- 
ραλλάκτως, παραλαβόντες, έκ φόβου μήπο)ς διαστρέψωμεν τάς περί 
τών φιλοσοφικών επιστημών του Ευγενίου ιδέας, άναγράφομεν το έν 
τέλει τοϋ κεφαλαίου έπιφερόμενον Πλατωνικον εκείνο, δτι διά της επι- 
στήμης τών επιστημών, της φιλοσοφίας, βελτιούμεθα τάς ψυχάς καΐ 
οδηγούμεθα εις εύοάιμονίαν καΐ εύεξίαν, άπαλλαττόμενοι τών έκ τοΰ 
σώματος έν τώ κόσμω παθών, δαο"^ έν ήμίν δυνατόν, ουδέν άλλο ή 
θνήσκεινμελετώντες, ϊνα, ούτω παρεσκευασμένοι, εις τον κατά φύσιν 
έπανέλθωμεν βίον, ούτινος ουδείς ούδ' άγαθώτερος και θειότερος ουδέ 
τελειότερος καΐ εύδαιμονέστερος τω άνθρώπω εστίν. Έν δξ: τώ 



ΕΓΓΕΝΙΟΣ Ο Β0ΊΤΛΓΑΡ1Σ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΤΤΟν 189 

εΐοταγωγικώ εις την κυρίως λογικην κεφαλαίω αναφέρεται ό 
λόγος εΙς την οι,ρχψ, φύσιν, κλησιν, τ. ε. όρίσμόν, χρ-ΐρΐΊ καΐ οιαί- 
ρεσιν της λογικής. 

Δείςας β Ευγένιος εν τοις έμπροσθεν, δτι ό άνθρωπος έκ φύσεως 
είναι γνωστικόν δν. επάγεται νΰν, δτι τοΟτο ακριβώς το γινώσκειν 
ουδέν άλλο έστΙ η άληθεύειν, δπερ ούδ' άεΐ πρόχειρον ουδέ τοις πασιν 
έφικτόν. Ταύτην δε την έκ φύσεως έν ήμϊν οΰσαν δύναμιν, δι' ης τάς 
εν ήμΐν διευθύνοντες διανοητικάς ενεργείας καΐ κρίσεις, έπιτυγχάνο- 
μεν του άληθοΰς, ονομάζει ό Ευγένιος δύναμιν λογικην, καΐ αΰτη 
είναι, (ός γνωστόν, τοις πασιν άνθρώποις έμφυτος, δι' δ δη καΐ λογι- 
κοί οι άνθρωποι καλούμεθα. Άλλα της εμφύτου ταύτης λογικής ούχΙ 
πάντες ποιούνται έπ'ΐσης χρησιν, και ή διαφορά α5τη προέρχεται 
ήτοι έκ της ψυχής ή έκ τοΰ σώματος ή έκ της αγωγής, τοΰ συνεθι- 
σμοΰ καΐ της συνασκήσεως, ων άλλοι άλλως τυγχάνόυσι, άπερ άλλως 
παλαιόθεν παρετηρήθησαν, ήτοι, τό τε ποικίλον και τζοΧΰτροτζον, καΐ 
το υπίρο^/^ΟΊ και ελλιπές της ευφυίας ή δεξιότητας των ποικίλων τών 
ανθρώπων διανοητικών ενεργειών. Τινές μεν οξέως τινές δέ καΐ 
συνεσκεμμένως φρονοΰσι καί τίνες άδαώς καΐ άταλαιπωρήτως. ΚαΙ 
τό μέν μη ορθόν φευκτέον ως είς άλογίαν τεΐνον, διωκτέον δέ το 
ορθόν. Αΰτη δ' είναι ή έμφυτος λογική, ής οΐ κανόνες παντί τω όρθώ 
λόγω χρωμένοί άνθρώπω εισίν αυτοδίδακτοι, έν αντιθέσει προς την 
έπίκτητον λογικην, ήτις προήλθεν έκ της εμφύτου τω άνθρώπω λογι- 
κής, ήτις ολίγον κατ' ολίγον διεμορφώθη έν αρχή μηδέν πλέον ή τους 
κανόνας ορίζουσα τοΰ λογισμού. Συν τω χρόνω δ' ήτε συμπλήρωσις 
καΐ ό λόγος καΐ αι αίτίαι τών τής λογικής κανόνων καθωρίσθησαν. 

Πρώτος Ζήνων ό Έλεάτης έγένετο ιδρυτής τής λογικής αν μή ό 
Παρμενίδης, άφ' ου καΐ τοις \)<3τζρον τής ογ^ολης ταύτης όίργτ^γοίς 
διεδόθη ή ταύτης μελέτη μέχρι τινός, μεθ' δ παρακμασάσης τής δια- 
λεκτικής, καΐ ή λογική τέλεον έξηχρειώθη. Τέλος δια τοΰ εξ Αγ- 
γλίας Βάκωνος καΐ τοΰ Γάλλου ϋθδΟΒΓίθδ, τοΰ ΐ-οΐνΐίθ και τοΰ 
\\^θ1£ ή λογική διεμορφώθη δι' επιστημονικής μεθόδου. 

Ό Ευγένιος διαιρεί μετά ταΰτα τήν λογικην είς δύο, 1) εις έμφυ- 
τον καΐ 2) είς έπίκτητον καΐ τούτων πάλιν τήν μέν έμ<|υτον 
διαιρεί 1) είς τήν κατά δΰναμιν καΐ 2) &1ς τήν κατά διάθεσιν, 
τήν δ' έπίκτητον διαιρεί 1) ε^ς τήν κατά τέχνην καΐ 2) εις τήν 



190 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

κατ' επιστήμην. Όρίζων μετά ταΟτα *καατον των ειδών τούτων 
έπιπροατίθησιν, οτι ή λογική είναι επιστήμη καΐ τζρδς τοΟτο ούοεί; 
πρέπει ν' άντιλέγΊ^]. ώνομάσθη δε διαφόροις εκάστοτε ονόμασιν. ήτοι: 
διαλεκτική, οργανική, κανονική, λογική, ήτις προς τούτοις είναι 
εύχρηστος, ως δξύνουσα την οιάνοιαν καΐ ένδυναμοΰσα αυτήν ώς 
κλίμας δε, δι* ής άνερχόμεθα εις την της επιστήμης γνώσιν είναι 
χρήσιμος, άλλα καΐ ώς οδηγός εν ταϊς τζρος άλλοις όμιλίαις καΐ συν- 
εντεύςεσι καΐ εν ταΐς καθ' ήμέραν πράςεσιν. 

Μετ' ολίγα δε τίνα εισέρχεται εις τον περί του τί έστι ή πρώτη έν- 
νοια λόγο ν. Έντεΰθεν αρχόμενος τοΰ κυρίως περί λογικής Ηέματος. 
ό Ευγένιος εξετάζει κατά πρώτον τί έστΙ νους, παρατηρεί δ' οτι 
νους είναι ή εν ήμΐν αύτοίς περιοΰσα δύναμις, δι' ής αντιλαμβανό- 
μεθα ημών εαυτών και τών παρ' ημάς, τοΰ δε νοϋ το Ιρ^{0Ί, λέγει, 
είναι το νοεΐν δήλον δτι, το έννόημα, άλλ' δ νους δεν είναι άπλοΰς 
και αδιαίρετος, άνευ ειδών, άλλ' είναι δυνατόν νά διαίρεση τις αυτόν 
εις παρατγ^ρητικόν νουν, παραβλητικόν νουν ή άναθεωρητικόν ή 
άφαιρετικώς ή προσθετικώς ή νουν μνημονικόν. Πρώτη τοΰ νοΰ ενέρ- 
γεια είναι ή απλή. Είναι δε πρώτη έννοια ή εις ταύτό τοΰ νοΰ καΐ τοΰ 
νοητοΰ κατά ψιλήν έπιθεώρησιν σύνοδος, ή πρώτη πάσης οίαςδή- 
ποτε τακτικής ενεργείας. Γνωρίσματα δε ταύτης καταλέγει, 1) ότι 
είναι πρότερα πασών τών άλλων, 2) δτι είναι συμπλοκή τοΰ νοΰ και 
τοΰ νοουμένου παραστατικώς και 3) δτι είναι ψιλή τις έπιθεώρησις 
άνευ καταφάσεως ή άποφάσεο)ς. 

'Ονομάζεται δ' ή πρώτη έννοια επιβολή νοΰ καΐ προσογ-ίΐ καΐ άν- 
τίλγ^ψις ή πρόςληψις ή πρόληψις κατά τους στωικούς, είδος δε παρ' 
Αριστοτέλη, ιδέα δε κατά Πλάτωνα. Αναφέρει μετά ταΰτα καί τινας 
δριο\ιοΐ)ζ τών νεωτέρων φιλοσόφων περί της πρώτης εννοίας, μεθ' δ 
εισέρχεται εις τήν αυτής της εννοίας και τήν εκάστου τών ειδών αυτής 
εξήγησιν, κατά τε τους της αρχαιότητος και τους νεωτέρους φιλοσό- 
φους. ΓΓροσεπιφέρει δ' είτα τάς τών εννοιών πηγάς ήτοι τά α'ίτια, τα 
παντοίας νά έπενέγκωσι τη ψυχή μεταβολάς δυνάμενα, άτινα είσΐ 
1 ) ό δημιουργός τής ψυχής, 2) αύτη ή ψυχή καΐ 3) το σώμα το περί 
αυτήν. 

Αι δε ποιότητες, αιτινες διά τών αισθήσεων μεταβιβάζονται εν τή 
ψυχή παράγουσι τάς εννοίας, εφ' ών δι' έκάστην αϊσθησιν οέν δκνεί 



ΕΥΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟΓΛΓΑΙΜΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΥΤΟΥ Η.» Ι 

δ Ευγένιος να καταγράψγ/ πλείστα τταραοείγματα. μεΒ' ο. κατά το 
αυτό άναλυτικόν σύστημα, έςηγεϊ τας ουτο) οια του σιόματο; τη ψυχή 
προςγιγνομένας έννοιας. 

Είς• το οεΰτερον κε^άλαιον περί διαφοράς των είδώχ• 
καχ τώλ' ί'ννοιών και τοόπίον παντοίοον, των εννοιών, λέγει. 
αί μεν ττάντη άπγ|λλαγμέναι ύλης καλούνται ειλικρινείς καΐ καΗα- 
ραί, ώς ή τοΰ Ηεοΰ, ή της ψυχής, ή της βουλήσεως, ή του εν τη ψυχγ, 
νοϋ και άλλαι. αί οέ μη καθαραί. ήτοι μετά τίνος υλικοΰ. -άΗους 
έκφερόμεναι. αί'τινες είναι οιτται αί μεν οιά τίνος των αίσΗητηρίο)ν 
τταραγόμεναι κινήσεις, οια τα αισθήματα, αί δε κατ' έπιστροφήν ψυ- 
χής έπι Λα άλλοτε ποτέ γεγονότα των αισθημάτων . Προσέτι αί μεν 
των εννοιών είναι άπλαΐ. αί οέ μή άπλαΐ και έκεΐναι μεν καλούνται 
-ρώτισται και στοιχειώδεις, ων ουδεμία είναι δυνατή άνάλυσις. αύται 
δε άναλυταΐ ώς εις απλουστέρας να διαιρεθώσιν δυνάμεναι. 

Καταλέγει περαιτέρω και άλλας διαιρέσεις, περί (ον σημειοϋμεν 
τούτο μόνον, ες όσων λέγει, οτι και άλλας διαιρέσεις θα ήδύνατό τις 
"ίσως να επινόηση αναλόγως της εκάστου ανθρώπου διαφόρου άγο)- 
γής, τοΰ εθισμού και τών νομίμων. Εισερχόμενος μετά ταΰτα εις το 
περί διαφοράς τών εννοιών κατά τον τρόποΊ. καθ" ον έν τώ νώ του 
ανθρώπου σχ^ηματίζονται. καταλέγει πολλάς τοιαύτας π. χ. τάς 
εναργείς ήτοι ευκρινείς και διακριτάς και τάς γνωρίμους ή συγκε- 
χυμένας, τάς γνωριστικάς καΐ αγνώριστους τάς πλήρεις και μή, τάς 
αληθείς και ψευδείς και άλλας. Και έν τω ακολουθώ κεφαλαίοι κατα- 
λέγει τάς διαφοράς τών συγκεκριμένων καΐ τών αφηρημένων εννοιών. 
τους διαφόρους δήλον οτι τρόπο\^ς τοΰ τών εννοιών σχηματισμού, ήτοι 
της συγκρίσεως, της συνθέσεως, της επαναλήψεως της συγκυρώσεως, 
της περιστάσεο)ς, της ΰπολήψεως και άλλας, ες ών παράγει τά δύο 
είρημένα είδη τών εννοιών, ας πάλιν διαιρεί εις φύσει και μή φύσει. 
Μετά δε ταΰτα εξετάζει την χρήσιν και τάς μορφάς τών αφηρημέ- 
νων εννοιών, πάντα παρά τοΰ "Αριστοτέλους παραλαμβάνων. 

Έν τω τετάρτω 'κε«1)αλαίω περί βάθους και πλάτους εν- 
νοιών, ορίζει, οτι βάθος εννοίας τίνος ή περίληψις είναι τά δΓ ών 
έκάστγ, τών εννοιών συνίσταται καΐ συναπαρτίζεται γνωρίσματα. 
Επειδή δε τών εξ ών έκαστη έννοια σύγκειται γνο)ρισμάτο>ν είναι τά 
μέν αναγκαία τά δ' ενδεχόμενα, δια τοΟτο και το βάθος είναι ότέ 



192 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

μεν άναγκαΐον. ότέ δ' ένοεχόμενον καΐ το μεν άναγκαϊον είναι το 

ούαιώδε; το δ' ένοεχόμενον το επουσιώδες. 

Και ουσιώδη μεν ονομάζει τα ,γνωρίσματα εκείνα, ών άνευ δεν 
είναι δυνατόν ούτε να ύπάρχγ] ουσία ούτε να νοηθ^, επουσιώδη δ' 
ονομάζει τα μη εις την ούσίαν αναφερόμενα, άλλ' ε^ς την εννοιαν, 
ταΰτα δ' υποδιαιρεί εις πραγματικώς χωριστά καΐ άχο^ριστα. 

Πλάτος δε ή εκτασις εννοίας καλείται, λέγςι, το μια καΐ μόνη 
νοερά εποπτεία έφαρμόζειν την εννοιαν προς πολλά των δντων έν 
αύτη περιλαμβανόμενα. Το δε βάθος καΐ το πλάτος άποτελοΰσι την 
δλην εννοιαν. Κατόπιν διαιρεί τάς εννοίας εις έπΙ [ΐερους ήτοι πάντη 
άπλατεΤς καΐ εις τάς εν τι μόνον δηλούσας εννοίας τελείως δε συγ- 
κεκριμένας, ας πάλιν διαιρεί εΙς μερικάς καΐ ένικάς ή φύσει και καθ' 
έαυτάς καΐ φύσει και ημών (γνώσει) και εις τάς καθ' δλου εννοίας. 
Ή καθ' δλου έννοια έχει, λέγει, πλάτος καΐ άοριστίαν, άτινα γίνονται 
δι' αφαιρέσεως, ήτις είναι ίργον ίκΐΊοίτ,ζ,. Κατά δε την διαφοράν τών 
οΰτω τή αφαιρέσει νοουμένων γνωρισμάτων, διαιρεί τάς καθ' δλου 
εννοίας εις ουσιώδεις καΐ επουσιώδεις. Έκ τούτων δε τών διαιρέσεων 
προκύπτει ή πεντάς τών καθ' δλου νοημάτων ή εννοιών κατά Πορ- 
φύριον δηλαδή το γένος, το είδος, ή διαφορά, το ίδιον, καΐ το συμ- 
, βεβηκός. Έν τούτοις, ως είναι δήλον, ακολουθεί τω Άριστοτέλει. 
Ακολούθως έν ίδίω κεφαλαίω πραγματεύεται περί ορισμού καΐ 
διαιρέσεως, ακολουθών και έν τούτοις τω Άριστοτέλει πιστώ:. 

Έν όέ τω περί κατηγοριών κεί^αλαίω, τών διανοημάτων, 
λέγει, ύπάρχουσι κοινωνίαι καΐ οικειότητες άλλα και πλεΐσται οσαι 
πολλαχόθεν αί διαφοραί. Διά τοΰτο οι φιλοσοφοΟντες έθεσαν στάσεις 
τινάς καί οραυς^ καθ' ους πάσα Ιίίοι% γίνεται ευσύνοπτος και εύπερί- 
ληπτος. ϊούς ορούς τοΰτους, λέγει, οι μεν ώνόμασαν φωνάς (ενταύθα 
εννοεί Άρχίταν τον Ταραντΐνον), οί δε καθ' δλου κατηγορούμενα, οΐ 
δε στοιχεία τών δντων (ώς ό Κοϊντιλιανός) οί δε σχήματα κατηγο- 
ρίας, (ως ό Αριστοτέλης) ή κατηγορίας απλώς ή γένη γενικώτατα. 

Αί δε πρόοδοι αί από τών κατωτάτων διά τών ανωτέρω αεί χω- 
ροΰσαι προς τά ανώτερα ονομάζονται κατηγορίαι. 

Ώνομάσθησαν δε κατηγορίαι, λέγει, διότι δι' αυτών κατηγορεΐ- 
ταί τι κατά τίνος εννοίας από τοΰ γενικωτάτου μέχρι τοΰ κατωτά- 
του είδους. Μετά τόν όρισμόν το^τοΊ καταλέγει τάς διαιρέσεις τών 



ί 



ΕΥΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟΥΛΓΑΡίΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΤΤΟΥ 193 

κατηγοριών, οίς οιαφεΐ 1) εις τάς κατηγορίας, τάς καΟ' έαυτάς ύφε- 
στώσας καΐ 2) ε?ς τάς κατηγορίας τάς έν έτΙραις το είναι έχουσας, 
ήτοι χωρίζει είς δύο τά γένη αυτών 1) τών ουσιών καΐ 2) των συμβε- 
βηκότων. Όμοίως διαιρεί καΐ την ούσίαν ως και τό συμβεβηκος είς 
ποικίλα είδη. Ούχ ήττον, λέγει, τάς κατηγορίας δύναταί τις τριχη 
νά διαίρεση δήλα οή 1) ως τζρος τό γένος τών δντων, 2) ως προς τό 
τών προσόντων καΐ 3) ως τζρος τό περιόντων ή καΐ εΙς πέντε κατά 
Πλάτωνα, ήτοι είς οο'^ίοι.'^, ταυτότητα, ετερότητα, κίνησιν καΐ στάσιν 
αλλά και εις επτά, καΐ εις δέκα δύναταί τις, λέγει, 'κατ' Αριστο- 
τέλη, νά διαίρεση. Τήν εις δέκα κατ' Αριστοτέλη, διαίρεσιν πραγ- 
ματεύεται δ Βούλγαρις άναλύων έκάστην τούτων, "Επειτα πραγμα- 
τεύεται περί σημείων εννοιών ήτοι περί δρων δυνάμεως. Τάς έν κρύ- 
πτω, λέγει, της ψυχής άνακινουμένας εννοίας, δι' ενδείξεων σωμα- 
τικωτέρων έμφανίζομεν, δήλα δη διά κινημάτων, ήτοι νευμάτων ή 
φωνών ή εικονισμών παντοίων ή, πολλάκις, καΐ αυτή τη σιγή καΐ τή 
ακινησία χρώμενοι, καθιστώμεν γνωστόν τοις άλλοις τί έστι τό έν 
ήμΐν διανοητόν ή βουλητόν. Σημεΐον είναι, λέγει, απλώς τό ένάγον 
τους προςέ-χοντας αύτώ εις εννοιαν τινός. Σημεία δε προ πάντων τών 
εννοιών είναι μάλιστα τά διά φωνητικών οργάνων ίνάρ^ρως σχημα- 
τιζόμενα άπηχήματα ήτοι αι φωναί, αί,'τινες καΐ άπονώτερον εκφέ- 
ρονται καΐ πλήθει καΐ ποικιλία τών άλλων διαφέρουσι. Τάς δε φω- 
νάς δύνανται οΐ άνθρωποι άμα τή διανοήσει αμέσως νά έκφέρωσιν. 
Είναι δε ταΰτα σημεία, ούχι εκ φυσικής τίνος ορμής παραγόμενα, 
αλλά κατά συνθήκην και από σκέψεως. 

Λιά τοΰτο δε μάλιστα τά σημεία ταΰτα παντοίως κατά έθνη καΐ 
χώρας ποικίλλουσιν, είναι δε τό όνομα καΐ τό ^ήμα. Έν τοις έξης ανα- 
γράφει κατά τάξιν ορούς τινάς, οίο"^ τήν φάσιν, τήν κατάφασιν καΐ τήν 
άπόφασιν, τήν πρότασιν. τό άξίο)μα, τό ^^■λροΊ και τό πέρας τής προτά- 
σεως και άλλας μοργοίς δρων, σαφηνίζων αΰτάς διά παραδειγμάτων. 

Έν δε τω περί ϋκέ^^εως κεφαλαίω, οι από τών πρώτων εν- 
νοιών άπερισκέπτως έπΙ τό κρίνειν ευθύς επισπεύδοντες, δεν χω- 
ροϋσι, λέγει, συμφώνως τή φυσική τοΰ νοΰ ενεργεία, ούδ' ορ^ώς 
κρίνουσι, όμοιάζουσι δ' ούτως τοις άμασήτως εις τόν στόμαχον τά 
σιτία παραπέμπουσιν. Τοΰτο λέγει ούδ' ασφαλές πάντοτε είναι ουδέ 
δυνατόν ούδ' ώφέλιμον, δθεν καταφανής είναι ή τής χρήσεως τής σκέ- 

13 



Α«1Ι.ΝΑ, ΤΟΜ. 



194 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

ψεως ανάγκη, διότι δια τη; σκέψεως το άμήχανον, χαλεπόν καΐ επι- 
σφαλές της κρίσεως απομακρύνεται καΐ ταύτης πρέπει να ποιηται 
χρησιν ό ορθώς περί των πραγμάτων ν' άποφανθη προτιθέμενος. 

Αναγκαία ούσα ή σκέψις, είναι, λέγει, ενέργεια τις τοΟ γνωστικού 
επομένη μεν τη προςλήψει ηγουμένη οέ τΫ)ς κρίσεως έπΙ των αοΎιλο- 
τέρων. Είδικώτερον δε και άκριβέστερον, σκέψις, κατ' Εύγένιον, είναι 
εποχή της κρίσεως μετά της προογιχοόητις προσοχής και έρεύνης έπΙ 
των μή κατανοουμένων. Μετά οέ ταΰτα τίθησιν δρους τινάς αρμονι- 
κής, ώς λέγει, και δικαίας σκέψεως, ους παρατηρεί εν τέσσαρσιν 
γνωστικαΐς καταστάσεσι και δή 1) εν τη τής αγνοίας, 2) έν τη τής 
περινοίας, 3) έν τή τής υπονοίας καΐ 4) έν τή τής άμφιγνοίας, ών αί 
μεν δύο πρώται άπαλλάττουσιν ημάς τής σκέψεως αί οέ δύο δεύτεραι 
εΙς άπορίαν δικαιοτάτην έμβάλλουσιν. Τοσαΰτα καΐ περί σκέψεως. 

Ιίερχ αληθείας κα\, τίτεύδους, περί ^εβαίου και πιθανόν 
καχ περί άπατης. Όρίσας ό Ευγένιος προηγουμένως, δτι διά τής 
σκέψεως, είναι δυνατόν να ευρέθη ή ορ^Ύΐ οιανόησις, ό ορθός συλλο- 
γισμός, δτι δήλα δή είναι δυνατόν ούτω νά ευρέθη και χωρισθή το 
αληθές από τοΰ ψεύδους καΐ απατηλού, έν τοις εξής εξετάζει τό 
αληθές καΐ τό ψευδές έν συγκρίσει προς τους διαφόρους τοΰ δια- 
νοείσθαι τρόπους, ήτοι έπι τής πρώτης εννοίας, έπΙ τής συνθέτου, 
έπΙ τής συμπεπλεγμένης εννοίας, έπΙ των ορισμών των τε δνοματω- 
δών καΐ πραγματωδών, έπΙ τής διαιρέσεως. έπΙ τής σκέψεως, καΐ έπι 
τής αποφάνσεως. Μετά ταΰτα ορίζει, ότι αλήθεια είναι ή ανεπί- 
δεκτος, κατά τό ραλλον ή ίιττον, διαφοράς, (ακριβής και 
απλή και ή έν τη συμφωνία και τη. ταυτότητι βασιζόμενη 
παράστασις του οντος. Ψεΰδος ο' έστΙ τουναντίον τής αληθείας, 
ήτοι παράστασις σαλεύουσα έν έτερότητι καΐ διαφωνία, πολυσχιδής 
και παντοίως καταπεποικιλμένη. Ή δέ περί τά καθ' ε να τών άνο»- 
τέρω τρόπων άνενδοιάστως έγγιγνομένη τή ψυχή γνώσις, εν άκλινεί 
και άκλονήτω πληροφορίίχ, δτι οΰτως έχει και ούκ άλλως τό ύπ' 
αυτής γινωσκόμενον, καλείται [ίεβαιότης. Τήν βεβαιότητα διακρίνει 
είς τήν κατά τό ύποκείμενον, τήν κατά τό άντικείμενον και τήν κατά 
τά μέσα. Τάς δέ τής βεβαιότητος διακρίσεις διαιρεί είς πλείονας, έξη- 
γών έκάστην τών διαιρέσεων τίς εστί και όποιον τι είδος τής διανοη- 
τικής ενεργείας απαιτεί, ίΐρός τό ^ίέβαιον άντιδιηρηται, λέγει, τό πι- 



ΕΓΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟΓΛΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΛΓΤΟν 195 

Βανόν. διότι τοΰτο ήκιστα είναι Ι^ΙέΓίαιον. Είναι οέ πιθανόν το οιά τί- 
νων ΛΟγϋ)ν καΐ πίατεοιν πλειόνων ή ελασσόνων ασθενέστερων ή ίσχυ- 
ροτέρ(<)ν άλλ' ούχΙ αναγκαίων ούο' άναντιρρήτο)ν πάντιτϊ κατασκευατ 
ζόμενον. Τό πιθανόν, λέγει, είναι διάφορον 1) τοΰ αδυνάτου, 2) τοΰ 
δυνατού, 8) τοΰ εύδόςου, νίτοι τοΰ δοκοΰντος ούτω μεν ένί, άλλως δ' 
έτέρω και 4) τοΰ πιθανού, τοΰ κατά τήν ποίησιν. Προς δε τούτοις τδ 
πιθανόν, ώς εκ των πίστεων, έφ' ών ερείδεται, είναι άλλοτε μεν μάλ- 
λον, άλλοτε δ' γ^ττον παραδεκτόν. Εντούτοις υπάρχει μεγίστη ανάγκη 
της διακρίσεως τοΰ άληθοΰς, έρειδομένου έπΙ της άληθοΰς πίστεως, 
άπδ τοΰ ψεύδους η άβεβαίου, διότι άλλως υπολαμβάνει τις και τα 
σφαλερά άντι |3εβαίο)ν καΐ ασφαλών. 

Έν μικρΦ "^^"^^ κατόπιν κε^αλαίω, περ\ των δια^)όρων βαθ- 
μών πιθανολογίας και της τοΰτο^ν αυτών άνακρίσεο^ς, λέγει. 
δτι αί πιθανότητες πρέπει να νοών ται κατά ραθμούς ή κατά μέρη 
άνισα τζρος άλληλα. Και κατά μεν τήν εποψιν τοΰ μέτρου τών πιθανο- 
λογιών αί μεν καλοΰνται. μείζονες αί δ' ελάσσονες, κατά δε σταθμόν, 
ήτοι βάρος αί μεν βαρύτεραι. αί δέ κουφότεραι, κατά δε δύναμιν αί 
μεν ίσχυρότεραι αί δέ άσθενέστεραι. Τάς διαιρέσεις ταύτας τών πιθα- 
νοτήτων δι' ολίγων σαφηνίζει παρατιθέμενος καί τίνα παραδείγματα 
~ρος σαφεστέραν κατανόησιν. Περαιτέρω εις το περί ειδών τίις 
κριτικής κεφάλαιον, πάντοτε, λέγει, το πιθανόν, πρέπει οπό σκέψιν 
να Οπάγηται, τη δέ σκέψει νά επακόλουθη ή επίκρισις, ήτις άλλοτε 
μεν τοιαύτη, άλλοτε δ' άλλη είναι, εξ ών παντοϊαι αί της κριτικής μέ- 
θοδοι, ών τάς έπισημοτέρας καταλέγομεν. Και δή τιρΟηοΊ όριστέον τήν 
κριτικήν. Κριτική, λέγει, είναι ή μέθοδος, ήτις εξετάζει πώς 
πρέπει τις νά σκέπτηται, και πώς νά κρίνη διά τινοον φαινο- 
μένων η διδομένων τά όπο^ςδήποτε διαλάνθάνοντα η άμφι- 
δοξούυενα. Είδη δέ τής κριτικής είναι 1) ή Συμβολική ,2) ή Αογική 
και 3) ή ΙΓραγματική. Συμβολική μεν είναι ή εξετάζουσα καΐ έρμη- 
νεύουσα τά δηλούμενα διά τίνων σημείων. Αογική δ' ή έκ τών κειμέ- 
νων όρων τδ δρθδν τοΰ λόγου και έΕηκριβο)μένον έν διαφερούσαις 
ίδέαις τεχνολογοΰσα. Πραγματική δ' ή τά νενοημενα ύπ' -άλλων ή 
πεπραγμένα ή συμβαίνοντα ή έσόμενα ή τά όπωςδήποτε όντα καΐ γινό- 
μενα εξετάζουσα. Έκ τούτιον τήν Συμβολικήν εις τήν Σχηματικήν καΐ 
τήν Λεκτικήν διαιρεί. Και πάλιν τής Συμβολική; κριτική; είδη έπά- 



196 ΕΥΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΪΑ 

γεται 1) τήν 'Ονειροκριτικήν 2) τήν Φυσιογνωμικήν, ής μέρη είναι ή 
Μετωποακοπία και ή Χειροσκοπία καΐ 3) τήν Ίεροφαντικήν, οΐ'α ή 
παρ' Αίγυπτίοις, ήτις παρεξηγείται τα αινίγματα, τους γρίφους κ.λ.π. 
Της δε λογικής κριτικής, ήτις το έντεχνον τής συγγραφής ακρι- 
βολογεί πέντε εισΐ τα είδη ή Γραμματική, ή Ποιητική, ή Τητορική, 
ή Αφηγηματική καΐ ή Δογματική. 

Τήν δε πραγματικήν κριτικήν διαιρεί ε^ς πέντε εϊδη τήν έρμη- 
νευτικήν, τήν ίστορικήν, τήν πολιτικήν, τήν πρακτικήν και τήν φυ- 
σι-κήν. Τφ κεφαλαίω τούτω έπονται δύο έτερα συμπληρωτικά αύ- 
τοΰ ήτοι το πεοχ δρο^ν διεοηηνευτικης και συγγραμμάτων 
γνησίων η νόθων και το περί τοϋ πιθανοϋ των ύπ' άλλων 
μαρτυρουμένο3ν και ίσιορουμένων. Τίχ κεφάλαια ταΰτα άπο- 
τελοΰσι μέρος τοΰ περί κριτικής κεφαλαίου. Πραγματεύεται δ' εν 
αύτοϊς ό Ευγένιος πώς δύναταί τις ασφαλώς νά έρμηνεύη τα διάφορα 
χωρία τών συγγραφέων, πώς να μεταχειρίζηται τάςτών λέξεων δια- 
φόρους σημασίας και έκδοχάς, πώς να κρίνη τά συγγράμματα άνευ 
τινός προκαταλήψεως καΐ πάθους, πώς νά πολυπραγμονή εν τοις χω- 
ρίοις, εν οΐς δυσκολία τις περί τήν αυτών κατανόησιν υπάρχει καΐ 
πώς θά έκφέρη εκάστοτε τάς επί τίνος συγγράμματος κρίσεις αύτοΟ. 
"Οτι πρέπει δήλα δή άναγκαίως ό σύγγραμμα τι πραγματευσόμενος 
πρώτον τοΟ συγγραφέως τον βίον και τίς ΟΌΧος υπήρξε νά έςετάση, 
μεθ' δ νά κρίνη αν τά υπό τοϋ συγγραφέως αναφερόμενα εισι αληθή 
ή νόθα εξετάζων τάς έν τοις διαφόροις χβιρογράφοις γραφάς, έλεγ- 
χων τό βάσιμον καΐ αληθές τών τοΰ συγγραφέως ειδήσεων προς δ' 
ετι καΐ τήν ϋφήν και τόυ χαρακτήρα τοΰ λόγου καΙ πλείστα άλλα. 
Έν δε τω περί πιθανού τών ιστορουμένων κεφαλαίω, έκτί- 
θησιν ό Ευγένιος πώς τι; πρέπει νά έξετάζη τό γνήσιον τών ίστο- 
ρο'^\ιν^ωΊ ή τών υπό τίνος λεγομένων. Λι' άπάτην, λέγει, πολλάκις 
μεταδίδουσιν άλλοι ήμίν ειδήσεις ή εξ έλευθεροψευδίας αρκούντως 
έπιτετηδευμένης καΐ δι' έσφαλμένην τής ειδήσεως πηγήν καΐ διά τόν 
χαρακτήρα τοΰ ίοχοροΰ^ηος καΐ διά πλείστας άλλας αιτίας ψευ- 
δώς αί ειδήσεις υπό τοΰ συγγραφέως ήμΐν μεταδίδονται, ως καΐ δι' 
ελλειψιν άσφαλοΰς κριτικής τοΟ συγγραφέως περί τήν τών διαφόρων 
πολλάκις άντιφασκουσών άλλήλαις ειδήσεων παραδοχήν. Όμοίως 
συμπληρών έν έτέρίο κεφαλαίω τά περί τής κριτικής, πραγματεύε- 



ΕΓΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟΓΛΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΤΤΟΤ Γ.•Τ 

ταί καΐ περί τνΊς κριτική; τών παρ" έκάστω έθνει ηθών και έ^)''μων 
και των ροτζώ'/ της ψυχΫ^ς καΐ των επικλήσεων κλπ. μερών τΫ^ς κα- 
λούμενης υπ' αύτοΰ πολιτικΓκ• κριτικής. Εξετάζει δήλα δη τά τε 
ήθη και τά Ιθιμα, τήν αρχήν αυτών, προς δ' έτι τά καθήκοντα 
καΐ τά διάφορα αυτών εϊδη. Άναγράφο)ν δ' ολίγα τίνα περί τών 
της ψυχής ροπών εν σχέσει προς τά ήθη. αναφέρει τάς ψυχικάς δυ- 
νάμεις τάς συντελούσας εις τον τών ηθών και τών εθίμων αχηματι- 
σμόν, ως είναι ό νους, ή |5ούλησις ετι δε καΐ δεξιότητας, οΐαι είσΐν ή 
ευφυΐα, ή κρίσις, ή μνήμη, ή ελευθερία, ή προαίρεαις, το αύτεξού- 
σιον, έτι δε τά πάθη. αί αλλοιώσεις τούτεστι της ψυχής και άλλα. 

Έν δε τώ έπομένω κεφαλαίο) περί της είκαστικϋς κριτι- 
κής ήτοι περί τοΰ πώς δυνατόν κριτικώς νά γνωρίση τις τά φυσι- 
κώς μέλλοντα γενέσθαι και τά κατά τάς άνθρωπίνας πράξεις συνε- 
χίζει τον συμπληρωτικόν περί κριτικής λόγον. 

Ή πρόγνωσις, λέγει, τών έν τη φύσει μελλόντων νά συμβώσιν^ 
εξαρτάται εκ της επιμελούς παρατηρήσεως τών φαινομένων, εις άτινα 
πολλάκις συμπαρομαρτεί καΐ το ζητούμενον, εξάγεται δ' δμως ή πρό- 
γνωσις καΐ διά τής μετά κρίσεως συνοδευομένης παρατηρήσεως, ως έν 
ταΐς φυσικαϊς έπιστήμαις συμβαίνει λ. χ. έν τη ιατρική. Άλλ' ου μόνον 
έν τη φύσει, αλλά καΐ έπΙ τών ανθρωπίνων ηθών καΐ προαιρέσεων 
καΐ τών πράξεων είναι δυνατή τις πρόγνωσις, διά τής τοΰ συμφανοΰς 
και 6μολό'(0^^ τών παρωχημένοιν εξετάσεως και τής τοΰτο)ν ακριβούς 
καΐ πλτ^ρους επιθεωρήσεως. Ταύτας δε λέγει τάς έξεικαστικάς επι- 
κρίσεις εξετάζει ή φιλοσοφία, του λυσιτελούς ένεκα και τοΰ ωφελί- 
μου, διότι ό δυνάμενος ευλόγως και πιθανώς ν' άποδεικνύη τά συμ- 
βησόμενα αύτώ. προικονομεΐ μεν τά καθ' εαυτόν αγαθά, απομακρύ- 
νει δ' άπ' αύτοΰ τά αντίξοα. ΚαΙ έν τοις εξής δ', δπως τών έν τη φύ- 
σει (^(ΐινομένων τάς αιτίας πιθανώς θηρώιιεθα, συνεχίζει τον 
περί κριτικής λόγον. Ή φυσική κριτική, λέγει, ής ίδιον ερ'(0'/ είναι 
τών αιτίων τών έν τη φύσει συμβαινόντων και τοΰ τρόπου τής εκάστου 
τούτων υπάρξεως ή έξέτασις, ασχολείται και περί τής πείρας, ήτοι τής 
εμπειρίας, δι' ής μάλιστα έδραιοϋνται τά κατά τήν Φυσιολογίαν δόγ- 
ματα και τών αιτίων τά λανθάνοντα καθίστανται δήλα. Διαφέρει, λέγει, 
τής πείρα; το φαινόμενον, διότι το μεν υπάρχει άνευ τής παρασκευής 
καΐ τή; έπινοίας ημών αυτόματο ν και ολω; άνεπιτεχνήτως. ή δε 



198 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚυΛΟΚΟΤΣΑ 

πείρα παράγεται εξ ημών αυτών 5ιά παντοίων τρόπων παρατηρή- 
σεως, δπως λ. χ. δι' όρ^ά^ων φυσικών, ηροζ τήν των φυσικών φαινο- 
μένων παρατήρησιν. Και άλλη δέ τις διάφορα υπάρχει μεταξύ πεί- 
ρας καΐ φαινομένου, οτι δηλον δτι τούτο μεν είναι κοινή τις.καΐ ογ^- 
μώδης πείρα πρόχειρος τω τυχόντι. εκείνη δ" είναι ιδιάζον φαινόμε- 
νον τών την φύσιν εξεταζόντων. Ή δέ κοινότερα καΐ δημώδης πείρα 
διαιρείται εις έξωτερικήν καΐ έσωτερικήν, και ή μέν τινι τών έξω 
αισθητηρίων έστι ληπτή ή δέ δια της συναισθήσεως. Έν τοις έξης 
παρέχων κανόνας τινάς, καθ' ους πρέπει να σχηματίζηται ή πείρα 
και άντιδιαστέλλων δια παραδειγμάτων την πεΐραν τοΰ φαινομένου, 
ήτοι τοΰ γενικού καΐ άείποτε φανερού από τοΰ ειδικού φαινομένου, 
λέγει, δτι πάντα ταΰτα ούδ' δλως διαφεύγουσι της περί λογικής πραγ- 
ματείας, διότι ή λογική ουδέν άλλο έργον έ^ει ή προς έπί- 
τευξιν της αληθείας να ενθΰνη τον νουν, άναλύουσα τοΐ/ς 
παντοίους της σκέ\|;εως τρόπους και δι' αυτών όδηγοΰσα 
εις την όρθην έξή,γησιν και διασά^ηοΊν τών εκάστης έπι- 
στ/ιμης θεωριών. Έξετάσας ό Ευγένιος πρώτο^^ περί εννοίας και 
οξ,ύτερο'/ περί σκέψεως, ως μεσαζούσης τίνος μεταξύ σκέψεως καΐ κρί- 
σεως, ήδη προβαίνει εις τα περί κρίσεως. Την κρίσιν, την ένέρ- 
γειαν ταύτην της ιΐ/υχης οι παλαιοί ούχ ούτως ώνόμαζον, άλλ' 
άπόφανσιν. Είναι δέ κρίσις. λέγει, ή ενέργεια της γνωστικής δυνά- 
μεως συνοπτική ή διαστατικ'ή, άπόφανσις, ην έν νοερά τινι κατανεύ- 
σει ή άνανεύσει ή ψυχή επιφέρει τοις ύφ" εαυτής νοουμένοις, διότι 
ήτοι τις τα έννοηθέντα οίκείο)ς άλλήλοις καΐ τιροσφυώς έχοντα συν- 
τίθησι κατανεύσας ή άλλοτρίως έχοντα καΐ άμείκτως διαχωρίζει. Ή 
κατά τήν κρίσιν νεΟσις τής ψυχής είναι ή δια του καταφατικού ναι 
έκφερομένη. ή δ' άνάνευσις δια του άποφατικοΰ ου. 

Ή κατά τήν κρίσιν ενέργεια είναι απλούστατη, έκτελουμένη έν δλως 
άδιαιρέτψ χρόνψ, εκφέρεται καΐ περί δλου τινός λόγου, και περί δλου 
τινός ζητήματος καΐ περί δλης βίβλου και δή περί παντός, όπερ υπά- 
γεται υπό λογισμόν και σκέψιν άλλ' δμως ή κρίσις είναι απλή, ει καΐ 
πολλά είσιν τα καθ' έαυτά κρινόμενα καΐ δια διαφόρων εννοιών παρι- 
στάμενα τή ψυχή. Λήλον, έν τούτοις, δτι ή κρίσις δύναται να είναι ή 
περί ενός ή περί πολίώψ πολύ δέ συντελεί εις τήν κρίσιν τό βούλε- 
σθαι καΐ το συντιθέναι ή διαχωρίζειν τα πολλά. Άλλ' δμως πάσα 



ΕΓΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟϊΛΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΓΤΟΓ 199 

κρίσίς οέν εΐναι ελευθέρας [3ουλ-/|ς έπιγέννημα, διότι προς τούτο πρέπει 
άείποτε εν αύτγ^ να έπικρατΫ/ ή αλήθεια, ή πάντων των ανθρωπίνων 
λογισμών επικρατούσα, ήτις πάντοτε δεν είναι καταφανής, δι' δ ή 
κρίσις πολλάκις αμφίβολος έστιν ως λ. χ. τί ήθελε τις άποφανθή έπΙ 
τού έροίτήματος αν ό τής άμμου αριθμός είναι περιττός ή άρτιος; ούτε 
το εν. λέγει, ούτε το έτερον δύναται τις να εϊπγ), και έν τούτοις άναγ- 
καίως τό εν εκ των δύο πρέπει να συμβαίνγ). Έν τοις έξης του περί 
κρίσεως κεφαλαίου ό Ευγένιος έπραγματεύθη κατ" Αριστοτέλη. 

Έν δε τω περί διανοίας λόγου κεφαλαίο) τώ τής ψυ/ής λέγει, 
διανόημα είκότως τις δύναται ν' άποκαλέση κίνησιν του γνωστικού. 
δΓ ής τούτο μεταβαίνει από τού ενός εις τό 'ίτζροΊ. Ή ψυχή. λέγει, 
μεθίσταται από νοήματος εις νόημα δια κινήσεως, δΓ ο καΐ διανοείν 
τούτο ώνόμασται. ήτοι διαβιβάζεσθαι από τής μιας έπΙ τήν έτέραν 
νόησιν. 

Έ διανόησις είναι αδύνατος, λέγει, έπΙ των άξιωμάτοιν, διότι έπΙ 
τούτων οϋτω σαφίος ή των ορΜΊ κρος αλλήλους εμφαίνεται σχέσι: 
και οΰτω προς αλλήλους συνέχονται, όίστε ουδεμία κίνησις είναι δυ- 
νατή, επομένως ή διανόησις αδύνατος. Έφ' εκάστης διανοητικής 
εφόδου αί μεταβάσεις είναι, λέγει, ισάριθμοι τοις οροις. "Οθεν έχο- 
μεν έν τούτοις εποπτείας τής ψυχής νοητάς και αδιανόητους δηλ. 
προτάσεις άςιωματικάς καΐ άναποδείκτους. έκ δύο δρων άνευ τού μέ- 
σου, όπου φανερά είναι ή τού νοΰ στάσις. μετάβασις δ' ουδεμία γί- 
νεται. "Αλλάς δ' εχομεν έκ τριών ορω^/ και μεταβάσεων άποδεικτικάς 
δΓ ενός μέσου ή και έκ τεσσάρο)ν ή και έκ πέντε μέσων. Τέσσαρα 
δ' είναι τα συμπληρωτικά και συστατικά τής διανοήσεως 1) ή των 
μέσων εϋρεσις. 2) ή τών μεσούν ευρεθέντων διάταξις 3) ή καθ" έκά- 
στην μετάβασιν τής συνεπείας σαφής και πλήρης άντίληψις μέχρι τής 
εσχάτης καΐ 4) ή έν τώ νώ άδιάπτο)τος σ(;)ζομένη τών τζρο'ίΐ'γοΌμν^ίϋ'/ 
σχέσεων έννοια. 

Μετά ταύτα ό Ευγένιος επάγεται τής ούτω συμπεπληρωμένης δια- 
νοίας τάς τρεις διαιρέσεις, ων τήν πρώτην καλεί ήγούμενον, τήν δευ- 
τέραν έπόμενον και τήν τρίτην συνέπειαν. Ταύτα διά μακρών άνα- 
λύων πραγματεύεται περί έκαστης τούτων ?δία ήτοι περί τε τού ηγου- 
μένου και περί τού ζ^ζο[ιί'^0'^ και περί τής συνεπείας. 

Εν δί: τω έπομένω κεφαλαίφ δίδωσιν ό Ευγένιος τον όρ\- 



200 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

σμον τον επιχειρήματος, δπερ λέγει είναι ή διάνοια, ή υπό των 
ένδιαθέτων διανοημάτων έπι τα δια των φωνητικών ορχά'^ων άπηχού- 
μενα προκύπτουσα, άκριβέστερον δ' δμως ορίζει, οτι είναι λόγος καθι- 
στάς βεβαίαν την άδηλον και άμφισβητουμένην άπόφανσιν, δια λόγων 
αναμφισβήτητων καΐ γνωρίμων κατεσκευασμένην. Είναι δ' ό λόγος ή 
προφορικός ή πιστωτικός, ούτινος μέρη είναι 1) ό συλλογισμός, 2) ή 
επαγωγή καΐ 3) τό παράδειγμα, ϊάς περί των τριών τούτων ειδών 
θεωρίας παραλαμβάνει ό Ευγένιος εκ τοΟ Αριστοτέλους, δι" ο περί 
τούτων ενταύθα τοΟτο μόνον λέγομεν, δ,περ εν τέλει τών περί παρα- 
δείγματος λεγομένων, επάγεται <ντό μεν ούν παράδειγμα πλατύτερον 
ήμϊν δοκεϊ, ή ως τώ^'Α^ιστοτέλει, πίστις δν, σαφώς τών δια συλλογι- 
σμού καΐ τών κατ' έπαγωγήν ειδών διαφέρουσα». "Ομοίως τω Άριστο- 
τέλει συμφωνών, ορίζει πάντα τα είδη τών σιτλλογισι,ιών. εν οίς 
περί τε τών εύμεθόδων και τών αμέθοδων, ήτοι περί ενθυμήματος 
καΐ σωρείτου, καΐ περί απλών και συνθέτων συλλογισμών και περί 
αναγωγής συλλογισμών και περί διλήμματος, ή, ως ονομάζει, κερα- 
τόεντος διλόγχου συλλογισμού καΐ περί αναγωγής συλλογισμών και 
περί τής εΙς αδύνατον απαγωγής καΐ περί αποδείξεως καΐ περί εύδό- 
ξου ή πιθανού ή τοπικού συλλογισμού και σοφιστικών ελέγχων. 

Έν τω τελευταία) ττις λογικϊις κε(|)αλαίω ό Ευγένιος 
πραγ^α,ατεύεται περί της Μεθόδου, πεοι ής ό^είλομεν δια 
βραχέων τινά να έκθέσΌ^μεν. 

Μέθοδος, λέγει, είναι ή έν ταϊς κατ' έπιστήμην γενομέναις με- 
λέταις εΐίλο^ος και πρέπουσα τών νοουμένων οικονομία, καθ' ην χω- 
ροΟντες κατά τάξιν και κατά τό πρότερον καΐ 'ύοτζρον ευκόλως και 
εύεπιβόλως, συνάγομεν τό ογ.οπο\)\ΐξ.νον τέλος τής γνώσεως, δι' όδοΟ 
ευπόρου και εύστιβοΰς άπροσκόπτως άπλανώς και ασφαλώς προς τό 
σπουδαζόμενον τής επιστήμης πέρας βαίνοντες. 

Ή μέθοδος είναι άπλίι η μεικτή. Και τής μεν άπλ-ής μεθό- 
ρου είναι τοσαΟτα τά εΐ'δη, δσα και αί διανοητικαΐ ένέργειαι, δι' δ ή 
\ιί^οοος τό πάλαι Ιτι διήρητο εις όριστικήν, διαιρετικήν ν.<Α συλλο- 
γιστικήν, άναγωγικήν καΐ άπαγωγικήν, άντιθετικήν καΐ άντιστροφι- 
κήν, τήν τής ισοδυναμίας, καΐ εις άλλας πολλάς διαιρέσεις. 

Τής δε μεικτής μεθόδου τά είδη είναι τρία τά κυριώτατα Γ) τό 
κατά ηελέτην, 2) τό κατ' έκθεαιν καΐ ο) τό κατ' (Ιντίθεσιν. 



ΕΓΓΕΝΙϋΣ ϋ ΒϋΓΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΠΌΓ 201 

Έκ τούτων τήν μεν πρώτην καλεί [ΐε^οοο'^ ευρέσεως, τήν οέ δευτέ- 
ραν μί^οοο'/ διδασκαλίας, τήν δε τρίτην μί^οοΊ προςδοαλέςεϋ)ς. 
Ταΰτα τα είδη της τε απλής καΐ της μεικτής μεθόδου άναλύων, 
δίδωσι τους κανόνας, καΟ' ους μεΟοδικώς δύναται τις ήτοι να όρίση 
τι, ή να διαίρεση, ή να μερικεύση καΐ καθολικεύση, ή μεθοδικώς 
να πραγματευθή τα αξιώματα και τα αιτήματα, τα θεωρήματα καΐ 
τα προβλήματα, Ι'να επαγάγη τους αποδεικτικούς λόγους αληθείας 
τινός. Όμοίως ορίζει πώς κατά \ιί^οοο'^ δύναταί τις να εύρίσκη τήν 
έπιστημονικήν άλήθειαν, να μελέτα καΐ πάσαν εν γένει διανοητικήν 
έργασίαν μεθοδικώς να ποιήται. ΙΙρός πάντα ταΰτα δίδωσι πολλούς, 
ώς εΐρηται, κανόνας, ών τινας ούχι περιττόν χρίνομε^^ ν'άναγράψωμεν. 

Ούτως εν τφ περί της εν μελέται; μεθόδου, ήτοι περί Αναλυ- 
τικής τίθησι ηρώτοΊ κανόνα, οτι ή περί ζητήματος τίνος πραγμα- 
τεία πρέπει ώς οίον τε ακριβώς καΐ πανταχόθεν καΐ πολυπραγμό- 
νως το ζήτημα να έξετάζη. Οι ορισμοί ζητήματος τίνος πρέπει να 
ώσιν ανελλιπείς τόσον, όσον και απέριττοι. Τα σύνθετα ζητήματα 
πρέπει ν' άναλύωνται &1ς άπλα και περί τούτων, ών ή λύσις επάγε- 
ται εύχερεστέραν τήν καΐ τών λοιπών μάλλον συνθέτων λύσιν, νά 
διαλαμδάνη τις κρότερο^^. Πανθ δσα διά τών ανωτέρω κανόνων 
επιστημονικώς τή σκέψει συνετάχθησαν νά σημειοί κεφαλαιωδώς 
καΐ εύτάκτως, γράμμασιν ή σχήμασι τζροςγοώς και καταλλήλως 
χαρακτηρίζων καΐ διαστέλλων. Νά χωρίζη τά ζητούμενα λ. χ. εί τι 
έστΙ καΐ τί έστι και ποιόν τι έστΙ κτλ., χωρίς εκαστον τούτων πραγ- 
ματευόμενος. Και εν μεν ταϊς έννοίχις νά θηρεύη το εναργές και 
ευκρινές, εν δε ταΐς κρίσεσι το ασφαλές καΐ βέβαιον, εν δε τοις 
διανοήμασι το όρ%ν καΐ άναγκαΤον. Έκ δε τών σαφών και ωμολο- 
γημένων έπΙ τά ήττον σαφή και ί!5έβαια νά χωρή. Έάν δ' ετι ή τοϋ 
ζητουμένου εύρεσις μετ' ενδελεχή και έπανειλημμένην μελέτην άπο- 
βαίνη αδύνατος, πρέπει εν τέλει νά όμολογή τις το άνεπίλυτον τοϋ 
μελετήματος ή έν γένει το κατ' αυτόν τουλάχιστον δυςεπίλυτον. 

\Λ.ντιστρόφως λέγει τζρδς τήν άναλυτικήν με%οοο^ |3αίνει ή Συν- 
θετική, ής όμοίως δίδωσι κανόνας τινάς. Ό μέλλων δήλα δή νά 
πραγματευθή πραγματείαν τινά πρέπει μεθοδικώς νά διέλη ταύτην 
εις μέρη καΐ εϊδη |5αίνων ακολούθως, καΐ έκ τών έπι μερο\}ς εις τά 
καθ' δλου, μή παρεισάγων σκέμμα τι ίδιον όλως άβασάνιστον και 



202 ΕΥΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛϋΚΟΤΣΑ 

τοις άλλοίς άπαράοεκτον μηδεμίαν προς τα έν τ^^ πραγματεία οχον 
σχέσιν. 'Οφείλει προσέτι να προσδιορίζω/ άκριβέστερον τα έν τττ^ 
πραγματεία αναφερόμενα οιά σημεκόσεων εκτός και κάτωθεν του 
κειμένου σημειουμένων και αναγομένων εις γενικώτερα ή είδικ(ί)τερα 
του ζητήματος μέρη, ών ή έν τω κειμένίο παράΟεσις είναι αδύνατος. 

Έφ' εκάστου ζητήματος κρώτο'^ τις πρέπει να θέση τον όρισμον 
καΐ την διαίρεσιν αυτού, μεθ' ά να έπιφέρη τα αξιώματα, τά αιτή- 
ματα, τα πορίσματα και να τηρη έπι τών έκτιΗεμένο>ν φυσικήν τάςιν, 
έν άρχη δε τών [ίιβλίων ή κεφαλαίων της πραγματείας να προδια- 
γραφή τάς υποθέσεις και τάς αρχάς. 

Μηδέν να προσπαθη τις ν' άποδεικνύη δια πλειόνων, όπερ άλλως 
δι' ολίγων είναι ίκανόν να πείση. 

Ουδεμία, λέγει, ταυτολογία έφ' οιουδήποτε ζητήματος επιτρέπε- 
ται, όχληρόν τι και ιχΐίί^οο:/^ ουσοι., ούχ ήττον απλή τις άνακεφα- 
λαίωσις πολλάκις επιβάλλεται. ΓΙολλαχού και ή τών παραδειγμάτων 
επιβάλλεται χρήσις προς διευκρίνησιν τών έν τοις κανόσι αναφερο- 
μένων. Προ πάντ(ον δ" όμως τού σαφούς, λέγει, της ερμηνείας τω 
έγχειρούντι τη διδασκαλία μελετώ. Τούτους τους κανόνας, ου; ο 
Ευγένιος έν τώ περί Μεθόδου κεφαλαίω ώρισε, δΓ ολίγων μέν και 
βραχυτάτων, πλην άλλα σαφώς, πρασεπαθήσαμεν να διεξέλθωμεν. ϊ'να 
μη το κάλλιστον τούτο της λογικής μίρος παρελθωμεν. έν ω μάλι- 
στα τό τε έπιστημονικόν και ευκρινές καΐ το καθαρόν καΐ άφελέ; 
της τού Ευγενίου διανοήσεως καταφαίνεται. 

Τω κε(()αλαίω τούτω έτερον, δΓ ου τό δλον του Ευγενίου σύγ- 
γραμμα συμπληροϋται. ήτοι το περί της Μεθόδου της κατ' αντί- 
θεσιν, ήτοι της Προδιαλεκτικης έπεται, περί ου δΓ ολιγίστων αμέ- 
σως θα διαλάβωμεν. 

Την έν ταΐς διαλέξεσιν έμπειρίαν, καθ' ήν δια κανόνο>ν καΐ 
τρόπων ή δόγμα άλλου τίνος ή άτοπον τι έπιχειρούμεν ν' άναι- 
ρέσωμεν ή τό -(ιμίτερο"^ δόγμα αληθές προσπαθούντες ν' άποδεί- 
ξίομεν. τά παρά τών άντιδοξούντων προβαλλόμενα αποκρούοντες. 
και ταύτα οΓ εύστοχων απαντήσεων ή ερωτήσεων κατορθούντες, τήν 
έμπειρίαν λέγει, ταύτην πρέπει νά όνομάσωμεν μί^ίοοο'^ αντιθέσεως 
ή προςδιαλεκτικήν. Κατά δύο δε τρόπους είναι δυνατόν νά διαλεχθή 
τις προς τίνα, ή δΓ έρο)τήσεο^ν καΐ απαντήσεων, ώς ό Σωκράτης καΐ 



ΕΙΓΕΝΙΟΣ Ο υΟΓΛΙΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΜ'ϋΝ ΛΙΤΟΓ 203 

ό ΙΙλάτων ίποίουν, ή εν είδει συλλογισμών καΐ ένυυμν,μάχίον. ώ: οί 
εκ τΫ|ς στοάς καΐ οϊ -εριπκτητικοί καΐ οί κακοζήλω; τγ^ οιχλεκτικν, 
χρησάμενοι σχολαστικοί, οί'τινες προ; τοΙς άλλοις καΙ οιαπληκτιζό- 
μενοι ενίοτε οιελέγοντο. Και της οιαλεκτικης ταύτης, (όσπερ καΐ τη: 
άπλης και μεικτής μεΗόοου, κανόνας τινάς τίθησιν ό Κύγένιος. 

Τω τε -ροϊσταμένίο και τώ προςοιαλεγομένί;) -ρέ~ει να ύπάρ/η ή 
προαπαιτούμενη παρασκευή και ή των εις τον προκείμενον λογον 
ακριβής γνώσις. δι' ο ον καλόν πεπαιδευιιένον άπαιδεύτοις 
διαλέγεσθαι, ώσπερ ουδέ νήφοντα μεθύουσιν. Όμοίως ορίζει. 
ινα μή προτρέχη ή γλώσσα τοΰ νου, άλλα οι' ήσυχου ψυχής και οια- 
Ηέσεως είρηναίας έπΙ τάς διαλέξεις να προβαίνωμεν. άπεχόμενοι των 
σοφισμάτο)ν και τών στωμυλιών, διότι χοΟτο ειναί τι μειρακιώοες, 
ν" άντιλαμοανο)μεΒα ο' όμοίως τών λεγομένων, μή έκλαμζάνοντες Οπό 
διάφορον εκάστοτε σημασίαν τάς λέξεις. Ό ένιστάμενος πρέπει νά 
δηλοϊ το ζήτημα, 6 δε προϊστάμενος νά έλέγχη τούτο παραδεχόμενος 
ή αποκρούων. ΚαΒ' δλου δε πάν το σοφιστικον περί τε τήν τών ονο- 
μάτων ε-κοογ^ι'^ και περί τήν τών εννοιών, καΐ το φιλόνικον καΐ δύσερι 
πρέπει νά άποφεύγη ο διαλεγόμενος. Οΰτως ό Ευγένιος συμπληροί 
τήν δλην της Λογικής πραγματείαν. 

Μετά τήν τών εν τή Λογική του Ευγενίου εκτεθειμένων πραγμα- 
τείαν. όφείλομεν. το έφ' ήμΐν. νά έςενέγκο)μεν κρίσεις τινάς περί τε 
του ίρ^(θ'ΰ τής Λογικής και ίδία περί αύτοΰ τοΰ ανδρός. καΗ' δλου 
ως φιλοσόφου, καθ' δσον έ: αυτής τής Λογικής ήδυνήθημεν νά κρί- 
νωμεν καΐ προς τοΰτο Ηέλομεν διαλάβει μετά πάσης ειλικρίνειας, Βαυ- 
μάζοντες δήλον οτι εν τοις Ηαυμαστοΐς τον μέγαν διδάσκαλον. άλλ' 
ουδαμώς εν τούτοις άποκρύπτοντες και τά (ομολογημένα σφάλματα 
αύτοΰ, διότι και κατ" αυτόν τον Εύγένιον. εν τούτ(ι) ακριβώς έ'γκειται 
ή επιστημονική περί τίνος ζητήματος κρίσις καΐ πραγματεία. 

'Γό 'έρ'(0Ί τοΰ Ευγενίου τούτο, δπερ φέρει τήν έπιγραφήν Λογική. 
(ί>ς έκ τής δλης ημών πραγματείας αντελήφθη ό άναγν(•)στης, δεν είναι 
μόνον λογική διότι, εν αρχή μέν. ως ειδομεν είναι ε!δός τι συνοπτικής 
ιστορίας τής φιλοσοφίας, έπειτα δε κρος τή λογική είναι και ^^'^/ο- 
λογία καΐ Ηθική και Ηεολογία καΐ Μεταφυσική. Εκτίθενται δ" εν 
αύτώ άπειροι και ποικίλαι φιλοσοφικαι θεωρίαι αληθώς τον θαυμα- 
σμόν προκαλοΰσαι τοΰ άναγινώσκοντος και τήν πολυμάθειαν τοΰ αν- 



204 ΕϊΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

δρός προδιδοΰσαι, δι' δ αληθώς ή τοΰ Ευγενίου Λογική αποτελεί σύγ- 
γραμμα χρησιμώτατον, έάν μη καΐ δι' άλλα, πάντως ο' δμως δίά την 
έν αύτη πλουσιωτάτην καΐ διδακτίκωτάτην ΰλην. Την ύλην δ' δμως 
ταύτην έρανίσας παρά πολλών αρχαίων καΐ νεωτέρων, δεν έταξινόμη- 
σεν έν διακρίαει, άλλα τουναντίον υπό γενικάς έπιγραφάς συνεκέρασε 
πολλαχοΰ παντοίας καΐ δλως πολλάκις αλλήλων διαφόρους φιλοσο- 
φικάς θεωρίας. Ού μόνον δε τοΟτο, αλλά και έν αύτοΐς τοις κατ' εξο- 
χήν καθαρώς λογικοΐς θέμασιν άνέμειξε παντοίας θεωρίας, έχων ως 
βάσιν τον Αριστοτέλη, καίτοι τοΰτον δεν αναφέρει ως ιδρυτήν της 
Λογικής, ως κοινώς είναι παραδεδεγμένον, αλλά θεωρεί, ως έν αρχή 
τής πραγματείας ημών εΐ'ρηται, τοιούτον Ζήνωνα τον Έλεάτην ή τον 
Παρμενίδην. Αυνάμεθα προς τούτοις νά παρατηρήσωμεν, δτι πολλα- 
χοΰ τής Λογικής έχει ύπ'- όψιν τον φιλόσοφον Ιιοοίίθ, ο"υ τάς θεω- 
ρίας προσπαθεί νά περιβάλη δι' ίδιας μορφής. Καθ' οοοί δ' άφορα 
εις τάς έν γένει φιλοσοφικάς ειδήσεις, δήλον, δτι παρέλαβε ταύτας 
παρά τε τής ιστορίας τής φιλοσοφίας τοΰ ΒταοΙίθΓ και έκ τών φι- 
λοσοφικών έργων τοΰ ΙιθΐΙοηΐΙζ, τοΰ λΥοΙί καΐ τοΰ ϋθδΟ&Γΐθδ. 
Έν αρχή τής Λογικής πραγματευόμενος περί τής αρχής τής φιλο- 
σοφίας, ακολουθεί τή γνώμη τών τότε κληρικών, καθ' ην ή φιλοσο- 
φία εϊνχι θεόςδοτος, πρώτοι δε φιλόσοφοι οί προφήται. Τοΰτο παρα- 
λαμβάνει ό Ευγένιος πάντη ένεξελέγκτως, Τσως διά τον διωγμόν, ον 
ύφίσταντο οί λόγιοι παρά τών κληρικών, τών αρχαίων έτι πεποιθή- 
σεων έχομένων, οϊτινες και κατηγορούν αυτού ώς άθεου. "Επειτα τήν 
πρώτην αρχήν τής φιλοσοφίας άποδίδωσιν εις τήν τής φύσεως πα- 
ρατήρησιν, παραλαβών έκ τών τοΰ 'Λριστοτέλους Μεταφυσικών Λ,β, 
δπου αναλύεται ή θεωρία τοΰ μεγάλου φιλοσόφου, «διά γάρ το θαυ- 
μάζειν και νΰν και πρώτον οί άνθρωποι ήρξαντο φιλοσοφείν, οίον 
περί σελήνης παθημάτων καΐ αστέρων και τών περί ηλίου, και περί 
τής τοΰ παντός γενέσεως», ην θεωρίαν παραλαβών ό Ευγένιος δεξιώς 
ανέπτυξε καΐ έπραγματεύθη διά μακρών. 'Εν έτέρω δ' δμως κεφα- 
λαίω παραδέχεται, δτι τής φιλοσοφίας τά σπέρματα έλαβον οί Έλ- 
ληνες παρά τών τής 'Λνατολής φιλοσόφων Αιγυπτίων, Άσσυρίων 
καΐ Βαβυλωνίων κλπ., δπερ, ώς εϊρηται, δεν έχεται αληθείας και 
δτι οί πλείστοι τών Ελλήνων φιλοσόφων, έν οις καΐ ό Πυθαγόρας, 
μετέβησαν ίίς Άνατολήν, ΑΤγυπτον καΐ άλλαχοΰ. Ταΰτα και τά τοι- 



ΕΓΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟΤΛΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΑΥΤΟΤ 205 

αΟτα προογ^λιας μχρτυροΰσι την περί την κτ-ρχοογ-η'/ των ποικίλων 
ειδήσεων καΐ των διαφόρων φιλοσοφικών θεωριών εύκολίαν τοΰ Ευ- 
γενίου, όίπερ άλλως καταδεικνύουσιν, δτι και δ Ευγένιος υπέστη την 
έπίδρασιν της περιόδου, έν η έζησε, καθ' ην ή επιστημονική κριτική 
δεν εύρίσκετο τότε εις το σημεΐον, εις ο α-ί^μζρον ευρίσκεται. 

Περαιτέρω ει; τό περί της τών φιλοσοφικών συστημάτων εκλογής 
πρέπει τις. λέγει, να τηρή τίνα μεσότητα. Αντιθέτως δ' δμως προς 
ταΰτα, λέγει, δτι ό φιλόσοφος πρέπει να είναι ή δογματικός ή σκε- 
πτικός, εκ τών δύο δ' δμως τούτων προτιμητέα ή τών δογματικών 
θεωρία, άτε ούδεμίαν ως ή τών σκεπτικών, πνευματικήν άνάπτυξιν 
καΐ έργασίαν άποκλείουσα. "Οθεν παρατηρεί τις ευκόλως ένταΰθα 
την άντίφασιν, εις ην περιέπεσεν δ Ευγένιος, ες ής αμφιβάλλει τις 
Ι'να χαρακτηρίση τόν μέγαν οιδάσκαλον ώς δογματικδν ή ως έκλεκτι- 
κόν. Φαίνεται δ' δμως μάλλον, δτι ήτο δογματικός. 

Περί δε τής φιλοσοφίας της θρησκείας, λέγει, δτι μέχρι τινός 
πρέπει ό φιλόσοφος να έρευνα, έν ω εις τάς ειδικωτέρας τής θρη- 
σκείας θεωρίας ουδεμία ΟΌοίττοτε πρέπει να γίνηται φιλοσοφική ερ- 
γασία και συμβουλεύει ποΰ τό πιστεύειν καΐ μή έρευναν. Άλλ ή 
θεωρία αυτή βεβαίως είναι 6ίχο-ος διότι αν έκράτει, τότε πάσα 
φιλοσοφική έρευνα καΐ πάσα έν γένει επιστημονική εργασία αυτό 
τοΰτο αδύνατος θα καθίστατο. Έν δε τω κεφαλαία) περί τίις 
διαιρέσεως της ^ιλοσοί^ίας, αναγράφει ώς τμήμα τής φιλοσο- 
φίας τήν μηδεμίαν όλως προς τήν φιλοσοφίαν εχουσαν σχέσιν ζο)θ- 
λογίαν, ώς είδος φιλοσοφίας* ομοίως δε τήν ύδρολογίαν ώς καΐ άλλας 
παραλόγους τής φιλοσοφίας διαιρέσεις. Άλλα καΐ ώς τζρδς άλλο τι 
δύναταί τις να ψέξη τόν Ευγένιον ήτοι δια τό μήκος τών ορισμών. 
Τόν όρισμόν λ. χ. του νοΰ δίδωσιν εις §ξ δλους στίχους, δπερ άσά- 
φειαν μάλλον ή εύκρίνειαν απεργάζεται, έν ώ αυτός δ Ευγένιος ορί- 
ζει, δτι δ ορισμός δεν πρέπει νά είναι ούτε λίαν διασαφητικός ήτοι 
εκτεταμένος ούτε πάλιν πολύ περιληπτικός καΐ ακατανόητος. 'Εξ 
άλλου πολλάκις ταυτολογεϊ, δπερ μάλιστα άνιαρόν τω άναγινώσκοντι 
Λαθίσταται. 'Εν δε τω κεφαλαί(ι) περί τής πρώτης εννοίας συγχέει 
λογικάς και ψυχολογικάς θεωρίας καΐ χο\)το διότι κατ' εξοχήν έν τω 
κεφαλαίω τούτω παρέλαβε παρά πλείστων τάς ποικίλας θεωρίας, ας 
αναπτύσσει, μάλιστα δ' έκ τοΰ Αριστοτέλους, έν ω έν τω περί συλλο- 



206 ΕΤΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΓΣΑ 

γιαμών κεφαλαίω διαφεί πολλαχώς του; συλλογισμούς μή ακο- 
λουθών εν πασι τω Άριστοτέλει, ον πολλάκις δεν έοίστασε να ψέξγ|. 

Έν τούτοις κεφάλαια τίνα τΫ/ς ΑογικΫ^ς αύτοΰ, εν οίς τό περί 
σκέψεως, ην πάνυ εύστόχως ορίζει ως μεσάζον τι μεταξύ εννοίας κρί- 
αεοις και το της μεθοδολογίας παρά τοϋ Αριστοτέλους μεν παραλα- 
βών αλλ" εξόχως διαμορφώσας, έπραγματεύθη ό Ευγένιος μετά τοι- 
αύτης και τοσαύτης επιστημονικής ακριβείας και λεπτότητος, οίστε 
αληθώς προκαλεί τον θαυμασμδν τοΰ άναγινώσκοντος μάλιστα δσον 
άφορα εις τά περί τών γνωστικών δυνάμεων τοΰ άνθρωπου. 

Οί τρόποι δ' όμως της σκέψεως εν τώ περί ταύτης κεφαλαίω και 
ή μεθοδολογία περί τοΰ επιστημονικώς έρευνάν, έξαίρουσι τον Εύγέ- 
νιον εις φιλοσοφικόν υψος, εις δ ουδείς τών κατά τον 17ον α^ώνα άκ- 
μασάντο)ν σοφών ήδυνήθη να φθάση. Έκ τών περί Ευγενίου ίστο- 
ρησάντων, οΐ μεν καταφέρονται κατ' αύτοΰ, τινές δ' έπαινοΰσιν. Ού- 
τως ο Θερειανός έν τοις περί Ευγενίου έν Άδαμαντίω Κοραή ίστο- 
ρουμένοις λέγει : 

' Προς τους παιδείας πεινώντας "Ελληνας προσήνεγκεν δ Ευγέ- 
νιος βασιλικήν έστίασιν άλλ' ως μη ώφελε παρέθηκε οίνο^^ τοϊς πυ- 
ρέσσουσι καΐ μέλι τοις χολικοϊς. Οί μεν "Ελληνες πάσχοντες υπό 
λιμοΟ πνευματικού ητουν οίρτο^^, ό δ' Ευγένιος παρέσχε προς αυτούς 
ούχΙ οίρτον άλλα τά πολυτελέστατα τών ίίίρο)μάτων. Άντι εύπεπτων 
και απλών σιτίο)ν έπεδαψιλεύσατο εις τους νήστεις πολύμεικτα καΐ 
δύσπεπτα ήδύσματα και άλλα δυσπόριστα καΐ όλως περιττά τρκ)γά- 
λια και πολυτελή λιχνεύματα. Λαμπρά ή παρατεθείσα έστίασις, άλλ' 
ούχΙ αρμόζουσα ~ρ6ς τον στόμαχον ανθρώπων νηστείας οζόντων...... 

Άλλαχοϋ δ' όμως ύπερεπαινεϊ την πολυμάθειαν καΐ την της δια- 
νοίας αύτοΰ ευρύτητα. Έξ άλλου ό Αίνιάν ονομάζει τον Εύγένιον 
'έχερο^ "Αριστοτέλη, Δημοσθένη, ΙΤλούταρχον, Νεύτωνα, Καρτέσιον. 
Ό δε Κούμας έξ δλων, λέγει, είς την Ελλάδα έξενίκησεν ή τοΰ Ευ- 
γενίου φιλοσοφία καΐ ή τών συγγραμμάτων αύτοΰ σπουδή και ό σε- 
μνοπρεπής και σοβαρός τοΰ ανδρός ελληνισμός, δι' ο πανταχόθεν 
προς τόν Εύγένιον κατέφευγον, ϊνα άκούσωσι τόν νέον Πλάτωνα. '() 
δέ Κοραής άλλαχοΰ τε και έν τοις ύπομνήμασί του < 8ΐΐΓ Ι'ρίΑίοΙθ 
Ιίΐ οίνί1Ϊ8Πίΐοη βη (χΓβοβ , επαινεί τόν άνδρα καΐ δ\ίθλθ'(εΙ. δτι είς 
τήν άνάγνωσιν τοϋ της Αογικής συγγράμματος οφείλει τά ολίγα αύ- 



ΕΓΓΕΝΙΟΣ Ο ΒΟΤΛΓΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΓΟΝ ΑΤΤΟΓ 207 

τοΟ φώτα. εν ω εξ άλλου οέν φαίνεται '6τι έπεοοκίμαζε καΐ τον περί 
τον άκρατον άρχαϊσμόν ζν,λον τοΰ Ευγενίου, ευλόγως δε πας απορεί 
οιά τον αρχαΐζοντα εκείνον λεκτικόν χαρακτν,ρα. ες ου τιαΐ μόνον 
είναι καταληπτός. Άλλα προ; τίνα σκοπόν ό γλο)σσικ6ς αυτός αρχαϊ- 
σμός: μγ'^πως Ι'να έπαναφέρη τον χρυαοΰν αιώνα της εις τον κολο- 
φώνα άναπτύςεως της έλληνικν;ς γλώσσης; ΟύοεΙς δύναται ν' άμφισόγ|- 
τήση την άγαθήν προαίρεσιν τοΰ μεγάλου ανδρός, δστις δ' όμως δεν 
εΐχεν ώς φαίνεται εννοήσει, δτι δια μιας καΐ άποτόμως ούδενός λαοΰ 
τον γλωσσικόν χαρακτήρα δύναταί τις να μεταβάλη. Τί δε να εϊπη 
τις περί τών σαλοικισμών καΐ [3αρ6αρισμών, ών βρίθουσι τα τοΰ αν- 
δρός συγγράμματα, εξ ών μάλιστα άχρηστα κατέστησαν ταϋτα, τοΰ 
έ'θνους κατά τους της δουλείας γ^ρόνο^^ζ μάλλον στοιχειώδους δεομέ- 
νου διαπαιδαγωγήσεως και παιδεύσεϋ)ς καΐ συγγραμμάτο)ν εν άπλη 
γλώσση γεγραμμένων και προσιτών ή ανωτέρων φιλοσοφικών έργων, 
δλως αλυσιτελών τοις πολλοίς, μόνον δ' ολίγοις τισι Βιασοηαις τοΰ 
μεγάλου ανδρός καταληπτών; Οι "Ελληνες ίχρ-οζον τότε. διδασκαλίας• 
και βιβλίο)ν καταλλήλίον τζρος άνόρθωσιν της υπό τόν Τουρκικόν ζυ- 
γόν [:^εραρημένης και καταπεπονημένης αυτών διανοίας καΐ συνειδή- 
σεο^ς. Ούδ' ήτο δυνατόν εν τοις τοΰ Ευγενίου χρόνοις και πολύ έτι 
ΰστερο'^ ύψηλαι θεωρίαι, οιαι αι εν τη λογική, να χρησιμεύσωσί πως 
τοις "Ελλησιν. Αέν έννοοΰμεν δια τούτου, ότι κακώς έποίησεν, αν 
επεδίωκε νά ■ΑΤ.^ά.ρΎ^ την γλώσσαν τοΰ έθνους, δυνάμεθα δ' όμως νά 
καταδικάσωμεν τόν τρόπον. δΓ ού επεδίωξε τόν σκοπόν τοΰτον ο Ευ- 
γένιος, όστις, αν έζη εις άλλους χρόνους, θ' άπέβαινεν ανυπέρβλητος, 
αλλ" ότι τουλάχιστον δεν κατενόησεν ούδ' ωκειοποιήθη την όλην, εν ή 
τό έθνος εύρίσκετο τότε, διανοητικήν καΐ γλοοσσικήν κατάστασιν. Έν 
τούτοις άναντίλεκτος καΐ έκπλγ|κτική είναι ή τοΰ ανδρός πολυμάθεια 
καΐ ευφυία, ην αδύνατον πάς τις έστω και μόνον την Αογικήν αύτοΰ 
διεξελθών ν' άρνηθη. Ό Ευγένιος ύπήρξεν ό μέγιστος καΐ υπέρτατος 
τών συγχρόνων αύτοΰ λογίων διά τε τα φυσικά και τά επίκτητα δια- 
νοητικά πλεονεκτγ^ματα. Έκ φύσεως μεγάλης διανοίας ών, διά της 
ένδελεχοΰς μελέτης και σπουδής κατέστη και ό πολυμαθέστατος πάν- 
τ(ι)ν τών συγχρόνιον του. 'Άν δ' ημείς νΰν δυνάμεθα νά ελέγξωμεν 
σφάλματα τίνα του ανδρός, είς τοΰτο ήγαγεν ημάς ή παρέλευσις 
τοσούτου χρόνου, καθ" όν τήν έπιστήμην καθ' όλου εις άκμήν προΎΐ-^ά- 



208 ΕΓΑΓ. ΔΙΟΝ. ΚΟΛΟΚΟΤΣΑ 

γομεν. Ούτως ό Βούλγαρις διδάσκων καΐ συγγραφών, συζητών καΐ 
έρμηνεύων, κατώρθου πολλαχοΟ να έπιβάλληται καΐ τόν προς τήν 
παιδείαν καΐ τήν φιλοσοφίαν έρωτα των νέων Ελλήνων, οΐς ήτο δυ- 
νατόν, να διεξεγείρττ), δι' δ, δπου έδίδαξε, εποίησε τοϋτο προς μεγί- 
στην δια το μέλλον τοΰ ελληνικού έθνους ώφέλειαν, καταλιπών 
ανεξίτηλα τα ϊχνη των φιλοσοφικών, φιλολογικών, φυσικών κλπ. επι- 
στημονικών αύτοΰ διδασκαλιών καΐ θεωριών. "Ισως ούχΙ άνευ τινός 
υπερβολής δυνάμεθα να εϊπωμεν, δτι ή του Ευγενίου δρασις πολλαχώς 
συνέτεινεν εις τήν μετά ταΰτα πλείστων άλλων λογίων Ελλήνων άνά- 
δειξιν. Πρωτοφανή αληθώς τοΰ ανδρός δράσιν και άκάματον δραστη- 
ριότητα μαρτυρεί ό πολυπλάνητος βίος του, 6 πλήρης θλίψεων καΐ 
διωγμών, πλήρης παθημάτων καΐ ερίδων. Έν τούτοις δ' δμως παρά 
τους τής τύχης διωγμούς δύναται τις μετά θάρρους νά εϊπη, δτι ό Ευ- 
γένιος έχάραξε νέαν δλως όδόνπρός τήν τών νεωτέρων Ελλήνων παι- 
δείαν καΐ φιλοσοφίαν καΐ εις τόν καθ' δλου τράκον τής τών Ελλήνων 
διανοήσεως. Διότι τίνα άλλον παρά τόν Βούλγαριν μείζονα δ 17ος δύ- 
ναται νά έπιδείξη αιών; Δεν δικαιούμεθα νά όνομάσωμεν αυτόν πατέρα 
τής νεωτέρας τών Ελλήνων παιδείας καΐ φιλοσοφίας, ούχΙ βεβαίως ως 
τι νέον έν τω φιλοσοφικώ όρίζοντι έμφανίσαντα, άλλ' ώς δόντα τήν 
πρώτην ώθησιν προς τήν παρά τοις νεώτερο ις Έλλησι ένασχόλησιν 
τζρός παιδείαν; "Οτι ταΰτα είναι αληθή πιστοΰται εκ τής εξαιρετικής 
εκτιμήσεως, ής, δπου αν μετέβη ό Ευγένιος, ετυ/εν. Ή άκρα καΐ 
τελεία παίδευσις είναι ή αφορμή τής υπό πλείστων συγχρόνων αύτοΰ 
ανδρών υποστηρίξεως τοΰ Ευγενίου, εξ ής τε καΐ τής φυσικής αύτοΰ 
ευφυΐας μέγιστος απόστολος ήδυνήθη τής ελληνικής μάλιστα φιλο- 
σοφίας ν' άναδειχθή ό Ευγένιος. 

Τοσαΰτα κατά τήν ήμετέραν κρίσιν περί ανδρός μεγίστου διαλα- 
βόντες, έξαιτούμεθα τήν εύμένειαν καΐ τήν έπιείκειαν τοΰ άναγνώ- 
στου, δστις ας έχη ύπ' δψιν, δτι το άλάθητον έν παντι μεν έργω μάλι- 
στα δ' έν τή ημετέρα πραγματεία, τή έξηγμένη εξ ερ^ΟΌ έν κακοζή- 
λως άρχαϊζούση φράσει γεγραμμένου καΐ εξ επτακοσίων καΐ πλέον 
σελίδων αποτελουμένου, ποικίλου καΐ διαφορωτάτου το περιεχόμενον. 
έν τοιαύτη πραγματεία, λέγομεν, τό άλάθητον είναι δυσχερές, αν μή 
δλως αδύνατον. 

Εγαγγελογ Δίον. Κολοκοτςας δ. φ. 



το ΙΙΟΙΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΙΔΤΑ ΤΟ ΦΟΝΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ 

« 

ΙΐΑΡ' ΟΜΗΡί> 



(Σκήπτρον) 

"'βν "ϊλάατ); φορέουιι δι/.ασπόλοι, οί'τε Οεμιατα; 
7:ρ>; Λιόί εΐρύϊΓοί') (1) 

Ιερά. σεμνή καΐ μεγαλοπρεπής ή τοΰ δικαίου Ιδέα ένοπτρίζεται 
εν τή συνειδγ|σει τοΰ Ελληνικού λαοΟ από τής πρώτης αύτοΰ εμφα- 
νίσεως εν τη σκηνή τοΰ κόσμου Οίά τών Όμηρικών ποίημάτ(ι)ν προς 
τοις άλλοις στοιχείοις τοΰ πολιτισμοΰ, άπερ εικονίζεται το Έλληνι- 
κόν έθνος έχον εν τοΙς επεσι τοΰ θείου ποιητοΰ, ακτινοβολεί καΐ ή 
τοΰ δικαίου ή τής ^ίκ>;ς φαεινή καΐ τηλαυγής εννοια' ει καΐ νόμους 
γραπτούς εισέτι το Έλληνικόν έθνος οέν γνωρίζει, δμο)ς τίμα και 
σέβεται τάς εκ τ/^ς παραοόσεως τών ~ρθ'(ΐ•^θΌ^ίνΜΊ γενεών καθιε- 
ρωμένας συνήθειας ή έθιμα, άπερ παρ' αύτώ τους τοΰ δικαίου νόμους 
άποτελοΰσΐ' τα ε&ιμη ταΰτα καλοΰνται ϋέμιοτες (2) καΐ απέβησαν 
οΕονεΙ θεσμοί ακίνητοι καΐ ιεροί" τάς θέμιστας δε ταύτας κατά τήν 
δόςαν τών τότε Έλλήνιον λαβόντες παρά τοΰ Διός φυλάττουσιν οί 
δικαοπόλοι (ο), οί διογενεΐς και διατρέφεις βασιλείς καΐ οί ανακτεζ' 
οχίγι.'οοΧοΊ δε εν τη ενασκήσει της δίκης φερουσι το οκήπτρον διό και 

(1) Ίλιάδ. Α. 238. 

(2) Θέμις χαί ΰ•εσμός (Λωριττ! τεϋ'μός γίνεται παρά τό τι&έναι πρβλ. /αϊ το /β.Τ 
•1β(^β7'β{=^ε'3\>.0'ΐ τιθεναι) και τό 'Κλληνιν.όν νόμον τι&έναΐ' τ, οΙ λ. νόμος παρ' Ό|Αηρ",> 
δέν άπαντα, ?<ς ο' ίυ'-ητα'. παρχ τω Ήσιόοίο' σηίΑίκοΤίρν οϊ προ^^τι, οτι και τα 
νομοθετήματα τοΰ μέν Λράκοντο; ■&εομοί, τοΰ οέ Σόλωνος νόμοι καλούνται" ή λ. ■^εμίς 
παρά τω ποιτ^τί^ δηλοϊ τό δίκαιον τό κατ" ϊθος επικρατούν ουχί δε και τ•^ άποφάσάΐ 
η ψηφο> τοΰ λαοί, ώ; ύστερον ό νόμος" παρά τω ποιητί) προσέτι αϊ '&έμιοτες δηλοΰσιν 
οΰ/ϊ μόνον τά δίκαια τών ανθρώπων, άλλα '/αϊ το•ύ; /ρησμοϋς ή τάς Οίλήσεις τών 
θεών" δι6 λέγονται συνώνυμους νΑιός Γεμιστές και Αιος βονλαΙ<> Όδυσσ. π, 403. 
επειδή οέ τό '&έμις Ι'σον τω δίκη, διά τούτο ύστερον έλέ/Οη «δίκην τίνειν χαί ■^έμιν 
τίνεινι Αίσ/ύλ. Ίκέτ. 436. 

(3) Εν τοις 'ϋμηριχοΐς επεσιν εΰρητα» μόνον τό δικαοπόλοι, τό δέ ^εμιστοπόλοι 
φαίνεται τό πρώτον εν τοις "Ομηρικοί; καλουμένοις ϋανοις* χα'ι έν Μυτιλήντ, δέ έλε- 
γοντο δικαακόποι πρβλ. καϊ θεμισκόπος" Πινδ. 

ΑΘΗΝΑ. ΤΟΜ. λ'. 14 



210 ΚΩΝΙΤΑΝΤΙΝΟΓ Ρ. ΓαΡΛΙΚΑ 

οί βασιλείς μάλιστα ακηπτονχοι(\) επονομάζονται" άσεοής δε και 
άγριος θεωρείται ό ούτε οίκας ευ ειδώς ούτε θέμιστας (2)" δια τήν 
ελλειψιν δε και άγνοιαν τούτων απολίτιστοι καΐ άγριοι χαρακτηρί- 
ζονται οπδ τοΰ ποιητου οι Κύκλωπες, οί'τινες ούτε βονλάς εχόυσιν 
ούτε ΰ^έμιοτας, Ηεμιστεύει δ' έκαστος των έαυτοΰ παίδων καΐ των 
γυναικών ουδέ φροντίζουσιν αλλήλων (3). 

"Εν τινι δ' είκόνι 6 ποιητής μάλιστα περιγράφει καΐ τήν τότε 
γινομένην διαδικασίαν' κατά τήν περιγραφήν δε ταύτην ή κρίσις 
έγίνιετο δημοσία και εις έτζτιχοον τοΰ λαοϋ συνηθροισμένου εν τη 
άγορα' κρίνουσι δ' οί -(ίρο^τες εν ίερω κύκλω {4:) καθήμενοι έπΙ 
ξεστών λίθων, εν ω τον πέρι; συνωθούμενον λαόν έπέχουσιν οί κή- 
ρυκες, παρ' ων το ΟΆΤίκτρο^ οί '^ίροντες λαβόντες δικάζουσιν άμοι- 
βαδόν τους αντιδίκους" τζρος μείζονα δε διαφώτισιν της δικαιοσύνης 
και ευρεσιν της αληθείας εξετάζονται και μάρτυρες (5)' ετι δε καΐ 
γέρας πρόκειται δύο τάλαντα χρυσού, δοθησόμενον έκείνψ, δς ενώ- 
πιον των δικαστών ίθύντατα τήν δίκην ειπη, δηλαδή τω νικητή τών 
αντιδίκων (6). 

Έν δε τη Όδυσσεία(7) ό ποιητής παρέχει καΐ τοΰ άρχιδικαστοΰ 
εικόνα, δς επισκοπών κάθηταΐ" διότι ό επώνυμος τοΰ ποιήματος ήρως 
είδε τον Μίνων 

Χρύσεον οκήτττρον έχοντα ϋ'εμιοτεύοντα νέκνοσιν. 

Άλλαχοΰ δ' δ ποιητής μνημονεύει, δτι δ κριτής πολλάκις πα- 

(1) (Πολλών) λαών έσσι' οίνας καίτοι Ζίύς έγγϋάλιξί. 

Σκήπτρον τ'ήοε ϋ^έμιστας, ίνα σφίσι βουλεύ^αδα. Ίλιαο. Ι 99 ι^ρβλ. χαί Β 2ϋϋ. 

(2) ίΛιαό. Ε 7ϋ!. 

(3) 'ϋδυσσ. ι Ι Ι'^. 

(4) Ό κύκλος ΐν ω γίνειαι η δίκη, καλείται Ιερός, ώς ών άπό τήν προστασι'αν 
τών θ:ών. 

(5) 'ίλ'.άό. Σ 496 — 510 «αμφω δ' ίέσθην ίπΐ ΐστορι .ιεΐραρ έλέοθαι»• τό επι ΐατορι 
ό μεν Σχολιαστής επΊ κριτ^ ερμηνεύει, χάλλιον δέ τό ίστο)ρ=συνίστωρ, ό μάρτυς 
ώς εϋρηται και έν επιγραφή Βυκϋτικί) τοΰ γ' αιώνος π. Χ. συν τω δίγαμμα. 1"\στωρ 
και ΙΓιστορες πυλλακις πρβλ. 1 ιΐί>0ΓίμΙίυιΐ8 ]ιιι ί(Ιί(μΐΒί; ρΗΓ ΰανβδίβ... 1891 (11, 
ίίΗυ, 04, 68, 7 1, 74 κλ,)• διυ και έν τοις τού Σαλίονος νόμοις οί μάρτυρες ί(5ΐ'ίθί=είδϋτες 
=συνειδατες καλούνται, 

(6) Πρβλ. και ΒυοΙιΙιυΙζ, ϋΗ> ϋΚί'πΙΙκΙιο Ι^υΙίβιηΙβι βιϊβοίιβιι ίιιι Ηί-ιυϊίίοΙίϋΐι 
ΖβίΙαΙίϋΐ• 18.^1. 

(7) 'Οδυσσ. λ 569. 



το Π01ΝΙΚ0Ν ΚΑΙ ΙΔίΛ ΤΟ ΦΟΝΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ ΠΑΡ' ΟΜΠΓΩ 21 1 

ρέτεινε το ερ^ο'^ αυτοΰ καΐ μέχρι τ/]; εσπέρα; δικάζων, επειδή 
πολλαΐ δίκαι προ; κρίσιν ύπήρχον (1). Έκ δε τοϋ Ησιόδου (2) μανθά- 
νομεν, δτιή τριακοστή ημέρα τοϋ μηνός ην τεταγμένη τιρος τα; δίκας. 

Ό Ζευς δε εποπτεύων την οίκην, λέγει ό ποιητή;, εύδαιμονίαν 
καΐ κλέο; μέχρι; ούρανοΰ παρέ/ει τοϊ; ήγεμόσιν, οΊ'τινε; τήν δικαιο- 
σύνην σέβονται και ενδικίας άνέχουσιν. έκ οϊ τ/]; ενηγεσία- αυτών 
άρετώσιν υί ληοί' συμφορά; δε καταπέμπει εκείνοι;, οιτινε;!" σκόλια; 
τα; θεμιστα; κρίνουσι καΐ τήν οικαιοσύνην περιφρονοΰσιν ['ό). 

Επειδή δε τό δίκαιον και οί τοϋτο έκπροσωποΟντε; δικασπόλοι 
στενώτατα συνδέοντα!, προς το θείον, εν ταΐ; δίκαι; τζρος έξακρίβωσιν 
τ/^; άληθεία; είκάζομεν. οτι καΐ του δρ■ΑΟ'^ χρήσις έγίνετο, ωσπερ 
καΐ εν ται; σπονδαϊ; και ταΐ; συνθήκαις, δι' έπικλήσεω; των θεών 
και μάλιστα τοΰ Αιό;, ο; του; επίό^^χους (4) τιμωρεί. Κατά τον 
ποιητήν προ; τη εηιορκία αμαρτήματα μέγιστα ένομίζοντο ή ανθρω- 
ποκτονία, ή των τέκνων προς του; γονεϊ; ασέβεια και ή προ; του; 
ςένου; και τού; ίκέτα; περιφρόνησις καΐ ΰβρι;" τα μέγιστα δε ταΰτα 
αμαρτήματα επειδή προοεν.ροι>ον εις τήν άνωτέραν ήθικήν τοϋ κόσμου 
τάςιν, ή; ή τήρησι; ανήκει ούχι ει: τήν άνθρωπίνην, άλλ' ει; τήν 
θείαν κρίσιν, και μά} ιστα ει; τον Αία και τάς ΈρινΟς (5). δια τοΟτο 
και ή τούτων τιμωρία έπαφίετο εις τάς θείας δυνάμει;" το άνϋρω.ιο- 
κτονεΐν δ' ομο); πλην τη; θεία; τιμωρία; ΰπεκειτο και ει; τήν άν- 
θρωπίνην έκδίκησιν άλλ' επειδή ή τότε πολιτεία εν νηπιο)δει ετι κα- 
ταστάσει εύρίσκετο, ό άνθριοποκτόνο; ποινικώ; καθίστατο υπόχρεο); 
ούχι ει; τήν πολιτείαν, αλλ" ει; τήν οίκογένειαν. ή; μέλος 6 φονευθείς 
άπετέλεΐ" οί γονεϊ; άρα, τα τέκνα, οί αδελφοί καΐ δλω; οί στενώτεροι 
συγγενει; ε^εώρο•χ^ εύσεβέ; καθ/,κον να καταδιώϊθ)σι και φονεύσο)σι 
τόν φονέα' διό μόνον εν τη ςένη φεύγουν μακράν της πατρίδος έδύ- 
νατο να σίοθή ο άνθρωποκτόνος' το εν τη άνθρωπίνη φύσει της έκδι- 
κήσέω; όρμέμφυτον φαίνεται άκμάζον εν τη τότε Ελληνική κοινωνία, 
ώσπερ και νυν τη; .νακ(ι)νική; μάλιστα εν Μάνη' ό φονευθεί; δεν 



(1) Όο^σσ. ,α, 4;ί9. 
(-.>) Ήσιοδ. "Κργ. 70*1. 

(3) Όδυσσ. τ 108. ΓΙ?6λ. Ίλ. γ. :ΐ83 ΊΙσ..οδ. Ίν-γ. ?Ι7-?90. 

(4) Όδυσσ. ψ .-,8ϋ. 
(δ) Ίλιάδ. 1 071. 



212 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΤ Γ. ΓΑΡΔ1ΚΑ 

έπρεπε να μείνι;] άτιτος ψοι^άνεκοίκητος' δ φόνος τοΰ φονέως ένομίζετο 
θυσία έςιλαστήρίος κρο^ιφερομνηι ^^^ '^ή'-' '^>^ίάν τοΰ θύματος" δθεν καΐ 
πας τις ηυχετο συγγενή τιμωρόν (άλκτηρα τοΰ κακοΰ) όπισθεν να 
καταλίπτ^ι ( 1 )■ διό και ό Όρέστης κατά τήν κρίσιν μάλιστα της Αθη- 
νάς μέγα κλέος έλαβε καθ' άπασαν την Ελλάδα, διότι έφόνευσε τόν 
φονέα τοΰ πατρός αυτοΰ, τόν όολόμητιν Αΐγισϋ^ον (2)' τουναντίον οέ 
αίσχος και όνειδος περιέβαλλε ου μόνον παρά τοϊς συγχρόνοις, άλλα 
και εν τοίς οψιγόνοις, τήν οίκογένειαν, ήτις δεν έξεδικεΐτο τους φονεΐς 
των παίδων καΐ των αδελφών (3)" διά τοΰτο μετά τόν φόνον ό φονεύς 
ώφειλε νά φύγη τήν πατρίδα ου μόνον τήν έκδίκησιν τοΰ φονευθέντος 
ϊνα αποφυγή, αλλά καΐ τήν έςέγερσιν τοις κοινής γνώμης (4). 

Έδύνατο δ' δμως και έν τή πατρίδι ακινδύνως ό φονεύς νά μείνη, 
έςευμενίσας τους συγγενείς τοΰ παθόντος, άποτίνων δηλαδή αύτοίς 
τήν τιμήν τοΰ αίματος, γενναΐον (χρηματικόν) άντίτιμον, όπερ πτ.ροι. 
τω ποιητή ηοινη (καΐ τιμή) λέγεται(5)' μάλιστα δε και πάσαν τήν 
ούσίαν αύτοΟ, οσγ^ν είχε καΐ άλλα έπι πλέον δανειζόμενος έδύνατο νά 
δώση όπιος τήν ζωήν αυτοΰ σώση(6). ΚαΙ οΐ συγγενείς δε τοΰ φο- 
νευθέντος δεν έδεικνύοντο συνήθως αμείλικτοι" το άμείλικτον ενίοτε 
καΐ ψέγεταΐ' διό καΐ ό Αϊας τό άμείλικτον καΐ άνεςευμένιστον τοΰ 
Άχιλλέως μεμφόμενος λέγει, δτι και αυτόν τόν φονέα τοΰ έαυτοΰ 
άδελφοΟ καΐ τοΰ παιδός συγχωρεί τις, τήν ποινήν ήτοι τήν τιμήν τοΰ 
αίματος δεχόμενος" καΐ ό μεν φονεύς μένει έν τη πατρίδι πολλά άπο- 
τείσας, τοΰ δε συγγενοΰς ή καρδία καΐ ο θυμός κρατείται βλέποντος 
τόν φονέα (7/ εις τοιαύτην δε ποινήν ύπερ ανδρός φονευθέντος άνα- 

(1) Ίλιαό. ϊ, 483. 

(2) Όδαασ. α 298. γ 30«. 

(3) υδυσα. ω 433. 

(4,1 Όδυσσ. ψ 118 κχί γαρ τις θ' ένα ιώτα κϊταχτίίνις ;νί διίμω 

φ μή ίΐΟΑΛΟί ίωιΐν άθ73ητήρ£ς ώπίσσω, 

φεύγει πτ,ούς τε προΑι;;ών κιί πατρίδα γαΐαν. * 

(δ) Ιλιαό. 1 284 — πρδλ. και αποινα, τό /ρηαατι/.όν άντίτιαον πρό; έςιλίνο'ΐιν' 
οΟίν και τό ιταρα Δηα')7θ£νει ρ. άποιναν, /ρί^ματα λαμβάνειν πρβλ. χαί νποφόνια. 

(,6 1 'ϋδκσσ. /_ ϋ2. 

(7) Ιλίάδ. 1 ()3"2. — Το ϊθος τοΟτο ην και παρά τοις άρ/αίοις Γερμανοϊς χατά τόν 
Τάκιτον (ΟβΙΊΐι&ΐιΙΗ 21) προλ. κα\ νΥΐίΙΐΐ'^ΐίΙΐΙ. Τουναντίον όέ πϊρά τοϊς 'Ανατολι- 
κοϊς λαοϊς αυνίδαινίν υπο της κοινής γνιύυης κατεφρονεΐτο και ώνίΐδίζετο ή οικογένεια 
ή <^.'τ. έκδικουριέι/η τον φονεα' παρά δέ τοις 'ΐι,δραίοις και άτιηγορεύετο ή αντί /ρηαί- 
τ">ν ηρός τόν φονέα διαλλαγή πρβλ. ΤΙιΟΙιίίίΝβη, Ιβ ϋΐΌΪΙ ρ^.ΙΐΗΐ σιλ. 48. 



Ι 



το ΠΟΙΝ1ΚΟΝ ΚΑΙ ΙΔΙΛ ΤΟ ΦΟΝΙΚΟΝ ΛΙΚΑΙΟΝ ΠΑΡ' ΟΜΗΡΩ 213 

φέρεται καΐ ή προμνημονευθεΐαα διαδικασία, καθ' ην των δύο κρινό- 
μενων αντιδίκων ό μεν διατείνεται, δτι πάντ' άπέτεισεν. 6 δε δτι ου- 
δέν έλαβεν(Γ). 

Έάν δ' δμως μηδεμία ποινή ή άντίτιμον τοΰ αίματος εις τους συγ- 
γενείς τοΰ φονευθέντος άπετίνετο ή ό φονεύς αδύνατος ην ν' άπο- 
τείση, τότε έφευγε την πατρίδα και ή τύχη αύτοΰ ην να πλανάται έν 
τη ξένη δυστυχής (2). άλλ' οι συγγενείς τοΰ φονευθέντος έδύναντο 
και έν τη ςένη καταδιώκοντες τον φονέα να άνταποκτείνωσιν δποοοΎι- 
ποτε συνήντων αυτόν ούτω λ. χ. ό μάντις Ηεοκλύμενος φυγών το 
ίππόβοτον "Αργός, την έαυτοΟ πατρίδα, δια φόνον και καταδιωκόμε- 
νος έν τη ςένη ύπδ τών συγγενών τοΰ παθόντος γίνεται ικέτης του 
Τηλεμάχου, δπως έν τη χ,ώρα τούτου και Οπό την προστασίαν αύτου 
εκ της καταδιοκεως εκείνων σωθη (ο). ΚαΙ άλλοι δε άνθρωποκτόνοι 
μνημονεύονται Οπό τοΰ ποιητοΰ, οΐ'περ φυγόντες εις ξένην χώραν και 
ίκέται γενόμενοι φιλάνθρωπου υπούογγις καΐ προστασίας ετυχον οϋτω 
καΐ ό Πάτροκλος, έν τη παιδική ηλικία τον συμπαίκτορα παΐδα κτεί- 
νας έν τη τών αστραγάλων παίδια, άκων και έρίσας, έφυγεν εις την 
Φθίαν παρά τον Πηλέα, ύφ" ου επιμελώς ανατραφείς θεράπων τοΰ 
Άχιλλέως έγένετο (4). 

Και ταϋτα μεν ώς προς τον ίδιωτικόν φόνον δτε δ' δμως το κακόν 
έγίνετο προς το κοινόν, τότε και ό ;3ασιλεύς καΐ ό λαδς έν τη έςάψει 
αύτοΰ εκδικείται σκληρώς τον κακοΰργον ουτο) λ. χ. ό μεν Αγα- 
μέμνων απειλεί, δτι τον δειλιώντα άπεχόμενον τν^ς μάχης ου μόνον 
θέλει φονεύσει, άλλα καΐ άταφον εις τους κύνας και τους οίω'/οϋς θέ- 
λει ρίψει (5)' άλλα και ό λαός έν τη παράφορα αύτοΰ χωρίς να πε- 
ριμένη την άπόφασιν τοΰ δικαστού καταλιθοοολεΐ τον προοότψ ή 
τόν προς την πόλιν ολην κακουργήσαντα (6)• πρβλ. λάΐνον εσσο χι- 
τώνα, λεύσιμος \ίόρος, λ. άτη, λ. δίκη (7). 

Άνασκοποΰντες ήδη το έπΙ της ηρωικής εποχής ποινικόν και φο- 

(1) Ίλιάδ. Σ 496—510. 

(2) 'Οδυσσ. ν ?58 /.«ί ο ί?7ΰ. 

(3) 'Οδυσσ. ο 271. 

(4) Ίλιάδ. ψ 84, ο. 480 πρβλ. /.αι Όδ^3. ξ 380, ο 224 272, χαί ψ 118. 

(5) Ίλ(άδ. β 391. ο 347. 

(6) Ίλιάδ. Γ' 57. 

(7) Αίσ/ύλ. επτά έπί Θη5. 196 — ^^οφοκλ, Άνηγ. 35. Εΰοιπίδ. Όρε(7-, 50. 



214 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΙ'ΔΙΚΑ 

νικον των Ελλήνων οίκαιον παρατηροΰμεν κρώτον 'ότι ουδεμία οιά- 
κριαις έγίνετο εν ττ^ τιμωρία του έκουοίως κτείνεη• ν.αΐ τοΰ ακουσίως 
ή έκ πχραφορας στιγμιαίας και αΓί^ί διό και ο Πάτροκλος εν ττ^ 
παιδικτ] ηλικία ακουσίως εν τ:^) των αστραγάλων παίδια τον συμπά ί- 
κτορα έ; έριδος κτείνας ουδέν τό έλαφρυντικόν εσχεν. Αεύτερον ό φονεύς 
φυγών τήν γενέτειραν κατεδιώκετο και εν τ'^ι ξένη υπό των συγγενών 
τοΰ παθόντος, οϊτινες καΐ εκεί νηποινεΐ να άπ'οκτείνωσιν έδύναντο. 
πλην εάν ετίθετο υπό τήν προστασίαν τών εν τή αλλοδαπή αρχόντων, 
δεχόμενων αυτόν ως ίκέτην και τρίτον ό φόνος κατά τήν ήρωϊκήν 
έποχήν ουδέν τό μιαρόν ώς προς τήν θρησκείαν είχε" διό και ό φο- 
νεύς δέν ύπεδάλλετο εις θρησκευτικούς καθαρμούς και έςαγνιστικάς 
διατυπώσεις, οΊ'ας ύστερον ή Αττική νομοθεσία επέβαλλε, τόν φονεα 
μιαρόν καΐ τόν φόνον μύσος, άγος ή μίασμα νομίζουσα' δτι δέ καΐ 
ώς τήν πρώτην και τήν δευτέραν περίπτωσιν ή Αττική νομοθεσία 
τήν προσν^κουσαν άνάπτυςιν έλαβεν, εφεξής δηλωθήσεται. 

Ενταύθα δε 7ζρθ':5^ετεον. δτι οί νόμοι ή αϊ τ^έμιοτες, τά εθνικά 
έθιμα, ευθύς εξ αρχής δέν έθεωρήθησαν μόνον θείας καταγωγής, άλλα 
και άπέλαυον τής τών θεών ασφαλούς και ανελλιπούς προστασίας" 
κατά τήν ζωηράν και αφελή τής Έλλγ^νικής φυλής φαντασίαν πα- 
σαι αί τήν κοινωνίαν έναρμονίως συγκρατοΰσαι ουσιώδεις δυνάμεις 
απέβησαν πνεύματα κραταιά και •θεότητες ά&άνατοι. Κατά τόν Ήσίο- 
δον ή Θί/Λίζ υπάρχει τοΰ Ουρανού θυγάτηρ, ή δέ ζΐ/κ»; καί ή Εννο- 
μία(1) τής Θέμιδος και τού Διός προσφιλείς κόραΐ" προς δέ ό γ^6)ρος. 
ενώ γίνεται ή δίκη, θεωρείται ««ρόί: (κύκλος) υπό τήν Τιροοχ'ΧοΙα.Ί τών 
θεών διατελών τάς ιδέας δέ ταύτας τ/^ς έκ έκ τών ϋ^εών καταγωγής 
τον δικαίου και τών νόμων καΐ τής ϋ^εοποιήοεως αυτών διετ•/]ρ7^σε 
καΐ εφεξής ή Ελληνική φυλή. Κατά τόν Δημοσθένη ό μέν νόμος εΐνε 
εύρημα και δώρον τών ■θεών, ή δέ Ευνομία θεά ούσα και τά δίκαια 
φιλούσα, πάσας και πόλεις καΐ χώρας σφζεΐ' ή Αίκη σεμνή και άτια- 
ραίτητος ου-^ο: παρά τόν τού Διός, τού [βασιλέως τών θεών. ^ροΊΟΊ κα- 

(I) (Τού Διός και τής (-ίΙ^ι^-ίδο; /.ο'ραίι. 

Εννομα] τε Δίν.η τε και Ειρήνη τεϋαΐυΐα. «ΊΙσιοί. ("(ίογε'ν. ΙίΟΤ 

η ίε Λ'χη παρθένο; 'ίπτί Διό; ε'κγίγαυΤι» 
κνδρη χ' αΐδοίη τ; ΟεοΙ;, οί' "Ολ^^^■πον ί/ουτιν». "Ι'^ργ. '?7Γ) «:ό δε παρ&ενος κατά 
σύμβολον του αοιάφ'ίορο; είναι και ΐΑΓ,δαιχώ; ίνδιδονϊΐ τοϊ; κικούργοι; μηδέ τιροσίεσθαι 



το ΠΟΙΝΜΚΟΝ ΚΑΙ ΙΛΙΑ Τη φοΝΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ ΠΑΡ' ΟΜΗΡΩ 215 

ϋημέν7| πάντα τα των ανθρώπων έφορα, επιβλέπει δε καΐ τους δικα- 
στάς. οϊτινες θεράποντες τ7|ς θεάς εισΐ" καίτοι δε τήν ψ/^φον κράίδην 
φέρουσιν. όμως δεν διαλανθάνουαι τήν θεάν, ήτις τους καταισχύνοντας 
αυτήν σκληρώς κολάζει και αυτούς και το γένος αυτών δλον(1)' ό δε 
Πλάτων (2) συνδυάζει μετά τής δίκης και τήν αίόώ, τον δε μή μετέ- * 
χοντα των θείίον τούτων δώρων πρέπει οι άνθρωποι να κτείνωσιν ως 
νόοον τής πόλεως" διό καΐ υπό του φιλοσόφου ή /Ιίκη παρϋένος 
αιδοίη δικαίως λέγεται" ψευδός δε αίδοί και δίκγ^ νεμεσητόν κατά 
φύσιν (ο). 

Τήν τ^ρος τήν ϋεμιν{4:) καΐ τήν δίκην ή το δίκαιον και τόν νό/^ον 
άγάπην, τιμήν καΐ ;5οπήν των αρχαίων Ελλήνων ίκανος δύναται να 
μαρτυρήσει καΐ ή πληθύς των κυρίίον ονομάτων, των έσχηματισμένων 
εκ των είρημένων ουσιαστικών" και τ^ρΓύχον Τί.τ.ροί το ϋέμις εχομεν τα 
έςής κύρια ονόματα ανδρών καΐ γυναικών. Θέμιοτος, Θεμιστέας, Θε~ 
μιστίων, Θεμίστιος, Θεμιστώ Θεμίας, Θέμιοος, Θεμίσων. Θεμιοταγόρας, 
Θεμιστογένης^ Θεμιστόδαμος, Θεμιστοδίκη, Θεμιστόδωρος, Θεμιστο- 
κλής, Θεμιστοκράτης, Θεμισιοκνηρη, Θεμιστόλας, Θεμιστώναξ, Θε- 
μιστονόη. Άγνόϋεμις, ' Ακεοτό^εμις, Άμι^άϋεμις, Άναξίϋεμις, Άπολ- 
λό^εμις, ^ Αριστό&εμις, Αϋξί'&εμις, Βουλόϋεμις, Δαμό•&εμις, Διάϋεμις, 
Δι]αί'&εμις, Δι Κεί'&^μις, Έργό&εμις, Ενξί•&εμις, Ενρνϋεμις, Ζηνό'&εμις, 
Ήγησί^εμις, Ήρό&εμις, Θεόϋ^εμις, Καλλίϋ^εμις. Κλεισίϋεμις, Κλεύ- 
βεμις, Κλέοϋΰις, Κυπρόϋεμις, Μεληόϋεμις Μηνό&εμις. ΜψρόΟεμις, 

(Ι,' Δημ. ΚΕ', II ν.^. ΙΘ', 2.?9-?40. 

|2) Πλάτ. ΓΙρωταγορ. Β'ίί. 

(3ι 11/άτ. Νοα. 943 Κ— ό 6έ Γ1λούταρ/ο: πεοί ττ,ς ιιμ(ΐ).:ίας των άνθ^οοί^τοιν λίγει ό>; 
Άδράατεια αεν, Ανάγκης κα•. Διό; Ουγάτηρ, ί;:\ ;:άσι τιμωοό; άνωτάτο) τε'τακταί τοις 
αδι/.ηαισΓ και '.ών Γοντ,κον ουοε'; ούτε με'γίί ο\>ζμ;, οϋ'τε α;κρό; γενονίν, ώιτε η λα- 
θών δυφυγεΐν ή βιασάμενο;• τρεις ο' {^τ.ο■^ο■^ο\ τη; Άδραστείας είαίν, αί τρεϊ? δη/ονοτι 
Τίμωρίαι. η Ποινή, ή ^ί';ί>/ /.αί ή ' Εριννς' ζαί η μεν Ποινή εϋθϋς εν σοίματι και δια ση- 
μάτων τα•/;•)); κολάζει ;:ράω τινι τρόηω και παραλείποντι ζ,οΧκα των καθαρμού οεο- 
μέν(ι)ν τί) δε ζΐί'κ»; μετά τήν ιελευτϊΐν 6 δαίμων παραδίδωΐιν εκείνους, ών μείζον ^^τιν 
έργον η περί τήν κακίαν ιατρεία" του: δε πάμπαν ανίατους άττίοσθέντας ΰπο τη; Δίκης 
ή τρίιη χαί άγριωτατη των τής Αδράστειας 6πουρν<Ον, ή ' Εριννς μεταθέουσα -λανω- 
μένους και περιφεύγ'οντα; άλλον όίλλο^ς οΊκτοώ^ και /αλεπώς απαντάς κολάζει μ='•/θ!ς 
ου τελέοις έκ των ρϋπο^ν και των κηλίδων τής κακία; ά-οκαθαρθώαιν. 1 1 λούι . Β ' ίί6 'ί Ε. 

(Ί) Θέμις — θέμιδος και ^έμιοτος, θεμιτός Δεωρ. καϊ ^έμιος Ίοι/ικ. ^εμίζειν^^ι- 
χαιοΰν, κολάζειν. Κρήτες καθ' Ήσύ/. -ρόλ. δίκη-όίκαίοϋν ύεμίξενος, δίκαιο; -ρος 
τοϋ; ξένο•^ς" ύεμιθΗΟ:ιος, ό τον νομον κ«ί τήν τάξιν Ιγ.ιοΜγ.μ'^. Γ1'•νδ*ρ, 



216 ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Ι'. ΓΑΗΔΙΚΑ 

Ξενόϋεμις, ^Οναοί&εμις, 'Οξύϋεμις, Παρ&εμίδας. Πααί^εμις, Πυργό- 
ϋεμις, Σταοί^εμις, Τιμόί^εμις, 'Υψίϋεμις, Φαννό^εμις, Φάόϋ^εμις, 
Χρυσόΰ•εμις. 

Παρά δε τό δίκαιον και τήν δίκην είσΐν έσχηματισμένα τα έξης. 

Δίκων καΐ Δίκκων, Δικκώ, Δικαίηρχος, Δικαιοβούλα, Δικαιογένης, 
Δικαιοκλής, Δικαιοκράτης, Δικαιομενης, Δικαιοπλούτα, Δικαινλιος, Δι- 
καιώ, Δικαστοφών, Διαδικαααμενός^ Ενδίκαιος. Δικαινέτα, Δικηκράτης. 

Άγέδικος, Άλεξίδικος, ^Αλκίδικος, ^ Αλκώίκη, "Άμφίδικος, Άνα- 
ξίδικος, Άνδροδίκη, Ανοδικός, Άριστόδικος, Άρχέδικος, Άρχεδίκη, 
Ααίδικος, Αντόδικος. Βασιλοδίκα, Γνωοίδικος, Δεινοδίκης, Δημόδικος, 
Έκδικος. Ενδικος, Επίδικος, Έρμόδικος, Ενδικος, Ενϋνδικος, Εν- 
ρνδικος, Ενρνδίκη, Εισόδικος, Ήρόδικος, Θαρονδίκας, Θεμιστοδίκη, 
Ίϋιούδικος, 'Ιπποδίκη, Ίφιδίκη, Καλλίδικος, Καλλιδίκη, Καλόδικος, 
Κλείδικος, Κλειοιδίκη, Κλεόδικος, Κλεοδίκη, Κρανόδικος, Κρανοδίκα, 
Λαοδίκη, Λαόδικος, Λεώδικος, Λνσίδικος, Λνσιδίκη, Μανδρόδικος, 
Ματνδίκα, Μνασίδικος, Μνημοδίκη, Νανσίδικος, Νικηοίδικος, Νικό- 
δικος, Ξενοδίκης, Ξεινοδίκη, Ξενόδικος, 'Ορσιδίκη, Πεωιδίκη, Παιδικός, 
(=Πρόσδίκος), Ποσείδικος, Πραξίδικος, Πρόδικος, Πρόσδικος, Πν• 
ϋοδίκη, Σκαμανδροδίκη , Σωοίδικος, Τε^εοτοδίκη, Τηλεδίκη, Τηλοδίκη, 
Τιμοδίκη, ' Υπόδικος, Φανόδικος, Φιλόδικος, Φιλοδίκης. 

Ώσαύτω; καΐ παρά τήν λ. νόμος εχομεν ικανά κύρια ονόματα, 

οίον Νόμων, Νομοκράτης, Άμφίνομος, Άνιίνομος, Αριοτόνομος, 

Αρχένομος, Αυτόνομος, Δημόνομος, Έννομίδας, Εννομος, Εύϋύ- 

νομος, Ενρννομος, Ευρυνόμη, Ισόνομος, Καλλίνομος, Λαόνομος, 

Λαονόμη, Λνοίνομος, Όροινόμη. Σωοίνομος, Φιλόνομος, Φιλόνομη. 

Τον Αττικοϋ ποινιχοϋ καΐ φονικοϋ δικαίου άνέλιξις. 

Μεταβαίνοντες ήδη είς τήν Άττικήν νομοΒεσίαν έ'/ομεν νά έςετά- 
σωμεν τά φονικά δικαστήρια, ώς ταύτα διεμορφώθησαν εν Αθήναις, 
τήν έν αύτοίς δικονομικην πορείαν, τους φονικούς νόμους καΐ τάς επΙ 
φόνω ποινάς. Άλλα τιρο τούτων παρακολουθητέον τήν άνέλιξιν τοΰ 
ποινικού δικαίου καΐ τάς περί τής ποινής ιδέας των αρχαίων. 

Έν τω δικαίω των αρχαίων Ελλήνων ή ποινή, ώσπερ υοτερο'/ τό λε- 
πτοφυές των φιλοσόφων πνεΟμα διετύπωσε, οιττόν τον σκοπόν έχει. 



ΤΟΓ ΑΊΤ1Κ0Γ ΙΙΟΙΝΙΚΟΤ ΚΛΙ ΦΟΝΙΚΟΓ ΔΙΚΑΙΟΓ ΑΝΕΛΙΞΙΣ 217 

τον σωφρονισμών ούιΚοίοχι ί\ τγ;ν ,^ελτίωσιν τοϋ άοικοΟντο;. οτε καΐ 
κόλααις λέγεται" καΐ την ικανοποίησιν τοΟ άοικηθέντος. οτε και τι- 
μωρία καλείται" και κατά την φράσιν τοϋ Αριστοτέλους διαφέρει 
τιμωρία καΐ κόλαοις' ή μεν γαρ κόλαοις τον πάσχοντος ένεκεν έητιν , 
ή δε τιμωρία τον ποιονντος, ίνα άποπληρω&η (έπΙ τψ άδικήματι. όπερ 
υπέστη) (1). Οΰτω δε ή κόλαοίς ήτοι ή κολάζονσα ποινή φέρει τον 
παιδαγωγικόν χαρακτήρα, καθ' δν ό κολάζων φυσικώς και ηθικώς 
τοϋ κολαζομένου υπερέχων τζρός το συμφέρον τούτοΌ την ποινήν επι- 
βάλλει. "Οθεν ή μεν πολιτεία ή ό άρχων αΟτης ομοιάζει προς τον 
παιδαγωγών, οί δε πολϊται κρός τους παιδευομένους νέους, ους ό παι- 
δαγωγών ώσπερ ξύλον διαστρεφόμενον και καμπτόμενον εύθύνει δια 
τών απειλών και πληγών {'2)' διό και το κολάζειν και το διορθοΰν 
δια της ποινής ενι^ννειν (3) οΐ "Ελληνες έκάλεσαν. 

Την εκ της ήρωϊκης εποχής έννοιαν ταύτην της ~ονπ^ς ή έν Ελ- 
λάδι αρχή διετήρησε καΐ ύστερον έν τη αστυνομική αυτής έςασκήσει, 
ήπερ πολλάκις δυσδιάκριτος της δικαστικής γίνεται. Κατά τήν εννοιαν 
δε ταύτην και το βασιλικόν οκήπτρον είνε το κολαστήριον όργανον, 
ώς εμφαίνει ή τής 'Ιλιάδος οναιτί^, έν ή τον θρασύν καΐ άκριτόμυθον 
(-)ζ.ρ':5ίτΎ('/ ό συνετός 'Οδυσσεύς διά τοϋ οκήπτρον σωφρονίζει (4). Κατά 
τήν εύφυα δ' δμως του ΗβΓηΊ&ηη (5; παρατήρησιν τό α•ΛΎιτζχρο'^ συμ- 
βολίζει και τό εν^ν και άκαμπες τής τον δικαίον δυνάμεως. Άλλα 
τότε πώς τό του δικαίου 'όρ^ζΧΊΟΊ δύναται κακόν και λύπην ζΐς τόν 
άλλον νά έπιφέρη; προς τοΟτο αποκρίνεται τό του 'Ραδαμάνΰ^νος 
δίκαιον. 

Ει κε πάθοι τά τ' ερεςε ό/κί^ κ' ιΒεϊα γένοιτο (6). 

Οϋτω δη τό άντιτιμωρεΐοί^αι ή τό κακόν άποδιδόναι (^ νβν(]6ΐίΐΐη(^} 
αποτελεί τήν ^άσιν τοΰ αρχαιοτάτου Ελληνικού δικαίου" διό και ό 
\^ργΙ\ογοζ καυχάται κατά τήν ήθικήν του λαοΰ. 



(1) Άριστοτέλ. 'Ρητοο. Ι369β. 

(2) Πλάτ. Πρωταγορ. 325. 

(3) 'Λριστοτελ. Άθτ,ν. Πολιτ. Η', •Ί η =ξ Άρί;Όυ πάγου βουλή τους άιιαρτάνοντας 
ην&ννε κυρία οϋια ζημιοΰν και χολάζειν. 

(4) Ίλιάδ. Β 2Β5. 

(5) ΟιιιηίΙδ&Ιζβ (Ιβδ δΙηαΓιβοΙιΙκ ίπι ^ιϊεοΐι. ΛΙΙβιΙυιηβ υ. 5-6. 

(6) Αρ. Ήθ. Νικομ. η32β "26. 



218 ΚϋΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓαΡΔΙΚΑ 

εν δ' έπίσταμαι μέγα, 

τον κακώς με ορώντα οεν/οίς άνταμείβεσθαι κακοΐς(Ι). 
Καίτοι δε τοϋτο φαίνεται προα'/.ροΌθ'^ εΙς τήν σημερινήν ήθικήν. 
δμως ή Ελληνική άρχαιότης τήν εννοιαν ταύτην εύρισκε συμφωνού- 
σαν καΐ κρόζ το αίσθημα τοϋ δικαίου καΐ τζρος τήν ήθικήν αυτής 
ίδέαν* διότι κατά τήν Έλληνικήν άντίληψιν το δίκαιον έγκειται έν τω 
άποδιδόναι το οφειλόμενον έκάστω" οφείλεται δε εις μεν τον φίλον 
αγαθόν, εις δε τον έχθρόν κακόν το δε ά'όίκον εμφανίζεται οπού ό 
φίλος, ό συμπολίτης, ό ϊσος, τον φίλον καΐ ίσον ώς έχθρόν καΐ ως μή 
"ίσον μεταχειρίζεται (2ν διό και δικαιούται ούτος έκείνω τό ίσον ή το 
άντίποινον ν' άποδώση (άντιτιμωρεΐσθαι). "Οθεν ο^τεροΊ καΐ κατά τό 
συντεταγμένον Άττικόν δίκαιον ό '/.ιχτγ(ορος πολιτικού κακουργήμα- 
τος διώκει τόν κακουργήσαντα έν τω δικαστηρίω μάλλον ιδίας έχθρας 
ένεκεν ή χάριν του κοινή αυμψίροντος (3)* διότι ή έχ_θρα θεωρείται 
ώς βλάβη τις γενομένη καΐ αδικία, ης ό κατήγορος ήδη παρά του 
αντιδίκου ώσπερ οφειλόμενον τι χρέος απαιτεί, ί'να άποπληρωθή" 
ενίοτε δ' ό κατήγορος καΐ συνδυάζει τήν ιδίαν έχθραν μετά τοϋ κοινή 
'3Ό\ΐ'ψίροντοζ. ώς ό Δημοσθένης (4) λέγει περί τοΰ Τιμοκράτους* » τόν 
ούτως άδιάλλακτον έχ&ρόν ίδων ήοικηκότα κοινή πασαν τήν πόλιν 
ήλθον έπ' αυτόν (κατήγγειλα; ηγούμενος άρμόττοντα είληφέναι και- 
ρόν τοϋ βοηθήσαι δ' άμα τή πόλει καΐ τιμωρίαν νπ'ΐρ ών επεπόν§ειν 
λαβείν» . 

(1) Ανθολογία λοριχή Β6Γ§Ί< σόλ. 186. τήν ίδέαν ταύτην Ικφράζουσι καϊ όίλλοι 
«σοφοί, οίον ό Σόλων* είναι δε γλυκϋν ώδε φίλοι;, ε'/θροίσι δε πικρον 

τοΐσι μέν αίδοΐον, τοϊσι δ* δεινόν ΐδεΐν. 

Ξεν. Άποριντια. Β'. 3, 12. Και μην πλείστου γε δοκεϊ ά\ήρ επαίνου αξ'ο; είναι, 
ος αν φθάνη τοΰι: μεν πολεμίους χακώς ποιων, τους δε φίλους ευεργετών πρβλ. και 
Πλάτ. Μένωνι 71 Ε. Πολ. 332 Δ. ενάντιος δε τή; αρχής τούτης κηρύσσεται ό Σω- 
κράτης, καθ' ον οντ' άδιχειν δει οντ άνταδικεΐν Πλάτ. έν Κρίτωνι 49 Β-Ε και ει 
άναγκαϊον εΐ'η άδιχειν η άδι/.είσθαι, έλοίμην αν μάλλον άδικεΐοθαι η αδικεΐν» έν τω 
Γοργι'α 469 Ο. 

(2) Άριστοτέλ. Ήθικ. Νι/.ομαχ. 1131 α αϊ μά/αι και τά έγχλη'ματα γίνονται, ο'ταν 
οΊ ίσοι μή Ι'σα, ο! δε μή Ί'σοι ι'σα ε-/ΐι)σι και νέμωνται. 

(3) Λυσ'βς κατά Ερατοσθένους 2. προτερον μέν γάρ Ιδεί την έχθραν τους χατηγο- 
ροΰντας έπιδείξαι, ήτις εΙ'η προς τοϋ; φεύγοντας. 

(4) Δημ. ΚΛ', 8 σελ. 702 καί ΚΒ' Ι και ο' τουτονί τόν συκοφαντι{σαντά με ώ; 
πατ5οχτο'νον, ώ δικασταί, πειράσομαι μεΟ' υμών καϊ νϋν και τόν «λλον άπαντα χρόνον 
άμύνεσθαι. πρβλ. και Αντιφώντα περί τοΰ Χορευτού 4. 



ΤΟΤ ΑΤΤΙΚΟΪ Ι101ΝΙΚ0Γ ΚΑΙ ΦΟΝΙΚΟΓ ΔΙΚΑΙΟΓ ΑΝΕΛΙΞΙΣ 21 ί) 

Κατά ταΰτχ ή αρχαιότατη -των Ελλήνων περί του κοινωνικού 
οικαίου έννοια δύναται να υπαχθ-^ εις τήν μαθηματικήν άναλογίαν 
ή ποινή δηλαδή προς τήν γενομένην άδικίαν ή βλάβην έχει τον αυ- 
τόν λόγον, δν και ή τοΟ οφειλέτου τζρος τον δανειστήν πληρωμή, 
ώαπερ δηλαδή προσήκει καΐ δίκαιον έστι χρηματικόν τι οάνειΟΊ να 
άποτειαθή. οϋτω και πάσα ένοχη ή αδικία δι' υλικής τίνος ποινής ν" 
άποπληρωθή' διό και κατά τους πυθαγορείους το δίκαιον έστιν απλώς 
το άνΐίπίποΐ'ί?ός(1). το ίσόρροπον δηλαδή του διδόναι και λαμβάνειν, 
τοϋ ποιεϊν και πάσχειν άλλα το άντιηεπον&ός απλώς, παρατηρεί ό 
Αριστοτέλης, δεν αληθεύει πανταχού οίον εις τις αρχήν έχων έπάταςεν. 
ου δει άντιπληγήναΐ' και εις τις άρχοντα έπάταξεν. ου δει άντιπληγήναι 
μόνον, άλλα καΐ άλλως κολασθήναι* διότι ένταΰθα αρμόζει το και' 
άναλογίην άντιπεπονθός και ούχΙ το κατ' ισότητα (2)• τοιούτος τις ην 
καΐ ό παρά τοις λο'/.ροΐζ νόμος, διασωθείς παρά τω Δημοσθένεΐ" «εάν 
τις δηλαδή του ίτεροψ^άλμοΌ έκκόψη τον όφθαλμόν. τοΟτοΊ ά,μφο- 
τεροος άντεκκοπήναι χρή, ουδεμίας τιμήσεως χρημάτων παρ' αύτοϊς 
ούσης» (3). 

Άλλ' ήδη προς τάς ιδέας ταύτας του αρχαιοτάτου φυσικού δικαίου 
πώς συμβιβάζεται ή Ελληνική πολιτεία, ήτις ούχΙ απλούν ατόμων 
άθροισμα αποτελεί, άλλ' ηθικόν δργανισμόν. εις δν πάντες οί πολϊται 
(ί)ς μέλη ούχΙ αύθυπόστατα, άλλ' οιονεί συμπεφυκότα. άνήκουσι καΐ 
ίξ ου ωσπερ από γενικής πηγής τήν εαυτών προσ(οπικότητα και τα 
μετ' αυτής συνδεόμενα δικαιώματα λαμβάνουσιν; και όμως αί ίδέαι 
έκεΐναι δεν αντίκεινται προς τήν ούσίαν τής Ελληνικής πολιτείας. 
άλλα τουναντίον συμοάλλουσιν εις τήν έρμηνείαν του Ζ■(^μο'^ίο'^ ποι- 
νικού δικαίου. 

Ήδη ή σοφιστική, καθ' ην ή πρώτη κοινωνία τών ανθρώπων 
συνέστη εξ απλής συμφωνίας δια τής ελευθέρας έν τη πόλει συνε- 
νώσεως αυτών, νομίζει τήν ιδέαν τον δικαίου προϊοΊ τής ανθρωπινής 
αδυναμίας, Ί'να προς τόν φύσει Ιη^^ορότεροΊ ή το φυσικόν δίκαιον 

(Ι) Αιιστοτελ. ΙΙΘικ. Νιχομα/. Ι13'.'β «Ιζίΐνοι γάρ ωοντο οί/.α•.ον ίίναι το άντί- 
πεπονΟ^ός- -ρό: ο τιαραβλητί'ον το Όμηρικόν» άντιτά έργα, δπδο αντίποινα, άντίσηχα 
χαι άντίοτα&μα ό Σ/ολιαιτ. Ιραηνεϋει. Ίλιαδ. (,>, 213. 

(2) ΆριατοτεΛ. Ήθικ. Ν•.χομά/ . 1132 β. 

(3) ΔΓ,αοσθέν. ΚΔ'. 141 σελ. 744. 



220 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

τό θετόν οί πολλοί ώς οχύρωμα άντιτάςωαιν(Ι). Έκ της σοφιστικής 
ταύτης θεωρίας δηλον μάλιστα τοΟτο γίνεται, δτι περί δικαίου κα- 
θόλου και περί τιοινικοϋ ιδία μόνον εν τη πολιτική κοινότητι ή τη 
κοινωνία δύναται να γένηται λόγος• ήδη δε ή πρώτη αύτη κοινωνία 
φέρει μεν εν έαυτη και την συνείδησιν των καθ' εκαστον αυτής μελών, 
άλλ' ως δλον δεν έχει τοΰ δικαίου ύψηλοτέραν έννοιαν διό και εν τψ 
ήρωϊκω αιώνι ουδέν ϊχνος συντεταγμένης ποινικής διαδικασίας φαί- 
νετοίί, ώς ή "Αττική νομοθεσία αυτήν υατερο^/ διεμόρφωσεν τοΰ μεν 
φόνου ή έκδίκησις επαφίεται εις την οίκογένειαν τοΟ παθόντος και 
μόνον δταν άμφισδήτησίς τις έπέλθη περί τής τιμής τοΰ αίματος, 
ην ό ποιητής ποίν^^ν. καλεί, ώς εΐδομεν, κρίνεται υπό του δικαστηρίου, 
ώσπερ και άλλη τις ιδιωτική διαφορά (2)* δταν δ' όμως κακούργημα 
τι προς τό σύνολον τής κοινωνίας γένηται, οια προδοσία τις, αυτός 
ό λαός άνευ κριτοΟ και δικασπόλων τιμωρεί τόν προοότ•ψ δια λιθο- 
βολίας, ήτις τήν λαϊκήν παραφοράν εμφαίνει" λείψανα δε των αρχαίων 
τούτων ιδεών παρατηρεί τις καΐ εν Αθήναις, δτε μάλιστα τό Σολώ- 
νειον πολίτευμα προσέθηκε τα ιδανικά τής πολιτικής και δικαστικής 
εξουσίας δρια" ούτω λ. γ. τό τοΰ Κανωνον ψήφισμα έκέλευεν, εάν 
τις τον δήμον άδικΫ}^ δεδεμένον άποδικεΐν (άποδιδόναι δίκην, ατιολο- 
'γείσθαι) εν τω δήμψ- και εάν καταγνωο'&η άδικεΐν, άπο'&ανόντα εις 
τό βάραύρον εμβληι^ήναι» (3)' ό δε Δημοσθένης άποθαυμάζει τοί^ς 
Αθηναίους, οιτινες τήν χώραν και τήν πόλιν εκλιπόντες κατελιΰ^οβό- 
ληοαν τον Λνκίδην (ή Κυρσίλον) ού μόνον αυτόν, άλλα και την γυ- 
ναίκα αύτον αί γυναίκες τής πόλεως, επειδή άπεφήνατο γνώμην. Ίνα 
δεχθώσι τάς προτάσεις τοΰ Μαρδονίου (4). Μέλαιναν δε σελίδα και 
χαρακτηριστικήν τής τοΰ δήμου λύσσης καΐ παραφοράς αποτελεί ή 
παρά τόν νόμον δίκη και εις θάνατον καταδίκη των στρατηγών τής 
εν Άργινούσαις ναυμαχίας, διότι δήθεν δεν περιέσωσαν τζρδς ταφήν 
τους ναυαγούς* ού πολλω δ' 'οστερον μετέμελε τοις Άθηναίοις, λέγει 
ό Ξενοφών, καΐ έτιμώρησαν τους κατηγόρους και συκοφάντας τών 

(1) ΙΙλάτ. ΙΌργ. 483 β άλλ'οιααι, οί τιθί'μΐίνοι τους νομοο,• οί ασθενείς οίνθοωΓοί 
είσι χα! οί πολλοί• προ; έαυτοΰ; ού> /.αϊ τό έαιιτών συμ,φέρον ΐούς νομούς τίθενται. 

(2) Ίλ.άδ Σ. 497. 

(3) Ξενοφ. Έλλην. 1, 7, 20. 

(4) ΔημοσΟ. ΙΗ' . 204 Λυχοϋργ. κ. Λεωχρά:, 122 Ήροδτ. β', δ. 



ΤΟΓ ΑΤΤΙΚΟΙ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΦΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΝΕΛΙΞΙΣ 221 

θανατωθέντων στρατηγών (1). Έκ της άπόψεω; ταύτης ούνανται να 
έρμηνευθώαι καΐ αϊ κατά των τυράννων άγριαι -οιναί της λαϊκής 
δικαιοσύνης" διότι οί τύραννοι των Ελληνίδων πόλεων δεν κρίνονται, 
άλλα τιμωρούνται μόνον καΐ μάλιστα άπανθρώπως καΐ ου μόνον 
αυτοί, άλλα και οί ακίνδυνοι και άθωοι παίδες αυτών και γυναίκες 
εις αγρίας τιμωρίας υποβάλλονται (2). 

Ώς δε μετά την ήρωϊκήν έποχήν καταλυθείσης της βασιλείας 
νέος πολιτικός οργανισμός άνεπτύχθη, ούτω καΐ το ποινικόν δίκαιον 
νέαν φάσιν λαμβάνει" διότι κατά την θεωρίαν των σοφιστών δίκαιον 
έστι τό τοΰ α,ργ^ο'ηος ΟΌ^ί,γίρο'/ και εκάστη αρχή αναλόγως τοΟ πο- 
λιτεύματος τους νόμους τίθεται προς τό έαυτη ο'ύμφίρο'/' οίον ο μεν 
τύραννος υπέρ έαυτοΟ, οί δε ολιγαρχικοί υπέρ τών ολίγων καΐ οί δημο- 
κρατικοί υπέρ τών πολλών (3)• ώστε καΐ κατά την άριστοκρατίαν οί 
άρχοντες, οί της αρχαίας βασιλικής εξουσίας διάδοχοι καΐ κληρονόμοι, 
ώς εκλεκτοί τοϋ λαοΰ αντιπρόσωποι, εχουσι νά φροντίζωσι περί τής 
χοινΎΐς ενπραγίας καΐ δή καΐ πλέον τι ή πρότζρο-'/' άλλα τό περί τής 
κοινής εύπραγίας ή τοΰ κοινή ουμγίροντος μέλημα τούτο τών άρχόντο)ν 
γίνεται μείζον εν τή δημοκρατία, δτε ό δήμος τήν έξουσίαν έλαβε 
καΐ τους νόμους προς τό συμφέρον τών πολλών ετίθετο ' ό Αριστο- 
τέλης σαφώς διδάσκει, δτι δίκαιον εΐνε τό νόμιμον οί δε νόμοι οτο- 
χάζονται τον κοινή ονμφέροντος' ούτω δε τα δίκαια ηοιοναι καΐ 
φνλάττουοί την ενδαιμονίαν τής πολιτικής κοινωνίας- διό και ή δι- 
καιοσύνη αρετή τελεία" διότι ό έχων αυτήν άσκεΐ ου μόνον προς τό 
έαυτοϋ συμφέρον, άλλα καΐ προς ώφέλειαν τοΰ πλησίον καΐ δια τοΰτο 
ή δικαιοσύνη κρατίστη τών αρετών και ούθ' έσπερος ούθ' εφος ούτω 
θαυμαστός (4). 

"Οσο) δε μάλλον αχώριστος παρά τοις "Ελλησιν ή δικαστική εξου- 
σία άπό τής τοΰ άρχοντος φαίνεται, τοσούτοι μάλλον έδει ή πολλα- 

|1) Ζενοφ. Έλλην. Α ', 7 — 
{■!) ΙΐΛάτ. Γοργ. 473. 

(3) Ιΐλάτ. ΙΙολ. 3380, Νομ. 714. 

(4) Άριστοτελ. Ήθιχ. Νίχομάχ. 1129 οιό χαί τ, παροιμία 
«ν ίί δικαιοοννγι συλλήβδην πάσ ϊρετή 'στί'ν 

/αριεστατος και ΰψηλοτίρο; οριομο; τής διχα'.οιύνης, ο/ παοε'/ειό Ιΐλάτ. "Ορ. 
411 Λ «ί, δι/.ϊίοσ^νη ομόνοια τής ψνχής προς εαντήν χα• ευταξία τών τής ι/'υρ;^ς 
μερών τιρός αλληλά χι και περί άλληλα», 

ι 



222 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΓΑΡΔ1ΚΑ 

πλότης της άργουαΎΐς μερίοος καΐ εις τήν δικαατικήν οίρχψ: ώς εικό;. 
το οί•^άλο^(ον \ιερος της υπέρ τοϋ κοινή ':5'^μ'■{ι^ρο'/τος επιμελείας να 
μεταδώστ(]' το κοινή ουμφερο"/ άροί, ζΐς δπερ το άτομικόν εκάστου 
τζολίτοΌ ώς ύποτεταγμένου μέλους ώφειλε να υπηρέτη, δεν επέτρεπε 
πλέον, δπως έκαστος αδικούμενος ατομικώς αύτοδικη, άλλ' αύτη ή 
πολιτεία δικαιωματικώς ανέλαβε να κρίνη καΐ τάς του φόνου δίκας 
τών ιδιωτών καΐ προς τον σκοπόν τούτον ιδίους νόμους εϋηκεν και 
δικαστάς κατέστησεν, δπως και εις αυτήν τήν ιδιωτικήν έκδίκησιν 
εισαγάγη τον κανόνα και το μέτρον(Ι), δπερ καΐ εις το γενικόν 
συμφέρον άμα προσήκεν. 

'ίκανώς δε τήν ύψηλήν εννοιαν της τών νόμων συντάςεως ό φιλό- 
σοφος ρήτωρ άπεικόνισεν εν οίς λέγει»" άπας δ τών ανθρώπων βίος. 
«καν μεγάλην ο?κώσι πόλιν καν μικράν, φύσει και νόμοις διοικείται* 
«τούτο)ν δε ή μεν φύσις έστΙν αιακτον/,τλ κατ' άνδρα ίδιον τοΰ ίγ^οντος. 
«οΐ δε νόμοι κοινόν καΐ τεταγυ,ένον ταντό παοιν ή μεν ονν φύσις αν 
«ή πονηρά, πολλάκις φαύλα βούλεται και εξαμαρτάνει' οι δε νόμοι 
«το δίκαιον, και το καλόν και το συμφέρον βούλονται και τοΰτο ζη- 
«τοΰσί' και επειδάν ευρε^Ϋ}, κοινόν τοΰτο πρόσταγμα άπεδήχ&η, πάηιν 
«ίσον και δμοιον και τοϋτ' εστί νόμος, φ πάντας πεί&εοϋιΐι προσήκει 
«δια πολλά και μάλιοϋ•^ δτι πάς νόμος εύρημα μεν και δώρον ^εών, 
«δόγμα <5' άν&ρώπων φρονίμων, επανόρϋ'ωσις δε πλημμελημάτων, 
«πόλεως δε συνϋ^ήκη κοινή, καιΤ ην πάσι προσήκει τοις εν τη πόλει 
«ζην» (2)' ό νόμος ήδη χάριν τοΰ κοιντ] ΟΌμ-φίροντος δεν επιτρέπει 
πλέον εις τον άδικηθέντα να χειροδικήση" πλείστον δε δήπου διαφέρει 
τον '/όμον κύριον της τιμωρίας ή τον έχθρόν γίγνεσθαι, έπιφωνεΐ δ 
μέγας ρήτωρ (3)• δ αδικηθείς οφείλει να έναγάγη τον άδικήσαντα 

(1) Δτ^|^.οσθ. ΝΛ•, 17 σελ. 126-2. 

(2) Δημ. ΚΕ', 15 σελ. 774. 

(3) Δημ. ΚΓ', 32 Κατά τον ΣτοβαΤον Π, 189 ΜβϊπβΙνί! Κρητες πρώτοι 'Κλληνων 
νοίΑους έ'^/ον του Μίνωο; θεμένου"• προιεποιεϊτο δ* ό Μίνιο; παρά τού Διό: αυτού 
μεμαθηκέναι ο' έννεα ετών εΐ'; τι ορός φοιτών, ΐν ώ Διός άντρον έλέγετο, κικεϊΟεν ϊει 
τινας νομούς φέρων τοις Κρησίν». Πρβλ. Πλάτ. Ν(5μ. 624 Β Μίν. 3190 οΠαλαιο- 
τοίτοις νομοις οι τοΰ Μίνοιος πολϊται /ρωνταΐ' δτι δέ αγαθός πολιτικός και νομοθέτης 
ό Μίνως, τούτο μέγιστον σημεϊον, δτι ακίνητοι αύτοϋ οί νόμοι είσίν, άτε τήν τη; 
πόλεως οικτ^σίως άληΟίίαν έξευρόντο; εύ•)• μέγιστον ο' έγκώμιον τοϋ Μίνωο; έ/^ει και 
"Ομηρος, δ; όαριατήν :οϋ Διός αυτόν ονομάζει χαΐ υπό τού Δ'ός αυτόν πεπαιδεΰίθχι 
λέγει. 



ΤΟΤ ΑΤΤΙΚΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΦΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΝΕΛΙΞΙΣ 223 

προ του νόμου '&Ιζ κρίσιν, άκριτος δε και άναττολόγητος ουδείς κατη- 
γορούμενος τιμωρείται (!)■ ό δε νόμος διακρίνει τρία στάδια εν τη 
διαδικασία α' το τ/^ς αιτίας, |3' το τ/|ς κρίοεως καΐ γ' το τοΰ έλεγχου 
μεθ' δν ακολουθεί ή τιμωρία (2)' άνευ δε της κρίσεως καΐ τοΰ ελέγχου 
δτι ό κατηγορούμενος δντως εΐνε ε'^ογος της αποδιδομένης αύτω 
κατηγορίας, ή αιτία είνε άπλη ύπόθεσις μόνον καΐ ουδεμία τιμωρία 
γίνεται• τόσον δ' ευλαβής προς την τάςιν ταύτην ό νομοθέτης έγενετο, 
ώστε και ό καταδεδικασμένος ήδη έπ' άκουσίω φόνω εις φυγήν, κατη- 
γορούμενος Ό<3τερον έπΙ φόνω έκουσίω, έδει να δικασθή καΐ δια τήν 
κατηγορίαν ταύτην έν ΦρεαττοΓ ό νόμος ήδη, ει καΐ δ χιχτ-ίΐ^ορού- 
μένος καΐ πρότερον τοιούτον τι έποίησε, δεν έπίστευσεν άβασανίστως 
εις τήν κατηγορίαν, ότι εινε Ιίο^οζ, ούδ' άκριτον κατεδίκααεν, άλλ' 
εύρε τό ευσεβές καΐ εκείνον ούκ άπεοτέρησε λόγου και κρίσεως' είδε 
περί των άνδροφόνων ήδη κεκριμένων τοσαύτην σπουδήν ό νομοθέτης 
έδειςεν, όπως λό^ου καΐ κρίοεως, κηι πάντων δπόοα εστί δίκαια, τεύ- 
ςονται περί των ύστερον αιτιών, κατά μείζονα λόγον περί τοΰ μήτε 
έαλωκότος (άποδειχθέντος) μήτε εγνωσμένου άνδροφόνου προυνόησεν, 
ϊνα μή άκριτος τιμωρηϋη. «Και εάν τις ϊδη τον άνδροφόνον περιιόντα 
«έν τοις ιεροίς καΐ κατά τήν ά,χοράν, λέγει ό μέγας ρήτωρ, εςεστιν 
«αύτω άπάγειν εις τό δεσμωτήριον, ούχι δε και οϊκαδε ούδ' δποι 
«βούλεταΐ' και εις το δεσμωτήριον ο' άπαχθεις οΰδ' ότιοϋν πείσεται, 
«ττρίν αν κριΰη, άλλ' εάν μεν άλω (καταδικασθή), '&ανάτω ζημιωϋή- 
^οεται- έάν δε μή μεταλάδη τό πέμπτον μέρος των ψήφων ό άπα- 
«γαγών, χιλίας δραχμάς προοοφλήσει» (3). 

ΚαΙ ώς ιζρος τον δονλον δέ, καΐ έάν έπ' αυτοφώρω φονεύη τον 
έαυτοΰ δεσπότην, ό αυτός κανών ΌΚΫιργ^.^^ ακριτον ουδέ τοΰτοΊ έδύ- 
ναντο οί συγγενείς τοΰ φονευθέντος νά φονεύσωσιν, άλλ' εις τον 
νόμον ώφειλον νά παραδώσωσιν, όπως κριθή (4). Έν δέ τη υπό τής 
πολιτείας καΐ τοΰ νόμου τιμωρία τοΰ φονέως, διετηρήθησαν, ώς εικός, 
καί τίνα λείψανα τοΰ αρχαίου εθίμου" ό συγγενής δηλαδή τοΰ φονευ- 

(I) Πρβλ. κί.ί Άνδοκίδ. χ. "Αλ/.ιζιαδ. 3 ή βουλή ώανυ£ αηδ^'να |ατ|::' ε'ξελαν ;αγ|τ£ 
δήσειν μνε αΓο/.τενίΐν άκρίτον. 

(ν') Δηαυσθ. ΚΓ', 36 ιελ. ()3Γ ;Αε'3ον αίτιας -/αϊ Ιλίγ-^οο ή /.ρίσΐί. 

^3) Δ^;α. ΚΓ', 77 — 79 /.αϊ 80. 

(^4) Αντιφών π. τ. 'Ηρωδου φόνου 48. 



224 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΤ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

θέντος άντΙ του αρχαίου τιμωρού γίνεται μόνον 'χιχττ{•{ορος τοΰ 
φονέως' εάν δε υπό τοΰ δικαστηρίου καταδικασθ-^ ό φονεύς, ούτος 
δεν παραδίδεται πλέον εις τήν διάκρισιν τοΰ διώκοντος αυγγενοΰς. 
άλλ' είς τους νόμους, οΊ'τινές είαι κύριοι να έκτελέαωσι τήν θανα- 
τικήν ποινήν ό δε κατηγορών συγγενής τοΰτο μόνον το δικαίωμα 
έχει, να παρακολούθηση προσωπικώς και ϊδη τήν έκτέλεσιν της υπό 
τοΰ νόμου επιβληθείσης ποινής* πλέον δε τούτου ουδέν άλλο δι- 
καίωμα έχει (1). 

"Ε^τ^ροΊ δε βήμα προς τα πρόσω εν τή νέα Αττική διαδικασία 
εινε, δτι ή κατά τοΰ άδικήσαντος κατηγορία δεν περιορίζεται μόνον 
ε2ς αυτόν τον παθόντα, αλλά καΐ πας δ βουλόμενος τών Αθηναίων 
λαμβάνει τό δικαίωμα τοΰ να παραδώση εις τόν νόμον και τήν δικα- 
στικήν αρχήν τόν κακοΰργον δ Αριστοτέλης (2) δικαίως εξαίρει τής 
τοΰ Σόλωνος πολιτείας ώς δημοτικώτατα τα τρία τάδε* τό μη δανεί- 
ζειν επΙ τοις σώμασι, τό εξεΐναι τω βονλομένω τιμωρεϊν ύπερ τών 
αδικούμενων και τρίτοι τήν εις τό δικαοτήριον ε'φεοιν τό οεύχερο^ δε 
τοΟτο εκ τών νομοθετημάτων τοΰ Σόλωνος διευκρινών δ Πλούταρ- 
χος (3) γράφει* έτι μάλλον νομίζων δ Σόλων δτι πρέπει νά έπικουρή 
«τή τών πολλών αδυναμία, παντι λαβείν οίκην υπέρ τοΰ κακώς πε- 
«πονθότος έδωκε" και γάρ πληγέντος ετέρου και βληύέντος και βια- 
«ο•&έντος εξήν τω δνναμένφ καΐ βονλομένφ νά καταγγέλη τόν άδι- 
«κονντα, όρϋ•ώς ε-ΟΊζονιος τον νομοϋ^έτου τους ηολίτας, ώοπερ ενός 
^μέλους αυναισ&άνεαϋαι και ουναλγεΐν άλλήλοις- διό καΐ έρϋ)τηθε1ς 
«τΙς οικείται κάλλιστα τών πόλεων* εκείνη, έφη, εν η τών άδικου - 
«μένων ονχ ήττον οΐ μη αδικούμενοι προβάλλουοι και κολάζουοι τους 
«άδικονντας » 

Ό δε Δημοσθένης (4) εξαίρει καΐ άλλην άρετήν τοΰ νο\).ο^}ίτθΊ. 
δστις «ι'να μηδεις άποστερήται τοΰ δίκης τυχειν, πολλάς δδούς έδωκε 
δια τών νόμων έπΙ τους άδικοΰντας, οίο^ τής κλοπής* έρρωσαι και τγ, 
σωματική σου δυνάμει πιστεύεις; άπαγε τόν κλέπτην έπι τόν άρχοντα* 
ασθενέστερος ει και αδυνατείς νά άπαγάγης αυτόν; εφηγον ήτοι δδή- 

(I) Αη^^1. ΚΓ, 69 σελ. 6ί2. 

(ί) *Αρισ:οτίΛ. Άθ/,ν. Ιίολιτε;• ί»,1. 

(3) Πλούταρ/. β. Σολωνο; 19. 

(4) ^^^αοη(I. ΚΒ', % αίλ. 001. 



τον ΑΤΤΙΚΟΤ ηοΐΝΙΚΟν ΚΑΙ ΦΟΝΙΚΠΓ ΛΠνΑΙΟν ΑΝΚΛΙΞΙΣ 22δ 

γητον του; άρχοντχς έπ' αυτόν τοΟτο ποιή7ου:ην έκεΐνοΐ' ούδέτερον 
βούλει τούτων; ^ρ%':^ο\) αυτόν ήτοι κατάγγελλε αυτόν έγγραφο);• κα- 
ταμέμφει αεαυτόν καΐ πένη: ων ουκ αν έ'χοι; χιλίας (δραχμάς) έκτεΐ- 
σαι; (αν μή αληθή; ή κατηγορία άποδειχθή)• θίν.ά.Ζ,ο^^ κλοπής προς 
τον διαιτητήν καΐ ου κινδυνεύσεις ήτοι ουδέν έχεις να πάΒης καΐ αν 
μή αληθής ή καταγγελία σου άποδειχθγ^ΐ" της άοεβείας κατά ταύτα 
(έστι, λέγει ό ρήτωρ) άηάγειν, γράφεσ^αι, δικάζεο&αι προς Ενμολ- 
ττίόας, φαίνειν προς τον βασιλέα" περί των άλλων απάντων των αδικη- 
μάτων τον αυτόν τρόπον». 

Ή συνταχθείσα νομοθεσία δεν φροντίζει μόνον, ι'να μηδέν των με- 
λών της πολιτείας στερηθή χων έαυτοΰ δικαιωμάτων, άλλα καΐ τιρο- 
νοεΐ. δπως μηδείς των πολιτών ύπερβή τά δρια τών έαυτοΰ δικαίων 
διό καΐ τιμωρεί τήν προς τόν οοϋλον ϋβριν επίσης αυστηρώς ως καΐ 
τήν προς ελεύθερον γινομένην. (1) Διότι καΐ πάνυ σοφώς δεν έςετάζει 
τις ό παρανομούμενος καΐ αδικούμενος, άλλα προνοεί, Ί'να μηδεις πα- 
ρανομήση καΐ άδικήση" ούτω δέ έν τω πνεύματι τοΰ αοψοϋ νομοθέ- 
του το αίτιον τής ποινής αποτελεί πολύ μάλλον ή παραγνώρισις τών 
ίδίο)ν δικαιωμάτων ή ή καταπάτησις τών άλλοτρίων, πολύ μάλλον ή 
κατάχρησις τής ιδίας ελευθερίας ή ή διατάραςις τής άλλοτρίας" διό 
και δικαίως .01 Αττικοί ρήτορες έςαίρουσι τό μέγιστον πλεονέκτημα 
τής συνταχθείσης ποινικής νομοθεσίας, ήτις χάριν τοΰ γενικού συμ- 
φέροντος καΐ τής κοινής αρμονίας έζήτησε νά εκρίζωση τήν άκολα- 
σίαν καΐ τήν ϋβριν τοΰ άτομου, ήτις κατά τήν ύγιεστάτην Έλληνικήν 
άντίληψιν ή ρίζα τής- αδικίας υπάρχει (2)* γραφικώτατα δ' άπεικονί- 

(1| Λημο3θ. ΚΑ ', 46 σ. 529. 

(2) ΗβΐΊΐΐΗΐιη σ. 16, λΥβοίι^πιιιΙΙι ΠβΙΙβη. Αΐΐβιίοιη Ι, 343. Δημ. ΚΑ', 

42 — ^όλ. 528 «κα: θε'ορίΐ;: 'ήαω αείζονος ορνή; και ζημία; άίιοΰοι τοΰ; έκουιίιο; χαί 
δι ϋβριν πλημμελοϋντας• αν μ=ν εκών βλάψτ,, διπίονν. αν $' άκων άπλονν τό βλά- 
00; κϊΛίυουσιν £/.τ'.ν£ΐν• αν δί μι/.ρού ;:άνυ τιμτματος ά'ςιον Τί αλΖι], βία δί τοντο άφε- 
ληται, τό ϊοον τώ δημοαίω προστιμάν δ'.οτ'. πάνΟ' οία τ;; βιαζόμενος πράττει, κοινά 
αδικήματα χα• κατά τών ϊςο) τον πράγματος θντ(ι>ν τ,γεϊτο ό νομοΟί'τηςο ' τη; ίίόεί».); τά; 
μεν γραυί; εδιοκίν άηαντί τω βουλομΕνίο, τό δέ τίμημα (=τό -^ρηματι/,'^ν) έττοίησίν 
ΟΛον ότ,μοσιον την γαρ πόλιν ήγεϊτο άδικεΐν, ο\ΐ τόν παθόντα μόνον, τον υ6ρίζε•.ν έπι- 
/ί'.ροΰντα χα; δίκην ίκανην την τιμωρίαν είναι τω παθοντι, /ρήματα δ' ού -ροσήχειν 
τών τοιοότοιν έφ " έαυ:ω λαμόάνειν >{ 4Γι πρ-'λ. και 'Λριατοτέλ. Ί'ητορ 1378(5 ΰόρι; 
ΙΟ πραττειν και λέγειν ίφ' ο•; α•ι/ύν/| έατί τώ πάι/οντι και ίνα ό ΰβρ•ζ'^>ν ηιθη 
(^^ί,δονην αίιΟαν'ίη.) 

ΑΗΗΝΑ, ΤΟΜ. λ'. 15 



226 ΚΩΝ5:ΤΑΝΤΐΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

ζει την ΰοριν ό Πλάτων γράφων (1)" ή αδικία της νβρεως εκγονος- ή 
οέ ϋβρι; γεννάται, δταν ττβ ψυχή δφ τι; αρχήν μείζονα τοϋ 5'έοντο;• 
ω; ο' εν τώ σώματι τζλείων του μετρίου τροψγι έκοηα καΐ εξυβρίζει 
εις νόαους, οϋτω και ή τη ψνχί] μείζων τον δέοντος διδομένη '^ρχή 
γεννά την νβριν, εξ ης ή αδικία. 

Λιά τόν αυτόν λόγον < ό νόμο: κολάζει και τα αμαρτήματα, δσα 
«τις οια7:ράττει έ: αγνοίας, όταν αυτός αίτιος ή του άγνοείν οίον 
< τοις μεθύουσι οι-λά τα έ-ιτίμια Ιταςε" διότι ο μέθυσος κύριος ήν 
' μή μεθυσθήναΐ' και τους άγνοοΰντάς τι των έν τοις νόμοις, α δει 
' έ-ίατασθαι καΐ μή χαλεττά εατιν είδέναι. κολάζουσιν δ\ιοίως δε καΐ 
ε-Ι τοις άλλοις, α δι" άμέλειαν άγνοειν δοκοΰσι»* διότι ό νομοθέτΥ|ς 
νομίζει, «δη έπ αίηοΐς ήν τό μή άγνοειν κύριος γαρ ήν του έττιμελγι- 
Ηήναι. ώσπερ δ άκρατώ; ^ιοτεύων καΐ ά;:ειθών τοις ιατροί;" και τω 
άδίκω δε και άκολάατω έ; αρχής εςήν μή γίνεσθαι τοιούτοις' ομοίως 
δε και αϊ οωματικαι κακίαι, δσαι δι' άμέλειαν καΐ άγυμνασίαν γί- 
νονται, έπιτιμώνται-, λέγει ό Σταγιρίτης ι 2). 

Ου μήν άλλα και τήν όρμήν προς τό αύτοδικεϊν ό νομοθέτης ,σο- 
φώτατα -ρονοών έζήτησε να ε-ίσχη' κατά τόν Δημοσθένη ό νομοθέ- 
τν^ς δια των νόμων και τάς αναγκαίας ηροψάοεις, ότΐω; μή μείζου; 
γίνωνται -ροείδεν οΙόν είσι κακηγορίας δίκαι, ϊνα μή λοιδορούμενοι 
τνπτειν αλλήλους προάγιονταΐ" ττάλιν αίκίας εισΐ δίκαι, ϊνα μηδεί;, δταν 
άδυνατώτερος τοΰ πλήττοντος ή, δια λίθου καΐ άλλων οργάνων άμύ- 
νγ,ται. άλλα τήν τοΰ νόμου δίκην αναμένη" τραύματος τΛΙν/ είσι 
γραοαί. ϊνα μή τιτρωσκομένίον τινών φόνοι γίνωνταΐ' τό σμικρότατον 
άρα τό της λοιδορίας ή χακηγορίας αδίκημα -ρό του τελευταίου και 
δεινότατου προεωράθη υπό των νόμίον. όπως μή γίνηται φόνο; μηδέ 
κατά μικρόν ύπάγηταί τις εκ μεν τή; λυώορίας εις πληγάς (αϊκίαν), 
εκ δε των πληγών εις τραύματα, εκ δε των τραυμάτων εϊς θάνατον, 
άλλ' εν τοί; νόμοι; έκαστου τούτ(ι)ν ϋπάρχη ή δίκη καΐ τιμωρία και 
μή τοΟτο εκ τή; τοΰ προστυχόντος οργής καΐ ^ίουλήσεο); κρίνηται (3). 

(1) Πλίί. Νομ. Γ,ι^ΐο. 

(•2) Άρ^στοτΓ/. Ίίθι/,. Ν-^ίομά/. ΙΗΐίβ. 

(3; Δη;/οβΟ. ΧΛ', Π 7ί/.. 12Η1' ποζ) . /.«; ΚΓ'. .Ηί -α)-, ίί.ΙΟ -ό ;/Ξν απάγ,.,ν μ{ 
«τοϋ; θίο|/οθ£τ«ς τους νόμονς Λοιεΐ ΧυρίπΐΚ, ό οί ί'»; αντον (-/.πάγ'ον). /«ί^λον (Γοΐίί 
•:/.ύ:ΐϋν του •ϊδ(/. ^Ιοαντο,•)• ίοτι έ; ΐ/.ίίν••, υίν, «'ι; υ )•ί»/<<»,• ίάιχιπ ^λΓιό» Λίχηι•, ονιω 



ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΓ Π01ΝΙΚ0Γ ΚΑΙ ΦΟΝΙΚΟν ΔΙΚΑΙΟΓ ΑΝΕΛΙΞΙΣ 227 

Έκ του μεγάλου δε πόθου τοΰ να ,3ασιλεύαγ; ό νόμος καΐ οί ττολϊ- 
ται καΐ άρχοντες δουλεύωαιν εις αυτόν, ερμηνεύεται -/.αΙ ή έν ταΐς 
-οιναΐς μεγάλη των αρχαίων νομοθετών αύστηρότης. ήτις εις την τών 
σημερινών νομικών άντίληψιν κατατζληκτικώς προσκρούει" βαθύτερον 
δ' δμως αΰτη έςεταζομένη ούχΙ τόσον παράδοςος φαίνεται, ως πολλά- 
κις έθεωρήθη και θεωρείται" εάν λ. χ. ό Λράκων(Ι) καΐ μικρότερα 
πλημμελήματα διά θανάτου έτιμώρει, εάν ό Ζάλευκος (2), ό τών Αο- 
κρών νομοθέτης, θανάτου τιμωρίαν εταξεν. ει τις άκρατον οΐ'^ον έπινε 
μή προστάςαντος τοΰ ίατροΰ θεραπείας ένεκεν, εάν τέλος και αύτοΰ 
τοΰ Σόλωνος νόμοι τινές ήσαν αυστηρότατοι, τοΰτο σημαίνει, δτι οί 
νομοθέται εκείνοι δεν άπεβλεπον αν το αδίκημα μικρόν ή μέγα τυγ- 
7.άνη δν, άλλ' έσπούδαζον την ρίζαν τοΰ κακοΰ νά έκκόψωσι, πασαν 
δηλαδή έν τω πολιτικώ βίω ϋπερβασίαν νά έκριζιόσωσιν (3)" διό και 
ή ές \\ρείο'^ πάγου ^ουλή δικάζουσα κατά τά πάτρια έζήτει τον 
άπΑώς ίνζ^χο'^ δντα και τον όπωσοΰν ήδικηκότα, νομίζουσα τον έν 
τοις μικροϊς συνεθιζόμενον άδικεΐν, τοΰτον καΐ τά μεγάλα τών αδικη- 
μάτων εύχερέστερον προσδέςεσθαι(4). 

Τήν υπεροολήν της ποινικής αύστηρότητο: άνεγνώριζε μεν πολλά- 
κις καΐ αυτή ή Ελληνική νομοθεσία, επέβαλλε δ' δμως αυτήν, επειδή 
ήλπιζε μάλλον ν' άποχρί'])!^^ το κακόν ή γενομένου χο'!)τοο τήν αύ- 
στηράν ποινήν νά έφαρμόση' ένιαχοΰ δε καΐ ΰποκατέστησεν εις τόν 
της πολιτικής ποινής φόβον τόν τής θείας τιμωρίας" όθεν και α< άραΐ 
άντι άλλης τινός τιμωρίας κατά τών πλημμελημάτων έν τω ποινικώ 

«δέ, ώς λαβών βονλεται' -λεϊστον δέ οηπου οιοβέρϋ ιόν νόμον κνριον είναι γ, τον 
αέχ&ρον (κύ&ιον) γι'γνίτθα!.» 

(ί| Λυκοϋργ. χ»τά Λειοχράτ. ()."> οί γχρ άρ/αϊοι νοίΑοΟί'ται οΰ χώ α£/ έ/.ίχτόν τά- 
λαντα χλεψαντι θάνατον "ί'ταταν. τώ δέ δέ/.α δ_οα-/αά; έ'λαττον $ητί|χιον, ά/.λ' ό')ο•.<•>ς 
ίπϊ πάιι και τοίς έλ«•/•ι:οι: Γ3(ρανο;^^|;xασι θάνατον ών.σαν ίίναι τ/,ν ζηαίαν πρόλ. και 
Δτ^α. ΚΔ', 'ίΙΙ σελ. 7^)5. Και μτ,ν Σολοινα και Λεάκοντβ δικαίι•); έπαινεΐτ: ουκ αν 
Ξ'/ονχες ίίπεΐν ουδέτερου κο'.νον ευεργετ^αα οΰδεν -λήν οτ; αυμφεοοντ*: εΟ/ικαν και κα- 
λώ; ε/οντ«ί νομοο;. Άριστοτέλ. Ιίολιτικ. Β', Ι „' ΐ'οιον δ' έν το•; νοαοι; τοΰ Δρά- 
κοντος οΰδεν ο, τι και μνεία; ίίαον πλην ή χαλεπότης διά το τής ζημίας μέγε&οςυ' διο 
και χατά τον Πλοϋταρ/ον ο Δημάδης ίλεγεν οτι δι' αίματος, άλλ οϋ διί( μέλανος τους 
νοαους ό Δράκίον εγραψεν, Πλούτ. β ^](;λ'•)ν. 17. 

(•2) ΛΓλίαν. Ποικ. Ίιτορ. 11, ."Π. 'ΑΟτΙναιος Χ, ."■13. 

(:5) Δημ. Κ1?', 30 σελ. (ίΟν'. 

(ί! Λενϊ'^/. κίτά Δημοιθίν. ."»."». 



22Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

κώδικι προσετάχθηααν οϋτω λ. χ. ό νόμο; του Χαρώνδα έκέλευε 
«χρή ο" εμμένε'.ν τοί; είρημένοις, τόν οε παραβαίνοντα Ινοχον είναι 
τγ| πολιτικ•(| άρα» (1) καΐ έν έπιγραφτβ ε6ρέθη•« ό δε είπα; ή πρήςας 
τι παρά τόνδε τον νόμον και μή ποιήσας τι των προαταττομένων έν 
τω νόμω τώδε. έςώλγ,; ε'ίη καυτός καΐ γένο; τό εκείνου» (2). 

Έ αύστηρότη; τγ^; αρχαία; ποινικής νβμοΗεσία; προσηκόντως ερ- 
μηνεύεται καΐ υπό τήν εποψιν της κοινής εύπραγία;• καΐ νομικώς μεν 
έ:εταζόμενον τό πράγμα φαίνεται υποπτον, Ηεραπευτικώ; δε τελείο); 
δικαιολογείται. Λιότι κατά την ιατρικών εν τινι νόιω τοϋ γενικοΟ όρ- 
γανισμοΰ δεν άρκει τό σύμπτωμα μόνον νά πολεμήση τις, άλλα καΐ 
την αίτίαν τοότοΊ νά εκρίζωση, ινα μή τό κακόν υποτροπιάση. "Οθεν 
και τό κακούργημα ύπό των Ελλήνων είκότω; νόσημα τη; κοινο)- 
νίας έθεωρήθη καΐ ή τιμωρία Τασις και Ηεραπεία τούτου (3). Επειδή δε 
ή πολιτεία προσέτι έΒείορήθη καΐ ως οργανισμό; ου πάς πολίτης αποτε- 
λεί μέλος ούχΙ αύΗυπόστατον, αλλά συμφυές προς τό δλον(4), διά τοϋτο 
και ή θεραπεία του ηθικώς νοσήσαντο; -ολίτου ή μέλου; τγ^ς κοινο)- 
νία; έδει νά γίνηται ούχΙ μόνον χάριν αύτοΟ του μέλους, αλλά και 
■/άριν του δλου κοινιονικοΰ οργανισμού, ουδέ χάριν της μερικγ^ς πε- 
ριπτώσεως, αλλά χάριν της γενικής ασφαλείας και διαρκοΟ; Ογιεία;• 
καΐ καθώ; τό ά.τομο'/ κατά τήν νόσον ένό; τών έαυτοϋ μελών διά τήν 
περίσ(.)σιν τοΰ δλου σώματο; ολίγον λογίζεται τήν άποκοπήν του άνιά- 
τω; νοσήσαντο; μέλους, πολλώ μάλλον πρέπει ή κοινωνία και ή πο- 
λιτεία διά τήν γενικήν αυτής άσφάλειαν και εύεςίαν νά άποκόπτη τό 
εκ της κακουργίας άνηκέστίο; νοσοΟν αύτη; μέλο;• κατά τήν ευστο- 
χον τοΟ Αημοσοένου; παρομοίίοσιν ό κακούργος έν τω πολιτικώ οργα- 
νισμό) (5 ) ομοιάζει προς τόν καρκίνον ή τήν φαγέδαιναν τοΰ ανθρωπί- 
νου σώματος• ως δε οί ίατροί τό διά τά νοσήματα ταΰτα πάσχον τοΰ 

(1) Στοδ. λόγ. χι^ιν, 4υ. 

(^) ΟΙΛ, 3044 /.αϊ 30.Ϊ9. 

(3) Πλάτ. Ποο.ταγόρ. 322Δ, ΓΙολ. 410, Νόα. 7:{.•)Ε χαί 95Η. 

(4) "Λριστοτέλ. Πολιτικ. VIII. !,'? ααα οέ ουδέ /ρή νου.ίζειν αότον εαυτοί ίϊναί 
τίνα τίον πολιτών, άλλα τη; πόλίως• αόρίον γάρ έκαστος της πόλεως. Ιΐλούταρ/. ο. 
Λοκούργ. ?5 τό δ* δλον ίΐθιζε τους πολίτας ;/ή βούλεοΟαι ιιηΰ " ί'πίατασθαι κατ' (οίαν 
ζην. άλλ' ('όιτ.ίρ τάς αςλίττας τμ κοινώ συ|ΐφυ3ΐς ό'ντας άίί και /Μίτ* αλλήλων εΐ^ον- 
μίνονς περ! τόν αρ7θντα [ΐ'.κροΰ ΟίΙν =ξίστώτας εαοτων ΰπ' ένθουαιασαοϋ και «»!λοΓΐ|Αί«ς 
όλους είναι τη; πατρίδος. 

(■'.) Δηι^οσθ. ΚΙί'. \)'^ οίλ. 7ΜΗ. 



1ΌΓ ΑΤΊΊΚΟΓ ΠΟΙΝΙΚΟΙ* ΚΑΙ ΦΟΝΙΚΟΙ ΔΙΚΑΙΟ» ΑΝΕΛΙΕΙ^: 229 

σώματος μέλος άπέκαυσαν καΐ άπέκοψχν, ούτω καΐ ή πολιτεία τον 
κακοΰργον ή άνιάτως νοαοΟντα πολίτην πρέπει να άποκτείνττ] ή να 
έ^ορίζττ]. Έν τΫ^ περιπτώσει ταύτγ] ττ;ς τιμωρίας ή θεραπεία καΐ ωφέ- 
λεια επέρχεται ούχΙ είς τό μέλος αυτό, δπερ ώς άνίατον ήοη άπεκόπη, 
άλλ' εις τον δλον όργανισμόν, δν να συνδιαφθείρττ] τό νόσησαν μέλος 
ήπείλει. 

Άλλ' ή ποινική νομοθεσία των Ελληνικών πόλεων οέν άπέβλεψεν 
είς τό τοΰ παρόντος μόνον συμφέρον, άλλα και εΙς τό τοΰ μέλλοντος" ό 
τήν ποινικήν νομοθεσίαν |5υθμίζων οέν σκοπεί μόνον εις τήν εν τω 
παρόντι κοινήν εΰπραγίαν, άλλα και εις τήν έν τω μέλλοντι δια της 
αποτροπής τοΟ κακοΟ* ή αύστηρότης μάλιστα των ποινών οέν συνετε- 
λει τόσον εις τό έπισχείν τήν κακουργίαν τοΰ παρόντος ή τήν έπα- 
νόρθωσιν τοΰ γενομένου κακοΰ, δσον προς άποτροπήν του συμβησο- 
μένου (1)" ό Πλάτων συχνάκις μνημονεύει τόν διττόν της ποινής σκοπόν, 
τόν τής βελτιώσεως τοΰ παρεκτραπέντος καΐ τόν αποτρεπτικών τοΰ 
κακοΰ ήτοι τό εκδειματώααι τους άλλους" άλλα παρά τω φιλοσοφώ 
οι δύο ούτοι δροι τοΰ ποινικοΰ δικαίου δεν αντίκεινται προς αλλή- 
λους ώς συχνά παρά τοις νΰν, άλλα παραλλήλως βαδίζουσι και αλλή- 
λους συμπληροΰσιν(2)• ώς γνωστόν, ή μεν θεραπεία τοΰ νοσήσαντος 
μέλους καΐ αυτό τοΰτο λυσιτελεΐ και τόν δλον όργανισμόν, ή οέ 
αποκοπή τοΰ άνηκέστως Ίοσοϋ'/τος ωφελεί μόνον τά λοιπά μέλη" 
άλλ' έν τω πολιτικω όργανισμώ ή ά.πο'/.οπΎΐ τοΰ άνιάτως νοσήσαντος 
πολίτου διττώς ωφελεί καΐ διότι προς τό παρόν δεν συνδιαφθείρονται 
πλέον οι λοιποί πολΐται εκ τοΰ ήθικοΰ εκείνου μιάσματος καΐ διότι 
παραδειγματίζονται ώς προς τό μέλλον* διότι όρώντες εκείνον πά- 
σχοντα τήν θανατικήν ποινήν και φοβούμενοι μή ταύτόν πάθωσι 
κακουργήσαντες, βελτίονες γίνονται (3). 

(1) Πλάτων Νό;^.. 8.^2 /αϊ Δημοσβ. Κ', 158 σελ. 505. 

(•2) ΗβΓπιβηη βηιηίΐ. ΚιγηΓγ. αελ. 27. 

(3) Ιΐλάτ. Νόα. 862Ε, Γοργ. 480 χίχί 535 π&οση'κει δε παντί τω εν τιμωρία δντι 
ί/π' άλλου ορθώς τιυιορουμε'νω γ) βελτίονι. γΐγνεσϋαι καΙ ονίναο&αι. η παραδείγματι 
τοις άλλοις γίγνεο&αι, ίνα οί άλλοι όρώντε; πάσχοντα α αν Λοίσχτ; ΰοόοΰμενοι βελτίους 
Ύΐ'γνωνταΓ οΊφελοΟνται δέ οϊ αν ιάσιμα αμαρτήματα άμάρτωσιν οΊ δ άν έσχατα 
άδικηαωαι και δια τοιαύτα αδικήματα ανίατοι γένωνται, εκ τούτων τα παραδείγματα 
γίγνονται και οντοι αυτοί μεν ουκ όνίνανται, άλλοι δε ονναντβιι οί τούτον^ ορώνΤίί 
δι» τάί ά[Ααρτία5 τά οδυνηρότατα πάθτ) πάσχοντας. 



2οΟ ΚϋΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. Ι'ΑΡΔΙΚΑ 

Κχτ% τον φιλόσοφον μάλιστα ό μή ώαπερ ΟηρΊον άλογΊστω;. άλλίζ 
μετχ λόγου κολάζων. οέν άττοολεπει εις τό τζαρεληλυθός άοίκημχ• (ού 
γαρ αν τό γε πραχΰέν άγενγ,τον θείη)" οιότι τό πραχθέν δεν ούνχται να 
7.7.ταατγργ^ άγένητον αλλά τοΰ μέλλοντος χάριν, ί'να μγ^ αύθι: άοι- 
κήστί; μγ'^τε αύτο; ούτος μήτε άλλος ό τοΟτον ίοών κολασΒεντα" απο- 
τροπής γοΰν ένεκα (τοΰ κζκοΰ) κολάζει (Ι). ΚαΙ οι Αττικοί δε ρή- 
τορες έν τοις δικαατηρίοις συχνά προτρέττουσι τους δικαστάς, ϊνα τους 
κζτγ^γορουμένους αυστηρώς τιμωρώσιν, δ~ως παράδειγμα τοις άλλοις 
γ:νωνται(2). Διδακτικωτάτη δε μάλιστα φαίνεται ή παραδειγματική 
τιμωρία, ήν ό άρχων ΆργΙνος έποιήσατο έν τγ) μετά τους τριάκοντα 
ζγ,μοκρατία, δτε έψηφίσθη τών παρεληλνϋότων μηδενΐ προς μηδένα 
μνησικηκεΐν εξεΐναν καΐ επειδή τις των κατεληλυθότων (εκ τής εξο- 
ρίας) ήρςατο μνησικακεΐν, άπαγαγών τοϋτον ό ΆργΧ'/ος εις τήν βου- 
λήν επειοεν άκριτον άτιοκτεΐναι λέγων, δτι νΰν δείξουσιν, εΐ βούλονται 
τήν ^μοκρατίαν σωζειν και τοις δρκοις έμμένειν διότι αφέντες τού- 
το^/ προτρέψουσι και τους άλλους μνησικακεΐν εάν δ' άποκτείνωοι, 
παράδειγμα πυιήοονοιν άπαοιν όπερ και οννέπεοεν άποϋανόντος γάρ 
εκείνου, ουδείς πώποτε νατερον εμνησικάκηοεν(ο) 

"Ηδη δε μεταβαίνομεν εις τήν έςέτασιν τοΰ φονικού δικαίου,, των 
φονικών νόμων και δικαστηρίων ώς καΐ των έπι τοις φόνοις ποινών. 

Φονικοί νόμοι (4:) — φονικά δικαστήρια. 

Ή έν Αθήναις γραπτή φονική νομοθεσία χρονολογείται από τοΰ 
Δράκοντος (5) (621 π. Χ.)* έν αύτ^ δ' ήδη διακρίνονται τρία ε'ίδη 

(1) Πλάτ. Πρ-οταγορ. 3•?4, Νοη-. 934. 

(?) Δημο-^θ. ΙΘ', ΙΟΙ. Λυσί. κατά Άλκιβιάδ. Α', 12. Δείνοιρχος κατά Δηαοοθ. 60. 

(3) ΆριστοτΓΛ. Αθην. Πολ.τίί 39,6 και 40.2. 

(4) ΓΙρόί διαφώτισιν τοΰ τε Άττιχοϋ δικαίου καθόλου και τοΰ ποινικού και φονικού 
ιδία συμβάλλονται μάλιστα μεν οί δτασωθε'ντε; των Αττικών ^ητόρίον δικανικοί λόγοι, 
ίΤ)ν οί μεν άρ-/αιοτερο!, ως οί τοΰ Αντιφώντος, δέν υπεοβαίνουοι τό τελευταίον τέταρ- 
τον τοΰ Ε' αιώνος π. Χ., οί δέ νεοίτατοι έςικνοΰντα• μέχρι της τών Άρπαλειων /ρη- 
μάτιον δίκης 323 π. Χ. πολυτιμοτατον δ ωσαύτως έοόδιον κατεσττ, κοΊ τό άρτίιυς είιρ=- 
θεν έργον του Αριστοτέλους, ή Ά&ηναϊων πολιπία, ε; ής κατεκυρώθη και τό άξιό- 
•/ρεο)ν τών τζερ'; τοΰ θ-'ματος τούτου παραοεδομένων ΰττό τοΰ 'Αρποκρατίωνος κ»ί του 
Ιίολυδιύκους πλουσκοτάτων ειδήσεων. 

(ό) Δημοαθ. ΚΓ', 51 "και ό νόμο; ουτός εοτι τον Δράκοντος και οί άλλοι δε όσους 
ίκ τών φονικών νόμιον παρ«γραψάμην»• κ«ΐ Άριστοτέλ. 'ΛΟην, Πολι;. 41, 2 ?ν 



Ι 



ΦΟΝΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΦΟΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ 231 

τοΟ φόνου, % ό εχ προνοίας ή εκούσιος, β' ό άκονοίος{1) καΐ γ' ό 
νόμιμος ή δσιος φόνος (2). 

Ή φονική τοϋ ^ρά-λο^ηος νομοθεσία οιατηρεΐται έν Άθήνχι; έτ:! 
τζολλοΌς αιώνας αναλλοίωτος. Κατά τήν μαρτυρίαν τοΰ Αριστοτέ- 
λους (3) οΐ Αθηναίοι από τοΰ Σόλωνος ει και έτζαύσαντο χρώμενοι 
τοις άλλοις τοϋ Δράκοντος θεσμοί;, τους φονικούς δμως οιετήρησαν 
έξαίρων οέ αυτούς ό Αντιφών λέγει δτι «ου μόνον αρχαιότατοι 
;<υπάρχουσιν έν τη χώρα ταύτη οί φονικοί νόμοι, άλλα και άναλ- 
χλοίωτοι. οί αυτοί αεί περί των ανιών, δπερ μέγιατον οη μείον νόμων 
«καλώς κειμένων» (4)" και κατ" άλλην ρήσιν τοΰ ρ-ητορος" ■ οί νόμοι 
κάλλιστα κείνται οί ττερί φόνου, ους ούδει; πώποτε να κίνηση 
«έτόλμησεν». 

Επειδή δε το φονικόν δίκαιον μέρος ιοΰ ίεροΰ άπετέλει, πασχι αί 
φονικαΐ δίκαι έλαγχάνοντο (=υπεβάλλοντο) προς τον άρχοντα της 
θρησκείας ήτοι τον βασιλέα (δ)• 6 δε συντόμως ώφειλε καΐ τήρπροα- 
νάκρισιν να ένεργήση καΐ τήν δίκην να είσαγάγη εις το προσήκον 
δικαστήριον, ου καΐ τήν ήγεμονίαν (προεδρίαν) είχεν ή φονική άρα 

τϊ) ίπ\ Δράκοντος Γολιτβία χαί νομούς ανέγραψαν ατρώτον. Άνδοχίδ. γ.ιο\ αυστηο. 
85 άγράφω δε νόμω τάς αρχάς μη χρήσ^αι μηδέ περί ενός η. 

Των φονικών τον Δράκοντος νόμων τινε; διεσώθησαν καΐ εν ΑίΛ'ν^/ στήλτ], ήτι; 
άνίκρέθη έν Άθί^ναις τώ 1842 ίν τη Ιχχλητία, ήτις ίκαλείτο αητρόπολις, δποι» ην ό 
ναός τή^ Είλειθυία; χατά τον 'Ραγκαβήν. ΑηΙΐςυϊΙ. ΟΐβΟί]. Α'σ£>. 343-4- πρβλ. 
χίί Άρ/αιολ. Έφημερ. τοΰ 1842 Ιπιγρ. 886. 

Ή αττ|λη έχαρά'/θη τω ί09/8 π. Χ. και ητο ιδρυμένη πρόσθεν της οτοσ? της βα 
σιλείας' ιδού δέ χαϊ η «ρ/ η της επιγραφής• 

εδοξε τ») βουλή και τω δήμω τόν Αίάκοντος νομον τόμ περί φόνου άναγραψάν- 

των οί αναγραφείς τών νόμων παραλίβόντε; -αρά τοϋ κατά ττρυτανείαν γραμματέως τϊ;; 
βουλής :'ν ατηλτ) λίθινη και χαταθέντοιν τροοθίν της στοάς της βασιλείας», ϋίΐίριιΐι. 
8.νΙΙ崙 ΐη^οΐϊρΐ. Οι•3β03Γ. (1915, έπιγρ. 111, σελ. 147) πρβλ. και Δημοσθ. ΜΖ', 
70 3ελ. 1160 — 1. Έκ 3έ τοΰ Λυσίου (Α', 30) προσμανθάνομεν, δτι και έν τω Άρείω 
πάγω υπηρχεν ίδρυμε'νη στη'λη, έφ ής οί φονικοί νόμοι ήσαν άναγεγραμμένοι. 

(1) «Και γαρ τό τών άχουσίο)ν αδικημάτων έλάττω την τιμωρίαν η των εκουσίων 
τάξαι δίκαιον». Δημ. ΚΓ', 73 πρβλ. χαί ΚΑ', 43 και Γ1λάτο)ν. Νομ. 843 0-Ό. 

(2 1 Φόνος δσιος Δημ. ΚΓ . 74. 

(3) «Τοις δέ Δράκοντος θεσμοΐς έπαύσαντο /ρώμενοι πλην τών φονικών Άριστοτέλ. 
Άθην. Πολιτ. 7. 1 . 

(4) Άντιυών περί τοϋ Ήρώδου φόνου 14 λχΊ 15. 

(δί Τόν βασιλέα ό δήμος αίρεϊται έχ προκρίτων χ«τ" άνδραγαθι'αν χειροτονών Δημ. 
ΝΘ' 75. σ. 1370 



2Η2 ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝΟν Γ. ΓΑΤ'ΛΙΚΑ 

ν!-/.γ, έ^ει τ'/χέίο; και άνευ αναβολών να ένεργηθι^/• δίότι ή <?/κι/ 
εθεωρείτο εξαγνισμός τον φόνου, δατι; άγος καΐ μναος ένομΊζετο. τήν 
πόλίν ολην καΐ τα ίερά τ(7)ν θεών μιαίνων* δίό καΐ ό φονεύ: μιάατωρ 
καλείται, μίασμα χώρας καΐ ^εών, παλαμναΐος καΐ άΑίΐ^ρ<ο?. 

Τα 03 ίίκασΓ»;ρία, άτιερ τα; φονικά; δίκα; έοίκαζον γνωστότατα 
ήμΐν δντα έκ τών μαρτυριών των αρχαίων, ήσαν πρότερον ιερά τών 
θεών (Ι), έν οι; ό φονεύ; άμέιω; μετά τον φόνον καταφεύγων εύρισκεν 
άιυλον έκ τη; έκδικήσεω; τών συγγενών τοΟ παθόντο; μέχρι; :ίτ^ο- 
τείσεως της τιμής τον αίματος τη; οφειλομένη; αυτοί;• προστατευό- 
μενο; δε ό φονεύ; έκ τη; έν τώ ίερώ ασυλία; έδύνατο εκείθεν νά 
διαπραγματευθη και περί τη; τιμή; τοϋ αΐ'ματο;• δτε δ' •ό(:}τερον 
αύτη ή πόλι; ανέλαβε τήν τιμωρίαν τών φονικών αδικημάτων, τά 
τρία ιερά. έν οι; το άσυλον παρείχετο, ώρίσθησαν ώ; τόποι ιζρος έκ- 
δίκασιν τών τριών μνημονευθέντων ειδών τοϋ φόνου* κατά τον Δημο- 
σΟένη)^) μάλιστα τά 9Ό>'ίκά δικαστήρια ϋ'εοί κατέδειξαν καΐ μετά 
ταύτα άνθρωποι χρώνται τον πάντα γρό^ο^^ ήσαν δε τά τρία ταύτα 
δικαστήρια τά έςή;. 

α'. ϊό άρχαιότατον και σεμνότατον, ό "Αρειο; πάγο; ή ή έξ 
Αρείου πάγου (ή Άρεοπαγίτι;) βουλή, εδρεύουσα έν τώ λόφω του 
Άρεω; ή τών '^ρών (ΰψ. 11δ μ.)' ήσαν δε αί ΆραΙ αϊ θεαΐ τη; άρα; 
ή κατΑ ρας καΐ τιμωρία;, αί άλλω; λεγόμεναι Ερινύες, ών τό.ίερόν 
εκείτο έπι τώ λόφω (ΒΑ.)' το ιερόν δε τοΰτο Ύ^το άσυλον και κατά 
τον Ε' ετι αιώνα* ό δε καταφεύγων ει; αυτό φονεύ;, καθ' ου; χρό- 
νου; τον φόνον έξεδικοΰντο οι συγγενεί; τοϋ φονευθέντο;, απέφευγε 
μεν τήν έκδίκησιν τούτων, άφίετο δ' δμω; εί; τήν δίκην τών Άρών 
ή Σεμνών θεών δτε οέ αυτή ή πόλι; ανέλαβε τήν τιμωρίαν τοΰ 
φόνου, το ιερόν άντΙ τοΰ παλαιού άσυλου κατέστη φονικόν δικαστή- 
ριον δικάζον υπέρ τών τιμωρών θεοτήτων. Ύτά^^οΊχο δε ει; τον 
"Αρειον πάγον αί όί'καί τοί5 ε« ηρονοίης φόνον και τραύματος, ετι δε 
αί της ηνρκαϊας {^= εμπρησμού), και τών φαρμάκων, ει άπέ'&νηοκεν 

(1) ΓΙοδλ. ϋλάτ. Νομ. 778Δ τ« ον/.Λίζτ',ο-.Λ ^οτωσαν ;:αρά τά ιερά, έν οι; τά; δίκα; 
ώς Ιερωτάτοις όνοι /ήψονταί τί /.αί δώσουσι και μάλιστα τά δικαστήρια, Ξν οίς σ< τί 
τών φόνων δίκαι πρέπονοαι γίγνοιντ' αν και οσα τ9ανάτον αδικήματα»• και παο 
'Ομή&ί.) δ' ετι τό δικασττ,'ριον £β£«ιο{ίτο ίερόν διότι οί δι/.α'ϊποΌΐ Ιοίκαζον Υν {ερώ 
ΜνκίΙς>' ποβλ. και Ιΐλάτ. Νομ. 855Λ. 

(2) ^ημ. ΚΓ', 81 σΓλ. Οη. 



ΦΟΝΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΦΟΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΙΗΜΑ 233 

6 Ληλητηρκισί^είς (Ι)' εγκώμια μέγιστα καΐ αγνά τοΟ σεμνότατου 
τούτου δικαστηρίου Ιπλεςαν πάντες οι όίργοίίοι συγγραφείς και ποιη- 
ταί, μάλιστα δε ό Α?σχύλος(2), ό Ίσοκράτης(3) και ό Δημοσθένης. 

Έν άπασι τοις περί φόνου νόμοις τοΟτο μάλιστα διεσπούδασται. 
δπως μή γενήσονται οΊ περί αλλήλους φόνοι ών εξαίρετος φνλαξ ή 
βονλη η εν ^ Αρείω ηάγω τέτακται, λέγει ό μέγας ρήτωρ (4)• έν μόνω 
τούτω τω δικαστηρίω θεοί δίκας δοΰναι καΐ λαβείν ήΕίωσαν καΐ οικα- 
σται γενέσθαι διενεχ^θείσιν άλλήλοις, ώς ό λόγος, λαβείν μεν Ποσει- 
δώνα υπέρ Άλιρροθίου τοΰ υίοΟ παρ' "Αρεως, δικάσαι δ' Εύμενίσι 
καΐ Όρέστη τους δώδεκα θεούς .... τοΟτο μόνον το οικαστήριον ου 
τύραννος ουκ ολιγαρχία (οΰ δημοκρατία) τάς φονικάς δίκας άφελέ- 
σθαι τετόλμηκεν, άλλα πάντες άσθενέστερον αν το δίκαιον ευρεΤν 
ηγούνται περί τούτων αύτοΙ τοΰ παρά τούτοις εόρημένου δικαίου" 
τζρός δε ... . ένταυθοί μόνον ουδείς πώποτε ούτε φεύγων άλούς ούτε 
διώκων ιΤ/ττηθεΙς έςήλεγςεν ώς αδίκως έδικάσθη τά κριθέντα {ο}) 

(1) «Διχάζίΐν δέ ΤΓ,ν βουλήν την Ιν Αρείω πάγιο ςρο'νου καί τρανματοί ίκ προνοίας 
7.ιΙ πνρκαϊάς -/.χι φαρμάκων, εάν τι; άποχτείντ) θϊ)ύ;» |νοαο;) τίαρά Δ'/ΐ^οιθένει 
ΚΓ', '2<ί. ιταί^ια γαρ ή εξ Άρείον πάγον βονλη μόνα δ:χάζ£ΐ• ΆοιστοτΑ. Άθ/)ν. 
Πολίτ. 47, 2. 

(2) Α?ν/ύ/. Εύμίν. Η88. 

'^ρβί ί" έ'θυον, Ενθεν -'στ' επώνυμος 
πβχρα πάγος τ Άρειος' έν δε τώ σέβας 
άατών φόβος τε ανγγενης το αή άδιχ,εΐν 
σιτίσει τό τ' ήμαρ κα• κατ* εύφρο'νην ό;χώς 

αυτών πολιτών μη επικαινονντων νόμους 

τοιονδε τοί ταρβοΰντε; ένδιχυις σέβας 

?.ρνμά τε χώρας και πόλεως σωτήριον 

εχοίΐ' αν, οίον ονιις άν&ρώπων έχει 

οδτ' εν ΣκύΟβ'.σίν οΐίτε ΙΙέλοπο: εν τόπο;; 

κερδών αΰικτον τοντο βονλευτήριον 

αιδοΐον, 6ξν9υμον ε1ιδ6ντ(ι>ν ΐ^ιζίρ 

εγρηγορός φρονρημα γης κα&ίαταμαι. (λί'γει η Ιΐϊλλά;). 

(3) "Ισοχράτ. ' Αρεοπαγιτικ . 37 — 50. 

(4) Δημ. Κ', 157 σελ. .505. 

(5) "Δτιμοσθ. ΚΓ'. 66 σίλ. 641. έν το) κειμε'νω τοΰ Δημοσθΐνους κακώς πίριεγρίφη 
ή αράσις ^οΰ (ίημοκραχία)' διότι την ποινιχην δικαιοδοσίαν χού δικαστηρίου τούτου, 
τοΰ δικίζειν "δηλαδή τα φονικά, δεν έτόλμησαν να περιχόψωσιν ού'τε ό Περικλή; οΰ'τε 
ό Εφιάλτη; διότι ούτοι περιέστί',λαν μόνον την έξελίγκτικήν καΐ διοικητικην έξουσίαν 
το« Άρείον» πάγου τώ 462 π, Χ. έί;ί Κονωνο; αρ/οντο;. 'Λριστοτέλ, Άθην. Πολιτ. 



234 ΚϋΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

β'. δέ δικαστήριον ':ι^0ΊνΛ0Ί ψ το έπΙ Παλλαδίφ, κείμενον ανατο- 
λικώς της πόλεως καΐ εξω τοΰ τείχους έν τφ άρχαίω της Παλλάδος 
ίερω' έδίκαζε δε τοΟτο τους άκονοίονς φόνους, καν οίκέτην άποκτείντ} 
τις ή μέτοικον ή ξένον {{)' έτι δέ καΐ τάς βονλεύοεις βονλενοεως οε 

δίκη λέγεται, δταν τις τον φδνον αυτός βουλεύσας δι' άλλου τινδς 
επιτέλεση" καΐ 

γ'. δικαατήριον ην το εηΐ Δελφινίω, κείμενον καΐ τοΰτο εςω του 
τείχους καΐ ανατολικώς της πόλεως, ένθα το ιερόν τοΰ Δελφινίου 
Απόλλωνος υπήρχε" τό δικαατήριον δέ τοΰτο, κατά τόν Δημοσθένη 
<;;τό πάντων ά}'<ώιατον κα2 φρικωδέστατον, έκρινε τους έννόμως άπο- 
κτείναντας εάν ης όμολογί) μεν κτεΐναι, εννόμως δε φτ} δεδρα- 
κέναι» (2). 

Τοις 'δικαστηρίοις τούτοις τζροα^ετίο^ καΐ τό έν Φρεαττοΐ, οτζερ 
σπανιώτατα βεβαίως έκρινε" διότι έν αύτο) έδικάζοντο δσοι φενγοντες 
έπ' άκουσίψ φόνω κατηγοροΰντο δτι κατά την φυγήν εκουσίως έφό- 
νευσαν ύ] έτρωσαν τίνα" ό δέ κατηγορούμενος «άπελογεΐτο άπό τοΰ 
«πλοίου τζροοορμιΖ.ο\ιεΊθ\) εις την γ^τ^ν, ης ό μέν κρινόμενος ούχ 
«ήπτετο, οι δέ δικασται έπ' αύτης εδρεύοντες έκρινον" καν μέν κα- 
«ταδικασθη, την έπΙ τοις έκουσίοις φόνοις δίκην έδωκε δικαίως, ιστορεί 
«ό Δημοσθένης (ο) αν δ' αποφυγή, ταύτης μέν αθώος άφίεται, την 
«δέ έπΙ τω πρότερο'^ φόνω φυγήν υπέχει». 

Τέλος μνημονευτέον καΐ τό επι Πρυτανείω δικαστήριο'ν, όπερ έκρινεν 
άψυχα πράγματα, οίον ξύλον, λίθον, ξίφος, άτινα έμπεσόντα επή- 
νεγκόν τινι τόν θάνατον" «εάν τις τόν μέν βαλόντα άγνο"^^, αυτό δέ 
«τό όργανον είδη καΐ έχη τό τόν φόνον είργασμένον(4)». Έκ τοΰ 
Παυσανίου μανθάνομεν, δτι αυτός ό Δράκων διέταξεν, ϊνα έςορίζωνται 
καΐ τά άψυχα όργανα, τά τών θάνατον έπενεγκόντα (5)" ή κρίσις 

25, 1. πρβλ. και Ιϊολιτικ. 1274α 8 χαί ':ψ μέν έν 'Αρείω πάγω βουλην Εφιάλτης 
έχολουαε και Περίκλης. τά δε δικαστήρια [ΐισθοφορα κατέστησε Περικλής• — Ιπί δε 
τών Χ' φα•'νεται οτι χατελύθη καϊ ή ποινική τοΰ Αρείου πάγου εξουσία• διο'τι πάρα 
Λυσ/α άναγινοίσκοαεν» τω δικαστ/ρίοι τώ ίξ 'Λρείου πάγου, ω και πάτριόν έστι και 
εφ ημών άποδέδοται τοΰ φόνον τάς δίκας δικάζειν Λυσ. Α', 30. 

(1) Δημ. ΚΓ', 71 σελ. 643-πρβλ.. ΜΖ', 70 σ. 1160 ΝΘ', 10 σελ. 134«. 

(2) Δηα. ΚΓ', 74. α. 644. 

(3) Λημοσθ. ΚΓ', 77 •κα• 'Λριστοτέλ. ΆΟην. Πολιτ. 47, 2. 

(4) Δημοσθ. ΚΓ', 76 σελ. 645. 

(5) Παυταν. VI, 11, 6 Θάσιοι έπηχολούθησαν γνώμιτ, τη Δράκοντο;, ος Άθηναίοις 



ΦΟΝΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΦΟΝΙΚΑ ΔΙΚΛΣΤΗΙΊΑ 235 

αυτή -ροφανώς ήν λείψανον τ.-γρο',γ.ΟΌ εποχής, προς ην δύνατχι να 
παραβληθτ/ τό Άγγλικόν έθιμον τοΟ άφορίζειν προς έςιλασμόν του 
θεοϋ πάν κινητόν πράγμα παραίτιον φόνου γινόμενον ((3Θ0(ΐ3ΐκ1δ= 
(ΙθΟ (1ίΐηάιιηι=θεοδικ{α τις)' ό ΜαΙΙΙιίαθ όμως οικαίως φρονεί, δτι 
εν τ■^' έρεύνγ] ταύτη προσυπηρχε καί τις σκοπός βαθύτερος" οιά της 
παραστάσεως δηλαδή τοϋ ορ^άνοΌ. του τδν θάνατον έπενεγκόντος. 
έδύνατό πως καΐ ό φονεύς νά άνακαλυφθη, εϊ τις ύπήρχεν περί τοϋ 
δικαστηρίου τούτου έχομεν και την έςής ρήσιν τοϋ Αριστοτέλους 
«δταν δε μη είδη τον ποιήσαντα, τω δράσαντι (=τω όργάνω) λαγ- 
χάνεΐ" δικάζει δε ό βασιλεύς .... και τας των αψύχων και των άλλων 
ζφων(1)»' ή τελευταία φράσις τοΰ φιλοσόφου «καΐ τάς των αψύχων 
καΐ των άλλων ζώων» φαίνεται σκοτεινή πως δια την βραχυλογίαν 
τοΰ Σταγιρίτου* άλλα ταύτην σαφηνίζει προφανώς ή [δήσις τοΰ Πλά- 
τωνος « ου μόνον ντιοζύγιον ή ζωον δίλλον τι φόνευσαν άνϋρωττον, πλην 
των δσα έν άγώσι άϋλενοντα δράοωσι τοιούτον τι, καταδικαζόμένα φο- 
νεύονται καΐ έκβάλλονται Ιξω των δρίω'^ τής χώρας, άλλα καΐ άψυχα 
πράγματα, την ψυχήν τίνος στερήσαντα, εξορίζονται (2)» ' ώστε και 

ή ρήσις τοΰ 'χΑ,ριστοτέλους ισοδυναμεί «δικάζει δ' ό βασιλεύς 

καΐ τάς τών αψύχων (και τών υποζυγίων) καΐ των άλλων ζώων». 
ΙΙερι τών φονικών τε δικών καΐ τών δικαστηρίων ό Αριστοτέλης έν 
τη Αθηναίων πολιτεία παρέχει τήν έςής βραχεΐαν. άλλα σπουδαιο- 
τάτην εϊδησιν «γραφαι δε λαγχάνονται προς τον άρχοντα (τον βα- 
σιλέα) ασεβείας" λαγχάνονται δε και αϊ τον φόνου δίχαι πάσαι τζροζ 
τούτον καΐ ό προαγορεύων ειργεσθαι τών νομίμων (τον φονέα) οχίτος 
έστίν είσι δε φονον δίκαι και τραύματος αν μεν εκ προνοίας άποκτείνη 
ή τρώο}] εν \4ρείω πάγω και φαρμάκων, εάν άποκτείν^] δονς και πυρ- 
καϊάς' ταϋτα γαρ ή βουλή μόνα δικάζει" τών δ' ακουσίων και βου- 

θεσαούς γράψα; φονικούς νπερώριοε χαι τα αψνχα, ίΐ γε ϊμπεσόν τι Ιξ αυτών άποκτεί• 
ν = ιεν ανθϋωπον, 

(1) Άρ-στοτελ. ΆθΛ^ν. ΙΊολιχ. 57.^. 

(2) Πλάτων Νο'ι/.. 87.3Ε. '() φιλόσοφος μάλιστα προσιίθησι και τήν έξήί περίΓ.τ'ιΐ- 
σιν «έβν δε τεθνεώς [ΐέν υύ τις φανη, άδηλος δ' ό χτείνας τ, χα'ι μη άαελώς ζητοΰσιν 
ανεύρετος γι'γνηται, τάς μέν προρρίίΐσείς τάς αΰτάς γίνεσθαι χαθάπερ τοΐς άλλοις, ποο- 
αγορεύειν δέ τόν φο'νον τω δράααντι και έπιδικασάμενον έν άγορα κη&Οξαι τοΐ κτείναντι 
τον χαΐ τόν και ώφληχο'τι φο'νον μγ•, Ιπιβαίνειν ίερών μηδέ όλης -/ΐόρας της τοΰ παθόν- 
τος, ό)ς. αν φανί| και γνωοθί;, ά;:οΟανίύμενον και ε^ω τής τοΟ παθόντος "/οίρας ;χβΛη- 
Οησόαενον «:αφον»• 874 Α-Β. 



236 ΚΟΝΣΤΑΝΓΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

λενσεως, καν οίκέτην άποκτείνΐ] τις ή μέτοικον ή ξένον, οί έν Παλ- 
λαδίφ' εάν δ' άποκτ είναι μεν τις ομόλογη, φη δε κατά τους νόμους, 
οίον μοιχόν λαβών ή εν πολεμώ άγΐ'οήοας η εν άϋλω αγωνιζόμενος, 
τανχα έπι Δελφινίω δικάζονσιν' εάν δε φενγων φνγήν, ων αΐδεσις 
(=<7υγγνώμη) εστίν, αιτίαν εχγ] άποκτέΐναι η τρώοαί τίνα, τούτον δ' 
εν Φρεάττου δικάζουοιν 6 δε απολογείται προσορμιηάμενος έν πλοίψ• 
δικάζοναι δε οί λαχόντες ταντα πλην των εν Άρείω πάγω γιγνομένων 
εισάγει δε ό βασιλεύς και δικάζουοιν εν Ιερω και υπαίθριοι και 6 
βασιλεύς δταν δικάζη, περιαιρεΐται τον στέφανον ό δε την αιτίαν έχων 
τον μεν άλλον χρόνον εϊργεται των ιερών και ούδε εις την άγοράν 
νόμος εμβαλεΐν αϋτω τότε δε εις το Ιερόν είσελϋών απολογείται {\). 
Και παλαιότερον μεν, λέγει ό Αριστοτέλης (2), οι όίργ^οντες ήσαν 
κύριοι τοΰ τάς οίκας αυτοτελείς (=τελεσιδίκως) κρίνειν, ϋατερον οέ 
μόνον προανέκρινον και είοήγον εις το δικαοτήριον, ούτινος αύτοί 
μεν τήν προεορίαν είχον, οικασται δε ίδιοι εκρινον καΐ τους μεν φό- 
νους καΐ τα τραύματα τα εκ προνοίας, τάς πυρκαϊάς καΐ φαρμακείας 
έδίκαζον άείποτε μόνιμοι δικασταί, ή ές ΆρείοΐΛ (3) πάγου [^ουλή, 
ης τάς φονικάς δίκας ουδείς άφείλετο, λέγει ό Δημοσθένης, ου τύραννος, 
ουκ ολιγαρχία, ου δημοκρατία (4)* έν δε τοις άλλοις φονικοΐς δικαστη- 
ρίοις πρότερον μεν έδίκαζον οί Έφέται(5), μόνιμοι δικααται (πεντή- 
κοντα και εις) υπό τοΰ Δράκοντος καταστάντες και εκ των ευπατρι- 
δών άριστίνδην εκλεγόμενοι «τάς έφ' αϊματι δικάζοντες/. Άλλα συν 
τω χρόνω- από τοΰ Εύκλείδου ύποκατέστησαν τοΰ Έφέτας οί λαχόν- 

(1) Άριστοτέλ. Άθην. Πολιτ. 47,2- πρβλ. και Πολυδεύχ. Η', 117 πίοΐ των φο- 
νικών δ[)'.ιστηρ{ο)ν. 

(2) Άριστοτέλ. Άθην. Πολιτ. 3, β- 

(3) Τήί ίζ Αρείου πάγου βουλής οΰ/ οίον τε έστι μετέ/ειν πλην τοΐ; καλώς γβγο- 
νόοί χαί πολλήν άρετήν ί'ν τω β'.'ο) χαί σωφροσύνην ενδεδειγμένοι;. Ίσοκρ. Άρεοπα- 
γιτικ. 37 — η τών' Αρεοπαγιτών βουλή ά^ΐιάδο-ζός έστιν εί μιή γάρ τις ήμαρτε μεγάλως, 
οΰκ ε'ξεβάλλετο, Δημ. 589 υποθεσι; τοΰ λογού ΚΒ'. 

(4) Δημοσθεν. ΚΓ', 66 και ό Πλάτων εν τοί: Νομοί; αυτού τβ; φονικάς δίχα; δικάζει 
σί ισκον διχαστών ούτοι δ' είσιν οί νομοφνλακες και τό των περισυνων άρ'/όντων 
άριστίνδην άπομερισθέν δικαστη'ριον Ιΐλάτ. Νομ. 855Δ. 

(5) Οί Έφέται δοκοϋσιν ώνομάοΟαι, δτι προτερον τοΟ βχσιλέο); τους Ιπ* άκουαίο) 

φονω κρινόμενου; εξετάζοντος υ Δράχίον τοϊ; Έφέταις παρέδωκε, τήν κρίσιν εφέσιμον 

από τον βασιλέως πεποιηκώς. Πολυδεύχ. Η', 125. Οί δικάζοντες τά; έφ' αίμχτι 

κρίσει; επι ΙΙαλλαδίω και επί Δελφινίω και έν Φρεαττοϊ έφέται ε'καλούντο, ίίυτερο'^ δε 

ήλιααταί, ΰμοψοκότκς. Άρπο'κρατ. πρβλ. και Ζ/ψ8ηΐί> άΆ$ ΑΐΙΐϋοΙίε ΚβοΙιΙ σ. 121. 



ΦΟΝΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΦΟΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΙΙΡΙΑ 287 

τ«ς(1) ήτοι οΐ εκ τοΰ δήμου κλήρω λαμβανόμενοί, οΐ'περ καΐ δμω- 
μοκότες καΐ ήλιαοιαι καλοϋνται. Έ δε ήλίαία(2). τό συνέδριον των 
όμ(ι)μον.ότων κατά τήν τελευταίαν -ολιτείαν των Αθηναίων, τήν 
μετά του; τριάκοντα, άπετέλει τήν ν,^ριτ-ρχίτ.-/ τοϋ δήμου εν τ^/ 
απονομή τής δικαιοσύνης (3). Διότι πάντε; οί πολϊται, οί υπέρ τά 
τριάκοντα έ'τη γεγονότες, είχον τό δικαίωμα του δικάζειν, δσοι μή 
αυτών οφείλεται του ο-ί^μοαίοο ή άτιμοι ήσαν συνέκειτο δε ή ήλιαία 
έ: έ;ακισχιλίων πολιτών κληρουμένων κατ' ίτος, ων οί χίλιο,ι ήσαν 
άναπληρωτικοί, οί δε πεντακισχίλιοι έδίκαζον διηρημένοι κατά τμή- 
ματα εκ μελών πεντακοσ/ων• ταύτα δ' ενίοτε συνηνοΰντο εις χιλίονς{4:). 
χιλίονς ττεντακοοίονς (5) καΐ ει; όισχιλίονς, οίς πάντοτε προσετίθετο 
και εις. ϊνα μή ίσόψηφοι γίνωνται. Κατά δε τό οευτερο^/ ήμισυ τοΰ 
τεχάρτοΊ αίώνος τά δικαστήρια συνεκροτοΰντο καΐ εκ τετρακοσίων 
και εκ διακοοίων μελών(6), επειδή καΐ αί δίκαι σπανιοηεραι κατέ- 
στησαν, περιορισϋείσης τής των Αθηναίων επικρατείας, και τό δη- 
μόσιον ταμεΐον εί; τον μισθόν των πολλών δικαστών δεν έπήρκει. 

ΙΙερΙ δε τής κυριαρχίας, ην ό δήμος έκτήσατο εν τη απονομή τής 
δικαιοσύνης, άςιοσημείωτος γίνεται ή τοΰ Αριστοτέλους ειδησις, έ; 
ής μανΟάνομεν άμα και τήν άφορμήν, δι' ήν ί δήμο; άφείλετο τής 
βουλής τής τών πεντακοσίων τό δικαίωμα τοΰ ^ανατονν και ζημιονν όε- 
ημοΐς και χρήμασιν ως τ,ρος πασαν δε τής βουλής κατάγνωοιν εφεοις 
εγίνετο εις την κρίσιν τον λαϊκού δικαστηρίου, ου ή άπόφαπις ανέκκλη- 
τος ήν «διότι πρότερον μεν, ιστορεί δ φιλόσοφος, ή βουλή (ή το)ν 

(Ι) Δ'.κάζουσι δΙ ο; λαχόντες -άντα τικτ^ν τ(ον έν Άρειω πάγο γιγνοαένων Άριιτ. 
'ΑΟην. ΙΙολιτ. 47,}. 

(.Ί Ήλιαία (=:άλιαΙ, σννά&ροιοις τοϋ λί?ο:, εκκλησία και ΐ7'1»άίίσι?σί τό δι/.ά^ίΐν 
κκί ηλιαοτα'ι οί δικα^ιτα;• ποόλ. και φάηλιαοται /α•. άντίΟ. άφηλιαοταί- ή δε τοϋ 
κιυ'Αΐ/.ού ίτυαολογία «^λίάσβί ποό: ^Άιον» προϊανο); παίγνιον :ί;ς κοαικτ;; -Λοϋττ,;. — 
Ό ΟΞ τώ»- ήλιαατών ορ/.ο; ταρ* Δτ,,αοοΟ^νίΐ ΚΑ' , 149. 

(.^) ϋ/.4, Ι II. ό7α σ:;/. 37 άνευ τον δήμου τον Αθηναίων πληγώνοντας μη είναι 
!?α»•ατοΓν• κί! /¥. 4 ίίνευ τοΰ δ. τ. 'ΛΟτίνα•:»»•/ μή είναι ^ωάν επιβαλεΐν Αθηναίων 
μηΑενί, 

(Ί) Διχαατηρίοιν δνοΐν εις έ'να και χιλίονς ίψϊ,φημένον Δτ,μ. Κ Δ'. ί) σελ. 'Ί{)>. 

(5; ΊΙ τοϋ ΙΙερικλίου; δίκη ^/ριΟη Ογ.ο 1.=ί(!(Ι δ'καστών 11λουτ•χρ/. [3. ΙΙερίκλίους 
Ην. <!); κ«ί η τοιν Άρπαλ^ίον χρΓ,αάτι.ιν Δε•'>αρ/. κατά Δηαο^Ο. 107. 

(6| Κοίν τ; Λιακοσίονς Ηχν τε ;|;ίλίΌν? έάν θ' όηίτου; όίν η γ:οί; καΟ'ιτ^ Δ/,αΊσή. 
ΚΑ', ;';';' πρό). κ,; (ΊΑ. II, .><(ΐ'.ι Λ, •.'();"). 



^38 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓαΡΔΙΚΑ 

»πεντακοσίων) ην κυρία καΐ χρήμησι ζημιώσαι καΐ δήσαι καΐ άπο- 
»κτεΐναι καΐ Αυσίμαχον αύτης άγαγούσης εις τον δήμιον, καθήμενον 
»ήδη καΐ μέλλοντα άποθνηακειν, Εύμηλίδης ό Άλωπεκηθεν άφείλετο 
»ού φάσκων δείν άνευ δικαστηρίου γνώσεως ούδένα των πολιτών 
»άποθνησκειν και κρίσεως έν δικαστηρίω γενομένης, ό μεν Αυσίμα- 
»χος απέφυγε καΐ έπωνυμίαν εσχεν 6 άπο τον τνμπάνον, 6 δε δγ^μος 
»άφείλετο της βουλής το ϋανατονν καΐ ^εΓν (=δεσμεΙν) καί χρήμηαι 
»ζημιονν και νόμον εθετο, αν τίνος άδικείν ή βουλή καταγνω ή ζη- 
»μΐώση, τάς κατηγνώσεις και τάς επιζημιώαεις είσάγειν εις το δικα- 
Άοτήριον καΐ δ, τι αν οι δικασταΐ ψηφίσωνται, τοΰτο κύριον είναι»(1). 
ΚαΙ άλλαχοΰ δε ό αυτός φιλόσοφος (2') ιζρο'ζιοτορζΐ^ δτι δ δήμος 
απάντων εαυτόν κύριον πεποίηκε και πάντα διοικεί ψηφίσμασι και 
δικαστηρίοις, έν οις ό δήμος έστιν ό κρατών διότι και τής βουλής 
αί κρίσεις ε?ς τον δήμον έρχονται* και τοΟτο κατά τον Σταγιρίτην 
όρθο^ιρποιοΰσιν εύδιαφθορώτεροι γαρ οι ολίγοι τών πολλών και κέρ- 
δει κβίΐ' χάρισι(3). Παρά δε τοΰ Δείναρχου προσμανθάνομεν, δτι πολ- 
λούς εκ τής βουλής τής ες \\.ρζίθΜ πάγου καταδικασθέντας δ δήμος 
έν τοις δικαστηρίοις απέλυε τής ποινής" διότι ή μεν ήλιαία τή συγ- 

(1) Αριστοτελ. Αθην. ΙΙολιτ. 4ό ν.<χ\ 45, "2 ή κρΐσις τή; βουλή; οΰ κυρία, άλλ' 
εφέσιμος ιΐς τό δικαατήοιον. 

(2) 'Λριατοττα. Ά0η>. Πολίΐ. 41,2. ποβλ. κα<ί ΙΙολιτ. κ. 1?98 χ 28 τέταρτος δε 
τρόπος δημοκρατία; τό πάντα; 7.ερί πάντίϋν βονλενεο'&αι οννιόντας, τά; δε άρ/ά; 
πΐοϊ μηδενός κρίνειν, άλλα μόνον προανακρίνειν, μίγλ•^ η τίλευταία δημοκρατία νϋν 
διοικείται τρόπον χαΐ Άθην. ΙΙολιτ. 3,5 οί Εννέα αρχοντε; κύριοι ήααν κα"! τα; δίκα; 
αυτοτελείς κρίνειν κα' οϋ/ ώσπερ νΟν προανακρίνειν και 1 ,'λ τοις δέ τό ^ητικόν τε- 
λοϋσιν ό Σόλων εκκλησίας και δικαστηρί'ον μίτε'δωκε μόνον και 9,1 τρίτον δ' φ μά- 
λιστα φασιν ΐσ/υκέναι το πλήθος ή εΙς τό δικαοτήριον εφεοις' κύριος γαρ ων 6 δήμος 
τής ψήφου κύριος γίνετα•. και τής πολιτεία; και 9, "2 ετι δΙ δια τό μη γεγράφΟαι τού; 
νόμου; απλώς μηδέ σαφώς, άλλ' ώσπερ τών κλήρων και τών Ιπικλήρ(ι)ν, ανάγκη πολ- 
λά; άμφιοβητήσει; γίγνεσθαι και πάντα βρββεύειν και τά κοινά και τά Ι'δια τό δικαστή- 
ριον»• ή κυριαρ/ίο δέ τοΰ δήμου έν τοΐ; δικαστηρίοι; ηϋξάνετο και ί/. τούτου, ότι έγί- 
νετο οϋ μόνον δικαοτής. άλλα και νομοθέτη;• διότι, ώ; γνωστόν, η δίκη δεν ήτο πάν- 
τοτε ατίμητος δτ^λ. ή τιμιορία αυτής ?έν ήτο πάντοτε ώρισμένη έκ τών προτέρων υπό 
του νομού, άλλ' ήσαν και άγώνε; τιμητοί, έν ο•'; δεν 'έκειτο τίμημα υπό του νόμου 
ό^ρισμένον, αλλ' έδει τοίι; δικαστάς τιμάσθαι δτι χρή παι?βΓν η άποτεΐσαι. 

(3) Ό ΙΙλάτίον δ' όμω; μέμφεται τά λαϊκά δικαστήρια, άπερ κρύβδην τίι; κρίσει; 
διαδικάζει και τό δεινότερον τούτου, όταν μηδέ σιγώντα, άλλα θορύβου μεστά καθίπερ 
θέατρα, έί:αινουν:ά τε βοη και ψε'γοντα τών ρ•τ\τόρ(ιίν ν/.Λ-:ίρο\ι έν μέρει κρίντ/ τόχί 
δέ /αλεπόν ττάθο,- όλη τη πόλ = ι γίγνίίθαι φι/εΐ Νόμ, 876 Μ. 



ΦΟΝΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΦΟΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ 2ίί9 



ν>. 



νώμ•^ μάλλον ή τω δικαίω προσεΐχεν, ή οέ βουλή καΐ τον ότιοΰν 
ήοΐ7.γ|/.ότα κατά τα πάτρια έκόλαζε, νομίζουσα τον εν τοις μικροίς 
συνεθ"ιζόμενον άδικεϊν καΐ τα μεγάλα τών άοικημάτο^ν εύ/ερέατερον 
προσδέςεσΟαιίΙ). 

ΚαΙ ου μόνον ώς τζρός τους πολίτας Αθηναίους ό δήμος είχε την 
κυριαρχίαν έν τη απονομή τής δικαιοσύνης, άλλα και ώς προς τους 
συμμάχους* αϊ συμμαχίδες δηλαδή πόλεις δεν εΐχον το δικαίωμα τοΰ 
έπιοάλλειν ποινήν ϋατάτον, φυγής καΐ ατιμίας διότι τάς μεγάλας 
ταύτας ποινάς μόνη ή έν Αθήναις ήλιηία κατά τάς συνθήκας ήν κυ- 
ρία να έπιοάλλη. ώς μαρτυρείται και εκ τών έπιγραφο')ν(2) «τάς δ' εύ- 
θύνας Χαλκιδεΰσι κατά σφών αυτών είναι έν Χαλκίδι καθάπερ Άθή- 
νγ]σιν Άθηναίοις πλην φνγής, θανάτου, ατιμίας »' ει δε καΐ επέβαλλε 
πόλις τις τάς ποινάς ταύτας κατά τάς συνθήκας(3). έδει νά κυρο)ση 
ταύτας δ δήμος ο Αθηναίων. 

"Ενεκα δε τής παντοδυναμία:, ήν έν τή πόλει ο δήμος είχ-ε~ΝκαΙ 
ένεκα τοΰ μίσους δπερ οι Αθηναίοι κατά τής τυραννίδο.ς καν'τής 
ολιγαρχίας ετρεφον, ευνόητος καθίσταται και ή σκληρότης(4), μεθ'ής 
έτιμωροϋντο καΐ τους καλουμένους προόότας, τους έπΙ καταλύσει τοΰ 
δήμου ή έπΙ μεταβολή τής πολιτείας κατηγορηθέντας ή καΐ τους 
υπόπτους πως τζρ^ί:: τήν δημοκρατίαν γινομένου;" την δε πολιτικήν 
ταύτην εύπάθειαν τοΰ δήμου έντέχνο)ς ύπερρίπιζον και πονηροί δη- 
μαγωγοί καταγγέλλοντες πάντα πολιτικόν αυτών άντίπαλον είτε 
άντιπολιτευόμενον είτε καΐ διαπολιτευόμενον' οί δ' ώς προδόται κατα- 
δικασθέντες ου μόνον αύτοι βασανισθέντες έθανατοΰντο καΐ ή ουσία 
αυτών έδημεύετο, αλλά και οί παίδες αυτών άτιμοι έγίνοντο, αί οί- 

(!) Λίίναρ/ο; κατά ΔηαοαΟί'νου; "ιί — 60. 

(2) ΟίΑΐν ίΤα. 

(3) Ξένοφο)•/ 'ΛΟτ,ναίί.-ν Ιίολ'.τ. ΚΙ, Ήο/.ρατου; ΙΒ', (1. ΟΙΛ, Ι, Η. 

(Ί) Λαό; ζ(οηςό; χαί δ'.άΟ^_^[^.ο;, φοβερός έν τή παρο = ορα και οργιλοττιΠ αυτοί, οέν 
ώκνε; νί ΙπιζάλΧτ; εΐί Του; κατηγορουμένου; και εύοιαβλήχους ποινας αυιτί,ροτάτα; 
/.αι άν.κ(•)•:χ-:α(:• 6 θάνατο;, τ, ιυγτ; κα• η δήμευσ;; άπέβαινον βοδερά ό.;γανα τοιν δι- 
κανικών άγιονιον και τών 7;ολιΤ(χών άντεκδ•.κΓ|ιε(ϋν• τ, δόξα, ή άρετη, ή σοφία, αί τζρος 
ΐτ,ν πατρίδα εξο/οι υπηρεσίαι, πάν ο, τ ι εξευγενίζει και άνυ(|οϊ τόν άνθ^ιοττον, ήοαν 
άνίί•/υρα -ρό τών κινούνον/ και τών έλαττϊομάτιον τών λαϊκών χούτίον δικαστηρΐ'•>ν η 
δόξα δεν ϊβ'οιε του; νιν.τ,τάί τοϋ ΜαραΟώνος κϊί ττ,ς Σαλαμίνα;, τ, αρετή δεν έ-ρο- 
η'ίτινζί τον 'ΑριστείδΓ,ν και τον Ψοι/ί'.ινα, τ, αοφία δ;ν ά~εΓρεψε ι/,ν κύ)ι/7 τοϋ /■.'.)- 
νέ/ιιυ 7.:;ο ΐ'ϊ'ν /•ι/ε<«>ν του ^^<ι>κράτου:, Ί ΊιηI1^^^^■|I τ. η!57. 



240 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓαΡΔΙΚΑ 

κίαι κατηδαφίζοντο καΐ τα σώματα των θανατο)θέντων ε;ω τ/|ς Άτ- 
τικ-^ς ζρρίπτο'/το' ενίοτε δε καΐ μετά θάνατον τον προδοσίας υποπτον 
γενόμενον εκρινον εΐ δε άπεοεικνύετο έν τι^ δίκτ], δτι προδότης γενό- 
μενος έν τ^ χώρα τεθαμμένος ετύγχανε, τα δστά αύτοΟ άνορύςαντες 

εςω των ορίων της ΆττικΫ^ς έςέβαλλον (1). 

Φονική δικονομία. 

) 'ύς προεμνημονεύθη, το φονικον των όίργοι.ίω''^ δίκαιον άπετέλει 
μέρος τοΰ ιερού δικαίου* διότι κατά τάς θρησκευτικάς των αργιχ'ΜΊ 
δοξασίας ό |3ίος των ανθρώπων ενομίζετο δώρον τού θεοΰ' ό δε στερών 
τίνα τού βίου ου μόνον προς τον θείον ασεβεί, άλλα και την πόλιν 
μιαίνει(2)• τοιούτον δ' δντα τον φονέα έδίωκε καΐ το θείον μηνίον 
και ή•τοΰ παθόντος όρ^-η ζητοΰντος εκδίκησιν άλλα την μηνιν ταύτην 
χοΰ^ε'.ΟΌ έδύνατο νά πραόνη ώς καΐ τον της πόλεως εκ τοΰ μιά- 
σματος καθαρμόν νά έπιφέρη μόνον ή τιμο)ρία τοΰ φονέως' διό ή δίκη 
Ιξιλαομός τις εθεωρείτο* δθεν δσοι τόν φονέα ατιμώρητο ν εν έαυτοΐς 
ήνείχοντο ή δμοτράπεζον έποιοΟντο ή καΐ απλώς έπεκοινώνουν αύτω, 
συνεμιαίνοντο καΐ εις την ορ^ψ των θεών συνυπέκειντο* και εις την 
πόλιν δε 6ι,α()\ιφορον έγίνετο, εάν δ φονεύς μιαρός και άναγνος ων 
εις τά τεμένη των θεών εισερχόμενος έμίαινε την άγνείαν αυτών καΐ 
μετά τών αναίτιων επικοινωνών συγκατεπίμπλα τοΰτο^ς της έαυτοΰ 
μιαρίας* εκ τουτοη δε αϊ τε άφορίαι της γης ί^ί^ο'ηο και αί πράξεις 
τών ανθρώπων δυστυχείς άπέβαινον, λέγει ό Αντιφών (3)* διό καΐ 
της κοινωνίας χάριν ό φονεύς έδει νά άπομακρυνθη" κατά τίνα μά- 

(I) Θο^χυδ. Α'. 136, Η', 92. Ξενορ. ΈλΧτ/λ Α'. Ζ', -33, έάν τις ή τήν πολιν 
προδίδω ή τά ιερά κλέττιτ,, όϊν χαταγνωσθί]. μη τα^/ήναι έν ττ; Άττικί), τά δε -/ί,ηαατα 
αύ:οΟ δη[χ<{•ίΐα εινβι. ΙΙλάτ. Πείοταγορ. 3?5 Β-0. ή ζημία θάνατος χαί φυγαί και 
προ: τω θοινάτω χρημάτιον τε δτιμεΰοεις και ώς εηος ειπείν τών οίκων άνατροπαί' 
7:ρβ) . Πλούταρ•/. β. τών δε'κα ρητορ. ( Άντιφιοντο;) οί /αταδικασΟε'ντΕς ώς προ- 
δοται Άρ/επτόλεμο; χαϊ Άντι^ων ΟανατωίΙεντες εξιο της γώρος Ιρρίφθησαν, τά 
χρήματα αυτών έδημεύθησ^ν, αί οίχίιι κατεσχάΰτ,σσν χβϊ οροί έπί των οικοηεδίον ετέ- 
θησαν μετ' ίπιγραοης, δτι τών προδοτών ήσαν 'ε'τι δέ χβϊ τό γένος άτι;/')ν έχηρύ/θη 
τό έχ τούτων χα! οί νο'Οοι χα! οί γντ|σ'.οι• τίιϋτχ δε πάντα ίγοάφησιν και ;ν στηλτ) 
^αλχτ,. 

(2| Αντιφών τιτραλογ. Ι^', α', ί— (Ί χαϊ Γ'", γ' 7. 

(3) 'Λντιφίόν ΓίΓοιλογ Α', α', ΚΙ. 



ΦΟΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ 241 

λίστα χαριέστατον τοϋ Πλάτωνος μΟθον ό θανατωθείς |3ία'!ως θυμοΰ- 
ται κατά του φονέως νεοθνής ών δρων δε τοΰτο^^ άναστρεφόμενον 
εν οΤς τόποις και αυτός συνήθως οιέτριβε, καΐ αυτός ταράττεται καΐ 
τόν τοϋ φόνου δράστην κατά δύναμιν ταράττεΐ' δίο χρέος είχεν ό 
φονεύς νά ύπεξέλθτβ εκ της τοΰ φονευθέντος χώρας (1). 

Άλλα τόν έκ τοΰ μιάσματος της πόλεως καθαρμόν ώς καΐ τόν τοΰ 
θείου έίζιλασμόν διά της δίκης ή τιμωρίας τοΰ φονέως καθήκον ϊδιον 
έ^εώροΌ"/ οΐ συγγενείς τοΰ φονευθέντος (2)' προς ενδειξιν δε τοΰ δτι 
ό θάνατος βίαιος έγένετο, κατά τήν έκφοράν τοΰ φονευθέντος ό συγ- 
γενής επέφερε ^όρν, δπερ ένεπήγνυεν έπΙ τοΰ μνήματος (3)• τότε δε 
καΐ προηγόρενεν όνομαστι τόν κτείναντα και δτι θέλει διώξει αυτόν 
έπι τω φόνφ• διά της προρρΎιοεως οε ταύτης άρχεται της διώξεως δ 
κατηγορών προαγορεύων τω φονεί άπέχεσθαι των δημοσίθ)ν τόπων 
και των ίερών και εΐργεοχ^αι των νομίμων ήτοι της εξασκήσεως των 
έκ τοΰ νόμου πολιτικών αύτοΰ δικαιωμάτων τήν σημασίαν ;Εθύτων 
άπεσάφησεν ό Αντιφών (4) λέγων <'έπειδάν δε απογραφή τις_φόνου 
δίκην, ό νόμος έχει εϊργεσθαι των νομίμων και ουτ' αν έγώ οιός τ' 
ήν έπεξελθείν (τινι) είργόμενος τών νομίμο)ν έκεΐνοί τε έμοΰ τοΰ εί- 
σαγγέλλοντος και επισταμένου τά πράγματα μή έπεξιόντος ραδίιος 
εμελλον άποφεύξεσθαι και δίκην ού δώσειν υμίν, ών ήδίκησαν». Κατά 
«λλην δε μαρτυρίαν τοΰ αύτοΰ ρήτορος ενίοτε και πολλάς ημέρας 
ύστερον μετά τήν κηδείαν άπεγράφοντο τήν δίκην και -ροτ^^όρε-οο^ 
τω φονεΐ είργεσθαι τών νομίμων (5)• έκ δε τοΰ Δημοσθένους μανθά- 
νομεν, δτι ύπ' αύτοΰ τοΰ Δράκοντος ένομοθετήθη το χέρνιβος εΐργε- 

(1) Πλάτων Νοα. 865 Ε «/^ρεών ύπεξελθίϊν τω παθοντι τόν οράσαντα». 

(2) Αντιφών περί τοΰ χορευτοΰ 7. «Τήν δ'Ιωξιν τοΰ φονεοί; ποιείαθαι βναεβείας ίνεχβ 
χ«ί τοϋ δικαίου» . 

(3) Δημ. ΜΖ', 69 σελ. 1160 /.αϊ Πολυδ. Η', 65 «|*^ άπογράφεσ^αι τον κτεί- 
ναντα (ιι.ή καταγγέλλειν τόν φονέα) πριν τήν οΐκίαν του αποθανόντος καθάραι και τά 
νομ.ιζό{Λενα ποιησαι. Άντιφ. π. τοϋ /ορευτοϋ 37. — Ή ενδειξις τον βιαίον ϋανάτου 
&ποιχ(|α.νιΐ'•σκει με και τήν πρόύεαν τών νεκρών, ήτις κατά τήν κηδει'αν έπεβάλλετο 
νομο)• διότι αυτή έγίνετο διά δύο λόγους, το μέν ώς ό νεκρός όρωτο μή τι βιαίως 
πέπον&εν (Πολυδεύκ. Η' 65), το δέ και οιά τήν νεκροφάνειαν διό και ό Πλάτων 
νομοθετεί τάς προϋέοεις τοΰ νεκροϋ μή μακρότερον χρίίνον ένδον γίγνεσθαι τοϋ δη- 
λούντος τόν τε εκτε&νεώτα και τόν όντως τε^νεώτα. Νομ. 959. 

(4) Αντιφών περί τοϋ χορευτοϋ 35. 
(.^») Άντιβών π. τ. /ορευτοΰ 34. 

.\«ΗΝΑ, ΤΟΜ. .ν'. 16 ■ 



^42 ΚϋΝΣΤΑΝΤίΝΟΤ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

οι9αι τον άνδροφόνον, σπονδών, κρατήρων, ιερών, αγοράς {!)' φο- 
βούμενοι δ' οι άνθρωποι τήν μιαρότητα τοΟ ά'^ύρογόνοκ) καΐ το δια- 
λέγεσθαι μετ' αύτοΰ έφευγον(2). Τούτοις συμφωνών ή μάλλον πλειο- 
δοτών ό Πλάτων εν τοΙς νόμοις αυτοΰ εταξεν, ϊνα πας ό εκουσίως 
φονεύων τινά τών έμφύλων άποκλείηται τών νομίμων μήτε Ιερά μήτε 
άγορην μήτε λιμένας μήτε άλλον μηδένα σύλλογον κοινόν μιαίνων, 
εάν τέ τις άπαγορεύττ] αύτώ ταΰτα τών ανθρώπων εάν τε μή' ο γαρ 
νόμος απαγορεύει, λέγει δ φιλόσοφος νομοθέτης, και άπαγορεύων 
υπέρ άπάσης τής πόλεως φαίνεται και φανε1ται(3). 

Μετά οέ τήν πρόρρησιν ό οιώκων ύπέβαλλεν εγγραφον τήν κατη- 
γορίαν κατά τοΰ φονέως τ^ρδζ τον οίργ^ο^ητ. τής θρησκείας, τον βασιλέα, 
δστις επισήμως ήδη -ρο'ί^'(όρε\)ε τω <φοΊεΙ εΐργεούαι τών νυμίμιαν (-Ι) 

(1) Δηυοσθ. Κ', 158 σελ. 505 κα•. Σοβοκλ. Οΐδιπ. τύραν. ιτίχ. ?35 

τον οίνδρ' απαυδώ τοίνδί, όστις εστί, γή; 
τηςδ' η; ίγώ κράτη τε κ«ί θρόνους νε'αω 
^ μήτ' εΐαδέχεοϋαι μήτε προσφωνεΐν τίνα 

μήτ' εν ϋ'εών είιχαΐοι μήτε ϋ•ύμαοι 
κοίνον (=κοινωνόν) ποιεΐούαι μήτε χέρ%•ιβας νέμειν, 
ώ&εΐν δ' απ' οΐκωί• πάντας ώς μιάσματος 
τονδ' ήμΐν δντος, ώς το πνϋ-ικόν ΟίοΟ 
αανΤϊΐον έξε'φηνεν άοτίως Ιμοί" 

(ίνν. τον φονε'α τοΰ Λαίου)• πρβλ, και τό άγηλατεΐν (η^τό άγος ί) τον έναγη Ιλαύνεινί 
/.«ί Λνδρηλατεΐν και άνδρηλάτης, ό τοΰ φονεως τιιχωρο'ς. ό φυγ«δεύ<ι)ν «ύτόν έκ τί,ς 
πατρίδος. Πρβλ. και Εύριπίο. Ίφιγ. Ταυρ. 945 — (ό Όρε'στης (ό; [Αΐ]τροφονος) 

ελθών δ' έκείσε πρώτα [ΐέν μ' θύδε•ς ίενων 
ςκών έδεξαθ ' ώς θεοίς στυγοΰ[>.ενον• 
'Λ δ "ε'σ/ον αιδώ, ξένια μονοτοάπείΤά αοι 
~α.ρΐα/^ον, οΊ'κιον δντες έν ταΰτώ στογει, 
ίίς δ' όίγγος "διον ί'σον άπασι βαχ/ ίου 
[Λετρημα πληροίσαντες εϊ/ον ήδοντ^ν• 
■7ΐγ^ δ' έτεκτήναντο καα' άφθεγκτον, ώς 
δαιτός γενοίμην πώματος τ' αυτών οΊ/λ' 
ζάγΓο 'ξελέγξαι μέν ξένους οΰ/. ήξιουν, 
τίλγουν δε σιγή χάδοκουν ουκ εΐδε'ναι 
μεταστενάζων, ουνεκ' ή μητρός φονεύς. 

(2) Λυσί. ΙΓ', 82. 

(3) Πλάτ. Νομ. 871 Α- Δ. 

(4) Άριβτοτελ. ΆΟην. ΙΙολιτ. 57,2 λαγ/άνονται δε κα! αί τον φόνου δίκαι παοαι 

ποός τόν βασ'.λϊ'κ /.α! ό προαγορεύων εϊργκσϋαι τών νομ(μ(ι)ν οϋΤ'ίς Ιστιν. 



ΦΟΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ 243 

και άπηγόρευεν αύτώ την ε-'ς τα ίερά καΐ τήν άγοράν εΙ'^οοοΊ αύτοΰ. 
Κατά οέ τήν Οίεςαγωγήν της οίκης οίακριτέον οχίο στάδια, το της 
κρίσεως ή ανακρίσεως τον άρχοντος καΐ το της κρίοεως τον δικα- 
οτηρίον {1)' ή άνάκρισις του άρχοντος έλέγετο καΐ προδικαοία, καθ" 
ην ό βασιλεύς άνακρίνων τους αντιδίκους καΐ τους μάρτυρας έςετάζων 
έζήτει να ευρη, αν ή κατηγορία ύπήγετο εις τήν αρμοδιότητα τοϋ 
δικαστηρίου, εις δπερ και δ κατήγορος εγραφεν ή εις άλλο" διότι 
άνακρίνων έδύνατο νά ευρη. δτι έ υπό τοϋ κατηγόρου εγκαλούμενος 
φόνος ώς εκ -ρονοίας ών ήτο ούχΙ εκούσιος, οτε καΐ τταρέ-εμπε τήν 
δίκην ούχι εις τον "Αρειον πάγον, άλλ' εις το έτϊΐ Παλλαδίω ή και 
οτι ό φόνος ήτο νόμιμος, δτε καΐ παρέπεμπεν αυτήν εις το έπΙ Δελ- 
φινίω' αί προδικαοίαι δ' αύται διήρκουν τρεις μήνας, τον δε τέταρτον 
μήνα -αρετϊέμπετο ή δίκη εις το δικαστήριον το υπό τοϋ άρχοντος 
εύρεθέν άρμόδιον προς τήν κρίσιν εν αύτω δ' έδει νά εχη και τήν 
τ^ροεορίχν δ αυτός ^Βασιλεύς, δς καΐ τήν προανάκρισιν ή προδ^^ί^σίαν 
νή^ρ^ζτρζΊ' όθεν εάν ή κατηγορία ύπεβάλλετο προς τον ΐίασιλέ^ τους 
δύο τελευταίους μήνας τής αρχής αύτοΰ. ή άνάκρισις άνεβάλλετο δια 
το έπιόν έτος, οτε δηλαδή ανελάμβανε τήν αρχήν ό νέος |3ασιλεύς• 
τοιαύτηντινά περίπτωσιν μνημονεύει ό Αντιφών έν τή περί τοϋ γορευ- 
τοΰ δίκη' διότι έν'αύτή ό βασιλεύς, επειδή ή κατηγορία υπεβλήθη τον 
προτελευταΐον τής άρ•χής αύτοΰ μήνα. άπέδειξεν, ότι δ γ^ρό'/ος δεν έπή- 
ρκει, ινα τους μάρτυρας καλέση προς έςέτασιν και τρεις προδικασίας 
κατά τον νόμον ποιήση, αϊπερ εντός τριών μηνών έγίνοντο' διότι τής 
αρχής αύτώ ύπελείποντο μόνον δύο μήνες* κατά δε τον νόμον ούτε είσά- 
γειν τήν δίκην έδύνατο έν τω τής αρχής αυτοΰ χρόνω ούτε παραδοϋναι 
φόνου δίκην εςεστιν ουδέ παρέδοοκεν ούδεις πώποτε βασιλεύς έν τή γή 
ταύτη εις τον διάδοχον αύτοΰ* έκ τοΰ αύτοΰ ρήτορος προσμανθάνομεν. 
οτι το τής άρχοντίας έτος έληγεν έν μηνΐ Σκιροφοριώνι καΐ ήρχετο έν 
Έκατομβαιώνι(2)' αΕ δε δίκαι φόνου έγίνοντο έν ταΐς τρισΐ τελευταίαις 

(1] Παρά Ληαοσθένε•. (ΚΓ', 63 αελ. 640) Οιαχρίνονται τά εξής στάδια κλήαις (τού 
χ«τηγορο•^μένου), κρίαις (τών άνακοίτών^ι, ^αριιιρί'α, διωμοαία (ιών άντιδί/ων)' *6σοι 
«ν^μοι περί τών φονικών δικαστηρίων εΐσίν καλεΧα&αι λέγοντες ή μαρτνρεΐν τ, διόμνν• 
<ία§αι τους άγωνιζο[Αένους ή αλλ' ότιοϋν προστάττοντες»• — *άνάκρίσις, έςέτασις ΰφ ' 
έχάατης άρ/^ή; γινο(χένη πρό τών δικών περί τών συντεινόντων εις τον αγώνα», 
Άρ~οκρατίων. 

^2) Αντιφών π. τ. /ορευτοί 38 και 42. 



244 ΚωΝςταντινοτ γ. γαρδικα 

ήμέραις τοΟ μηνός, δηλαδή χ-^ τετάρτη φθίνοντος, τη τρίτη καΐ τη 
δευτέρα, ώς υπό τοϋ Πολυδεύκους(Ι) παραδέδοται. 

Ή δε διαδικασία έγίνετο ούχι έν τη στοά τον βασιλέως, κειμένη 
παρά την οί-γορΛΊ, δπου ό κατηγορούμενος μετά την γενομένην άπα- 
γόρευσιν δεν έδύνατο νά πλησίαση, άλλ' έν τω ύπαίθρω, Ι'να μη οι 
δικασταΐ και ό διώκων όμωρόφιοι(2) γίνωνται μετά τοΰ φονέως, δς 
εναγής ένομίζετο ένεκα τοΰ χυθέντος ανθρωπίνου αίματος* άλλ' επειδή 
το άγος έδει νά έξαγνισθη διά της δίκης, ό φονεύς, δστις τέως εΐ'ργετο 
τών ιερών ώς μιαρός, ήδη κατά τον νόμον εισέρχεται εις τό ιερόν, 
ένθα τό δικαστήριον ήτο και απολογείται, ι'να τών δικαίων τύχη(3)' 
οί αντίδικοι έν τω Άρείω πάγω έκάθηντο έπι δύο βάθρων, άπερ έξεί- 
χον εκ τοΰ [ύράγοΜ αυτοφυή• καΐ τό μεν τοΰ κατηγόρου έλέγετο λί- 
θος της άναιδείας (=τοΰ μή αίδεσθέντος, μή έξευμενισθένος), τό δε 
τοΰ κατηγορουμένου έκαλεΐτο λίθος τής ύβρεως (=τοΰ ύβρίσαντος, 
τοΰ άβΐκήσαντος) (4)• ή έναρξις δε τής διαδικασίας έγίνετο δι' δρχου 
φρικχαΰ" διότι τών αντιδίκων έκάτερος και τών μαρτύρων έκαστος στάς 
έπΙ τών θυμάτων χάπρου καΐ κριοΰ και ταύρου καΐ τούτων έσφαγμένων 
ύφ' ων δεί καΐ έν αΐς ήμέραις προσήκει, ώμννεν εξώλειαν έαντον και 
γένους και οικίας, έάν μή τήν άλήθειαν εϊπη (5)' μετά δε τήν όρκω- 
μοσίαν τόν λόγον πρότερος είχεν ό διώκων, έπετρέπετο δε είς έκάτε- 
ρον τών αντιδίκων καΐ νά δευτερολογήση" αλλ" ούοενΐ εξουσία παρεί- 

(1) ΓΙολυδ. Η', Η7. 

(2) Άντιφ. π. τ. 'Ηρ'όδου φόνου 11 και Λυκουργ. κ. Λίωκράτ. 1?' η δε τοΰ 
Λουκιανού (ΈρίΑΟτιι».. 64) είοησις «κα6' ήν οί Άρεοπαγϊται εν ννκτϊ χαΐ οκότω δί- 
κάζουαιν. ώς μη εις τους λέγοντας, άλλ' εις τα λεγόμενα άποβλέποιεν» προφανώς 
δεν άληΟευΞί. 

(3) Άριστοτίλ. Άθην. Πολιτ. 57,4. 
(/ι) Εύριπίδ. Ίφιγ. Τ. 962. 

(5) Δη^Αοσθ. ΚΓ', 67-8 βελ. ()42. ό δέ "Αντιφίον (π. τ. ΊΙροίδ. φόν. 1?) αντί 
της Δηι/οσΟίνείοα φράσεως «στάς επί τών ϋυμάτων, λέγει δτι ηητοντο τών σφα- 
γίων κατά τήν διωμοαίαν ζαί (έν § 11) διω[ΑΟσατο εξώλειαν εαυτω και γένει και 
οικία τγ/ έαντοϋ επαρώμενος ή [λήν μή άλλα κατηγορτ]σειν τοΰ φεύγοντος ή εις αν- 
τον τον ψόνον και ό Λυσίας (10,11) προστίθησι»* κατά τάς έν Άρείω πάγω οίκας, 
δταν τάς τοΰ φόνου δίκας δικάζωνται, 6 μεν διο')κων ώς ε/τεινεν ό κατηγορούμενος, 
διόμνυται, ό δέ φεύγων ώς ουκ ϊκτίΐνεν•• Έκ δέ τών μνημονευομένων ένταΰθα χω- 
«ώί(ι)ν τοΰ Δημοσθένους χαί τοΰ Αντιφώντος δέν δηλοΰται τίνας και πόαους θεούς έν 
ω πάγΐι) ιορκίζοντο οί αντίδικοι, αν δηλαδή ήτο διορκία, έπ' ονόματι δήλον δη 
η τριυρκία' υ' δέ ήλιααταί ιριορκίαν έποιοΰντο' δΐ($η /.ατά τον Δημοσθένη 



»• ΦΟΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ 245 

χετο εξω του πράγματος λέγειν ή προοίμιάζεσθαι ή καΐ οίκτίζεσ^αι, 
Οίοί κλαυθμυρισμών δηλαδή τον οίκτον των δικαστών κίνεΐν(ΐ). 

Των διπλών δε λόγων έκατέρου τών αντιδίκων εικόνα παρέχου- 
σιν αί περισωθεϊσαι τρεις τετραλογίαι τοΰ ρτιτορος Αντιφώντος. Ή 
τοΟ φόνου δίκη δΐήρκει τρεΓς ημέρας. 

Ό Πλάτων δ' δμως έν τοις Νόμοις αυτού την διαψήφιοιν τών εις το 
δικαστήριον εισαγομένων φονικών δικών ώδε νομοθετεί" «ή ψηφοφο- 
ρία έστω φανερά* τζρδ ταύτης δε ενώπιον τοΰ διώκοντος καΐ τοΰ φεύ- 
γοντος καθήσθων οι δικασταΐ έξης αλλήλων καθ' ήλικίαν πάντες δε 
οί πολΐται, δσοι περ αν άγωσι σχολήν, επήκοοι εστωσαν σπουδάζον- 
τες περί τάς τοιαύτας δίκας" λέγειν δ' ενα λόγον μόνον, πρώτον μεν 
τον διώκοντα, τον δε φεύγοντα οεύτερον μετά δε τους λόγους τού- 
τους άρχεσθαι μεν τον χερα.ίχερον τών δικαστών άνακρίνειν' μετά δε 
τον γεραίτερον καΐ οί άλλοι δικασται εξής άπαντες πρέπει νά ανακρί- 
νωσιν ερωτώντες ίν.ά.τερο'^ τών αντιδίκων ο, τι αν μη ρηθέν ε^ιιποθή 
τις* ό δέ μή ποθών άλλψ τήν άνάκρισιν παραδιδότω' ή δίκη δέ και 
κατά τον φιλόσοφον τρεις ημέρας πρέπει νά διαρκή" τών δέ ρηθέντων 
δσα καίρια φαίνονται, σφραγίσαντες πάντες οί δικασταΙ φυλάττουσιν 
εν τω βωμφ της Εστίας, τω εν τώ ίερώ τοΰ δικαστηρίου δντι* και 
τήν επαύριον συνελθόντες ωσαύτως άνακρίνουσι τήν δίκην, και τήν 
τρίτην ήμέραν ομοίως* μεθ' ο τήν ψήφον έκαστος τών δικαστών φε- 



(ΚΔ', 151) έπώ[Ανυον Αία και Ποσειδώνα καΐ Δήμητρα• — χαϊ οί [χάρτυ^ίς παρά 
Πλάτωνι Νθ[λ.936 Ε Δία χαί'Απολλωνα χαΙΘέμιν όρύουσι. — Περί δε ιής πεντορκίας> 
πλη&ορκίας και παν^ορκίας και δλω; εΪΓ.εϊν περί της ορκωμοσίας πρβλ. και Οΐχονο- 
μίδου Λοκρικής έπιγραφ. διαφιότισιν σελ. 32. 

(1) Πολυδ. Η ', 117' — και ό Αριστοτέλης δε το εξω τον πράγματος λέγειν άπο- 
δοχιαάζων εύφυώς παρατηρεί" «οϋ γάρ δει τόν δικαστήν διαστρε'φειν εις όργήν προ- 
υάγοντας και φθονον η ελεον δμοιον γάρ αν γε χαν ει τις ω μέλλει χρησθαι κα- 
»νόνι, τοΰτον ποιη'σειε στρεβλονβ Έξ ά'λλης δέ μαρτυρίας τοΰ φιλοσόφου γίνεται 
δήλον, οτι Ιν άρ)ίαιοτέροις χρόνοις αύτοϊ οί αντίδικοι τά εαυτών δίκαια ύπεστηριζον 
άνευ ρητόρων συνηγόρων και ά'νευ ρητορικών καλλιεπημάτων πρβλ, και Αντιφώντ- 
VI, 9' Εις τους χρόνους εκείνους άρα νοητέον, ότι αναφέρονται, δσα Σέξτος ό 
Εμπειρικός προς Μαθηματικούς (II) προστίθησιν «οΰχ επιτρέπεται συνηγορον παρίστα- 
σθαι τοις κρινομένοις έπΙ της έν Άρείω πάγω βουλής, άλλ' έκαστος ως ε/ει δυνάμεως 
αδιαοτρόφως και άπανονργως υπέρ εαυτοΰ τους λόγους ποιείται»* ό δέ Πλάτων και 
βλως καταργεί το σννδικεΐν αν δέ τις ένεκα φιλοχρηματίας συνδικγΙ υ.λ\ κακοδικ0 προς 
το δια5τρέ|αι τήν ^υνείδησιν τών δικαστών, τούτον θανάτω κολάζει" Νόμ, 938 Β-0, 



246 ΚϋΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

ρει ίεράν, υποσχόμενος επΙ τον βωμον της Έατίας εις δνναμιν τάλη^ή 
καΐ τα δίκαια κρίνειν^^ϊ). 

Κατά το Άττικόν δίκαιον ό κατηγορούμενος μετά τήν προτέραν 
άπολογίαν έούνατο νά αποφυγή τήν κρίσιν τοΰ δικαστηρίου φεύ- 
γων *έκ της πατρίδος εκουσίως" δεν έπετρέπετο δε ή τοιαύτη επιεί- 
κεια μόνον εϊ τις εδικάζετο γονέας άηεκτονώς• τήν φυγήν (2) δε 
ταύτην τήν αύτοπροαίρετον ουδείς έδύνατο νά κωλύση ούτε ό διώ- 
κων ούτε οι δικάζοντες ούτε των αρχόντων τις* και τούτο το δι- 
καίωμα παρείχετο κοινόν πασι καΐ τοις σ.^5\οΙς καΐ τοις ξένοις κρι- 
νομένοις (ο)' άλλ' ή φυγή αύτη, εις ην υπέδαλλεν εαυτόν εκουσίως ό 
κατηγορούμενος, ην ίοόβιος, άειφνγία (4) δηλαδή και ή ουσία τοΰ 
φεύγοντας έδημεύετο' παραμένοντος δε του κατηγορουμένου έν τη 
δίκη, ή κρίσις εξηκολούθει, ης μετά το πέρας έγίνετο ή των δικα- 
στών ψηφοφορία. Γνωστόν δ' ήμίν υπάρχει δτι οι ΆρεοπαγΙται τήν 
ψήφον εψζ,ρον κρίνοντες ούχΙ έκ τοΰ λόγου των αντιδίκων και εκ 
των μαρτυριών, άλλα μάλλον έκ τών πληροφοριών, ας αύτοΙ ιδιαι- 
τέρως έλάμβανον (5)" κατ' αυτήν δ' ένίκα ό τους πλείονας ψήφους 
λαβών, έν δε τη ίσοψηφία(6) ό κατηγορούμενος ήθωοΰτο καΐ ή επιεί- 
κεια αύτη ήν ή περιώνυμος ψήφος της Άθηνας* διότι έν τοιαύτη άμ- 
φίγνωμία όσιώτερον έθεωρήθη το αόί'κως άπολνσαι τον μη δικαίως 
άπολέοηι (7). Ή ύποτυπωθεϊσα δικονομική πορεία έγίνετο έν τώ 

(1) Κατά ταΰτα ή 6πό τοΰ Όμηρου απεικονιζόμενη διαδικασία ('Ιλιάδ. Σ, 498) 
φαίνεται ώστιερ μικρογραφία τις της υπό τοΰ φιλοσόφου περιγραφομε'νης. Πλάτ. Νο'μ. 
85Γ) Δ. Έν δέ τη Σπάρτη τας περί ϋ•ανάτον δίκας οι γέροντες έν πολλαΐς ήμέραις 
εχρινον• διότι, ελεγον, αδίκως τινός θανατωϋ•έντος αδύνατον το μεταβονλενσασϋ•αι κα- 
ϋ•ίστατο' εϊ δ' ό κρινόμενος ήθωοΰτο, ουδέν ήττον υπόδικος ήν διότι κατά τόν νόμον 
τοΰτον δυνατόν ήν και το κρείττονα βουλεΰσασθαι• Πλούιαρ/. 'Αποφθεγμ. Λακωνικ. 
217 Β πρβλ. και Πλάτων. Άπολογ. 37 Α-Β. 

(2) "Ηδη δέ ό φυγάς κακούργος άπέβαλε το τη; πόλεω; ονοΑβ, δεν καλείται πλέον 
'Αϋ7]ναΐος, άλλ' άνδροφόνος. Δημ. ΚΓ', 41. 

(3) Άντιφ. π. τ. Ήρ. φόνου 13. Δημ. ΚΓ', 70 σελ. 643 

(4) Και ό Πλάτ(ον έν τοις Νόμοις αΰ:οΰ (871 Δ) επιτρέπει τήν τοιαύχην φυγ»ίν, 
νομοθετών «φυγών δε και μη ϋ•ελήαας κρίοιν υποσχεϊν, φενγέτω αειφνγίαν. 

(5) Οί 'Αρεοπαγϊται ουκ έκ τον λόγου μόνον ουδέ έκ τών μαρτυριών, αλλ έξ ών 
αυτοί ϊσασι και έξητάκααι, τήν ψήφον φίρουσιν. .Λΐσγίν. κατά Τιμάρχ, 92. 

(6) Άντιφ. π. τ. Ήροίδ. φόν. 51 «άνήρ έκφεύγει αίματος δίκην, αν ι'σον ή τό 
άρίΰ^μημα τών πάλων. Αίσ/ύλ. Εύμενίσ. 7δν. 

(7) ϋί δέον τι άμαρτίΐν, αδίκως άπολϋααι όσιοηερον αν εϊη τον μη δικαίως άπο• 



ΦΟΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ 247 

Άρείω πάγω, εξ ής δύναται τις να εϋκάσγ^, δτι ούσιωοώς δεν διέ- 
φερε καΐ ή έν τοις άλλοις φονικοΐς δικαατηρίοις, τω τε [Ιαλλαδίω(Ι) 
καΐ τω Λελφινίψ. 

Ό δε φυγών εΓτε αυτοπροαιρέτως προ της κρίσεως τοΟ δικαστη- 
ρίου είτε και καταδικασθείς, έδύνατο να ζη ασφαλώς έν τη άλλο- 
δαπ:^ άπεχόμενος των άπηγορευμένων υπό τοΰ νόμου τόπων ει δέ 
τις εκτεινεν αυτόν άπεχόμενον τών άπειργμένων, εθεωρείτο κοινός 
φονεύς καΐ έτιμωρεϊτο, ώσπερ και ό πολίτην Αθήναιον άποκτεί- 
νας(2)• άν δ' δμως ό φυγάς κατήρχετο εις την πατρίδα παρά τον 
νόμον, έδύνατο πας τις αυτόν νηποινεΐ ν' άποκτείνη ή καΐ προς τους 
θεσμοθέτας νά άπαγάγη, δπως αύτοΙ κτείνωσιν αυτόν, ή καΐ νά μή- 
νυση δι' ενδείξεως (3). 

"Ετερος οε νόμος προύνόησε καΐ ως προς τόν φόνον τοΟ φυγάδος 
τελούμενον έν τη ξένη καΐ υπό αλλοδαπού• τότε δέ έάν μεν ή ξένη 
εκείνη πόλις μήτε τόν φονέα έδίωκε μήτε προς δίκην έξέδιδεν αυτόν 
εις την του φονευθέντος πόλιν, οι συγγενείς τοΰ παθόντος Τδικαι- 
ΟΌΊζο νά συλλάβωσι μέχρι τριών ανδρών εκ τών συμπολιτών τοΰ φο- 
νέως και ή σύλληψις αυτή άνδρολήψιον έλέγετο. Την άνδροληψίαν 
δέ ταύτην έπέτρεπεν ή Αττική νομοθεσία, δπως ή ξένη πόλις έξα- 
ναγκασθη προς τήν εκδοσιν τοΰ φονέως' τούτου δέ μή έπιτυγχανο- 
μένου, οΐ συλληφθέντες ύπεΐχον δίκας φόνου έν τη πατρίδι τοΰ φο- 
νευθέντος (4). 

ΑεσαΓ το μεν γάρ αμάρτημα έστι, τό δέ άδι'χως άποκτεΐναι άσέβημα Άντιφ. π. τ. 
Ήρ. φον. 91 πρβλ. χαί Στοβ. Π, 215 'Έκδ. Μβΐΐι«1νβ. 

(1) Και έν τω Παλλαδίω υπόκειται πρώτον μεν διωμοσία, δεύτερον δε λόγος, τρί- 
τον δε γνώσις {=■ άποφασις) τον δικαστηρίου. Δημ. ΚΓ', 71 σελ, 643. 

(?) Λημοσθ. ΚΓ', 37 α3λ. 632. 

(3) Δημ. ΚΓ , 28-34 σ. 6'?9•30. Προς τήν Άττικήν νομοθεσίαν συμφωνεί και ό 
Πλάτων έν τοις Νόμοις (871Δ|• •έάν δε' τις τών φενγόντων άειφυγίαν της τοΰ φο- 
Βνευθέντος /(ύρας έπιβη, ό προστυ-/ών πρώτος τών οΐχείων τοϋ αποθανόντος η χαί 
• τών πολιτών άνατί (νηποινεϊ) κτεινέτω». 

(4) Δημοσθ. ΚΓ', 82 (σελ. 647) και 218 («λ. 692;• τό άνδρολήψων παρ' οίς άν 
ό δράσας η, αν μή διδώσι δίχας, κελεύουσιν οί νόμοι μέχρι τριών είναι. Ό ΤΗο- 
ηΪ88βη εσφαλμένως νομίζει, δτι ή άν3ρολ>/ι/;/α έγίνετο κατά τών συγγενών Ά&ηναίων 
τών άποκρνπτόντων τόν φονέα και μή προς κρίσιν εκδιδόντων άλλ' δτι περί ξβνης ηό- 
λεως πρόκειται και οΰχ\ της τών Αθηναίων, κα'ι δτι χαί βίλλαι πόλεις κατά της τών 

Αθηναίων πόλεως βνδροληψίας ένηργουν, δηλον εξ (Ι)ν άλλα/^οϋ ό όή•:ωρ μνημονεύει" 
αϊπιιίάν γάρ τις μισθωσάμενος τριηρ«ρ•/ίαν έχπλεύση, πάντας ανθρώπους άγει καΐ 



248 ΚΩΝΣΤΑΝΤ1Ν0Γ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 



Φόνον δίκην έηεξιέναι. 

Έκ του Δημοσθένους (1) μανθάνομεν τον νόμον, καθ' δν ώφειλον 
επεξιέναι δίκην τώ φονεύσαντι οι συγγενείς τοϋ παθόντος μέχρις άνε- 
ψιότητος- ή δέ άνεψιότης εΐνε ή μέχρι των ανεψιών συγγένεια* λέ- 
γονται δε ανεψιοί τζίροι. τοΙς άρχαίοις, οΥηνες εχονσι γονείς αδελφούς 
(οί νΰν εξάδελφοι καλούμενοι). Προς τούτοις ό νόμος έκέλευε να 
σννδιώκωσι τον φονέα και μέχρις άνεψιαδών ήτοι καΐ οί των ανε- 
ψιών παίδες και γαμβροί καΐ πενθεροι καΐ φράτερες" κατά δέ τον 
Πλάτωνα ('2) «οί εντός άνεψιότητος κροζ ανδρών τε και γυναικών 
προσήκοντες τώ τελευτήσαντι». 

Άλλ' αν οί προοΎΐν-οντες γένει μέχρι του μνημονευθέντος συγ- 
γενικού βαθμού μή ίτιεξ-τιρ'/ο'^το τήν δίκην κατά τοΰ φονέως ή αν 
συγγβνεϊς μή ύπήρχον, 6 παθών έ'μενεν ατιμώρητος ή και πας ό βου- 
λόμενός καΐ δυνάμενος πολίτης έδικαιοΰτο νά διώξη τόν φονέα δικα- 
στικώς; περί τούτου εϊδησιν σαφή δεν έχομεν. 

Έκ τοΰ είρημένου δ' δμως νόμου ό Ιιίρδΐϋδ (ο) είκάζει δτι το 
έπεξιέναι δίκην τώ φονεΐ παρέμεινεν εις τους συγγενείς τοΰ φονευ- 
θέντος μόνους ώς καθήκον και δικαίωμα, ώσπερ και τό ■/λΎΐρονο\ιεν/ 
έπεφυλάχθη εις μόνην τήν άγχιστείαν τοΰ γένους. Τήν είκασίαν 
δ' αύτοΰ ταύτην στηρίζει εις ζοϋτο, δτι το άνθρωποκτονεΐν κατά τήν 

»φέρ;ι και τάς μ.έν ωφελείας ιδία καρποΰται, τάς δέ δίκας τούτων ό τυχών δι'δωσιν 
«ίιμών και αόνοι: ημϊν οΰδαμόσε εστίν άνευ κηρυκείου βαδίσαι δια τάς υπό τούτων 
ηάνδροληψίας και σΰΑας κατεακευαομένας>^' πρβλ. και Οακ Αΐΐΐδοΐιβ Ρροοβδδ νοπ 

ΜβΐβΓ. — «οΙιδτπΗηη που ΙϊβπΓΐίβίΙβΙ νοη Ιιίρϋίπκ (1883 σελ. 23δ— ). 

(1) ΙΙρόλ. Άρ/ΛίοΙ. Έφτ;μ., 1842 άρ. 886 έν 7) ίοημοσιεύθΓ] ό νόμος άνευρεθεϊς έν Ιπι- 
γραοτίχίίΟίΙΙβυϊβΓ^βι• (1915) Ιπιγρ. 111 σελ. 147• Δημοσθ. ΜΓ, 57 σελ. 1068-9 
και ΜΖ. 72 σελ. 1161. «ό νόμος κελεύει τους προσήχοντας έπεξιέναι μέχρι άνε- 
ψιαδών καϊ έν τω όρκω διορίζεται, οτι προσ»ίκων εστί καν οϊκέτης ή». Τόν δέ τοΰ 
δούλου φόνον επεξήρχετο ό δεσπότης• άλλ' έκ τοΰ Αντιφώντος προσμανθάνομεν, οτι 
κατά τόν νόμον τώ δεσπόττ), αν δοκ^, εξεστιν έπεξελθεϊν υπέρ τοΟ δούλου (περί τοϋ 
Ήρωδ. φόνου 48), πρβλ. χαΐ Δημοσβ. ΝΓ ' 20 σελ. 1253 δίκας λαμβάνει και δίδωσι 
υπέρ τοΰ δούλου ό δεσπότης•-^ υπέρ δέ τοϋ μετοίκου έπεξηρχετο ό προστάτης αύτοΰ 
και ίιπέρ τοϋ πελάτου ή θητεύοντος ό τό κτήμα έχων, έν ω είρ,άζετο ό φονευθείς πε- 
λάτης Ιΐλάτ. Εΰθύφρ. 4 0. 

(2) Πλάτων Νόμ. 871 Β. 

(3) 0»ί. Α11ΐ80ΐ)« ΙΙβϋίιΙ (1912) σελ. 237-243. 



ΦΟΝΟΓ Δ1ΚΗΝ ΕΠΕΞ1ΕΝΑΙ 249 

Έλληνικήν άντίληψιν κρο'^&ν.ροΌεν ού/Ι μόνον εις το άνθρώπινον 
δίκαιον, άλλα καΐ εις το θείον δια τοΟτο δε καΐ ή φονική διαδικα- 
σία έςηκολούθηαε παραμένουσα εΣς τον άρχοντα της θρησκείας, τον 
βασιλέα* καΐ ώς αί άλλαι της θρησκείας παραδόσεις διέμειναν αναλ- 
λοίωτοι, οΰτω και το Άττικόν δίκαιον καΐ ή δικαιοδοσία ώς κρος το 
μέρος τοΟτο ούδεμίαν μεταβολήν υπέστησαν. Αιό καΐ εκ των τοΰ \ρά- 
χοντος θεσμών οί φονικοί μόνον οιετηρήθησαν υπό του Σόλωνος, και 
εφεξής δε οί παλαιοί εκείνοι νόμοι διατηρούνται έν χρήσει* ώς δε 
ήμεΙς έμνημονεύσαμεν. τοοτο διαρρήδην λέγεται Οπό του Λημοσθέ- 
νους(1) καΐ εξαίρεται ύπό του Αντιφώντος (2). 

Τον δε τοΰ Σόλο)νος νόμον τον 5πό τοΰ Πλουτάρχου μνημονευό- 
μενον, «δς παντί λαβείν δίκην υπέρ τοΰ κακώς πεπονθότος έδωκε 
τω βουλομένω και δυναμένω γράφεσθαι», ό Είρδϊυδ περιορίζει μόνον 
εις τήν υ/3ρί_ν (3)" διότι καΐ παρά τω Λημοσθένει (4) σαφώς 6 νόμος 
ορίζει, εάν τις ΰβρίου εϊς τίνα. . . . γραφέσ^ω ό βονλόμενος'^Α.'όΎι- 
ναίων οίς έξεστιν. Οΰτω δε το πνεύμα της νομοθεσίας, της αν-οποΰ- 
σης τήν άλληλεγγύην τών πολιτών να έξεγείρη, ό Είρδίυδ περιορί- 
ζει εις τίνα μόνον αδικήματα* και έν φ ό νόμος επιτάσσει, Ι'να πάς 
ό βουλόμενος τών Αθηναίων υπέρ τοΰ υβριζομένου διώκη τον υβρί- 
ζοντα, μόνον τω φονευθέντι πολίτη ό βουλόμενος και δυνάμενος τών 
Αθηναίων οέν έδικαιούτο νά τιμωρήση* και επειδή τήν τοΰ αδική- 
ματος τιμωρίαν και έκδίκησιν ανέκαθεν είχον οί συγγενείς, το φονι- 
κον αδίκημα, λέγει, ίδιωτικόν εξ αρχής θεωρηθέν διέμεινε τοιούτον 
και έν τή Αττική νομοθεσία, ήπερ το πατροπαράδοτον τούτο έθος 
ώσπερ ιερόν έπεφύλαξεν ώς καθήκον καΐ δικαίωμα μόνον εις τους 
συγγενείς τού παθόντος* δτι δέ τούτο ούτως έχει, επιλέγει ό Ιιίρδΐΐΐδ 
προσεπιδηλοΐ καΐ ό δρος φόνου δίκαι ή φονικαΐ δίκαι διότι εάν δη- 
μόσιον ί^εΐύρείτο καΐ το αδίκημα τούτο, ήθελεν είσαχθή ό δρος ^'ρα- 

(1) Δημοσθ. ΚΓ', 51 σελ. 636. 

(2) Άντιφ. π. τ. Ήριόο. φόνου 14. 

(3) Πλούτρ/. β. Σόλωνος 18* πρβλ. καϊ 'Λριατοτελ. Άθην. Ιίολίτ. 0,1 δοκεΐ δε 
της Σόλωνος πολιτείας τρία ταΟτα είναι τά δημοτικώτατα' πρώτον μέν και με'γιστον, 
τό μή δανείζειν επί τοις σώμασίν, έπειτα τό εξεϊναι τω βονλομένο) τιμωρήααι νπερ 
τών αδικούμενων τρίτον δε, (<> μάλιστα φασιν ΐσ/υκέναι το πλήθος, ή εις τό δικα- 
στηριον εφεσις. 

(4) Δημοσθεν. ΚΑ'. 47 σελ. 529 πρβλ. και ΚΔ', 63 σελ. 720. 



250 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔ1ΚΑ 

φαΐ φόνον το δε παρά Λημοσθενει •/^ωρίο"^, εν φ άπαξ μνημονεύεται 
ό δρος φόνου γραφή, νοθεύεται (1). 

Άλλ' ή γνώμη αΰτη του Λειψίου καίπερ εν αλληλουχία τζρός 
έαυτήν φαινόμενη, βαθύτερον δμως έςεταζομένη απίθανος γίνεται* το 
να δεχθη τις, δτι το μέγιατον των κακουργημάτων, τον φόνον ανθρώ- 
που, έργον μιαΐνον ου μόνον το γένος του φονευθέντος, άλλα και 
την πόλιν δλην, εφ' δσον δεν έξηγνίζετο δια της δίκης καΐ τιμωρίας τοΰ 
φονέως, δτι την μιαράν ταύτην πραξιν ουδείς άλλος πλην των συγ- 
γενών ε!χε τό δικαίωμα να εκδίκηση καΐ δικαστικώς καταδίωξη, 
τοιαύτη εκδοχή προφανώς ήθελεν αντιφάσκει τζρος τό πνεύμα της 
δλης Αττικής και Ελληνικής νομοθεσίας" κελεύων δε διαρρήδην 6 
παρά τω Δημοσθένει(2) νόμος, δπως οί μέχρι τής άνεψιότητος καΐ 
των άνεψιαδών συγγενείς τού παθόντος διώκωσι τον φονεα, ορίζει 
μεν τήν δίωξιν τού φονέως ως καθήκον των συγγενών τοΰ παθόντος 
υπέ(ί"τού γένους αυτών, δεν δύναταί τις δμως εκ τοόχοΌ νά είκάση 
ασφαλώς, δτι αποκλείει καΐ τό δικαίωμα παντός πολίτου βουλομένου 
και δυναμένου, δπως υπέρ τής πόλεως και υπέρ τοΰ παθόντος διώξη 
δικαστικώς τόν φονέα* δτι δε τούτο ούτως έχει, δύναταί τις ικανώς 
νά τεκμηρίωση. 

Πρώτον μέν παρά τω Άντιφώντι εν τη Γ' τετραλογία ό κατήγο- 
ρος δεν φαίνεται συγγενής τοΰ φονευθέντος, αλλά πολίτης τιμωρός 
τοΰ παθόντος, διώκων τόν φονέα ούχι εξ έχθρας ιδίας προς αυτόν, 
άλλ' υπέρ τής πόλεως, ϊνα μή δηλαδή μιανθή ή πόλις έκ τοΰ κα- 
κουργήματος εκείνου (3). 

λεύτερο'^ δε έκ τοΰ Δημοσθένους μανθάνομεν, δτι αν ό συγγενής 
τοΰ φονευθέντος μή έπεξήρχετο τήν δίκην κατά τοΰ φονέως, έδύ- 
νατό τις νά διώξη αυτόν τόν συγγενή, ως λελοιπότα την τοΰ δικαίου 
τάξιν και ή δίκην φόνου κατ' αύτοΰ τοΰ συγγενούς ν' άντεπεξέλθη ή 
και εις γραφην ασεβείας νά ύπαγάγη' ούτω λ. χ. παρά τώ (5ήτορι ό 
Διόδωρος, ό κατηγορών τοΰ Τιμοκράτους, λέγει αιτιασάμενός με 
τον εμαυτοϋ πατέρα ώς άπέκτονα, άοεβείας γραφην κατασκευάαας 

(1) Δημοσθ. ΚΑ', 107, σελ. 549. 

(2) Δημ-οσθ. 1068 και 1161. 

(3) Αντιφών Τεχραλογ. Γ', α', 4-6 πρβλ. χαί Δηα, ΚΑ', 120 σίλ. 554 Χ«Ί 

ΚΒ', 2 «λ. 593. 



Ι 



ΦΟΝΟΓ ΔΙΚΗΝ ΕΠΕΞΙΕΝΑΙ 251 

εις αγώνα κατέοτησεν εν δε τούτω το πέμπτον μέρος τΛν ψήφων 
ον μεταλαβών ώφλε χιλίας{ν)..• ένθα προφανώς ό αΐτιασάμενος τόν 
Λιόδωρον έπΙ πατροκτονία οέν ήτο συγγενής τοΰ φονευθέντος πατρός. 
αλλ" εχθρός τοΰ κατηγορηθέντο; υίοΟ. Άλλα δικαιούμενος τις να 
καταγγείλττ) τόν συγγενή τοΰ φονευθέντος ό)ς λελοιπότα τήν τοΰ δι- 
καίου τάξιν άτε μή καταδιώκοντα δικαστικώς τόν φονέα, δεν έδύ- 
νατο να καταδιώξι^] και αυτόν τόν φονέα; τοΰτό γε άπίθανον φαίνεται. 

Έ; άλλου δε λόγου τοΰ ρήτορος(2) μανθάνομεν και τόδε• «ό Στέ- 
φανος τ^ροζΙτίΖΊ Άπολλοδώρω δίκην επΙ Παλλαδίω φόνου, ώς έκτει- 
νεν ^ Ρ^.τ:ο1λό^(Λρος την γυναίκα έν Άφίδναις (δπου άφίκετο έπΙ δρα- 
πέτην ζητών) αυτοχειρία, έπαρασάμενος έςώλειαν έαυτώ και γένει 
καΐ οικία, & οΰτ' έγένετο οϋτε είδεν ούτε ήκουσεν ούδενός πο)ποτε 
ανθρώπων .... εξελεγχθείς δέ επίορκων καΐ ψευδή τήν αίτίαν έπιφέρων 
καΐ καταφανής γενόμενος μεμισθωμένος υπό Κηφισοφώντος, ώοτ 
εξελάοαι Άτζολλόοωρο"^ ή άτιμώοαι ό^ργύριον είληφώς, ολίγας ψή- 
φους μεταλαβών εκ πεντακοσίων άπήλθεν έπιωρκηκώς». ΚαΙ ενταύθα 
ό Στέφανος ούτε συγγενής ούτε άλλως πως προσήκων φαίνεται προς 
τήν φονευθεΐσαν, άλλα τήν κατηγορίαν έποιήσατο μεμισϋ^ωμένος υπό 
άλλου* εκ της είδήσεως ταύτης τοΰ (3ήτορος ώς καΐ εκ τής κροΎ^γου- 
μένης προσμανθάνομεν έτι. δτι ό μή προστιχω^/ τω φονευθέντι διώκων 
τινά έπι φόν(;ί και μή άποδεικνύων αληθή τήν γ.τ.τΊγ^ορ'κχΊ υπείχε 
τήν ποίΊΎ^'/ τών χιλίων δραχμών. 

Έκ τοΰ Δημοσθένους ωσαύτως μανθάνομεν, δτι τήν Θεωρίδα τήν 
Αημνίαν τήν φαρμακίδα. ήτις δια τών φαρμάκων έμαγγάνευε καΐ 
έφενάκιζε και ην δια ταΰτα άπέκτειναν οί Αθηναίοι κρίναντες, ή 
θεραπαινίς αυτής έμήνυσεν ήτοι κατήγγειλεν είς τόν άρχοντα (ο). 

"Οτι δέ έπετρέπετο καΐ παντί πολίτη, τω βουλομένω καΐ δυνα- 
μένω, να καταδίωξη δικαστικώς τόν φονέα, δυνάμεθα να είκάσωμεν 
καΐ έκ τοΰδε* ό Αττικός νόμος ύτζογ^ρεύ)"^ τόν ΟΌ^^ε'η^ να διώκη τόν 
φονέα δεν έπέτρεπεν είς αυτόν να λαμβάνη χρηματικήν άποζημία)- 
σιν, ώστε να μή καταδίωξη αυτόν διότι νόμοζ τις έλεγεν ^<τούς άν- 
δροφόνου: έξεΐναι άποκτείνειν έν τη ημεδαπή και άπάγειν .... λυ- 

(1) Λημοαθ. ΚΛ', 7 σελ. 702. 

(2) Δημοσθ. ΝΘ', 9-10 σίλ. 1348, 6. 

(3) Δημοσθ. ΚΕ', 80 «λ. 793-4. 



252 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

μαίνεσθαι δε (=κακοποΐ6ΐν) μη, μηο' άηοινάν^' το δε μηδ' άποινάν 
σημαίνει μηδέ χρήματα πράττεοϋαι ή λαμβάνειν τα γαρ χρήματα οί 

παλαιοί άποινα ώνόμαζον, λέγει δ Δημοσθένης(1)' ούτω δε ό Αττικός 
νόμος κατήργησε το παλαιδν εθος του να έξαγοράζη τις τον φόνον 
καταβάλλων εΙς τους συγγενείς του παθόντος την ποινην ήτοι την 
ημην τον αΐματος{2), ως συνέβαινεν εν τοις Όμηρικοϊς χρόνοις. Έκ 
τοΰ Δημοσθένους δ' δμως μανθάνομεν, δτι ύπήρχον καί τίνες αισχροί 
συγγενείς, οΐ'τινες άντι να έκδικήσωσι τον φόνον τοΰ αδελφού, χρή- 
ματα λαβόντες παρά των φονέων διηλλάσσοντο τζρος αυτούς* οΰτω 
λ. χ. ό θεοκρίνης, τελευτήσαντος αύτω τοΰ άδελφοΰ ^ιαίω θανάτου, 
τοιούτος έγένετο περί τον φονευθέντα άδελφόν, ώστε άναζητήσας 
τους δράσαντας και πυθόμενος, οΐ'τινες ήσαν, άργύριον λαβών απηλ- 
λάγη εν ω δε πρότερον σχετλιάζων έπΙ τω φόνο) τοΰ άδελφοΰ 

περιήρχετο απειλών, δτι θέλει εναγάγει εΙς "Αρειον πάγον τον Δημο- 
χάρη^έγει ό ρτιτωρ. έπΙ τέλους συνεβιβάσθη προς τους την αίτίαν 
έχοντας (ο). 

Έν φ λοιπόν δεν έ'λειπόν και αισχροί συγγενείς διαλλασσόμενοι 
προς τους φονεΐς τών αδελφών, ϊνα λάβωσι χρήματα, ο νόμος χάριν 
της γενικής αλληλεγγύης δεν ήθελεν επιτρέψει καΐ είς πάντα πολί- 
την να διεκδίκηση τόν φόνον τοΰ συμπολίτου; οϊεσθαί γε χρή, ϊνα 
κατά Πλάτωνα εϊπωμεν. 

ΚαΙ άλλη δέ τις εϊδησις τοΰ Δημοσθένους (4) έρχεται εις έπίρρω- 
σιν της ημετέρας γνώμης" εάν τις, λέγει ό ρ-ητωρ, ήγνόει τάς δικα- 
νικάς διατυπώσεις, ήτοι τό δόρυ έπενεγκεΐν προς δήλωσιν τοΰ (ίιαίου 
θανάτου, τό προαγορεΰσαι τω φονεΐ εϊργεσθαι τών νομίμων, τό κα- 
ταγγείλαι τόν φονέα είς τόν άρχοντα, προς δέ καΐ αί τοΰ γρύλου 
προθεσμίαι έάν παρήρχοντο, έν αις έδει τούτων εκαστον ποιεΐν ή 
δι' άλλο τι μή έβούλετό τις τούτους τους τρόπους έπεξιέναι, έβλεπε 
δέ τόν άνδροφόνον περιιόντα έν τοϊς ίεροΐς και κατά τήν ό(.^οράν. 
τότε είχε τήν έξουσίαν νά άπάγη αυτόν είς τό δεσμωτήριον κρινό- 
μενος δέ κατόπιν ό άπαχθείς, έάν μέν έξηλέγχετο τω δντι άνδρδ- 

(1) Δημ.οσθ. ΚΓ', 33 σελ. 6'29-630. 

(2) Πρβλ. σίλ. 212. 

(3) Δημ. ΝΗ' 28-30 σελ. 1331. 

(4) Δηί^.. ΚΓ'. 80. 



ΦΟΝΟΓ ΔΙΚΙΙΝ ΕΠΕΞΙΕΝΑΙ 253 

φόνος, θανάτω έζημιοΟτο• ει δε μή μετελάμβανε το πέμπτον μίρος 
των ψήφων δ άπαγαγών, προσωφλίσκανε χιλίας δραχμάς. ΚαΙ εν- 
ταύθα δεν δηλοΟται, δτι ή τζρός τον άργ^οντοί ή το δεσμωτήριον απα- 
γωγή τοΰ άΊοροψό'/ΟΌ έγίνετο μόνον υπό τοΰ συγγενούς του πα- 
θόντος" σαφές δ' δμως εινε, δτι άπαγαγών τις καΐ μή άποδείξας τήν 
ένοχήν τοΰ κατηγορουμένου έκινδύνευε τήν ποινήν των χιλίων, ήν 
ποινήν υπείχε καΐ ό κατηγορήσας τινά έπΙ άσεβεία καΐ φόνω και 
μή άποδείξας τήν ένοχήν τοΰ κατηγορουμένου, ώς προηγουμένως 
εϊδομεν(Ι). 

Προς τον νόμον τοΰτον συμφωνεί καΐ 'έτερος νόμος, δν μνημο- 
νεύει ό Λυσίας (2)* κατά χοΰτον δηλαδή, της τοΰ φόνου τιμωρίας 
ουδεμία προθεσμία ουδέ παραγραφή τοΰ αδικήματος ήν «μηδεμίαν 
των φόνου αδικημάτων προθεσμίαν είναι, άλλ' εϊτε ευθύς εϊτε χρόνω 
τις τιμωρείται, τον κατηγορούμενον δεί άποδεικνύναι, ώς ου πεποίγ]κε 
περί ων έστιν ή αιτία». 

Το προς τήν τιμωρίαν τοΰ φονέως καΐ τήν δίκην τοΰ φόνου διχφέρον 
τής πολιτείας δεικνύεται και εκ της νομοθεσίας τοΰ Πλάτωνος, ήτις 
επιτρέπει και τη δούλη και τω δούλω και τω παίδι προσέτι, τω άνη- 
λίκω δηλονότι, υπέρ τοΰ φόνου μόνον νά μαρτυρή και συνηγορή(3). 

ΈπΙ πάσιν επαρκώς δύνανται νά διαφωτίσωσιν ήμας περί τούτου 
καΐ τρία χωρία τοΰ Πλάτωνος. Διότι κατά τήν νομοθεσίαν τοΰ φι- 
λοσόφου ό μή έπεςιών τω φονεί συγγενής κατεδιώκετο και ό βου- 
λόμενος τιμωρείν υπέρ τοΰ τελευτήσαντος έδύνατο νά διώξη τον συγ- 
γενή τοΰ παθόντος, όστις ώλιγώρησε τής τοΰ φονέως διώξεως. 

Διότι ό φιλόσοφος (4) διαρρήδην λέγεί' ^^έάν τις άκων ελεύθερον 
»άποκτείνη, χρεών ύπεςελθείν τω παθόντι τάς ώρας πάσας τοΰ ενι- 
»αυτοΰ" εάν δέ τις άπειθή (και μή φεύγη δηλονότι), ό τοΰ τελευτή- 
»σαντος εγγύτατα γένει έπεςίτω φόνου τω κτείναντι. . . . εάν δέ ό 
»προσήκων εγγύτατα μή έπεςίη τω παθήματι, τοΰ μιάσματος ώς εις 



(1) Λημ^. ΝΘ', 9-10 σελ. 13Ί8,6. ΚΑ', Ιν'ϋ. ΚΒ', ν'. 

(ί) Λυσίας /.ατά Άγοράτου 83. 

(3) Πλάτ. Νο;^. 937 β δούλτ) οέ και δούλω και παιδί φόνου αόνον έξέστω ιχαρτυρεϊν 
και συνηγορεΐν, ίάν ίγγυητήν άξιόχ^ρεων, η (λήν υ.ενε'ίν, κατασττίσ/) (χε'χρ' δίκη;, Ιάν 
έπισκηφθΓ, τα ψευδή [χαρτυοεϊν. 

(4) ήλάτ. Ν6[χ. 866 Β. 



254 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔ1ΚΑ 

» αυτόν περιεληλυθότος, ό βουλωμένος έπεξελθών τούτω οίκην πέντε 
»ετη της πατρίδος άπέχεσύαι άναγκαζέτω κατά νόμον'» ώστε έξ ών ό 
φιλόσοφος λέγει, ύποοηλοΰται οτι υπήρχε νόμος τοιούτος καΐ εν τ•^ 
Άττικ"^ νομοθεσία και δεύτερον 6 συγγενής ό παρολιγωρώνκαι της 
τοΰ ακουσίου φονέως διώξεως έτιμωρεΐτο δια πενταετούς φυγής, εν φ 
αυτός ό φονεύς εκολάζετο μόνον δια φυγής ενιαυσίου. Έν ω ο' έκ 
τούτου δηλοΟται, δτι έδύνατό τις να καταδιώξτζ] τόν συγγενή τοΰ φονευ- 
θέντος παρολιγωροΰντος την δίωςιν τοΰ φονέως, άλλαχοΰ ό φιλόσοφος 
νομοθετεί, οτι έδύνατό τις και τόν συγγενή παρολιγωροΰντα να διώςη 
τον εκ προνοίας φονέα καΐ αυτόν τόν φονέα• ζδού δε τί γράφει «δς αν 
»έκ προνοίας αυτόχειρ άποκτείνη. . . ειργέσθω των νομίμων, εάν τε τις 
»άπαγορεύη τω δράσαντι ανθρώπων εάν τε μή . . . ό δε μη έπεξιών 
δέον (έπεξιέναι, δ συγγενής δηλαδή), ή μή προαγορεύων ειργεσθαι . . . , 
πρώτον μεν τό μίασμα καΐ την των ■&εών εχ&ραν δέχοίτο{\). . . . 
^ΐϋτζ,ροΊ δε υπόδικος τφ έϋ'έλοντι τιμωρεΐν ύηέρ τον τελεντή- 
οαντος γιγνέο'&ω .... ό δε εϋέλων τιμωρεΐν τω τελενσαντι (δηλ. μή 
προσήκων γένει τω παθόντι, άφοΰ οί προοΥι'Λοντες γένει δεν διώκουσι 
τόν φονέα) καϋ^αιρόμενος τους ίερονς καθαρμούς καΐ τήν πρόρρησιν 
προαγορεύων ϊτω άναγκάζων τόν όράοαντα ύπέχειν τήν της δίκης 
πραςιν κατά νόμον» (2). 

Επειδή δε και έτεροι νόμοι τοΰ φιλοσόφου συμφοινοΰσι τζρδς τήν 
Άττικήν νομοθεσίαν, προφανώς καΐ ό προκείμενος απηχεί τόν έν 
χρήσει όντα, ή φράσις, «κατά νόμον» μονονουχί βοα περί τούτου. 

ΚαΙ άλλαχοΰ δε ό Πλάτων σαφώς γράφει»* δστις δ'άν τών (θυμω) 
άποκτεινάντων πάντων μή πείθηται τώ νόμω, άλλ' ακάθαρτος ών 
όί^ορά'^ τε και τάλλα ιερά μιαίνη. ό βονλό μένος τον επιτρέποντα 
τών προσηκόντων τω τελεντήσαντι και τόν άποκτείναντα εις δίκην 
καταστήσας την διπλαοίαν χρημάτων τε καΐ τών άλλων πράξεων 
άναγκαζέτω πράττειν τε και έκτίνειν, το δε έ'κτεισμα αυτός αύτώ 
κομιζέσ'&ω κατά τόν νόμον{3). 

Τπέρ τής γνώμης ημών συνεπικουρεί καΐ δ εξής τοΰ φιλοσόφου 



(1) ΙΙρβλ. Δηαοσθ. ΚΑ', 7 σελ. 702 ΚΑ ', 120 «λ. 554. 

(2) Ιΐλάτ. Νομ. 871 Α-Λ. 

(3) Νοα. «68 β. 



ΦΟΝΟΓ ΔΙΚΗΝ ΕΠΕΕΙΕΝΑΙ 255 

νόμος (1)' « έάν τις των φευγόντοιν άειφυγίαν έπιβ•^ της τοΰ φονευ- 
θέντος χώρας, ό προστυχών πρώτος τών οικείων τον φονενϋέντος ή 
καΐ τών ηολιτών άνατί (=νηπο(,νεΙ) κτεινέτω>' ένταϋθα ααφώς ορίζεται 
καΐ τών οικείων ό πρώτος προστυχών καΐ τών πολιτών, όπερ δηλοΐ, 
δτι είχον μεν οί προσήκοντες το καθτ^κον τοΰ οιεκδικν^σαι την τιμο)- 
ρίαν τοΰ φονέως, άλλα καΐ οΐ πολίται οέν άπεκλείοντο τοΰ οικαιο)- 
ματος τοΰ έπικουρήσαι τοις νόμοις καΐ κολάσαι τον άνοροφόνον. Γνω- 
ρίΖ,ομ&'^ δ' ωσαύτως, δτι ό νόμος ούτος τοΰ φιλοσόφου απηχεί καΐ 
άποοηφεί τον έν χρήσει της Αττικής νομοθεσίας, καθ' δν «τους δ' 
άνδροφόνους έξεΐναι άποκτείνειν έν τη ημεδαπή» (2). 

ΚαΙ τέλος ούχ ήττον σαφές τεκμήριον ό φιλόσοφος παρέχει και έν 
τω Εύθύφρονί' διότι έκεΐ ό Σωκράτης συναντήσας τον Εύθύφρονα περί 
τήν ^ίασιλέως στοάν και μαθών, οτι διώκει τινά δίκην φόνου τζρός τον 
βασιλέα, έρωτα «εστί δε δη τών οικείων τις ό τε^νεώς υπό τον σον 
πατρός; η δήλα δη; ου γαρ αν πον γ ε ύπερ αλλότριου έπεξτ)ειοϋ^α 
φόνου αϋτώ' δ δέ Εύθύφρων άπαντα" γελοΐον, ω Σώκρατες, δτι οϊει 
διαφέρειν είτε αλλότριος είτε οικείος ο τε•&νεώς, άλλ' ου τοΰτο μόνον 
δεΐν φυλάττειν εϊτε έν δίκη έκτεινεν δ κτείνας εϊτε μή' και ει μεν έν 
δίκη, έάν εΐ δέ μη, επεξιέναι, έάν περ ο κτείνας συνέστιός σοι καΐ 
δ^οχρά.ιζξ.'^ος ή" ϊοον γαρ το μίασμα γίνεται, έάν ξυνής τω τοιούτω 
συνειδώς καΐ μή άφοσιοίς σεαυτόν τε καΐ εκείνον τη δίκη έπεςιών»(3). 
οΰτω δέ καΐ κατά τήν ρήσιν ταύτην τοΰ φιλοσόφου μιαρός γίνεται 
πάς ό μή έπεςιών τη δίκη τον φονέα* έπεξιών δέ καΐ εαυτόν καΐ 
εκείνον άφοσιοϊ καΐ εξαγνίζει. 

Και ως προς το επιχείρημα τέλος τοΰ Αειψίου, δτι έπεκράτει μόνος 
ό 'όρος < φόνου δίκαι καΐ ούχΙ γραφαί», άντιπαρατηρητέον, δτι παρά 
τω Πολυδεύκει (4) φέρεται 6 'όρος γράφοι φόνου καΐ τραύματος εκ 
προνοίας και πυρκαϊάς και φαρμάκων και μοιχείας και ύβρεως . . . . 

Άλλαχοΰ δ' ό Πολυδεύκης (δ) παρέχει καΐ τήν εξής ειδησιν <; φό- 
νου δ' έξήν επεξιέναι μέχρις ανεψιών καΐ έν τω δρκω έπερωταν τις 

(1) Νομ. 871 Δ. 

(2) Δημοσθ, ΚΓ', ίδ πίΐ. •;•?!). 
■ (3) Πλάτ. Ρ^ύθύ•^ρ. 4 0-Δ. 

(4) ΠολϋΟίύ/.. VIII, 40. 

(5) Γίολυδίύκ. VIII, Ι η. 



%, 



256 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

προσήκϋ)ν έστΙ τω τεθνεώτΐ' καν οίκέτης 7/, επωχήητειν (=:καταγ- 
γέλλειν) σνγκεχώρηται». όπερ καθ' ήμας σημαίνει, δτι και δ οίκέτης 
προσήκων ^ε(ϋρο()\ιε^^ος έούνατο επεξιέναι δίκην φόνου υπέρ τοΟ 
φονευθέντος δεσπότου' πρβλ. καΐ Πλάτωνος Νόμ. 937 Β. 

Το τριμερές των φονικών δικών. 

Εϊδομεν εν τοις προηγουμένοις, δτι παρ' Όμήρω τό έκονοίως καΐ 
ακουσίως κτείνειν ομοίως τιμωρείται, φεύγει δηλαδή τήν έαυτοϋ 
πατρίδα ό φονεύς" εν δε τη νομοθεσία τοΰ λράχο^τος διεκρίθη το 
έκούσιον αδίκημα του ακουσίου και 6 Δημοσθένης είκότως επαινεί 
τον νομοθέτην, δς έταξε τήν των εκουσίων τιμωρίαν μείζω της των 
ακουσίων (!)■ εκ τοΰ αυτοΰ δε ρήτορος μανθάνομεν προσέτι, δτι ή 
Αττική νομοθεσία διέκρινε τό αυτοχειρία κτείνειν και τό βουλεύσει 
ή έπιβουλεύσει, όταν δηλαδή βουλεύσας τις τον θάνατον τίνος δι" 
ετέρου ένεργήση αυτόν (2)' έκτου Άνδοκίδου(3) δε προσμανθάνομεν, 
δτι κατά τον Άττικόν νόμον δ βουλεύσας τόν φόνον καΐ ό τη ιδία 
χειρι έργασάμενος εις τήν αυτήν ποινήν ύπέκειτο' ώστε καΐ δ φόνος 
ούτος υπήγετο εις τόν έκούσιον. Ό Αττικός νόμος διέκρινε προσέτι 
και τόν νόμιμον ή δίκαιον φόνον' 

Οΰτω δε εν τω Άττικω δικαίω έπεκράτησεν ή τριμερής των φονι- 
κών αδικημάτων διαίρεσις, α' ό εκούσιος ή ό έκ προνοίας φόνος' β' ο 
άκονοιος και γ' ό νόμιμος ή δίκαιος- εις τάς τρεις δε ταύτας του φό- 
νου περιπτώσεις άντιστοιχοΰσι και τα τρία εν Αθήναις φονικά δικα- 
οτήρια. δ "Αρειος πάγος, τό έπΙ Παλλαδίω καΐ τό έπΙ Αελφινίω" εις 
τα τρία δε τοΰ φόνου εϊδη αναφέρονται καΐ αί τρεις τοΰ Αντιφώντος 
τετραλογίαι, αϊτινες καίπερ ασκήσεις άπλαΐ τυγχάνουσαι, πολύτιμον 
δμως συμβολήν εις κατανόησιν τοΰ φονικοΰ τών Αθηναίων δικαίου 
παρέχουσιν δτι δε τό Άττικόν ποινικόν δίκαιον ελλιπές εμεινεν ώς 
προς τάς ποικίλας περιπτώσεις τοΰ φόνου, και δή καΐ τοΰ ες αμελείας, 
πρόδηλον. Περί δε τοΰ φόνου τοΰ γινομένου έκ ψυχικού βρασμοΰ 
ουδέν περιέσωσαν αί ΆττικαΙ πηγαι κατά τόν Ιιίρ8ίιΐ8(4), δς νομίζει, 

(1) Δημοσθ. ΚΓ', 72. 

(2) Δημ. ΚΓ', 22. 

(3) Άνδο/.ίδ. Α', 94. 

(4) 0&8 ΑΐΙίίοΙιβ Ηβϋΐιΐ. κλπ. οελ. 619 (1912). 



το τρίμερες των ΦΟΝΙΚΩΝ ΔΙΚΩΝ 257 

δτι περί χοόχοό τοΰ φόνου νόμος ουδείς ύπγ/ρχεν. "Οτι δ' δμο)ς νόμος 
τις καΐ το θυμώ κτείνειν διέκρινε, δυνάμεθα να εικάσωμεν εκ τοΟ 
Αριστοτέλους λέγοντος «διό καΐ καλώς τα εκ ϋυμον ουκ εκ προνοίας 
κρίνεται" ου γαρ άρχει ό θυμώ ποιών, άλλ' ό όργίσας»(1)• Η) Πλά- 
των διακρίνει προσέτι καΐ δσα τις εξ ανοησίας άλλοτρίας κακουργεΐ 
πεισθείς άλλω δια νεότητα και δσα δΓ οίκείαν άνοηοίαν ή δι' άκρά- 
τειαν ηδονών καΐ εκείνων μεν την τιμωρίαν επιβάλλει έλαφροτέραν. 
τών δε δευτέρων βαρυτέραν (2). Ό νόμος δ' ο\)Χος τοΰ φιλοσόφου 
συμφωνεί καΐ προς την Άττικήν νομοθεσίαν' διότι εκ τοΰ Δημοσθέ- 
νους γίνεται δηλον, 2τι τους νέους άμαρτάνοντας επιεικώς πως δ 
νόμο; εκρινεν, επέτρεπε δηλαδή ελαφρυντικά τίνα ούχΙ δε καΙ 
άόειαν τοΰ άδικεΐν. άλλα καΐ τούτοις ουκ εις το μη δούναι δίκην, 
άλλ' £ίς το της προσηκούσης ελάττω (ο). "χ\λλοθεν δε γινώσκομεν, 
δτι καΐ την μικράν ■ίιλιχίτ.ν κακουργοΟσαν άνεπιεικώς έκόλαζον ό 
Αιλιανός λ. χ. ιστορεί, δτι παιδίον τι εκ τοΰ της Αρτέμιδος στεφάνου 
πέταλον έκπεσόν εκλεψεν άλλα φωραθέν έκρίνετο' οι δε δικασταΐ 
θέλοντες να έξακριβώσωσιν αν έν γνώσει της αξίας τό ιερόν πράγμα 
έσύλησε. προέθηκαν αύτώ παίγνια καΐ αστραγάλους και τό χρυσονν 
πέταλον δ δε παις καΐ αύθις έπι τον χρυσόν κατηνέχθη" διό και 
άπέκτειναν αυτόν οι δικασταΐ ως ϋ^εοουλην ούδεμίαν συγγνώμην τη 
ηλικία δόντες, αλλά τιμωρησάμενοι δια την πραξιν{4:). Αξιοσημείωτοι 
προσέτι γίνονται και αι παρατηρήσεις τών αρχαίων έν τη κρίσει της 
μοιχείας. Κατά τον Πλούταρχον δηλαδή «γυνή τις Έλληνις τεκονοα 
βρέφος μέλαν είτα κρινομένη μοιχείας έξανεΰρεν έαντην ΑίιΉοπος 
ονοαν γενεάν τετάρτην»" διότι κατά τον φιλόσοφον καΐ αί ιχν.ρογορ- 
δόνες καΐ μελάσμαια καΐ φακοί πατέρο)ν έν παισίν άφανισθέντες ανέ- 
κυψαν υοτερον έν υίωνοΐς καΐ θυγατριδοϊς(5). Τήν ει'δησιν δε ταύτην 
τοΰ Πλουτάρχου έπικυροϊ καΐ ό Αριστοτέλης Ιαχορώ'/, δτι ή φύσις 
άποδίδωσι τήν ομοιότητα και οιά πλειόνων γενών, οίον έν "Ηλιδι ή 
τω Αίθίοπι μοιχευθεΐσα* ή μεν γάρ ^νγάτηρ εγένετο ουκ Αίϋίοψ, τό 



(1) Άριστοτέλ. Ήθικ. Νικο|χάχ. 1135 β. 

(2) Νομ. 934. 

(3) Δηα. ΝΔ', 21 σελ. 1263. 

(4) Αίλ. ποικ. ίστ Ε', 16 πρβλ. καί Πολυδεύκ. Θ', 74. 

(5) Πλοϋχ. Ήθικ. 563. 

ΑΘΗΝΑ, ΤΟΜ. λ'. 17 



258 ΚΩΝΣΤΑΝΤ1Ν0Τ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

ό' εκ ταύτης (Ι)• καΐ μοιχευομένη τις τδ μεν των τέκνων τω άνδρΐ 
έοικό; Ιτεκε, το δε τω μοιχω(2). 

"Οτι δε ή Αττική περί των φονικών νομοθεσία καίπερ πολλά; 
ατέλειας έχουσα, τελειότερα των εν ταΐς άλλαις Έλληνικαΐς πολι- 
τείαις ήν, δήλον εκ τοΰ Αριστοτέλους, δς έν τοις ΙΙολιτικοϊς(3) αύτοΰ 
νομοθετών περί τών φονικών λαμβάνει τήν Άττικήν νομοθεσίαν ώ; 
τζρότυκο'^ διότι ορίζει εν μεν δικαστήριον περί τών ίκ προνοίας φό- 
νων οεόζ&ρο'/ δε περί τών ακουσίων το τρίτον δικαοτήριον ορίζει ό 
^Αριστοτέλης περί τών δσα ομολογείται μεν, αμφισβητείται δε περί 
τον δικαίον τούτοις δε προστί'&ησι και τέταρτον, δσα τοις φεύγουσι 
φόνου έπι καθόδω επιφέρεται, οΙοί Άθήνησι λέγεται (και) τό έν 
Φρεαττοΐ δικαστήριον (4). 

Οί δε Αθηναίοι γινώσκοντε; καλώς, δτι αί άλλαι ΈλληνικαΙ 
πολιτεΐαι του; νόμου; παρ' αυτών ελαβον ή έμιμήθησαν, δικαίως 
έκαυχώντο καΐ έφιλοτιμοΰντο έπΙ τούτφ• διο καΐ 6 μεν Ισοκράτης 
λέγει* <■ οι έν αρχή περί τών φονικών έγκαλέσαντες έν τοις νόμοις 
τοις ήμετέροις τάς κρίσεις έποιήσαντο» (δ)" ό δε Δημοσθένη; προ- 
στίθησι «πολλοί τών Ελλήνων πολλάκις είσΐν έψηφισμένοι τοις νό- 
μοις χρήσ^αι τοις ήμετέροις, έφ' ω καΐ φιλοτιμεϊσθε είκότως»(6). 

Τέλος ώς τζρος τα αδικήματα καθόλου σημειωτέον καΐ δσα δ 
Σταγιρίτης μάλλον τών άλλων διηυκρίνησεν κατά τον φιλόσοφον 
μάλιστα τοΰτον «ενδέχεται και άδικονντα μη αδικον ειναΐ' άδικεΐ μεν 
μάλιστα, δταν τις εκουσίως βλάπτη' δταν δ' άκων, άδικεΐ μέν, ου 
μέντοι άδικος έστιν ούοέ πονηρός* τών δ' εκουσίων τα μέν -ροίο\>- 
λευσάμενοι πράττομεν, τά δε άπροβούλευτα καΐ άπροαίρετα* το 
δε έκούσιον μάλιστα καΐ προαιρετόν έστιν, δταν τις βλάπτη είδώς 
και ον κηΐ φ και ου ένεκα (τύπτη, τιτρώσκη. κτείνη)" φαίνονται δέ 

(1) 'Ιστορ. τών ζώων 586 α. 

(2) 585 α Ιϋ. ' 

(3) Αριστ. Ιίολιτ. 13()0β, -20. 

(4) Πρβλ. και Άριστοτέλ. 'Μψ. Πολιτ. 57, 4, 

(5) Ίσοκράτ. ΙΙαντίγυρικ 40. 

(6) Δημοσθ. ΚΔ', ίΙΟ σελ. 765 πρβλ. και Αϊλιαν, ΙΙοιχίλ. 'Ιστορ III, 38 «δίκας 
οοΰνα; και λαβείν 7)υοον Αθηναίοι πρώτοι». Και Διογένης ό Λαέρηος 5,1, 11 δΐ£- 
:ΐ(•)0Ε ρήσιν τοΰ Άριστοτίλου; καΜ' \ί «η τ'ον Αθηναίων πόλις λίγιται ηνρονς και 
ανόμους ιυρηχέναΐΜ. 



το ΤΡΗΜΕΡΕΣ ΤΩΣ ΦΟΝΙΚΩΝ ΔΙΚΩΝ 259 

τίνες ολίγοι καΐ των νομοθετών οιορίζειν το τε έκούαιον καΐ τό εκ 

προηιρέοεως έτερον ον, έλάττου; τάς ζημίας έπΙ τοις έκουαίοις ί] τοις 

κατά προαίρεαιν τάττοντες» (1). 
Ούτω δ' 6 φιλόσοφος οιακρίνει 

α' τό ατύχημα, το ί^ίλάπτειν μετ' αγνοίας καΐ παραλόγως• 
β' τό αμάρτημα, τό μετά λόγου μέν, άλλ' άνευ κακίας [ίλάπτειν 
γ' τό αδίκημα, οΐ'ΧΊ είδώς μέν. μή προβουλεύσας δε |ϋλάπτη, οίον 

δσα δια ΙΙυμόν καΐ 

δ' κακούργημα, 'όχτ.^ έκ προαιρέσεως άδικτ^^' ο δ' εκ προαιρέσεως 

βλάπτων άδικος και μοχθηρός (2). 



ΠοιναΙ τον φόνον. 

Τό αύ'/ολον των ποινών τοΰ ΆττικοΟ δικαίου περιλαμβάνεται εν 
τη βραχυτάτη φράσει, δημοσία κρίνειν ή τιμάν δ, τι χρη τταδεΐν η 
άτιυτεΐσαΐ' και εν μεν τω παθεΐν έστι τό ϋανατωϋήναι, φυγαδενϋή- 
ναι, όεϋήναι, άτιμωϋήναι• εν οέ τω άποτεΐααι τό χρήμαοι ζημιωϋή- 
ναι• τάς μεγίστας δε ποινάς το Άττικόν δίκαιον έπέβαλλεν εις τά 
μέγιστα κακουργήματα, οίον τό Ιεροσνλεΐν. προόιδόναι την πατρίδα 
καΐ τό καταλύειν την πολιτείαν, άπερ κατά τόν Πλάτωνα (3) μόνον 
μανείς τις ή νόσοις ύπερμέτροις συνεχόμενος ήθελε διαπράξει" ούχ 
ήττονος δε βαρύτητος κακούργημα ένομίζετο και τό άν^ρωποκτο- 
νεϊν, ως διαρρήδην Οπό τοΰ Αντιφώντος (4) δηλοΰται* διό και έν ταϊς 
φονικαΐς δίκαις ποιναι επεβάλλοντο α' θάνατος μετά δημεύσεως της 

(1) Άριστοτίλ. Ήθ. Μεγάλ. 1189 Β. 

(2) Ήϋι/.. Νιχοαα/. 1ΐ35β ;ιρ6λ. χαί Πολιτιχ. Ι -295 β των άδικηαάτων τά ,αΙν 
γίνονται οι' νβριν, τά δέ δια χαχονργίαν διό χαΐ κακονργικά άδιχί;ματα• και εν τ^ 
'Ρητορικ. 1391 α• «άδι/.ηματα οΰ κακουργικά, άλλα τά αέν υβριστικά, τά δε άκρα- 
ατεντικα χαί 1 368 β άδικεΐν τό βλάπτειν έχοντα παρά τόν νόμον έχοντες οέ ;:οιοΟσιν 
«δσα είδοτες χαί [χή άναγχαζόΐΑενοι• ό'σα δε έχοντες, οΰ -άντα ;:ροαιροΰμ£νοι• οσα δέ 
νπροαιρού/ιενοι, είδότες άπαντα• ουδείς γάρ, ο προαιρείται, άγνοεΓ δι' α δέ προαιρούνται 
«βλάπτειν πάρα τον νομον, κακία και άκρααία' έν γάρ τί} ηροαιρέαει η μοχ^θηρία 
«και τό άδικεΐν». 

(3) Πλάτ. Νόμ. 864Δ. 

(4) Άντιφ. π. τ. Ήρωδ. φόνου 4 •φασί τό άποκτείνειν μέγα κακούργημα είναι 
και ίγώ ομολογώ μέγιοτόν γβ και τό ίιροσυλεϊν και τό προδιδοναι τήν πατρίδα». 



260 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

ουοίας^ β' άειφυγία καΐ δήμευσις ωσαύτως των δντων(1)' καΐ γ' φυγή 
πρόσκαιρο; άνευ δημεύσεως των υπαρχόντων* καΐ δή 

Α' οι εκ προνοίας κτείναντες (2) πολίτην '&ανάτω έζημιονντο' ή δε 
ουσία αυτών αδέσποτος μένουσα περΐΎΐρ-/εχο εϋς τήν κατοχήν τοΰ 
δημοσίου* κατά τόν νόμον έ'δει τον άποκτείναντα άνταποθανείν (3).- 

Έάν 5έ τι; οοϋλον ή ξένον ή μέτοικον έκ προνοίας εκτεινεν, έδι- 
κάζετο ούχΙ έν τω Άρείω πάγω, άλλ' έν τω Παλλαδίω (4)' περί δε 
τγ^ς ζημίας τοΰ τοιούτου φόνου άμφιβάλλεται, αν θάνατος ή φυγή ώς 
τιμωρία έπεβάλλετο' διότι έκ μεν τοΰ Δημοσθένους (5) δηλοΰται, δτι 
περί Εένίον μόνον των μεγάλων ευεργετών της πόλεως ώρίζετο δια 
ψγ^φίσματος. δτι υπέρ αυτών έστιν ή αυτή τιμωρία καθάπερ αν τόν 
ΆθηναΙον άποκτείνη. Έκ δε του Αντιφώντος (6) παρέχεται ή ε'ίδη- 
σις, δτι ή αυτή ποινή έπεβάλλετο τω τε πολίτην ελεύθερον και τω 
δοΰλον άποκτείναντι, ή κατά τήν φράσιν του ρήτορος «ή ψήφος ϊσον 
δύναται τώ τε δοΰλον άποκτείναντι καΐ τω ελεύθερον»" καΐ έν τη 
νομοθεσία τοΰ Πλάτωνος (7) προσδηλοΰται* «έάν τις οούΐο•^ μηδέν 
άδικοΰντα κτείνη φόβω μή μηνυτής αισχρών έργων καΐ κακών αύ- 
τοΰ γίγνηται, καθάπερ αν εί πολίτην κτείνας υπείχε φόνου δίκας, 
ωσαύτως και τοΰ τοιούτου δούλου κατά ταύτα αποθανόντος οΰτως 
ύπεχέτω>, ένθα προφανώς ούχΙ περί παντός δούλου πρόκειται, άλλα 
περί τοΰ δυναμένου νά μηνύση τοΰ δεσπότου έργα αισχρά καΐ κακά' 
ό φιλόσοφος ωσαύτως διά της αυτής ποινής ήτοι τοΰ θανάτου τιμω- 
ρεί τόν φόνον των δούλων υπό δούλων τελούμενον, τόν των ξένων 
είτε νπο ξένων είτε νπό αστών γίνεται καΐ τόν των αστών φόνον είτε 

(1) Άντιφ. τετραλογ. Α', β', 9 έάν μέν καταδικασθώ, λέγει ό κατηγοροΰμίνο; 
επί φονω, χληροδοττ|σιο τήν άτιαι'αν τοις ζαισϊ (θανατωθεί;) ' έάν δε φνγοα (=•3(ι)θω 
διά της εξορίας), βιώοομαι αζτοβχεύων και άπολις έττί της ξένης. 

(2) Δημ. ΚΑ', 43 σελ. 528 οί φονικοί νόμοι τους μέν Ικ προνοίας άπο/.τιννύντας 
θανάτιο και άειφυγία χαϊ δημεύσει τών ί»::αρ•/ όντων ζημ.ιοΰσι, τού; δ' άκουσί»ος αΐδέ- 
σεως και φιλανθρωπίας πολλής ήξίωσαν. 

(3) Άντιφ. π. τ. Ήρώδ. φόνου ΙΟ' — φόνοι φόνοις δεόμενοι κα^αι'ρεο&αι ΙΙλάτ. 
Νομ. 870 ο. 

(4) Δημ. ΚΓ, 71 σελ. 643 χαΐ 'Λριστοτελ. 'ΑΘ. Πολ. 47,2. 

(5) Δημ. ΚΓ', 89 σελ. 650 χαϊ Λεξικ. Μβ^ΐιβΓ. 194,11 έάν τις μέτοικον άπο- 
κτείνη, φυγής μόνον κατεοικάζετο" έάν μέντοι άστόν, θάνατος ή ζημία. 

(6) Άντιφ. π. τ. Ηρώο. φόνου 48. 

(7) Πλάτ. Νόμ. 87?0, 



ΠΟΙΝΑΙ ΤΟΓ ΦΟΝΟΓ 261 

υπό αστών είτε υπό ξένων τελείται και εϊτε αυτοχειρία εϊτε οι' έπι- 
βουλεύσεως διενεργείται ( 1 ). 

Έάν δέ τις δοΰλος τον δεσπότην άποκτεινιτ), κατά την Άττικήν 
νομοθεσίαν ούδ' έάν έπ' αυτοφώρω ληφθ"^/ κτείνων, ύπ' αυτών τών 
προσηκόντων τώ παθόντι φονεύεται, αλλά παραδίδεται υπ' αυτών 
τη άρχη κατά του; πατρίους νόμους (2)• κατά δέ τον φιλόσοφον έάν 
δοθ)ος ελεύθερον εκών εϊτε αύτόχειρ εϊτε ρίουλεύσας άποκτείνη καΐ 
δφλτι την δίκην, 6 της πόλεως κοινός δήμιος άγων προς το μνήμα 
τον αποθανόντος, μαστιγώσας όπόσας αν ό ελών (ό καταδιώξας καΐ 
καταδικάσας συγγενής) προστάττη, έάν περ ^ιώ παιόμενος ό φονεύς, 
θανατωσάτω (3). 

Ό Πλάτων φαίνεται αυστηρότερος της Αττικής νομοθεσίας καΐ 
κατά τάδε" 6 εκ προνοίας λ. χ. άποκτείνας, κατά τον τοΰ φιλοσό- 
φου νόμον, θανάτω ζημιούοϋω κάί μη έν τη τοϋ παΰ'όντος χώρα 
ΰ'αητέσΰ'ω ώς αναιδής και ασεβής" πολύ δ' αυστηρότερος, ως &1- 
κός, ό φιλόσοφος δείκνυται έν τω τών όμαιμόνων φόνψ" τοΰ μιαν- 
θέντος αϊματος, λέγει, ουκ έστι κάθαρσις άλλη πρΙν φόνον όμοίω 
φόνω τις έκτείση" έχει δ' ό νόμος ώδε. 

Έάν τίνα ούτως αθλία συμφορά καταλάβη, ώστε νά άποκτείνη πά- 
τερα ή μητέρα ή τέκνον ή άδελφον έκ προνοίας εκουσίως, οντος φο- 
νευθείς εκ βάλλεται γυμνός εξω της πόλεως, αΐ δε άρχαι πάοαι νπερ 
δλης της πόλεως λίθον έκαστος φέρων επι την κεφαλήν τοΰ νεκρού 
βάλλων άφοσιοντω τήν πόλιν δλην μετά δε τοϋτο τω νόμω έκβαλ- 
λόντων εξω τών ορίων της χώρας άταφον (4) Έκ δε της Αττικής 
νομοθεσίας γνωστόν είναι, οτι οί προδόται της πόλεως φονευόμενοι 
έξεβάλλοντο τών ορ'.ΐύΊ της Αττικής (5). Κατά τόν Άττικόν δέ τού- 
τον νόμον γίνεται καΐ ή παρά τω Σοφοκλεΐ υπό τοΰ Κρέοντος τιμω- 

(1) Νομ. 872, η αυτή δέ ποινή έστω ξένοις τ£ προς ξένου; χαί άβτοϊς και 5ένο^ς προς 
αλλήλους δοΰλοις τε αϋ προς δούλους της τε αυτοχειρίας πέρι χαί έπιοουλεϋσεως». 

(2) Άντιφ. π. τ. Ήρωδ. φον. 48. 

(3) Πλάτ. Νομ. 872 Β. — Περί φόνου λόγοι σώζονται ιοΰ μεν Αντιφώντος πλην 
τών τριών τετραλογιών ό περί τοΰ Ήρωδου φόνου, τοϋ δέ Λυσίου ό α', ό ιβ' και ό 
ιγ'• πλην δέ τών τριών τούτων ήσαν καΐ άλλοι τινές τοϋ ρϊ^τορος τούτου περί φόγον 
λόγοι, οΓτινες δεν διεσοιθησαν. 

(4) Πλάτ. Νομ. 873. 

(5) Βενοφ. Έλλην. 1,7, 20 και 22. 



'262 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΓΑΡΔ1ΚΑ 

ρία προς τον νεκρόν τοΰ Πολυνείκους ως προοότοΌ' διότι κατεδίκα- 
σεν αύτδν να μείνγ/ άταφος, οιωνών και κννών γλυκεία βορά (Α). 

Έν σχέσει δε τζρος τήν φρικτήν τιμωρίαν, ην εις τον φόνον των 
όμαιμόνων ό φιλόσοφος επιβάλλει, ό Σόλων (2) ουδέν περί της πα- 
τροκτονίας ένομοθέτησεν* ερωτηθείς δε τήν α^τίαν, ένόμιζον, άπε- 
κρίθη, δτι αδύνατον ην ή φύσις τοιούτον τέρας να γέννηση, όίστε 
τους γεννήτορας να θανάτωση. Σημειωτέον δ' έν τέλει, δτι ό κατα- 
δικασθείς εις θάνατον οέν έδύνατο νά εϋρη άσυλον καταφεύγων καΐ 
ύς τον βωμόν των δώδεκα θεών ή πόλις έθανάτου αυτόν <χ6 γαρ 
των νόμων τοις ήδικηκόσι τυχεΐν, τιμωρία έστΙ» (3)" ώστε δπου γί- 
νεται λόγος περί άούλου, νοτιχίον, δτι δεν άπεσπώντο εξ αύτοΰ οί 
μήπω κριθέντες, ούχι δε καΐ οί καταδικασθέντες υπό δικαστηρίου. 

Β' λεότεροΊ δε εάν ό κατηγορούμενος έπι τω έκ κρο^οΐΛς φόνίο 
δεν ένέμενεν εις τήν δίκην, άλλα μετά τον πρότερον λόγον έ'φευγεν 
εκουσίως φοβηθείς τήν εκ τοΰ δικαστηρίου ^ανατικην ποινήν, κατε- 
δικάζετο εις άειφυγίαν(4) καΐ δήμευσιν (5) της ουσίας" κατερχόμε- 
νον δε εις τήν πατρίδα τον οίν'Βροψόνον τούτον φυγάδα πας τις έδύ- 
νατο νηποινει ν' άποκτείνη' προς τήν ποινήν ταύτην του ΆττικοΟ 
δικαίου συμφωνεί και ή της τοΰ Πλάτωνος νομοθεσίας* διότι κατά τον 
φιλόσοφον ^ φυγών ό κατηγορούμενος και μή θελήσας τήν κρίσιν 
υποσχεΐν φενγέτω άειφνγίαν εάν δε επιβή της τοΰ φονευθέντος χώ- 
ρας, ό προστυχών πρώτος των οικείων τοΰ φονευθέντος ή των πολι- 
τών άνατί (=νηποινεΙ) κτεινέτω (6)»* άλλ' ό Πλάτων ούδενός των 
φευγόντων τήν ούσίαν δημεύει. 

(1) Σοφοκλ. 'Λντιγ. 30. 

α) Διογίνης ό Λαέρτιος 1,'2 ερωτηθείς ό Σόλων, όια τ; χατά πατροκτονου νόμον ούκ 
εθηχεν, διά τό άπελπίααι εφη, (= μΐ; έλπίσαι τοιούτον τι δυνατόν είναι). 

(3) Λυκοϋργ. και Λεωκρ. 93. 

(4) ΔημοσΟ. ΚΓ , 70 σελ. 643. 

(5) Οί πωληταί {ίργη ^ν τ^ των Αθηναίων πολιτεία) πωλουσι και τάς ουσίας 
των έξ "Αρείου πάγοι» φευγόντων και των όίλλων ενώπιον της βουλής. Αριυτοτέλ. 
Άθην. ΙΙολιτ 47, ? καϊ Πολυδεύκ. Η', 99" Άρποκρατ. «οί πωληταί πιπράσκουσι 
χαί τάς των εξ Αρείου πάγου μετά τόν πρότερον λόγον φυγόντων τάς οΰαίας» πρβλ. 

αϊ «μαστήρες, ζητηταΐ των φυγαοιχών χ^ρημάτων ήτοι των άειφυγία φυγαδευθεντων»" 

"^ΒεΙ^Ι^βΓ ΑιιεοιΙ. Ι, 304. 
|6) Πλάτ, Νόμ. 871, 



Πΐ)ΙΝΑ1 Τ(»Γ ΦΟΝΟΓ 263 

Γ'. Τό δε εκ προΊοίο^ς τραΟμα, εϊτε θανατηφόρον εϊτε μή, έκο- 
λάζετο δια της άειφυγίας καΐ της των δντων δημεύσεως (1)• εάν δε 
κατίη ό φυγάς εις τήν πατρίδα, ένδειχθείς θανάτω ζημιο0ται(2). Έκ 
προνοίας δε εθεωρείτο τό τραύμα, τό γινόμενον έπΙ σκοπώ θανάτου* 
τραύματος οέ δίκας ώς ύπόθεσιν εχουσι δύο τοΰ Λυσίου λόγοΓ(ό Γ' 
καΐ ό Δ'.). Έν τη περί τοΰ τραύματος κρίσει έξητάζετο ή αιτία καΐ 
ούχΙ τό αποτέλεσμα" διότι έάν τό τραΰμα μή συνεπήγετο τόν θάνα- 
τον, εις τήν τύχην ώφείλετο τοΟτο* σαφώς δε τοϋτο δηλοΙ ό ^νυσίας 
λέγων (3) «οί τους νόμους θέντες ούχΙ έάν τίνες έκ φιλονικίας ή έκ 
παιδιών ή έκ λοιδοριών έτυχον αλλήλων κατάξαντες τάς κεφάλας, 
έπΙ τούτοις ήξίωσαν της πατρίδος φυγήν ποιήσασθαΐ" (διότι πολλούς 
αν έξήλασαν ούτω)* άλλ' δσοι έπιβουλεύσαντες άποκτεΐναί τινας έτρω- 
σαν, άποκτεϊναι δ' ουκ έδυνήθησαν, περί τών τοιούτων τάς τιμωρίας 
ούτω μεγάλας κατεστήσαντο, ηγούμενοι υπέρ ων εβονλενοαν και 
προννοή^ησαν, υπέρ τούτων προσήκειν αύτοΐς δούναι δίκην* εί δε μή 
άπέκτειναν, ούχ ήττον τόν σκοπόν αυτών έξετέλεσαν»* καΐ έν τώ 
έτέρω δέ λόγω ό κατηγορούμενος λέγει κρος τους δικαστάς(4), «ού« 
ήλΰΌν άποκτενών, . . . .ου ηρόνοια γεγένηται^^. 

Άξιομνημόνευτον δέ και δ, τι παρά Δημοσθένει (5) ηερ\ τον τραύ- 
ματος μνημονεύεται ώς και περί της πονηρίας τοΟ Βοιωτού* νυμεϊς, 
ώ δικασταί, λέγει ό Μαντίθεος, ούτως έστέ κοινοί καΐ φιλάνθρωποι, 
ώστε ουδέ τους τών τριάκοντα υεΐς φυγαδεΰσαι έκ της πόλεως ήξιώ- 
σατε' ούτος δέ ε| άντάογίας και λοιδορίας πληγάς συναψάμενος έπΐ- 
τεμών τήν κεφαλήν αυτοΰ, περί τραύματος εις "Αρειον πάγον με προο- 
εκαλέσατο, ώς φνγαδεύοων εκ της πόλεως" και ει μή Εύθύδικος ό 
ιατρός, προς δν ούτοι τό τίρώτοΊ έλθόντες δεόμενοι έπιτεμεΐν τήν κε- 
φαλήν αυτοΰ προς τήν έξ Άρείαυ πάγου βουλήν είπε τήν άλήθειαν 
πάσαν, ήθελον τιμωρηθή, ούοέν αδικών, τιμωρίαν τοιαύτην, ην ύμεϊς, 
ώ δικασταί, ουδέ παρά τών τά μέγιστα άδικούντων υμάς ήθέλετε 
επιχειρήσει νά λάβητε». 

(1) Λυσ. Γ', 42. 

(2) Λυσ. <7', 15* τό δέ παρά τω Λου/.ιανώ (έν Τι'μωνι 46) «προκαλούμαι σε τραύ- 
ματος £ΐς "Αρειον πάγονυ άναγνωστεον «προσκαλούμαι», 

(3) Λυσίαξ Γ', 42-44. 

(4) Λυσίας Δ', 5. 

(5) Δημοσθ. Μ', 32-34 σελ. 1018. 



264 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΤ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

Ει δε μηδεμία πρόνοια ένυπηρ)(^ε τω τρώσαντί, τότε έδίωκέ τις 
αυτόν αΐκίας ή ϋβρεως' οΰτω λ, χ. ό Αρίστων παρά τω αύτφ ^ή- 
τορι (1) υβρισθείς και τρωθεις υπό Κόνωνος, (οστε μηδένα τζροβ'^ο- 
καν περιφεύξεσθαι, ζ(.τίροαοο%Ύ^χ{ύς ύγιάνας έλαχε δίκην αΐκίας- καί- 
τοι, λέγει, έδύνατο διώξαι αυτόν ύβρεως και θανάτου επ\ τραύμαη 
εκ προνοίας. 

Δια μακρών δ' εξετάζει τα τον τραύματος ό Πλάτων εν ττ/ νομο- 
θεσία, αύτοϋ' «εάν τις διανοηθείς τ•^ βουλήσει κτεϊναί τίνα τρώσ*(] 
μέν, άποκτεΐναι δΓ άδυνατήσ•^, ο\)τος ούκ άξιος έλέου ονδε αιδέσεως 
(=συμπαθείας καΐ συγχωρήσεως)* αλλά θεωρείται ως κτείνας καΐ δί- 
κην φόνου πρέπει νά όπέχη, λέγει ό φιλόσοφος" εάν δε ό δαίμων 
έλεήσας και τούτον καΐ τόν τρωθέντα έματαίωσε τόν φόνον, χάριν 
του δαίμονος τούτου τοΰ μέν θανάτου άπολυτέος ό τρώσας, φευγέτω 
δε εΙς την γείτονα πόλιν διά ^ίου, αλλά καρπούμενος άπασαν την κτη- 
σιν αύτοΰ(2)• άλλ' εάν παις τους γονέας ή δοΰλος τόν δεσπότην τρώ- 
ση, ϋ^άνατος η ζημία' εάν δ' άνήρ την εαυτού γυναίκα ή γυνή τόν 
εαυτής άνδρα εξ επιβουλής τοΰ άποκτεΐναι τρώση, φευγέτω άειφυ- 
γίαν. 

Έάν δ' δμως θυμφ τρώση τις, Σασίμου του τραύματος ά-^οβάντος, 
άποτινέτω τήν διπλασίαν τής βλάβης, τοΰ δε ανιάτου τήν τετραπλα- 
σίαν καταλιπόντος δε τοΰ τραύματος άσχημίαν τινά τω τρωθέντι, 
τήν τετραπλασίαν έκτινέτω* έάν δε τέλος τόν τρωθέντα προς έκστρα- 
τείαν άνίκανον καταστήση, στρατευέσθω προς ταίς έαυτοΰ στρατείαις 
καΐ υπέρ τοΰ άδυνατοΰντος (ο). 

Δ' Φαρμάκου δίκη. Κατά τόν νόμον ή έξ \\.ρείθΌ πάγου βουλή 
έδίκαζε προς τφ έκ προνοίας φόνω καΐ τραύματι καΐ τάς δίκας φαρ- 
μάκων, έάν τις άποκτείνη δούς (4)• εις τάς τοιαύτας δίκας αναφέρον- 
ται δύο λόγοι τοΰ Αντιφώντος «κατηγορία φαρμακείας κατά τής 
μητρνιάς καΐ δ περί ιοϋ χορευτον >• περί φαρμακίδων δε δΙς γίνεται 
μνεία καΐ παρά τω Δημοσθένει, έξ ου μανθάνομεν, οτι τήν Θεωρίδα 

(Ι) ΛημοσΟ. ΝΔ', 1 «λ. 1?56. 

(2) Πλάτ. Νομ. 877. 

(3) ΙΊλά:. Ν'ίμι. 878Β. 

(4) Δημοσθ. ΚΓ', 2•^ βελ. 627. 



ΠΟΙΝΑΙ τον ΦΟΝΟΥ 265 

τήν Αημνίαν, την φαρμακίδα, ήτις δΐά των φαρμάκων έμαγγάνευε 
καΐ έφενάκιζεν, καΐ καθ' ής τήν μήνυσιν έποίήαατο ή θεραπαινίς αυ- 
τής, οΐ Αθηναίοι άπέχτειναν και αντην και το γένος πάν (Ι)• ωσαύτως 
μνημονεύεται και ή φαρμακίς Γλαυκο&έα, ή τους θιάσους συνάγουσα, 
έφ' οις ετέρα τέθνηκεν ιέρεια (2) (φαρμακίς). 

Έν δε τή δίκη της φαρμακείας έξητάζετο πρό)τον μεν εάν το φάρ- 
μακον έπήνεγκε τον θάνατον ευθύς μετά τήν πόσιν, επειδή ή άρχαιό- 
της ίητζ,ρξΧτο των μέσων τοΰ διά της νεκροψίας τον έκ της δηλητη- 
ριάσεως θάνατον νά εξέλεγξη• δεύτερον δ' έξητάζετο εάν ό το φάρμακον 
δούς έκ προνοίας και επΙ ϋ•ανάτφ εδωκεν, δτε καΐ ^ανάτω εημωρεΐτο' 
ούτω κατά τον Αντιφώντα (3) ή μεν παλλακις του Φιλόνεω, ή τό 
φάρμακον δοΟσα, ώς μή πολΐτις ή ως δούλη, τω δημοκοίνίο τροχι- 
οϋεΧοα (βασανισθείσα εν τω τροχω) παρεδόθη, ό δε κατήγορος παρα- 
καλεί τάς δικαστάς Ι'να καΐ ή μητρυιά αυτοΰ, ή της φαρμακείας αίτία, 
ή έπινοήσασα δηλαδή τήν διά τοΟ φαρμάκου άπώλειαν τοΟ ανδρός 
αυτής, επίσης θανάτω ζημιωθή. Έάν δ' δμως έδιδε τις τό φάρμακον 
ούχΙ έπΙ κακώ σκοπώ ήθωοΰτο κατά τήν διδακτικήν διήγησιν τοΰ 
Αριστοτέλους (4), ν-οΐόν φασι ποτέ τίνα γυναίκα φίλτρον τινι δούναι, 
είτα τόν οί'^^ρωτζον άποθανείν υπό τοΰ φίλχροΌ, τήν δ' άνθρωπον εν 
Άρείω πάγω δικασθήναΐ' απέλυσαν δ' αυτήν οι δικασταΐ δι' ουδέν 
άλλο ή διότι ούχΙ έκ προνοίας" έδωκε μεν γάρ φιλία, διήμαρτε δε 
τούτου* διό ούχ έκούσιον έοόκει είναι, δτι τήν δόσιν τοΰ φίλτρου ου 
μετά διανοίας τοΰ άπολέσθαι αυτόν έδίδου». ΚαΙ ό Πλάτων (5) δε έν 
τη έαυτοΰ νομοθεσία μνημονεύων των διά φαρμάκου φόνων, των γι- 
νομένων ακουσίως, επιβάλλει καΐ τάς επι τω άκουσίω φόνω ποινάς" 
ίδού δε καΐ ή φράσις τοΰ φιλοσόφου" «έάν δε αντόχειρ μέν, ηκων δε 
άποκτείνη τις 'ίτ&ρο'/ ηώματος η σίτου δόσει . . ή ηνρδς ηροα- 
βολτ) .... αυτός ή ^ί' ετέρων, έστω μέν ώς αντόχειρ, δίκας δε τινέτω 
τάςδε>^ δηλαδή τάς έπΙ τώ άκουσίω φόνφ, περί ου ίδέ κατωτέρω. 

Τήν τής ακουσίου φαρμακείας ύπόθεσιν έχει καΐ ό τιερί τον χο- 

(Ιΐ Δημοσθ. ΚΕ'. 80 σελ. 793-794. 

(2) Δημ-οσθ. ΙΘ', 281 σελ. 431. 

(3) Άντιφ. χατηγορ. φαρμακείας κατά της μητρυιάς 20 και 27. 

(4) Άριστοτίλ. Μεγάλ. Ήθιχ. 1Ι88β 31. 

(5) ΙΙλάτ. Νό|χ. 865Β. 



266 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

ρεντοΰ λόγος τοΰ Αντιφώντος* τούτοις δέ συμφωνεί καΐ ή τοΟ Σο- 
φοκλέους γνώμη, ώς εν ττ^ τραγωδία αύτοΟ; ταΐς Τραχινίαις, δηλοΰταΐ" 
διότι και ένταΰθα ή Δηιάνειρα φάρμακον έδωκε προς τόν εαυτής 
άνδ.ρα, τον Ήρακλέα, ώς φίλτρον άλλ' ήπατήθη* διότι το φάρμακον 
ήτο ούχΙ κηλητήριον, άλλα δηλητήριον' διό κατά τον τραγικόν είνε 
συγγνωστή• διότι ζητούσα καλόν ήμαρτεν 

(ίπαν το χρήμ^ ήμαρτε χρηστά μωμένη{1). 
Άλλα την έξάσκησιν της φαρμακείας και μαγγανείας αυστηρώς 
τιμωρεί ό Πλάτων. Κατά τόν φιλόσοφον «ος άν φαρμακεύη τινά έπΙ 
βλάβη μη θανασίμω ή και θανασίμω, εάν μεν ιατρός ων τυγχάνη καΐ 
δφλη δίκην φαρμάκων, θανάτω ζημιούσθω' εάν δέ ιδιώτης, τιμάτω 
περί αύτοΰ το δικαστήριον δ, τι χρή παθεΐν ή άποτείσαΐ' εάν δέ κατα- 
δέσεσιν ή επαγωγαΐς ή τισιν έπφδαΐς βλάπτη, μάντις μεν ών ή τερα- 
τοσκόπος, τεθνάτω" εάν δέ ιδιώτης η, τιμάτω τό δικαστήριον ο, τι άν 
αύτω δόξη δεϊν πάσχειν ή άποτίνειν (2). 

Ε' αμβλωοις. Ε?ς την φαρμακείαν δύναται νά ύπαχθη καΐ ή αμβλω- 
οις, ή ατελής του ί^^ρ\}θχ> έκπτωσις ή εκβολή" άλλ' έγίνετο καΐ δίκη 
άμβλώσεως; Έν τινι των προγυμνασμάτων τοΰ θέωνος(3) υπόκειται 
λόγος του Λυσίου προς Άντιγένη, έν φ μνημονεύεται κατηγορία εηΐ 
άμβλώσει καΐ ζητείται, ει τό ετι έγκυούμενον άνθρωπος έστι καΐ ει 
ανεύθυνα τά των αμβλώσεων ταϊς γυναιξί" διότι ό Άντιγένης « κατη- 
■»'γορεΧ της έαυτοΟ γυναικός φόνον, άμβλωσάσης εκουσίως, φάσκων 
»ώς έξήμβλωκε καΐ κεκώλυκεν αυτόν πατέρα κληθήναι παιδός». 

Περί τ-^ς άμβλώσεως δε προσθετέον. οτι ό μέν Πλάτων και ό Αρι- 
στοτέλης έπιβάλλουσιν αυτήν ενίοτε" διότι ό μέν έν τη Πολιτεία (4) 
επιτάσσει ταύτην, όταν τό κυούμενον ή• τζροϊοΊ ηλικίας υπερβάσης τό 
προσήκον δριον, ό δέ Αριστοτέλης έν τοις Πολι.τικοΐς(ζ>) αύτοΰ, δταν 
ή κύησις γίνηται υπέρ τόν τεταγμένον των παίδων αριθμόν. Ουδέ νο- 
μίζει ό Σταγιρίτης ώς άνόσιόν τι την άμβλωσιν" «τό γάρ δσιόν τε και 

(1) Σοφοκλ. Τραχιν. 1136. 

(2) Πλάτ. Νο[χ. 933Δ. 

(3) Θέων ΙΙρογύμνασμ.. 2, 15. 

(4) Πλάτ. Πολιτ. 4610. 

(5) ΆριβΓοχίλ. Πολιτ. 1357β 19. 



Π01ΝΑ1 ΤΟΓ ΦΟΝΟΓ 267 

τό μή τ-^ α-σθήσει καΐ τφ ζην ορίζεται ' κατά τον φιλόσοφον. Έκ τοΟ 
Γαληνού (1) ο' όμως μανθάνομεν, δτι καΐ χατα της άμβλώσεως ΌΚΎ^ργι 
νόμος τις καΐ τοΰ Σόλωνος εν Αθήναις και τοΰ Α.\)Υ.οχ)ρ'{θΌ έν Σπάρτη* 
ό ιατροφιλόσοφος δ' ούτος αντιμαχόμενος δια μακρών προς την γνώ- 
μην των νομιζόντων, δτι τα έμορυα ούχΙ ζώντά είσι καΐ επιτρεπόντων 
άρα την άμβλωσιν, επάγεται, 

«Μήτ' ούν φιλόσοφος τις ως αμύητος τοις είρημένοις άνω μήτε 
»{ατρός των από Άσκληπιάδου ως αθεώρητος της τοΰ ά.'^^ρώτζοΌ φύ- 
»σεως άποκηρυττέτω και άποςενούτω τα έμβρυα δια της άμδλώσεως»" 
ένταΟθα δε ό Γαληνός μνημονεύει και ούο νόμους υπέρ των εμβρύων, 
τον μεν τοΰ Σόλωνος καΐ τοΰ Α.Ό'λθΌρ^οι> τιμωρούντων τόν αίτιον της 
άμβλώσεως, τόν δε έτερον, καθ' ον τό μήπω γεγενημένον ζ\ι^^ρ^^ΟΊ 
κλήρου (= κληρονομιάς) μετελάμβανεν ή μαρτυρία δ' αΰτη τοΰ ια- 
τροφιλοσόφου συμφωνεί καΐ προς την έν τω "Ορκω τοΰ Ιπποκράτους 
ε'ίδησιν «ονδε γυναικί πεοοον φ&όρων δώσω'» ό δε φιλόσοφος χρι- 
στιανός Άθηναγόρας (2) υπέρ τών χριστιανών άπολογούμενος κρο- 
στίθησιν «ήμεϊς δέ τάς τοις άμβλωύριδίοις χρωμένας άνδροφονεΧν 
φαμεν καΐ τους τα τέκνα έκτιθέντας τεκνοκτονεΐν . 

^' Βουλεύοεως δίκη. Φόνου δίκη εγίνετο ού μόνον κατά τοΰ αυ- 
τουργού ήτοι ιδιοχείρως τόν φόνον δράσαντος, άλλα και κατ' εκείνου, 
δς επεβοΰλευοεν ήτοι εσχεδίασεν και οΰτως αΐ'τιος τοΰ φόνου έγένετο, ο 
νΰν δηλαδή ήϋικός αυτουργός- έδικάζετο δ' αΰτη ούχΙ έν τφ Άρείω πά- 
γω, άλλ' έν τώ Παλλαδίω' έντεΰθεν καΐ ό δροζ βουλεύοεως δίκη, περί 
ου ό Άρποκρατίων «βούλευσις, δταν τις έξ επιβουλής κατασκευάση τινί 
φόνον εάν τε άποθάνη ό έπιβουλευθείς έάν τε μή»* άλλ' ή ερμηνεία 
τοΰ Άρποκρατίωνος αΰτη φαίνεται σκοτεινή πως και διήγειρε πολ- 
λήν τήν άμφισβήτησιν τοις κερί τό Άττικόν δίκαιον άσχοληθεϊσι' 
ήμεϊς δέ απλούστατα σαφηνίζομεν αυτήν δια της αντιθέσεως* διότι 
τό βουλεύειν φόνον αντίκειται προς τό αϋττ} ιη χειρί τόν φόνον εργά- 



(1) Γαληνός 19,177-180. 

("2) Άθηνβγόρα πρεσβεία περί /ριστιανών (Ιΐατρολογίβ "Γ' σελ. 969 χεφ. 3δ, 12). — • 
παρά δέ τοις Θηβαίοις νομός ην άπαγοοεύων τήν εχϋ•Βοιν τών βρεφών ή τον -^άνα- 
τον ανιών νηό τών γονέων δια πενίαν, Αίλιαν. ποιχίλ* 'Ιστορ. Β', 7. 



268 ΚΩΝΣΤΑΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

ζεσ•&αι{1)' οΰτω λ. χ. παρά τφ Άντίφώντι λέγεται* «διωμόσαντο 
>δ' ούτοι μεν άποκτεΐναί με Λιόοοτον βουλεύσαντα τον θάνατον, εγώ 
»δέ διόμνυμι μή άποκτεΐναί μήτε χειρί εργαοάμενος μήτε βονλεν- 
σας»{2). Κατά δε τήν Άττικήν νομοθεσίαν ό επιβονλενοας τον φόνον, 
έτιμωρεΐτο καθάπερ και ό αυτουργός- διότι ό νόμος έκέλευε «τόν 
βουλεύσαντα εν τω αύτω ένέχεσθαι καΐ τόν τ^χειρίέργασάμενον» (3)• 
σημειωτέον δ' δτι το βουλεύειν φόνον δύναται να ισοδυναμ•^ καΐ προς 
το αίτιον είναι τοϋ φόνου, περί ου έτερος νόμος παρά Δημοσθένει(4) 
λέγει «εάν τις τον άνδροφόνον κτείνΐ] ή αίτιος η φόνου . . . », ΚαΙ 6 
νόμος δ' ούτος διά ττ^ς αύτης ποινής τιμωρεί τόν αϋτονργόν και τον 
αίτιον του φόνου. Έν τψ πνεύματι δε της αρχαίας νομοθεσίας ού μό- 
νον ό βουλεύσας καΐ οΰτω σχεδιάσας τον θάνατον εξ ϊσου τιμωρεί- 
ται τζρός τόν αύτουργόν, αλλά καΐ ό όπωςδήποτε εις τό κακόν συν- 
τελέσας αυστηρώς κολάζεται" διότι καθ' & ιστορεί ό Δημοσθένης (5) 
«ή βουλή ή έξ ^ΑρειοΌ πάγου εις φυγην διά βίου κατεδίκασε τόν 
»τής ίερείας της Βραυρωνόθεν πατέρα, ομολογουμένως ονχ άψά- 
»μενον του φονεν&έντος, αλλά μόνον διότι τω πατάξαντι τύητειν 
> ηαρεκελεύσατο > , 

Ό δρος βονλευοις σαφηνίζεται προσέτι καΐ εκ της νομοθεσίας του 
Πλάτωνος• διότι ό φιλόσοφος συμφωνών προς τήν Άττικήν νομοθε- 
σίαν και συμπληρών πως αυτήν εταξεν* 

(1) Πρβλ. Δημ.οσθ. ΙΘ', 21 σελ. 347, ένθα αντίκεινται τό βουλεύειν και το πράτ- 
τε»ν «ουδέν ήττον ήσεβη'κασιν οί βεβουλεναότες των ταϊς /_εριιί Λραξάντων» και Αίαχίν. 
περί παραπρεσβ. 117 σελ. 287. 

(V) Αντιβ). π. τ, χορευτου 16 και 18 δσα λάθρα πράττεται και επΙ ^ανάτφ βου- 
λενύέντα πρβλ. και Φαρμαχ. κ. της μητρυιάς 20 η αίτια τε χαΐ η χειρονργήσασα 
χα! εν^υ^ι^^εΓσα (^βονλεύσασα)• — δίκης ήξίομν τχ)/^^^ το{»ς χειρονργήσαντας χαι 
βουλεύσαντας Αίσχίν, (2), 43, 30' τό βονλενειν καΐ ποιεΐν αντίκεινται χαϊ παρά τφ 
Ξενοφώντι Κύρ. Παιδ. 8, 7, 3 μηδέν άσεβες μη'τε ποιήσητε (ΐτ{τε βουλεύσητε. — Τό 
πλήρες «βουλεύειν τινί μόρον, φόνον» παρά τω Αίσχύλ. 'Αγαμ. 1627 χαΐ τ& Σο- 
φοκλεΐ έν Αϊαντι 1055. 

(3) 'Ανδοκίδ. περί μυστηρίων 94 πρβλ. και Αντιφώντος τετραλογ. Γ', β', 5 χαϊ 
τόν έπιβουλενσαντα φονέα είναι. 

(4) Δημοσθ. ΚΓ', 37 σελ. 631. 

(5) Δημοσθ. ΝΔ', 24 σελ. 1264 πρβλ. και Λουκιαν. τυραννοχτο'ν. 12 «αΐτίαι θανά- 
του εΐσι διτταί• ε'ί τις αυτός άπε'κτεινεν η εΐ' τις μή «ΰτος μεν άπίκτεινε μηδέ τη χειρί 
έδρασε τό έργον, ήνάγχασε δέ και παρέοχεν άφορμήν τοϋ φόνου, τα Ισα και τοοτον 
αυτόν άντιχολάζεσθαι». 



Π0ΙΝΑ1 ΤΟΤ ΦΟΝΟΥ 269 



« 
» 



εάν τις αντόχειρ μεν μη κτείνΐ), βονλενογ] δέ '&άνατον ?λ ϊτίροΌ 
καΐ τω βονλήοει τε καί επιβουλενσει αίτιος γένηται τοΰ φόνου, θα- 
»νάτω ζημιούσθω, άλλα θαπτέσθω εν τγ^ οικεία χώρα»" (έν ω τόν 
αύτουργόν ό ψίλοαοψος κελεύει εξω της χώρας τον πα'&όντος Ικβάλ- 
λεο^^αι)• τήν αυτήν δε ποινήν επιβάλλει 6 Πλάτων «καί τοις ξένοις 
» βουλενσαοι φόνον κατά ξένων καΐ αατοΧς και ξένοις προς αλλήλους 
»καΙ δούλοις προς δούλους της τε αυτοχειρίας πέρι και της επιβον- 
»λεύοεως»' (1) εάν δε δοΟλος ελεύθερον εκών είτε αύτόχειρ είτε βου- 
λεύαει κτείνττ] καί δφλη την δίκην, 6 της πόλεως κοινός δήμιος άγων 
προς τον τάφον τον φονεν&έντος, μαοτιγώοας δσας αν ό καταδικάοας 
προοτάττ^], ϋανατωοάτω {2). Ούτω δε καΐ αί παρά τω Πλάτωνι σαφείς 
αντιθέσεις τοΰ βουλεύειν φόνον πρδς το ηύτοχείρως φονενειν καΐ τοΰ 
βούλενοις ή επιβούλευοις τζρός το αυτοχειρία, άποσαφοΰσιν έτι μάλλον 
τήν ασαφή τοΰ "Αρποκρατίωνος έρμηνείαν. 

Ζ' Ακούσιος φόνος' άκούοιον δε κατά τον Άριστοτέλγ] είνε τό τε 
κατ' ανάγκην καΐ κατά βίαν γιγνόμενον καΐ τρίτον ο μη μετά διανοίας" 

«δταν γάρ τις πατάξη τινά ή κτείνη ή τι των τοιούτων ποιήσττ] μγ^δέν 
προδιανοηθείς, ακοντά φαμεν ποιήσαι, ως τοΰ ίχο\}σίου δντος έν τω 
όιανοη§ήναι»{'ό) οί ακουσίως δε άποκτείναντες δικαζόμενοι έν τω 
Παλλαδίω ε-λολάζ,ον-ζο διά πρόσκαιρου φυγής, τά δε χρήματα αυτών 
ήσαν επίτιμα, δηλαδή δεν έδημεύοντο (4)* απερχόμενος δ' ό καταδι- 
κασθείς τακτήν όδόν εμενεν έν τή αλλοδαπή φεύγων τήν πατρίδα, έως αν 
αίδέσηταί τινας (=έξιλεώση) των έν γένει τοΰ παθόντος. Άλλα πόσον 
χρόνον έδει νά διαμείνη φυγάς έν τή ξένη καΐ αν έδύνατο νά κατέλθη 
εις τήν πατρίδα μή τυχών τής αίδέσεως (5) παρά των συγγενών τοΰ 

(1) Πλάτων Νομ. 87Ι-872Δ. 

(2) Πλάτ. Νθ(Α. 872 καί ό φιλόσοφος τιμωρεί τον δοΟλον φονία τοΰ όεστζοτου αυτοΰ, 
άλλα άφοΰ δικασθί; καί δφλί) την δίκην δπερ συμφωνίΐ προς τήν Άττικήν νομοθεσι'αν. 
Διότι κατά τον Αντιφώντα οέάν τις δούλος τόν. δεσπότην άποκτείν») ουδέ εάν επ 
αυτοφώρω ληφθτ), υπ ' αυτών των προσηκόντων φονεύεται, άλλα παραδίοοται υπ αυτών 
ττ, άρ/^ κατά τους πατρίους νόμους• (περί τοΰ ΊΙρωδου φόνου 48). ΙΙρβλ. καί Άνδο- 
κίδ. χ. Αλκιόιάδου 3 ή βουλή ώμνυε μηδένα μήτε ίξελάν μήτε δήοειν μήτε άποχτενεΐν 
αχριτον, 

(3) ΆρίΛτοτέλ. Ήθικ. Μεγάλ. 1188Β. 

(4) Δημ. ΚΓ', 72 σ. 643, ΰ44, ΚΑ' 43 σ. 528 ΜΓ', 57 σ. 1069, (ΊΑ, Ι, Να 
61 χαί 13 — 

(5) Ιΐρός τήν αΐδίοιν τών αρχαίων παραπλησίιος έχει τό νυν τών Μανιατών ψνχικόν. 



270 ΚΩΝΣΤΑΝΤ1Ν0Τ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

παθόντος, εκ τγ^ς περισωθείσης Αττικής νομοθεσίας ασαφές παρα- 
μένει. Άλλ' εκ των τοΰ Πλάτωνος νόμων δυνάμεθα να συναγάγωμεν. 
δτι ή μεν φυγή 5ιήρκει ενα ένκιντόν δθεν και ό δρος ηπενιαντίζειν, 
άπενιαυτεΐν, άπενιαντισμός ή άπενιαντηαις (1)' οι δε τοΰ παθόντος 
συγγενείς κατά καθήκον παρεΐχον τήν αΐδεσιν ή συγγνώμην(2)' 
επειδή δε παρά τω φιλοσοφώ επαναλαμβάνεται ή φράσις «ε?ς άλλην 
χώραν άπελθών οικείτω τον ενιαντόν έκδημών». το άρθρον (τον ένι- 
αυτόν) μονονουχί ^οα, δτι οϋτως εΐχεν ή ποινή καΐ εν τή Αττική 
νομοθεσία. "Εκ τίνος δε μαρτυρίας τοΰ Δημοσθένους (3) δυναταί τις 
να συναγάγττ], δτι καΐ τζρο τοΰ να λήξγ] ό ενιαντός ή ό τής φυγής 
χρόνος (ό άπενιαντισμός), έδύνατο νηποινεΐ να κατέλθ•(] ό φυγάς 
εις τήν πατρίδα, εάν έν τω μεταξύ ετύγχανε τής αιδέσεως παρά των 
συγγενών τοΰ πεπονθότος' διότι ευθύς ως οι συγγενείς έδήλουν, δτι 
έζίλεώθησαν. επαυεν ή ποινή καΐ ουδεμία καταδίωξις ένηργεΐτο. 

Ακριβεστέρας δε και περί τοΰ ακουσίου φόνου ειδήσεις παρέχει 
ήμΐν ή τοΰ Πλάτωνος νομοθεσία" διότι κατά τον φιλόσοφον < εάν τις 
»αύτόχειρ μέν, άκων δε άποκτείνγ; είτε ψιλω τω σώματι είτε όργάνω 
»ή βέλει ή πώματος ή σίτου δόσει(4) ή πυρός ή χειμώνος ιζρο'^δολΫ^ 
»ή στερήσει πνεύματος αύτος τω έαυτοΰ σώματι ή δι' έτερων σωμάτων, 
»εστω μέν ως αύτόχειρ,δίκας δε τινέτω τάςδε' εάν μέν άποκτείντ(] δοΰ- 
»λον ξένον, άποζημιοντω τον δεαπότην αυτοί)• εάν δε άποκτείντΤ| τον 
»ϊδιον οο\ί\θΊ. κα^ηράμενος άπαλλαιτεο&ω τον φόνου»" ό νόμος οΐίζοζ, 
τοΰ φιλοσόφου συμφωνεί τ^ροζ, τον Άττικόν έν χρήσει δντα και παρά 
τω Άντιφώντι(δ) διασωθέντα* «εάν τις κτείντζ], ών αυτός κρατεί 

(1) Ιΐλατ. Νομ. 866 φευγέτω πάσας τάς ό'^ρας τον ένιαντοΰ' άηενιαντηαάτω 866 
Β, ει; άλλην /ώραν άπελθών οικείτω τον ενιαντόν εκδημών 864 Ε. 

(2) Ό 5έ τοΰ φονευθέντος συγγενής ε/.ετω συγγνώμην τε και άγων προς αυτόν εΐρη'- 
νην μέτριος αν εί'η πάντως. — ή αΐδεσις αίίτη προσομοιάζει πως προ; ττ,ν παρ'Όμη'ρω 
ποινην και τά άποινα η μάλλον λείψανον εκείνη; φαίνεται. 

,3) Δημοσθέν. ΛΖ', 59 

(4) Ό νομός ούτος τοΰ φιλοσόφου συμφωνεί προς τον εν χρη'σει χαί έν Κρήτη δντα• 
διότι ή έν Λάτω ευρεθείσα επιγραφή λέγει. 

αϊ τίς τίνα εις πϋρ βάλοι και πάθοι τι ό άνθρωπος το παρα'/ρήμα ή ύστερον ελκο; 
έχων 

μή έπιχωλύεσθαι, άλλα καθαρόν ήμεν αϊ τις άκων χατα/έη τινί ΰδωρ ζέον ή πϋρ 
και άποθάνη κατακαυθείς ή παραχρήμα ή ύστερον ελχος "έ/ων, καθαρόν ήμεν τον 
κατα/έαντα και καύσαν:α ΒαΙΙ. άβ 0υΐΤβ>;ρ• ΗβΙΙβΙΙ.. XXVII, 226. 

(5) Αντιφών π. τ. /ορευτοϋ 4. 



ΠΟΙΝΑΙ ΤΟΓ ΦΟΝΟΓ 171 

»(=τόν δονλον), καΐ μή εστίν ό τιμωρήαων, άγνενει τε εαυτόν, δε- 
»διώς ιό ■&εΐον, καΐ άφέξεται, ών εϊρηται εν τω νόμω, έλπίζων ούτως 
»άν οίρ'.'^τοί πράςειν». 

«Έάν δε τις άκων άποκτείνΐ] ελεύθερον, νπεξελ^έτω τον ενιαυτόν' 
»έάν δε τις άκων άποκτείνγ] ξένον, φευγέτω καΐ τήν του ξένου χώ- 
»ραν τον ένιαυτόν καΐ έάν τω νόμω ό καταδικασθείς πείθηται καΐ 
»φύγγ], (5 συγγενής τοΰ φονευθέντος συγγνώμην παρεχέτω (τήν αι- 
»δεσιν)" έάν δε δ φονεύ; κατέλθγ^ έκ τής έςορίας -ρδ τοΰ νενομι- 
»σμένου γ^ροΊΟΧ) καΐ ακάθαρτος εισέρχηται εις τα ιερά, ό συγγενής 
»τοΰ φονεθέντος φόνου δίκην επεξίτω τφ κτείνηντι καΐ τά τιμωρήματα 
» διπλά έστω τω όφλόντι ήτοι διετής φυγή' έάν δε ό συγγενής τοΰ 
»παθόντος μή έπε;•'ττ] τω παθήματι, ό βουλόμενος καταγγέλλων αυτόν 
ί^πέντε ετη τής πατρίδος άποσ/έσθαι άναγκαζέτω' έάν δε μέτοικος 
» ξένον των έν τή πόλει άκων άποκτείντζ], άπενιαυτιοάτω• έάν δε 
άξενος ξένον ή μέτοικον ή άστόν άκων άποκτείνγ^, ισοβίως είργέσθω 
»τής χώρας' έάν δε κατέλθτ^ παρανόμως, οΐ νομοφύλακες θανατούσθων 
^>καΙ τήν ούσίαν αύτοΰ τω συγγενεΐ τοΰ παθόντος παραδιδόντων (1)». 

'Ός δ' αν άκων τρώστ(], το βλάβος άπλοΰν άποτινέτω* τύχης γάρ 
νομοθέτης ουδείς ικανός άρχειν (2). 

Φόνος ■&υμφ. Μετά δε τοΰτο εξετάζει ό φιλόσοφος έν λεπτομέρεια 
καΐ τον «χ ϋυμοΰ φόνον, δν μεταξύ τοΰ ϊν.0'^(ί'.0'^ και τοΰ ακουσίου 
τάσσει και κατά τήν φράσιν αύτοΰ < άκων μεν άδικος, εκών δε αδι- 
κεί»• τοΰ δε θυμοΰ διακρίνει δύο περιπτώσεις, τήν μεν, δταν εξαίφ- 
νης ευθύς και άπροβουλεύτως κτείνη, δτε καΐ μεταμελεται ο δράσας' 
τήν δε, δταν θυμω τις άποκτείνη ούχΙ ευθύς, άλλ' 'ύ^ζτεροΊ μεταδιώ- 
κων καΐ ζουληθείς, δτε και άμεταμέλητος φαίνεται" διό κατά τόν φι- 
ΚΟ'ΖΟ^ΟΊ ό μεν θυμω άπροβουλεύτως κτείνας (3) δυο ετη φευγέτω, ό 
δε εν επιβονλγΙ φευγέτω τρία' έάν δε ό φυγάς κατελθών ομοιον φό- 
νον διάπραξη, φευγέτω άειφυγίαν κατελθών δε παρά τόν νόμον, 
ϋανατονοϋω' έάν δέ τις μήτε φεύγη μήτε καθαίρηται τόν καθαρμόν 
κατά τόν νόμον, ό βουλόμενος καταγγέλλει και τόν φονέα καΐ τόν 

(Ι) Ιΐλάτ. Νο,α. 806. 

(2) ΙΙλάτ. Νϋ[χ. 878 Β. 

(3) Πλοίτ. Νόα. 808. 



272 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΤ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

συγγενή τοΟ φονευθέντος, τον μή έπεξιόντα τω φονεϊ δίκην, την δε 
χρηματικήν ζημίαν, ήν εκείνος καταδικαζόμενος έκτίνει (το εκτει- 
σμα), ό καταγγέλλων λαμβάνει. 

εάν δε οοϋλος θυμω κτείνη τον δεσπότην ή άλλον ελεύθερον, οί 
προσήκοντες τοΰ θανατωθέντος ^ανατοϋσιν αυτόν, δπως αν εϋέλω- 
αιν{\)' εάν δε πατήρ ή μήτηρ το εαυτών τέκνον πληγαϊς κτείνωσι, 
τρεις ένιαυτούς φευγόντων ωσαύτως τριετή φυγήν φεύγει καΐ όταν 
άνήρ τήν γυναίκα ή ή γυνή τον άνδρα δι' δρχτι^/ κτείνη ή αδελφός 
άδελφόν ή καΐ ή αδελφή τον άδελφόν άλλ' εάν τις πατέρα ή μητέρα 
θυμω κτείνη, θάνατος ή ζημία. 

Και ό Αριστοτέλης οέ διευκρινεΐ τά οιά θυμόν αδικήματα* κατά 
τον Σταγιρίτην έχει μέν τις τήν έπιστήμην ενίοτε, αλλά δεν ποιείται 
χρήσιν αυτής και κατά τήν φράσιν του φιλοσόφου τοιούτος έστιν, 
«ώστε και εχειν πως καΐ μή εχειν», οίον ό καϋεύδων καΐ μαινόμε- 
νος και οινωμένος' διό καΐ συγγνωμονικώς πως έχει προς τά εκ θύ- 
μου αμαρτήματα* ό θυμός, λέγει, «εοικεν άκονειν μέν τι τοΰ λόγου, 
παρακούειν δε, καθάπερ οι ταχείς των διακόνων, οί πρΙν άκούσωσι 
παν τό λεγόμενον, έκθέουσι διά προθυμίαν, είτα τοΰ προστάγματος 
άμαρτάνουσιν δταν λ. χ. ό δεσπότης εϊπη «δός μοι», εκείνοι προ τοΰ 
άκοΰσαι δ δει δούναι, έδωκαν καΐ έν τη δόσει διήμαρτον πολλάκις 
γάρ δέον βιβλίον δοΰναι, γραφίδα έδωκαν* ομοίως δε και οι κύνες, 
πριν σκέψασθαι, ει φίλος ό προσερχόμενος, αν μόνον ψόφον άκούσω- 
. σιν, υλακτοΰσιν* ούτω δε και ό θυμός διά θερμότητα καΐ ταχύτητα 
φυσικήν άκουσας μέν, ουκ έτιίταγμα δ' άκουσας, όρμα προς τήν τι- 
μωρίαν ουκ άναμείνας πότερον δει ή ου δει και δτι ούχ ούτω σφό- 
δρα τιμωρήσασθαι* ή τοιαύτη δε προς όργήν ορμΎ], ήπερ δοκεΐ ορ- 
γής άκρασία, δεν είναι λίαν έπιτιμγ]τή κατά τόν Σταγιρίτην (2)* 
πολλάκις δε καΐ κληρονομική ή τοιαύτη προς όργήν δρμίι φαίνεται, 
ής παράδειγμα μνημονεύει ό αυτός φιλόσοφος* «δικαζόμενός τις, δτι 

(1) "Ωστε άκριτος ! ν.α.τα. τόν φ(λ6σοφον ό τοιούτος θανατοΰται και υπό των συγγε- 
νών τοΰ παθόντος• ό δε Αττικός νόμος έκέλευε μηδένα κτείνειν ακριτον, τόν δε κε- 
κριμένον μόνον αϊ άρ);αί θανατοΰσιν. Σημειωτέον δ' δμως, οτι χαί ό Πλάτων μόνον 
τόν δοϋλον τόν θυμω φονεύοντα τόν έαυτοΰ δεσπότην η ελεύθερον πολίτην παραδίδει 
ακριτον εις τους συγγενείς του φονευθέντος, Γνα θανατώσωοιν αυτόν, δπως αν Ιθέλωσιν. 
[1ρ6λ. σελ. 269 σημ. 2. 

(2) Ήθικ. Νικομαχ. 1147α, 11496 καί Ήθ. Μίγάλ. 12026. 



« 
» 



Π01ΝΑ1 ΤΟΤ ΦΟΝΟΓ 273 

τον πατέρα ετυπτεν, άπολογούμενος Ιφη• καΙ γάρ ούτος τόν έαυτοΟ 
Ιτυπτε κάκεϊνος τόν άνωθεν καΐ το παιοίον οείςας καί οντυς έμέ, 
εΐ-εν, δταν άνήρ γεννάται• συγγενές γαρ ήμΐν ταΰχο• καΐ ό έλκόμε- 
νο; ύπό τοϋ υίοΰ παύσασθαι έκέλευσε προς ταΐς θύραις• καΐ γαρ αυ- 
τός εϊλκυσε τόν πατέρα μέχρις ενταύθα καΐ τό δικαατήριον ήθωω- 
σεν αυτούς• Ζο-/,ζ.Ιν γαρ τοις οικασταΐς φυαικήν είναι τΫ^ν άμαρτ''αν(1)*. 

Φόνος ονγγνωοτός. Ενίοτε οέ καΐ συγγνωστόν τόν φόνον και άπηλ- 
λαγμένον πάσης τιμωρίας τόν φονέα άνεγνώριζεν ή Αττική νομοθε- 
σία, δτε δηλαδή ό φόνος ακούσιος έγίνετο" και ό περί χοΰτου νόμος 
διεσώθη πάρα τω Δημοσθένει λέγων" 

«εάν τις άποκτείνη έν άθλοις άκων ή εν όδω(2) καθελών ή εν πο- 
»λέμω άγνοήσας .... τούτων ένεκα μή φεύγειν τόν κτείναντα(3)». 

Σαφέστερον δέ ταΰτα νομοθετεί ό Πλάτων λέγων τάδε• 
ει τις έν άγώνι και άθλοις δημοσίοις άκων εΤτε παραχρήμα εϊτε 
και έν ύστέροις χρόνοις εκ των πληγών άπέκτεινέ τίνα φίλιον ή 
»κατά πόλεμον ωσαύτως ή κατά μελέτην των προς πόλεμον, ποιου- 
.»μένων άσκησιν των αρχόντων, ψιλοίς σώμασιν ή μετά τίνων οπλών 
»άπομιμουμένων τήν πολεμικήν πράςιν, έστω καθαρός(4)». 

Ό Αττικός νόμος απέλυε τοϋ ακουσίου φόνου καΐ τόν ίατρόν, 
έάν τίνα θεραπεύων άπέκτεινεν άκων ό νόμος δ' ούτος διεσώθη παρά 
τω Άντιφώντι (δ)' ώς προς τοϋτο συμφωνεί κχΐ ό Πλάτων νομοθετών 
»ίατρών τε πέρι πάντων, έάν ό θεραπευόμενος ύ7:' αυτών ακόντων 
»τελευτα, καθαρός έστω κατά τόν νόμον(6)». • 

Τέλος είτε ακούσιος ό φόνος ην εϊτε εκούσιος, ουδεμία δικαστική 
δίωξις κατά τοϋ φονέως ύπό τών προσηκόντων τω παθόντι έγίνετο, 
έάν ό παθών αυτός. πρΙν τελευτήση, συνεχώρει πεισθείς τω δράσαντι" 
περί το'3Χθ•3 έχομεν τήν σαφεστάτην δήλωσιν παρά τω Δημοσθένεΐ' 
«απάντων δηλαδή τών φονικών άδικημάτο^ν τών τε ακουσίων και 
εκουσίων δρος κηΐ λναις τοΙς τταθοΟσι τέτακται το τιειαϋέντας άφεΐ- 

(1) Αυτόθι. 

(2) Έν όδφ χαθελών=£ν ένίδρα. 

(3) Δημοσθ. ΚΓ', 53 σίλ. 637. 

(4) Πλοίτ. Νομ. 865. 

(5) Αντιφών τίτραλογ. Δ', γ ', 5. 

(6) Πλάτ. Νομ. 865 Β. 

ΑΘΗΝΑ. ΤΟΜ. λ', 18 



274 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ- Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

ναι και τοΟτο ούτοι το δίκαιον εν πασιν ισχύει, ωατε εάν τις κατα- 
δικάαας τινά ακουσίου φόνου καΐ σαφώς άποδείξας αυτόν μή καθα- 
ρών, μετά ταύτα συγχωρήσττ] (αίδέσηται) καΐ άφγ] (τον καταδικα- 
σθέντα), ούκέτι κύριος να φυγαδεύσττ] πάλιν αυτόν εκ της πόλεως" 
ουδέ γε εάν ό παθών αυτός άφ•^ τοΰ φόνου, πριν τελευτησαι, τόν 
δράσαντα, ούδενι τών υπολειπομένων συγγενών εςεστιν έπεξιέναι, 
άλλ' ους αν έκπίπτειν και φεύγειν, αν άλίσκωνται (=καταδικάζωνται), 
και τε^νάναι τάττωσιν οι νόμοι, τούχους. εάν άφεθώσιν υπό τοΰ πα- 
θόντος, άπας απάντων εκλύει τών δεινών τοΟτο τό ρημα(1). 

Ό Πλάτων δ" δμως εν τοις Νόμοις αύτοΟ φαίνεται αυστηρότερος 
καΐ ως προς τοϋτο' διότι καΐ εάν ό παθών άφη (=συγχωρήση) τόν 
φονέα, πάλιν επιβάλλει την ενιαυσίαν φυγήν καΐ τόν καθαρμόν ιδού 
δε καΐ ή ρήσις τοΰ φιλοσόφου" «εάν δ' άρα τολμήση τις, ώστε τών 
γεννητόρων τινά νά κτείνη, εάν δ τελευτήσας, πρΙν άποθάνη. τόν 
δράιτην τοΟ φόνου άφιη εκών, καθάπερ οι τόν άκούσιον φόνον 
έςεργασάμενοι, καθαρθείς και τάλλα, όσα περ εκείνοι, πράςας. κα§α- 
»ρός έστω ταύτό δε τούτο έστω περί άπάσγις τών τοιούτων φόνων 
» αφέσεως" . . . εάν δ' όστιςοΰν ότωοΰν άφιη τούτο εκών, ως ακουσίου 
» γεγονότος τοΰ φόνου, οί' τε καθαρμοί γιγνέσθωσαν τω δράσαντι καΐ 
»ένιαυτός εις έστω τ'^ς έκδημίας εν νόμω(2)». 

Ου μήν αλλά και την ανιοκτονίαν ο αρχαίος νομοθέτης δεν παρ- 
εϊδε' διότι τιμωρεί και τόν αύτοκτονοΰντα ώς την πόλιν άδικοΰντα' 
διότι την χείρα, την τό κακούργημα διαπράξασαν, χωρίς τοΰ άλλου 
σώματος εθαπτον(3;' ό δε ΙΙλάκον καΐ ώς προς τούτο αυστηρότερος 
τ/]ς Άττικγ/ς νομοθεσίας εγένετο' διότι κατά τόν φιλόσοφον «δς αν 
» εαυτόν κτείνη, θαπτέσθω κατά μόνας καΐ άνευ μηδενός συντάφου 
»έν τη χέρσω έρημία καΐ άνωνύμω και άκλεώς άνευ επιτύμβιων στη- 
»λών καΐ αναγραφής τοΰ ονόματος αύτοΰ»• καταδικάζει δε τόσον 
αυστηρώς την αύτοκτονίαν. την γινομενην άνευ τινός σπουδαίας αι- 

(1) Ληιχοσθ. ΛΗ',59 5.983. 

(2) ί1λά:ων Νομ. 869 Α-Ε. 

(3) 'Αριστοτέλ. "ΗΟικ. Νιχομαχ. 1138α 1'2 διο και ή ;:όλι; ζημιοί τόν «ύτοκτο• 
νοΟ'ντα χαί τις ατιμία προ'σίστι τω εαυτόν δια»θέίραντι (ί)ς την πολιν άδκοϋντι• πρβλ. 
και Αΐσ/ί'ν. κατά Κτησιφώντ. 244. 



Π01ΝΑΙ ΤΟΓ ΦΟΝΟΙ" 275 

τίας ηθικής ή φυσική; και έ; άνανδρίας' οιότι τιμωρεί εκείνον, ος 
αΐ' έηντόν κτείνη «τήν τής ε:μαρμένΥ|ς [3ία άποατερών μοϊρχν μήτε 
»πόλεως ταςάαης οίκτ^) μήτε περιωούνω άφύκτω προσπεαούσγ^ ■^'^/"(/ 
»άναγκασθεΙς μηοέ αισχύνης απόρου καΐ αβίου μεταλαχών, αργία 
»δέ άνανδρία; δειλία έαυτω οίκην άδικον έπιθή(Ι)». Των δε Κυ- 
τζρίων νόμος τις έκέλευεν. ί'να ό άποκτείνϋ)ν εαυτόν άταφος [δίπτηται, 
ως ιστορεί Αί(ον δ Χρυσόστομος(2). Κατά δε τον Φιλόστρατον οί "Ελ- 
ληνες εν Τροία τον Αι'αντα εί^αψαν καταθέμενοι εις τήν γήν καΐ ούχι 
κηύηαηες, επειδή κατά τόν Κάλχαντα δεν ήτο δαιον, ί'να πυρι θά- 
πτωνται όί εαυτούς άποκτείναντες (3). 

Αξιοσημείωτος δε μάλιστα φαίνεται και ό των Μιλησίίον νόμος 6 
τή συμβουλή νουνεχούς ανδρός ψηφισθείς κατά των παρθένίον τής 
πόλεως, ας δι' άλλόκοτόν τι πάθος περιμανής προς άγχόνην και τόν 
θάνατον δρμή κατέσχεν επειδή δε πολλαι άπηγχονίζοντο λανθάνου- 
σαι και ούτε λόγοι και δάκρυα γονέ(ον ούτε άλλο τι μέσον έπείχεν 
αύτάς του αύτοκτονεΐν, έψηφίσθη νόμος τάς άπαγχομένας γυανάς 
εκκομίζεσϋαι δια της άγοράς' ούτω δέ τήν θανάτωσαν εκείνην των 
7ΐ(ΐρ{^ένων όρμην και τήν κρος τόν θάνατον περιφρόνησιν κατέπαυσεν 
ή τής άόοξίας ευλάβεια μόνη και ό νηολογιομος τον αίοχρον, μηδέ 
τήν μετά ϋάνατον αίοχύνην υπομεΐναι δυνάμενος» (4). 

Η' Φόνος δίκαιης, νόμιμος. Άλλ' ει καΐ μιαρόν το άνθρωποκτονεϊν 
ή Ελληνική συνείδησις ένόμιζε καΐ λίαν άξιόποινον τοΰτο υπό τής 
Αττικής νομοθεσίας εκρίθη, δμως ενίοτε και το Άττικον δίκαιον συγ- 
γνωστόν τό /.τείνειν άνεγνώριζε καΐ άτιμώρητον τόν φονέα' αυτός ό 
Αράκων εν τοις φονικοίς νόμοις φοβερόν κχτασκευάζων και δεινόν 
τό φονεύειν ^,ν^ρωκΟΊ καΐ γράφων ι^α εΐργηται χέρνιβος ό άνδροψόνος. 
ίερίον, άγορας και πάντα τάλλα διελϋών, δι' ών μάλιοια ένόμιζεν, 
υτι δύναται να έπίοχΐ] τινά τον τοιούτον τι ποιεΐν, δμως ονκ άφεί- 
λετο την του δικαίου τάξιν, άλλ^ εϋηκεν έψ' οϊς εξεΐναι κτείνειν 
καν ούτο) τις δράογ], καϋαρον διώριοεν είναι (ζ>). Κατά τήν τοΰ Λη- 

(1) Πλάτ. Νομ. 873 0. 

(?) Δ'οιν Χρυ3'ίσ:οα. λογ. 63 σελ. 592. 

(3) Ήοωίχ. XII, 1. σίλ. 315. 

(4) ΙΙλούτ. γυναιν. άρετ. σελ. 249 Β. 

(5) Δηαοαθ. Κ ', 158 σελ. 505. 



276 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓαΡΔΙΚΑ 

μοαθένους μαρτυρίαν τους αρχαίους νομοθέτας έπΙ πολύν χρόνον άπη- 
σχόλησε το ζήτημα, εον νπάρχΐ] και τις φόνος δοιος και δίκαιος, 
άπαντες δε οννεφώνηοαν περί τούτου καΐ σαφώς κα'&ωρίο&η εν τ^ 
' Αττική νομοϋεοία έφ^ οΐς εξεστιν άποκτεΐναιί 1)' οΰτω ο' ό νόμος έκέ- 
λευε το νηποινεΐ κτείνειν, δταν τις έν άμύνη ευρεθν]" διότι το τών 
χειρών αδίκων κατάρςαντα κτείνειν εθεωρείτο καθαρόν καθάπερ και 
το τόν πολέμιον άποκτεΐναί" ο περί της αμύνης νόμος υπό τοΰ Δρά- 
κοντος τεθείς έσώθη παρά τω Δημοαθένει έχων ώδε* 

«ίίΐν φέροντα ή άγοντα βία αδίκως εϋ'&νς αμυνόμενος κηίντ], νη- 
ποινει τε'&νάναι(2)» . Έρμηνεύων δε την άμυναν ό ρΎΐτωρ ορθώς πα- 
ρατηρεί, δτι ό νομοθέτης δια μεν τοΰ προαγράψαι τό ενύνς άφείλε 
τον τοΰ βουλεύσασθαι κακόν τι '/^ρόνοΊ, προσθείς δε ιό αμυνόμενος, 
τω πάσχοντι μόνον έδωκε την έξουαίαν του κτείνειν, ούχΙ δε καΐ άλλω 
τινί' καΐ επάγεται ό ρΎ(ΐΐϋρ^ δεν ήθελεν είναι δεινάν, ω γη καΐ θεοί. 
καΐ φανερώς παράνομον ου μόνον παρά. τόν γεγραμμένον τοΰτοΊ νό- 
μον, άλλα καΐ παρά τόν κοινον απάντων ανθρώπων, τόν άγοντα ή 
φέροντα βία τάμα έν Ίζο'/.ζ^^ΐον) μοίρα μη έξεΐναί μοι άμύνεαθαι(3) ; 

Άλλ' εάν τις έν τη άμύνη, καίπερ δυνάμενος να σωθη προφυλατ- 
τόμενος, άπέκτεινε, τότε έτιμωρείτο' ούτως οί Αθηναίοι κατεδίκα- 
σαν τόν Εύαίωνα, δτι έν δείπνψ καΐ συναναστροφή μετά πολλών πλη- 
γείς έν όργη άπέκτεινε τόν ύβρίσαντα' έάλο^ δε μια μόνον ψήφφ' 
ώστε οί μεν τών δικαστών κατεψήφισαν. δτι υπερέβη τά δρια της 
αμύνης καΐ άπέκτεινεν οΐ δε άθωοϋντε; αυτόν και ταύτην την ύπερ- 
βολήν της αμύνης και τ/^ς τιμωρίας ενέκριναν (4). 

"Αμυναν έτι νομίζει ό νομοθέτης και δταν έπιτρέπη νά φονεύη 
τι: καΐ τόν νύκτωρ έπιχειροΰντα νά κλέπτη" ό νόμος δ' ούτος τοΰ 
δόλωνος ών έχει ώδε' 

»ζΙ δέ τις νύκτωρ ότιοΰν κλέπτοι και άποκτείναι τοΰτον έςείναι και 
διώκοντι τρώσαι και άπαγαγείν τοίς ένδεκα, ει βούλοιτο(δ)». 






(1) Δη[Λοσθ. ΚΓ', 74 αιλ. 644. 

(?) Δημοσθ. ΚΓ', 60 σ. 639. ΟΙΑ, Ι, 61. Άντι^ίών τετραλογ. Γ. και Ι.ίρίίϋβ 
Ι)9«< ΑΙΙ. Κβ^^1ι Ε(ίθΙιΐ8Γ3ΐΐΓβη 19Ι?ι σ. 615-618. 

(3) Δημοσθ. ΚΓ', 61. 

(4) Δημοσθ. ΚΑ', 71-77. 

(δ) Δημοαθ. ΚΔ', 1!3 σελ. 7.36. 



« 



ΠΟΙΝΑΙ τον ΦΟΝΟΓ 277 

"Αμυναν ετι έν ευρύτερα σημχσία ό νόμο; έΗεώρει κελεύων καΙ 
τον μοιχόν έτ:" αυτοφώρω κτείνειν τυγχάνει δε καΐ ό νόμο; ούτο; 
παλαιό; καΐ ά-ό τοΟ Δράκοντο; ών έχει δε καΐ ούτος ώδε• 

Έάν τις άποκτείνιτ) έπΙ οάμαρτι ή έ-Ι μητρι ή έπ' άδελφ-ί| ή έπΙ 
θυγατρί ή έπΙ παλλακ-^ί, ην αν έπ' ελεύθεροι; παισίν έχη, τούτων 
ένεκα μή φεύγειν κτείναντα (1)». Κατά τον νόμον δε τοΟτον άπέ- 
κτεινεν ό Εύφίλητο; τον Ερατοσθένη και τον φόνον τούτου ώ; 
ύπόθεσιν έχει ό Α' λόγο; του Αυσίου «υπέρ του Έρατοσθενου; φό- 
νου ' τδν νόμον τοΟτον έρμηνεύων ό ρήτωρ προσέθηκεν(2; ν^αύτω 
τω δικαστηρίω, τω έξ "ΆρείοΌ πάγου, ω καΐ πάτριόν έστι και έφ' ημών 
άποδέδοται του φόνου τα; δ-'κα; δικάζειν. διαρρήδην ειρηται μή κατα- 
γιγνώσκειν φόνον τούτου, δ; ο^ν έπΙ δάμαρτι τη έαυτοΰ μοιχόν λαβών 
άποκτείνη" καΐ ούτω σφόδρα ό νομοθέτη; έπΙ ταϊ; γαμεταΐς γυναιςΐ 
δίκαια ταΰτα ήγήαατο είναι, ώστε και έπΙ ταΐς παλλακαϊς (3), ταΐ; 
έλάττονος άςίαι;, την αυτήν δίκην έπέθηκεν. 

Τήν αμυναν δε ταύτην έςαίρων καΐ δ Δημοσθένη; παρατηρεί" ορθό- 
τατα τόν άμυνόμενον φονέα ό νόμο; άθώον ποιεί" διότι «όπερ ών τοΐ; 
πολέμιοι; μαχόμεθα, ι'να μή πάσχωσιν ύβριστικόν μηδ' άσελγέ; μηδέν, 
υπέρ τούτων και του; φίλιους, έάν παρά τόν νόμον ζΐς αυτού; ύβρί- 
σωσι καΐ διαφθείρωσιν. εδωκεν άποκτεΐναί" επειδή γάρ ού γένος έστι 
φίλιων και πολεμίων, άλλα τά πραττόμενα έ:εργάζεται τούτων εκά- 
τεροΊ. τους έχθρα ποιοΰντα; έν έχΒροΰ μέρει κολάζειν άπέδωκεν ό 
νόμος» (4). 

Υπέρ τη; πόλεως άμυνα πάντω; εθεωρείτο και τό τόν έχθρόν του 
δήμου και τόν κεκηρυγμένον προδότην άποκτείνειν" ό τοιούτο; φονεύ; 
κατά τόν νόμον ήτο καθαρό; καΐ όσιο; καΐ τό άποκτείνειν του; 
τοιούτου; ευαγές (δ). 

(1) Δημ. ΚΓ'. 53 σ. ^37. Πρβ). χα• τον ίν Τενέδω νομον, ο; Ηχέλευε τόν καταλαα- 
όάνοντα μοιχονς άναιρεΐν ηελέχει άμφοτίρονς. "Αριστοτε'λ. Άποσπ. 551 β. 1569» 25. 
(?) Λυοίβ: Α', 30 — 31. 

(3) Τό: μέν εταίρας τ;οονή; ενίχεν ϊ/οαεν, τός οε παλΑακσς τη: κιθ' ^,ι^έρ»ν 0?ία- 
ττείας, τά; οέ γ•^ναΤ/.■ϊ: (τός γαμετά;) του παιδοπο-εϊσθαι γνητΌ): κα! των 'ε'νζον φΰλοικι 
π.σττ,ν ε/.ειν. Δημ. ΝΘ', ηΐ '^Ο,. 1388. 

(4) Δημοσθ ΚΓ' ^^Ρ< σελ. 638. 

(5) Δημ. Θ, 42-46 σελ. 12"2' — έάν τι; δημονίοατίαν καταλύη τήν Άθιίνησι.... 
πολί'μιος εστΌ Αθηναίων χαί νηποινεΐ τεθνάτοι και τα χρίσματα αύτοϋ δημοσία ίίστι.) 



278 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ι'. ΓαΡΔΙΚΑ 

Ό περί της αμύνης νόμος κατά την Έλληνικήν άντίληψιν οΰτω 
παλαιός φαίνεται καΐ γενικώς ανεγνωρισμένος, ώστε ό μΰθος αυτόν 
εις τόν ΤαδάμανΒυν άνήγεν διότι κατά τόν "Απολλόδωρον (1) νόμος 
'Ραδαμάνθυος ελεγεν ^ δς άν άμύνηται τόν χειρών άδίκο)ν κατάρξαντα, 
άθώον είναι». ΚαΙ ύπό του Σοψον.ΙίοΌς δέ ό νόμος της αμύνης ανά- 
γεται εις τους μυθικούς '/^ρόνοοζ' διότι ύπό του τραγικού εισάγεται 
ό Οιδίπους δμοΐο^ών μεν δτι έφόνευσεν. αλλά σύν δίκη τινί" διότ^, 
ευρεθείς εν τη άμύνη άπέκτεινεν" νόμίρ όε καϋαρος 6 τοιούτος φονεύς 
κατά τόν ποιητήν(2;. 

Την άμυναν δέ καθιέρωσεν ό Ελληνικός νόμος, διότι ή προς τό 
άμύνεσθαι ροπή καΐ προθυμία δηλοΙ την φιλοτιμίαν και τό εύέςαπτον 
του αμυνομένου* ή δέ τοιαύτη ορμή και οργή επαινετή κατά τόν 
"Αριστοτέλη" διότι κατά τόν φιλόσοφον οί μή όργιζόμενοι έφ' οίς δεΙ 
καΐ δτε δεΐ, ηλίθιοι δοκοΰσιν είναι καΐ αναίσθητοι" διό και ήκιστα 
αμυντικοί• κατά τόν Σταγιρίτην μάλιστα τό νά άνέχηταί τις προπηλα- 
κιζόμενος καΐ τους οίχείουζ (περιοράν) μετ' αδιαφορίας νά βλέπη 
προπηλακιζομένους άνδραποδώδες. Τόν υπέρ της αμύνης νόμον και 
εν μείζονι μάλιστα της Αττικής νομοθεσίας κλίμακι αναγνωρίζει καΐ 
ό Πλάτων (3). δς εν τοί: έαυτοΟ νόμοις παρέχει τάς εξής λεπτομε- 
ρείας" «αδελφός εάν άδελφόν κτείνη εν στάσεσι μάχης γενομένης ή 
»τινι τρόπω τοιούτφ, αμυνόμενος άρχοντα χειρών αδίκων πρότερον. 
»κα§άττερ πολέμιον κτείνης καϋηρος εητω' ωσαύτως δέ καΐ πολίτης 
»πολίτην εάν άποκτείνη ή ξένος ξένον, έ'τι δέ και αστός ξένον ή ξέ- 
»νος άστόν αμυνόμενος κτείνη και δούλος οοϋΧοΊ, κατά ταύτα κα- 
»θαρός έστω' μόνον δέ εις τόν οο\)),οί δ φιλόσοφος δέν επιτρέπει τόν 
ελεύθερον εν άμύνη κτείνειν διότι τω δούλω θάνατος ή ζημία επί- 
κειται" διότι ί οοΰ'/.ος προς τόν ελεύθερον έχει καθάπερ τό τέκνον 
τζρόζ τους γονείς. 

Ό φιλόσοφος μάλιστα εν τη νομοθεσία αύτοΟ κελεύει μή μόνον τόν 
φώρα νύκτωρ εις οικίαν είσιόντα νά κτείνη τις ώσπερ καΐ ή "Αττική 

ό δέ άζοχ.ζΐϊ'νας τόν τιΰτα ποιησαντα ό'οίοί εσιω «α< εναγής (νομός τ.λο Ανδοχιο. 
Γ. ανιστηρ. 9()Ι. 

(Ι) Άπολλοδιορ. Β'. δ'. 9. 

("2) Σοφοχλής Οίδί;;. Κολοιν. 548. 

(3) Πλάτ. Νοα. 8ό0 Ο. 



« 
» 
» 



Π01ΝΑ1 τον ΦϋΝΟΤ 279 

νομοθεσία, άλλα και τον λωποδύτην αμυνόμενος• κατ' αυτόν τον 
•ζρόποΊ άποκτεΐνίον τις ό,οΒώς δύναται να άποκτείν^ και ό κτείνας 
καθαρός νομίζεται. Ή νομοθεσία τοΰ φιλοσόφου -ροσέθηκε και τόδε" 
«εάν τις έλευθέραν γυναίκα βιάζηται ή τ:α1δα περί τα αφροδίσια. 
>>νηποινεΙ τεθνάτω ύτϊό τε του ύβρισθέντος ι^ιαίω; -αιδός και ύπό τοΰ 
»πατρός ή των αδελφών ή των υίών της ϋβρισθείσης• καΐ εάν τις 
»άνήρ έπιτύχη ττ^ γ^^μετη γυναικί βιαζομένη κτείνας τόν ;3ιαστήν 
> καθαρός έστω έν τώ νόμω. 

Εν ω δε κατά τήν Άττικήν νομοθεσίαν εάν αυτός κινόννεύων άπο- 
κΐΐίτγΐ αμυνόμενος, καθαρός έστι, κατά τήν τοΰ φιλοσόφου καθαρός 
φόνου γίνεται καΐ ό Οπερ των οικείων κινδυνευόντων αμυνόμενος και 
κτείνων τινά' διότι ό φιλόσοφος λέγει. 

Ετι δε και εάν τις ,υοηθών τω έαυτοΰ πατρι κινδυνεύοντι θανάτου 
κίνδυνον μηδέν άνόσιον δρώντι ή τη μητρί ή τοις τέκνοις ή τοις 
άδελφοϊς ή και τη γυναικί κτείνη τινά. πάντως καθαρός έστι και 
»ούτος(1). 

Ή Αττική νομοθεσία καθαρόν φόνου έθεώρει και τόν άποκτείνοντα 
τόν ^Ίορο^όνοΊ φυγάδα, δς ει; την πατρίδα παρά τόν νόμον κατήρ- 
χετο (2)" τοχ)ΧθΊ δ" έδύνατό τις ή αυτός να κτείνη ή και προς τους 
άρχοντας τους θεσμοθέτας νά άπαγάγη, όπως εκείνοι θανατώσωσιν 
αυτόν ουδαμώς δ" δμως έπετρέπετο νά κακοποιή αυτόν ή και /ρή- 
ματα νά λαμβάνη (άποινα'ι. όπως μή τόν καταγγείλη. 

Θανατική ηοινη. 

Ήδη δε έιεταστέον έκάστην τών μεγάλων ποινών ή ζημιών (^). 
τών έπιοαλλομένιον είς τους φονεϊς' και τζρίύτοΊ ώς προς τήν βαρυ- 
τάτην πασών ήτοι τήν ϋανατικίρ άςιοπαρατήρητόν εστίν, δτι προϊόν- 
τος τοΰ πολιτΐ3μοΰ έν Ελλάδι ολίγον τι περιορίζεται, έν δε τη υψίστη 
τοΰ Έλληνικοΰ πολιτισμού ■/.^^ρ'^^x>'^ ούδ' ή έλα/ίστη αμφιβολία έπι- 

(I) Πλάτ. Νοα. 874 Ο. 

{■?) Ληιιοαθ. ΚΓ' "28 5ελ. 629 τόν άνδροφόνον εξεΐναι άποκτείνειν εν τη ήμεδαπγΙ 
και άπάγειν. . . λνμαίνεσ&αι δε μή, 'χτ,^Ι άποινάν. 

(3) «Ζτιαίιν ου ΤΓ,ν =ί; χρήματα αονον ίχάλουν, Λλλα και την εις το αώμα' έί'η 
ί αν ι/, τούτ'ον και τό ήτιμώα&αι. πεφυγαδεναύαι, τε^ανατώοϋαι , κεχι?Λώσ&αι* . 
Πολυδεύχ. Η', 22. 



280 ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝΟΤ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

φαίνεται ώς προς τήν σκοπιμότητα της ποινής ταύτης" τό θανατοΟν 
έθεωρήθη εν Ελλάδι ό ασφαλέστατος καΐ εύκολώτατος τρόπος του 
καταστήσαι τον κακοΟργον άβλαβη καΐ άκίνουνον εις τήν κοινωνίαν 
διό και ουδ' έζήτηααν να σταθμήσωσι λεπτομερώς καΐ διαβαθμίσωσιν 
ακριβώς τήν μεταίύ ποινής κηΐ ένοχης σχέσιν οι ρήτορες μάλιστα 
της Αττικής περιόδου καΐ ακμής συχνότατα συνιστώσι τήν θανατικήν 
ποινήν χάριν τοΰ κοινή συμφέροντος (1)' τήν ποινήν δε ταύτην έχουσι 
προχειροτάτην καΐ έπΙ τοις μικροτέροις τών αδικημάτων οΰτω λ. χ. 
νόμος τις ϋ^άνατον τό επίτιμων ώριζεν, εάν τις όφείλων τφ δημοσίφ 
οι.ρ^/Ί^(^2). Αξιοσημείωτος δε ώς προς τοΰτο μάλιστα φαίνεται και ή 
παρά τω Θουκυδίδη εΐδησις, καθ' ην παλαιότερον καΐ τα μέγιστα τών 
αδικημάτων μαλακώτερον έτιμωροΰντο" αυξανομένων δ' 8μως τών 
κακουργημάτων ή άνθρωπότης ηυξανε και τήν τούτων τιμωρίαν, δπως 
δια τοΰ φόβου 6:-κοτρί<]^'(^ τήν προς τό κακουργεΐν ρο-κΎ\ν διό και τών 
πλείστων αδικημάτων αϊ ποιναι εις τον θάνατον προήλθον(3). 

Άλλ' ή παρά τω ίστορικω εϊδησις αύτη, ώς εικός, αναφέρεται 
εις ^^ρ6Ί0\^ς πολλώ τής γραπτής νομοθεσίας αρχαιότερους* διότι ή 
πρώτη και αρχαιότατη γραπτή νομοθεσία, ώς ή τοΰ Ζαλεύκου έν 
Αοκροΐς καΐ ή τοΰ ί^ρά.γ.ονχος εν Αθήναις, αύστηρόταται ήσαν και 
έπΙ μικροΐς άδικήμασι τήν θανατικήν ποινήν έπέτασσον. Κατά τήν 
μαρτυρίαν τοΰ Πλουτάρχου (4) ό Σόλων τους τοΰ Δράκοντος νόμους 
κατήργησε πλην τών φονικών απαντάς δια τήν χαλεπότητα και τό 
μέγεθος τών έπιτιμίων άπασι γαρ ολίγου δεΐν τοις άμαρτάνουσι μία 
ζημία έπιβάλλετο, ό θάνατος'' ώστε καΐ οι δι' άργίαν καταδικασθέν- 
τες έφονεύοντο καΐ οι λάχανα και όπώρας κλέψαντες προς τους ιερό- 
συλους και τους άνδροφόνους ο^οίΐύς ίν.ολά'ζ,οντο' διό και ό Δημάδης 
ύστερον ηύδοκίμησεν ε?πών. δτι δΓ αίματος, άλλ' ου δια μέλανος τους 
νόμους ό Δράκων εγραψεν. Και αυτός δε ό Δράκων ερωτηθείς διατι 
τοις πλείστοις άδικήμασι ζημίαν τόν θάνατον έ'ταςεν, άπεκρίνατο. δτι 
τα μεν μικρά ταύτης τής τιμωρίας άξια ένόμιζεν. έπΙ δε τοις μεγά- 
λοι; δεν είχε μείζονα" και Ζάλευκος δε ό τών Αοκρών νομοθέτης θά- 

(1) Αηα. ΚΛ', \'ι1 σελ. 561. 201 σ. 579. 

(2) Δημοσθ. Κ'. 156 «λ. 504. 

(3) Θουκυδ. Γ', 45. 

(4) Πλούΐ. β. Σόλωνος ιζ'. 



ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ 281 

νατον τήν «τιμωρίαν έταξε καΐ ε"ί τις άκρατον οΐ^ο'/ έηνε μή τφο^τά- 
»ςαντος Ίατροΰ θεραπεία; ένεκα» (1). 

Τήν αυστηρότητα δε ταύτην των ποινών δ^/αιολογεί μεν αρκούντως 
ή αρχή, ες ή; ώριιώ'ηο οί πρώτοι νομοθέται. ζητοΟντες δηλαδή τό 
κακόν και τήν άδικίαν έκ τής ρίζης να έκκόψωσιν, άλλ' υπέρ αυτής 
συνετέλεσε και έτερον τι αίτιον οτε δηλαδή οί πρώτοι νομοθέται 
έκωδικοποίησαν τα πατριαρχικά έθιμα, έζήτει ταύτοχ(Λνο)ς καΐ ή 
πολιτεία. Ινα αυτή άναλάβη τήν τιμωρίαν τών αδικημάτων, δπερ δι- 
καίωμα πρότερον είχεν αυτή ή άδικηθεΐσα οικογένεια• ϊνα λοιπόν 
ίκανοποιηθή ή οικογενειακή /.-Δ ατομική φιλοτιμία εκχωρούσα εις 
τήν πολιτείαν τα άπερ έκέκτητο ποινικά δικαιώματα, έδέησεν, όπως 
οί νομοθέται δια τής αύστηρας και δραστηρίας τιμωρίας παράσχωσιν 
τήν έγγύησιν. ότι ό ν/ο•^/(^ος δια τής νέας ποινικής δικαιοδοσίας ουδέν 
είχε νά ώφεληθή" εντεύθεν δέ και ή εν τη αρχή τής γραπτής νομο- 
θεσίας συχνότατη τοΰ θανάτου ποινή και έπΙ τοις μικροίς άδικήμασιν 
άλλ' δτε ή τής πολιτείας δικαιοδοσία ασφαλώς έγκαθιδρύθη, ή τοΰ 
θανάτου ποινή πολλών μικρών αδικημάτων και μάλιστα ιδιωτικών 
έφάνη λίαν σκληρά" τουναντίον δέ παρέμεινεν ή θανατική ποινή τών 
προς τήν πολιτείαν, τήν θρησκείαν και τήν ήθικήν εγκλημάτων. Καθ' 
δσον λοιπόν ή οικογενειακή δικαιοδοσία ύπεχώρει εις τήν πολιτικήν 
και τό πολιτικόν δίκαιον προώδευεν. εμφανίζεται και υφεσίς τις τής 
εν Ί^]λλάδι κεφαλικής ποινής (2). 

Άλλα καΐ πάλιν ή Αττική νομοθεσία, ώς και ή καθόλου Ελλη- 
νική, λίαν πρόχ^ειρον έχει τήν θανατικήν ποινήν διότι θανάτω έκόλα- 
Ιεν οϋ μόνον τα μέγιστα τών εγκλημάτων, αλλά και πολλά τών μι- 
κρότερων μέγιστα δ' εγκλήματα ένόμιζε μάλιστα τά κατά τής πολιτείας 
καΐ τής θρησκείας, ών οί ένοχοι ου μόνον αύτοι έθανατοΰντο και τά 
χρήματα αυτών έδημεύοντο, αλλά καΐ οί νεκροί αυτών έξω τής Αττι- 
κής έρρίπτοντο άταφοι (3)" εάν δέ τίνες τών κατηγορουμένο)ν έπΙ 

(1) Αίλιαν. πο(χιλ. ίστορ. II. 37" ΆΘ/)ναιος Χ, 33. 

(•?) ϋ3ΐ•βΙ)βΓ£ί - 83§Ιϊο ΌϊοΙίοηηΗΪΓβ (1β8 ΒηΙίςυϊΙβίΝ Θιβοηυβ.^Ν Τομ. IV, σ. .531. 

(3) Πλάτο.ν Πρωταγο'ρ. 3'?5 Β-0, Ξενοφ. Έλλην. Α', ζ'. ?3• Θουχ. Α', 136. "Αλλά 
κατά του βαρβάρου τούτου έθ'ΐιου, τής άταφίβς τών νΕχρών, διαμίρτυρίαν υπεμφαί- 
νουσιν ό Σθϊ.οκΑή; χαί ό Εΰριπίοη;, ό μέν £ν ττ) 'Αντιγο'ντ) αίιτοΰ (στίχ. 450-460, 
695-709, 1070-1076), ό δέ έν τί) τραγωδία αυτοΟ. ταί; Φοινίιαι; (βτίχ. 1647,1651. 
1663)." 



2Η2 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΤ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

συνωμοσία ολιγαρχική] ή τυραννικι^ μή προαχιρχοντο εις δίκην, άλλα 
διέφευγον εις τήν ξένην, καταγινώσκοντες αυτών θάνατον οι Αθηναίοι 
εττεκήρνττον χρηματικήν άμοιβήν τω κτείναντι(Ι), καΐ ό τοιούτος δε 
θάνατος επικήρυκτος έλέγετο. μέγιστον ο' αδίκημα προς τούτοις εθεω- 
ρείτο καΐ το άνθρωποκτονείν διό καΐ θάνατος ή ζημία ήν εις τον έκ 
προνοίας φόνον καΐ τήν πυρκαϊάν καΐ τήν φαρμακείαν(2). 

ΚαΙ τιρώτο'^ οΰτως αυστηρός ό νόμος ώς προς τήν θρησκείαν ήν. 
ώστε δεν ετιμώρει μόνον τήν προς τό θείον άσέβειαν και άπιστίαν 
καΐ τό Εεροσυλεΐν δια της θανατικής ποινής, άλλα καΐ εΐ' τις τάς 
ίεράς ελαίας (μορίας) έξέκοπτεν ή διέφθειρε, θανάτψ έτιμωρεΐτο(3)" 
ωσαύτως αυστηρός ό νομοθέτης ήν καΐ ώς προς τα περί τήν πο- 
λιτείαν εγκλήματα" διότι ου μόνον τα μέγιστα περί αυτήν αδι- 
κήματα έκόλαζεν άγρίο)ς, οίον τήν προδοοίαν καΐ τήν κατάλνοιν 
της πολιτείας, άλλα καΐ μικρότερα περί τήν πολιτείαν εγκλή- 
ματα θανάτω έτιμωρείτο' οϋτω λ. χ. θάνατος τό έπιτίμιον ήν τοις 
κλέπτονσί τι των δημοσίων πραγμάτων και τό φαυλότατον ετι. υπέρ 
τάς δέκα δραχμάς, κατά τόν νόμον του Σόλωνος (4). "Εκ τίνος δε 
μαρτυρία: του Ξενοφώντος δήλον γίνεται δτι ίπι τοΙς κλέμμαοι καθ- 
όλου έν τοις τοΰ όίράχοντο; καΐ τοΰ Σόλωνος νόμοι; έγέγραπτο τό 
ζημιονσϋ•αι (χρήμασι δηλονότι) καΐ δεδέο'&αι, ήν τίς άλω ποιών, καΐ 
ΰ^ανατονσ^αι τους έγχειροΟντας' καΐ κατά τόν φιλόσοφον ιστορικόν 
οι νομοθέται εκείνοι επέβαλον τάς ποινάς ταύτας βουλόμενοι τοις 
άδίκοις τήν αέσχροκέρδειαν αλυσιτελή ποιήσαι(5). 

θανάτου τιμήματι δυνατόν ήν νά τιμωρηθή καΐ ή των αρχόντων 
δωροδοκία (β), θανάτω δ' είκότως έτιμωρεΐτο ή υπέρ τών πολεμίων 
κατασκοπεία και παραφρυκτωρεία (7 ι. ώς και ή παραπρεσβεία. εϊ τις 

(Γ) Θουκ. (ι, 60, 5. πρόλ. επανειπεΐν άργνριον. 

(2) Δημοσθ. ΚΑ', 43 η. 528 Άντιφ. κίτηγορ. φαρραχείας κατά μ.ητςυιάς 20 χαϊ 27. 

(3) Λυσίας Τ' {τ.ίοι τοΰ αηκυϋΙ. 

(4) Δηα. ΚΔ'. 114 σ. ηβ, Λυσί. ΚΘ', 11. 

(5) Ξεν. Οίκον. 14. 5. 

(6| Δείναρ/. /.. Δημοσϋέν. Ηϋ α. 44 κ. Φιλοκλ. 5 ί. 93 ΙΙλοίτ. Νόα. '.)55 Δ μηδέν 
μι/,δε'να ^^ΐί ^(όροις διαχονίίν ό δε ια./) πειθόμενος άτλώ; τει^νάτω ί'οΰ; τη δίκη. 

(7) Λυσ. ΙΓ , ί57 ό ίδελβός :ούτο^ παραφρνκτωρενόμενος Ιν ^^'ζελία τοις πο/ί- 
μίοΐί ληφθε'ι; υπό Λαμά'/^'•^ άπίτυμπανίσΟη• Λημ. ΙΗ', 132-134 σελ. 271- τόν χη- 
ταοκοπον συλλαόοϋσβ ή έξ Αρείου πάγου βουλή παρέδωχε τώ δήμω. ημείς δ; στρε- 
βλίόσαντες αυτόν άπεκτείνατε. 



1 



ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ 28θ 

δηλονότι υπέρ τΫ]; πόλεω; πρεαβεύαας κατ' αύτΫ^ς καΐ όπερ τών πολε- 
μίο)ν ένήργει(Ι)" οί παραπρεσβεύααντες εθεωρούντο καΐ περί τάς τοΰ 
'ΙίρμοΟ καΙ τοΰ Λιό; αγγελίας καΐ έπίτάςεις άσεβοΰντες" παραπρεσβεία 
δ' ώααύτω; ενομίζετο. καΙ εάν τις μήτε βουλής μήτε δήμου χεφΟ" 
τονήσαντος οϊχγ|ται πρεσβεύων διό θάνατος τούτω ζημία έπεβάλλετο(2). 

Ή Αττική νομοθεσία προνοούσα και της σιταρκείας της χώρας έκέ- 
λευε τους πρυτάνεις εν τη προ)τη εκκλησία «περί σίτον και φυλη- 
κης της χώρας δείν χρηματίζειν» (8)" διό και τάς έσχάτας τιμωρίας 
έταξε τοις ναυτιλλομενοις και έμπόροις, ει τις οίκων ή μέτοικων Άθή- 
νησιν άλλοσέ ποι οιτηγήσεκν ή εις το Άττικόν εμπόριον(4)' χάριν 
τοΰ τών δημοτών σίτου ωσαύτως θανάτω εκόλαζεν ό νόμος και τους 
σιτοπώλας πννωνουμένους τον σΐτον έπι α?σχροκερδεία(5). Έκ του 
Αυσίου προσέτι δηλοΰται. δτι καΐ οί αιτοφύλακες έτι, άρ"/_οντες χάριν 
τών σιτικών νόμων καθιστάμενοι, μή δυνάμενοι να προλάβωσι τήν 
αίσχροκέρδειαν τών σιτοπωλών. θανάτω καΐ εκείνοι έτιμωρούντο(6). 

Άλλα μην και ή κιβδηλεία ήτοι ή τοΰ νομίσματος διαφθορά θα- 
νάτω έτιμο)ρεΙτο" καΐ ο νόμος ούτος ήν ού μόνον εν Αθήναις, άλλα 
και εν άπάσαις ως έπος ειπείν ταΐς ΈλληνικαΙς πόλεσιν(7)• ού μήν 
αλλά και ή νβρις, δ μετά πληγών ή καΐ άνευ πληγών προπηλακι-•- 
σμός προς ελεύθερον ή και προς δοΰλόν γινόμενος, αδίκημα προς τήν 
πολιτείαν ούχΙ μικρόν ένομίζετο' και επειδή εν τη της ύβρεως γραφή 
6 άγων Ίΐμητος ήν. έδύνατο και θάνατος το έπιτίμιον νά έπιβληθή(8). 

(1) Δημ. ΙΘ', ■277-282 σ. 430 τών πρέσβεο^ν εκείνων Οαεί; θάνατον κατέγνιοτί 
Πρβλ. χαί Πλάτ. Νό[Α. 941 έάν ης ώς πρεσδευτής ή κήρυξ χοτταψε^^ομενο; της πό- 
λε(ιΐς ποιραπρεσδεύητα: ::ρος τίνα πολιν ή πεμπομενος μή τά; ούσα; πρείβείας ίφ' αίς 
πέμπεται άπαγγέλλη ή πάλιν αύ παρά τών πολεμίίον ή φίλιον μή τάρ* πα έκείνοιν ορ- 
ΟοΊς άποπρε^όεύιος γε'νηται φανερός ή χηρυκεύσας, γραφαί κατά τούτιον εστ(•ιν, ω; 
Έοαοϋ και Δ'.ός αγγελίας και επιτάξεις παρά νομον «σεδησάντων• τιαημα δ ο, τι 
•/ρή πάσχειν ή άποτίνειν, Ιάν οφλη. 

(2) Λημ, ΙΘ'. 126 σ. 380,3 οΰκοΟν ώ'/^^το παρά τόν νομον, δς θάνατον κελεύει τούτων 
τήν ζηαίαν είναι" ί'λθών δ' έκεϊσε έτερων Οανάτιον άξια ποιών πεφανται (§ 131 σ. 381). 

(3) Άριστοτ. 'Αθην. Πολ. 43. 

(4) Δημ. ΛΔ', 37 σ. 918 Νϋ , 10 τ. 128^. Λυχοϋργ. κ. Λεο>κράι:. 27. 

(5) Λυσί. ΚΒ', 5-6 μτ,ίίντ τ(ον -:ν :τί 7.ο){ι πλείί•! σΐτον πενιη'χοντα «ορμιον σον- 
ωνεΐαθαι. . . ,μ/,δ; σνμπριαμένονς χαταθέ^Οαι 'ή θάνατος εστ'ι» ή ζι,μΐΛ (8,9 και 13). 

(6) Λυσί. ΚΒ , 16. 

(7) Δημ. Κ', 167 σ. 508 και ΚΔ', 212 σ. 765 6. 

|8) Δημ. ΚΛ'. 48-Γ>0 σελ. 530 πολλούς ήδη παραόιντας τόν νομον τοϋτον (τόν 



284 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΓ Γ. ΓΑΡΛΙΚΑ 

"Ετι δε και οι τυμβωρύχοι, λωποδύται, άνδραποδισταΐ και οί οί- 
κην έλευϋεροπραοίου φεύγοντες θανάτω έζημιοΰντο καταδικαζό- 

μενοι(Ι). 

Άλλα και ό νόμον δόξης ουκ επιτήδειον ι^εϊναι θανάτω έτιμω- 
ρείτο' 6 τοιούτος έφευγε γραφην παρανόμων και ή τοιαύτη γραφή 
Ι'σχυεν. εάν έγίνετο εντός ενός έτους από της προτάσεως του νόμου, 
τοΰ ασύμφορου τη πολιτεία ή τω δήμω καταδειχθέντος (2). 

Και ό τους φυγάδας δε υποδεχόμενος εν τοις αύτοΐς έπιτιμίοις ένεί- 
χετο, εν οίς καΐ οί φεύγοντες παρά τον νόμον κατερχόμενοι εις τήν 
πατρίδα (3) ήτοι έθανατοϋτο. 

"Ετι δε καΐ ή των γονέων κάκωοις θανάτω έτιμωρείτο ί^4)" προσέτι 
ό μοιχός έπ' αυτοφώρω καταληφθείς νηποινεΐ έφονεύετο(δ). Τέλος 
κατά το Άττικόν δίκαιον ^ανάτφ τιμωρείται καΐ ή προαγωγεία, εάν 
τις δηλαδή ελεύθερον παΐδα ή γυναίκα προαγωγεύη (β). Προς τήν 
προαγωγείαν πάντως σχέσιν έχει καΐ ό παρά τη Αισχίνη νόμος τοΰ 
Σόλωνος «μή έςέστω τοις υπέρ τήν των παίδων ήλικίαν οΟσιν είσιέ- 
ναι εις τα διδασκαλεία, των παίδων ένδον όντων εάν δέ τις παρά 
ταΰτα ε?σίη, θανάτω ζημιούσθω» (7). 

Παρά δέ τοις Αοκροίς και ό νόμον νέον προτείνων έκινδύνευε νά 
θανατωθή* διότι εκείνοι, ως ιστορεί ό Δημοσθένης, οϋτως ένόμιζον 
δτι έπρεπε νά σέβωνται τους παλαιούς νόμους και τά πάτρια νά πε- 
ριστέλλωσιν, ώστε, ει τις ίδοόλεχο νόμον καινόν νά προτείνη. εν 

περί της ύβρεως) χαι νβρίοαντας προς δούλους έζημιώκασι ^ανάτψ. Άριστοτέλ. 
'Ρητορ. 1374 6 Σοφονλης υπέρ Εοκττίμονος συνηγόρων έπεϊ άπε'σφαξεν εαυτόν ΰβρίτ 
σθεί'ς, ου τιμτίσειν εφη έλάττονος η ου ό παθών εαυτω Ιτίίλησεν (δηλ. θάνατον). 

(ί) Δημοσθ. Δ', 47 σ. 53' «άνδραποδιστη: δ'ήν ου μόνον δστις έλευθΕρους πολίτας εις 
?ένους Ιπώλει, άλλα χαί δστις δούλους αποσπών εχ των δεσποτών αυτών μετεπώλειβ. 

(2) Δημοσθ. ΚΔ', 138 σ. 743 πρβλ. /αϊ "Αριστοτελ. αποικ. 378 σ. 1541α 1, εΐ' 
τις μή ίπιτηδειον νο'μον γράψειε. 

(3) Δημ. Ν', 49 σ. 122?, 2 πρβλ. χαΐ Πλάτ. Νομ. 955 Β φυγάδο: δέ £.Γ.οδο-/ή; 
θάνατος έστω ζημία. 

(4) Αυσί. ΙΓ', 91. 

(5) Δημοσθ. ΚΓ', 53 σ. 637 εάν τι; άποκτείνη έπϊ δάμαρτι ή έπί μητρί Ι) έπ' 
άδελφί) ή ϊτΛ θυγατρί ί] έπί παλλακη, ην αν έπ' ελεύθεροι; παυΐν ε'/η, τούτων ένεκα 
μή φεύγειν κτείναντα (νόμος)" £ν δέ τη Τενέδω νόμος ήν χα! τον χαταλαμβάνοντα μοι- 
χούς άναιρεΐν πελέχει αμφότερους 'Αριστοτ. 'Αποσπ. 551 σ. 1569α 25. 

^6) Αίσ/ίν. χ. Τιμάρ/. 184. 
(7) Αΐσ/. χ. Τιμάρ•/. 12. 



ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ 280 

βρόχω τόν τρά/ηλον έχων ένομοθέτεΐ' καΐ εΐ μεν 6 νόμο; καλό; και 
χργ)σιμο; έδόκει, έζ7( ό τίϋεΐ; αυτόν καΐ άτϊήρ/ετο σώο;" ε? όέ μή. 
άπέθνγισκεν εύΗεω; έτϊίαπασϋέντο; τοΟ βρόχου" οιό καΐ τοί; πάλαι 
κείμενοι: νόμοι; άκριόώ; εκείνοι έχρώντο ( 1 ). 

Έκ δε των άλλων Έλληνίοων πόλεων ουοεμία έςήνεγκε πλείο- 
νας θανατικά; άποφάαει; έπΙ πολιτικοί; έγκλήμααιν ή αι Συράκου- 
σαι(2), ουδεμία δ' άλλη πολίτα; καΐ άρχοντα; έπΙ δωροδοκία έθα- 
νάτωσεν τόσου;, δσους ή Σπάρτη (3). 

ΚαΙ αυτό; δε ό Πλάτων εν τ•^ ιδανική πως αυτοΟ '^ομο^εαίοί προ- 
χειροτάτην έχει την Βανατικήν ποινήν εν ω οε καταργεί την άη- 
μίαν τοΰ ■^ολ'.το'^ και την δήμευσιν τη; ουσίας αύτοΰ. τόν θάνατον 
επιβάλλει συχνότερον καΐ αύτης τη; έν χρήσει Αττικής νομοθεσία;" 
μάλιστα δε έπι τω αύτω άμαρτήματι τιμ(ορεΐ αΰστηρότερον τόν πολί- 
την ή τόν ςένον καΐ τον ΖοΰιΧοΥ ούτω λ. χ. ό φιλόσοφο; νομοθετεί '<ό 
μεν δοΰλο; ή ξένος ό επί ιεροσυλία ληφθείς, καταστιχθείς έν τω τ^ρο-^- 
ώπω και μαστιγωθείς, έκδληθήτω γυμνός εςω των δρων τγ^; χώρα;" 
τάχα γαρ αν δού; ταντην την δίκην βελτίων άν γένοιτο οωφρονι- 
Ο'&είς- τόν πολίιην ό' δμοος επΙ τω αύτφ άμορτήματι όιά θανάτου 
κολάζει διότι κατά τόν φΐλόσοφον <' πολίτης αν τις τοιούτον τι ορών 
άναφανί}, ώς άνίατον ήδη τοΰτο'/ οντά ό δικαστής λογιζεσθω, δτι 
τοιαύτης παιδεία; τυχών ουκ άπέσχετο των μεγίστων κακών" δίκη 
δή τούτω ■{θάνατος ελάχιστον των κακών του; δ' άλλους ωφελήσει 
άκλεής και υπέρ τους τη; χώρας ορούς αφανισθείς (4)»" ωσαύτως δέ 
και έν τ"^ των δημοσίων πραγμάτων κλοπή τόν μεν ξένον ή οοϋί^Λν 
κλέπτοντας τι των δημοσίων ο)ς ίασίμω; νοσοΰντα; κολάζει μετρίω;" 
τόν δε άστόν καΐ τεθραμμένον. ώς δεί. άν πατρίδα συλών άλίσκηται, 
εάν τε έπ' αυτοφώρω εάν τε μή. ώ; άνίατον οντά ϋανάτω ζημιοί (δ). 

ΚαΙ έπΙ έτέρω δέ άμαρτήματι ό νομοθέτη; φιλόσοφος αΰστηρό- 
τερον κολάζει τόν πολίτην ή τόν ξένον και τόν οοχί^ΟΊ. ήτοι έπι χύ^ 
κακή συνδικία ή κιικοδικία' ό ΙΤλάτων δηλαδή τήν δικηγορικήν ή 

(1) Δν,α. ΚΔ', 139 η. 744 

(?) Πλούτ. β. ΤιαοΑ6θντ. Ι;^,33. Λί-ον. 58. Ήθικ. 5?3. 

(3) Πλούτ. Γίοί πα;δ. άγωγ. 14 σ. 10 Ο' β. Περιχλ. κβ'. Νικί' κη' και Διοδ'ορ. 

XIII, 106, 9-1υ. 

(4) Πλατ. Νομ. 854 Δ -855 Δ. 

(5) Νο>. 941 Δ. 



286 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΤ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ. 

αυνηγορικήν τέχνην νομίζει περίχτήν ή μάλλον βλαβεράν οιό καΐ επι- 
θυμεί, ι'να μή υπάρχτ^] αΰτη έν τ:^^ πόλει αυτοΰ* αν ί' δμως ρήτωρ τις 
μέν^ έν αύττ^ καΐ πειράται την των δικαίων δύναμιν έν ταΐς ψυχαΐ; 
των δικαστών να διαστρέψη παρά καιρόν σννδικών ή πολυδικών, γρα- 
φέσθο) τοΰτοΊ δ βουλόμενος κακοδικίας ή και συνοικίας κακίας" και 
έάν όφλών έλεγχθγ^ι τοχίΐο ποιών φιλονικίας ένεκεν, άπόλλυσι το δι- 
καίωμα του λαχείν τινι δίκην ή και συνδικησαΐ' έάν οέ εκ φιλοχρη- 
ματίας ελεγχ^ϊί οννδικών^ ό μεν ξένος έκβάλλεται έκ της τοΰ φιλοσό- 
φου χώρας και έπανελθών θανάτω ζημιυνται. 6 δε αστός ευθύς ΰηνα- 
τονται ως τιμών έκ παντός τρόπου τήν φιλοχρημοσύνην αλλά και έάν 
φιλονικία κριθή οίς τό τοιούτο ποιεΐν, Ίει%'('η(ο λέγει ό ΙΙλάτων(Ι). 

Άλλα καΐ τό έν δικαστηρίω ψευοομαρτυρεΐν αύστηρότερον τ/)ς 
Αττικής νομοθεσίας τιμωρεί ό φιλόσοφος" «έάν τις, τρις ψευδομαρ- 
τυρών άλω, λέγει ό νομοθέτης, μηκέτι τούτω μαρτυρεΐν έςέστω' έάν 
δε τολμήση μαρτυρεΐν καΐ έλεγχθη, θανάτω ζημιονο^ω {2)» . 

Έκ των Νόμων του Πλάτωνος ΟΌ^ιχτχί τις νά συμπλήρωση και 
άλλα τινά κενά της Αττικής ποινικής νομοθεσίας" διότι περί τίνων 
αμαρτημάτων άγνοοϋμεν, τίνα ποινήν έπέβαλλεν ό Αττικός νόμος, ό 
δε τοΰ φιλοσόφου επιτάσσει τψ θανατικήν οίον ώς προς τήν σχέσιν 
τοΰ πολίτου προς τους εγβρους καΐ φίλους της πατρίδος ό Πλάτων 
νομοθετεί" 

τον αυτόν φίλον τε και έχθρόν νομιζέτω πάς τις τη πόλει" έάν 
δε τις ιδία ποιηται προς τινας ειρήνην ή πόλεμον άνευ τοΰ κοινοΰ. 
θάνατος έστω καΐ τούτω ζημία (3)». 

"Ετι δε ό φιλόσοφος και περί τοΰ σεβασμού, 8ν ό πολίτης προς 
τάς δικαστικάς αρχάς και τάς τούτων αποφάσεις οφείλει νά έχη. 
νομοθετεί τάδε" 

»έάν τις άφαιρήται τήν αρχήν τήν καταδικάσασαν καταδικασθείς 
»καΙ δφλη τήν τοιαύτην δίκην, ώς δλην τήν πόλιν και νόμους δια- 
»φθείρων, θανάτω ζημιούσθω(4)». 

(1) Νομ. 938 ϋ. Τό ίέ Γ.αρά ΔημοσΟ. ΜΤ', '2δ σελ. 1137,5 •έάν τςι συντ{γορος ων 
λαμβάντ) '^ρημϊτα έπί ταίς δίχα'.ς ταΐς ίδίαις ή δημοσι'αις, τούτων είναι τάς γραφβς 
προς τους Οίομοθετας» εΙν6 τό χα&'υφιέναι τόν αγώνα, καϋ'ΰφεαις, ρΐΗ,βνβΓΪΟ&Ιίο. 

(2; Νόμ. 937 Ο. 

(3) Πλάτ. Νόμ. 955 Β. 

(4) Ιΐλατ. Νόμ. 958 0. 



« 
» 



ΗΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ 287 

ΚαΙ καθόλου ειπείν πολύς εατιν ό φιλόσοφος έν ττ^ χρήσει τΫ]ς 
θανατικής ποινΫ^ς νομ''ζο)ν τον θάνατον ώς το μόνον ϊαμα ταΐς κακώς 
οιατεθείααις ψυχαΐς' <- άριστος κηΰ^αρμος τ•{^ πόλει, λέγει, ό αλγεινός, 
»καθάπερ των φζρμάκων οσα τοιουτότροπα. ό τ•;^ δίκττ] μετά τιμο)- 
»ρίας εις το κολάζειν άγων. (θάνατον ή φυγήν ττ(/ τιμωρία το τέλος 
»έπιτιΗε:ς' τους γαρ μέγιστα έςγ^μαρτηχότας, άνιάτονς ο' όντας καΐ 
»βλάδην μεγίστην τγ^ς πόλεως, άφανιστέον (1)»• διό και επαίνου άςί- 
ους κρίνει τους τε δικαστάς και τους των οικαστΊν ηγεμόνας, οιτινες 
τόν θάνατον ώς Ι'αμα ταΐς άνιάτως οιατεθείσαις ψυχαΐς άπονέμου- 
σιν (2)' ώς οέ πολλοί των αρχαίων νομοθετών έφόνευον τών γεννω- 
μένων παιοίων τα ούσμορφα. τα ασθενικά και ανάπηρα (3), ούτω και 
ή πολιτεία κατά τόν Πλάτωνα οφείλει νά φονεύγ] τους κακοφυεΐς 
τήν ψυχήν καΐ ανίατους πολίτας" τούτο ο' άριστον, λέγει, καΐ αύ- 
τοΐς τοις πάσχουσι και τττ; πόλει (4). Αντιθέτως προς τό νεώτερον 
πνεύμα, ζητούν εκ της νομιζομένης φιλανθρωπίας νά παρατείνη τήν 
άθλίαν ζωήν πλασμάτων τινών άνιάτως νοσούντων καΐ ίδρΟον άονλα 
νοοοτροφικά τών άπατων, οι αρχαίοι νομοθέται καΐ φιλόσοφοι περι- 
φρονοΰσι και καταοικάζουσι τήν νοσοτροφίαν ταύτην καΐ τήν ζωήν, 
ήτις δεν επιτρέπει είς τό τ,το^ΟΊ δραστηρίως όπερ έαυτοΟ και τής 
πολιτείας νά έργάζηταΐ' ιδού δε και ή ρήσις τοΰ φιλοσόφου" «τήν 
νοηοΊοοφικην ταύτην ίατρικήν ό Ασκληπιός ούχΙ αγνοία ου κατέ- 
δειξε τοις έκγόνοις αύτοΰ, άλλ' ειδώς, δτι πάσι τοις εύνομουμένοις 
ζρ-^ον τι έκάστω έν τή πόλει προστέτακται, δ α,ντ.'^γ.'χίο'/ έργάζεσθαι 
και ούδενι σχολή δια βίον κάμνειν ίητρευομένω, δ ήμεϊς γελοίως έπΙ 
μεν τών δημιουργών ( = εργατικών) α?σθανόμεθα. επΙ δε τών πλου- 
σίων ουκ αίσθανόμεθα»(δ). 

Κατά τής έν Ελλάδι συχνής θανατικής ποινής διαμαρτυρίαν τινά 

(Ι) Πλάτ. Νοα. 730 Ε. 

("2^ Πλάτ. Νοα. 9ό8. 8Β2 οδ: ζ ' αν άνιάτως 'ν/ΟΊ-.ας αϊσθηται ό νομοθέτης, δί- 
κην τούτοις θη'σει γινοίσκων. ώς ούτε αϋτοϊς ετι ζην αμεινον τους τ' άλλου; αν διπλί) 
(οφελοίεν άπαλλαττο'μενοι τοΐί βίου, παράδειγμα μεν τοΰ μηδέν άδιχεΐν τοις άλλοις 
γινόμενοι, ποιοϋντες δ' άνδοών κακών ερημον τήν πολιν οϋτω δη τών τοιούτων πέρ; 
κολαιτήν τών αμαρτημάτων θάνατον ανάγκη νέμειν, άλλως οέ ουδαμώς. 

(3) Άρ.στοτέλ. Πολι:. 1337 β, 17, Πλουτ. β. Λνκούργ. ιβ'. 

(4) Πλάτ Πολ. ΗΟ. 

(ϋ) Πλάτ. Πολ. 406 και 407. 



288 ΚΩΝΣΤΑΝΤ1Ν0Γ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

μόνον παρά τω Θουκυδίδΐ(] διαβλέπει τις• ό φιλόσοφος ιστορικός άριστα 
ψυχολόγων περί τά αϊτια των άμαρτημάτιον τ; τα ελατήρια της αδι- 
κίας των τε ατόμων ιδία και των πόλεων καθόλου επάγεται τήν 
άψευδή γνώμγ^ν' «πεφνκασιν άπαντες οί ανϋ^ρωποι και ιδία και δη- 
μοσία άμαρτάνειν και ουκ εοτιν νόμος οοτις άπείρξει τούτον διό και 
ή τοϋ θανάτου ποινή άνεχεγγυος φαίνεται- διότι Γ^οΐλα καΐ ισχυρά 
ελατήρια ώθοΟσι τόν α,ν^ρωπον εις το παρανομεΐν, ή μεν πενία έξ 
ανάγκης παρέχει τήν τόλμκν, ή δε εξουσία και ό τζΑούτος έκτρέπουσι 
προς τήν υβριν, ετι δε καΐ ή Οργή καΐ ή παράφορα, έμφυτος τοις 
άνθρώποις οηαχ, έξάγουσιν αυτούς εις τους κινδύνους* τούτοις δε προσ- 
τίθεται δ τε έρως έπι παντί καΐ ή έλπίς, ό μεν ηγούμενος, ή δε έφε- 
πομένη καΐ ό μεν τά σχέδια τής επιχειρήσεως έπινοών, ή δε τήν εύ- 
πορίαν και τήν ευνοιαν τής τύχης ύποτιθείσα, πλείστον βλάπτουσι 
τους ανθρώπους• καίπερ δέ αφανή ταϋτα όντα, δμως ισχυρότερα των 
όρωμένων δεινών εισιν αλλά και ή τύχη ούχ ήττον συμβάλλεται εις 
το έπχίρειν του; ανθρώπους έπΙ το άδικεΐν διότι άδοκήτως ενίοτε 
παριστάμενη συν(ι)θεΐ καΐ μάλιστα τάς πόλεις εις το κινδυνεύειν το- 
σούτω μάλλον, οσίο εν τη γενική έξεγέρσει έκαστος μετά πάντων 
άλογίστως υπερτιμά τάς έαυτοΰ δυνάμεις, άλλως τε καΐ δταν έπιδιώκη 
ή εαυτόν νά ελευθέρωση ή άλλων νά άρξΐ(]' άφορμήν δέ τζρόζ τήν 
ψυχολογικήν ταύτην έπισκόπησιν ό ιστορικός έλαβεν έκ τής μανιώ- 
δους παραφορίχς του Κλέο^νος, συμβουλεύοντος τοις Άθηναίοις, ϊνα 
πάντας τους άποστατήσαντας Μυτιληναίους άποκτείνωσι καΐ παρά- 
δειγμα τοΙς άλλοις "Ελλησι ποιήσωσιν, δπως μή άποστατώσιν από 
των Αθηναίων αλλά προς τούτον έναντιοΰται ό συνετός Διόδοτος 
λέγίον" ει καΐ πολλών και ούχΙ μεγάλων εγκλημάτων εν ταΐς πόλεσι 
θάνατος ή ζημία πρόκειται, δμως οί άνθρωποι τη έλπίδι έπαιρόμενοι 
,όιψοκινδύνως έπιχειροΰσι τοις κακοίς• άν δέ και ημείς άποκτείνωμεν. 
τους Μυτιληναίους, λέγει ό συνετός άνήρ, καΐ ήμεϊ; ζημιούμεθα και 
τους άλλους ουδαμώς διά τοΰ φόβου κωλύσομεν από τοΰ νά μή άπο- 
στατήσωσΐ" καΐ κατά τήν φράσιν τοΰ ιστορικού" «ή τοίνυν όεινότε- 
«ρόν τι τον ϋανάτον δέος ενρετέυν ή ούτος ονδεν επίσχει τους άν^ρώ- 
«πονς τών κακών απλώς τε αδύνατον και πολλής ενηΰ•είας (έστίν 
«εκείνος), δοτις οΐεται τής άνΰ•ρωπείας φύσεως ορμώμενης έπι το 
κακονργεΐν άποτροπήν τίνα εχειν ή νόμων ίαχύι η αλλω τινί δεινφ^ 



ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ 289 

καΐ συμπεραίνίον καταλγ]γε'." <- οϋκουν χρή τοΟ θανάτου τ^ ζ>;μ'•α ως 
έχεγγύω πιστεύααντας γείρο'/ (ϋουλεύαασθαι» (1). 

Ίί κατά τη; θανατικν^ς ποινής διαμαρτυρία αΰτη, ή δια τοΰ στό- 
ματος τοΰ Λιοοότου εκφραζόμενη, πάντως απηχεί την γνώμην τοΟ με- 
γάλου ιστορικού. Έ αξιοσημείωτος δ' αυτή διαμαρτυρία διέλαΟεν, ώς 
εοικε, την άγχίνοιαν τοΟ λίαν εΰστόχως περί το ποινικόν δίκαιον των 
αρχαίων Ελλήνων φιλοσοφήσαντος ΚΐΊθΓίΓίοΙι Ηθπιιβηη. 

"Ως προς την πολλήν πάρα τοις "Ελλησι χρησιν της θανατικής 
ποινής παρατηρητέον και τοΰτο το παράδοξον, οτι δηλαδή παρά τισι 
των [3αρ6άρων λαών. ώς έν Θράκη, δεν ήτο νόμιμον το ϋηνατοΰν {2)' 
Σαβάκων δ' ό Αίθίοψ. καθ' α ό Διόδωρος ιστορεί. κατγ]ργησε την 
μεγίστην των ποινών ήτοι τήν θανατικήν άντΙ γαρ τοϋ θανατοϋν 
τους καταδικασθέντας ήνάγκασε λειτουργεΐν ταίς πόλεσι δεδεμέ- 
νους (ο;. 

"Αλλά καΐ περί τής έν Αθήναις τουλάχιστον συχνάκις υπό τοΰ νόμου 
έπιβαλλομέννις ποινής τοΰ θανάτου διακριτέον τήν θεωρίαν τής πρά- 
ξεως• διότι ό δήμος ό 'Αθηναίίον εχο)ν τήν κυριαρχίαν έν τή απονομή 
τής δικαιοσύνης δεν έποιείτο κατάχρησιν τοΰ δικαιώματος αύτοΰ ώς 
τζροζ τήν θανατικήν ποινήν, εξαιρουμένων μεγάλοιν τινών περί τής 
πολιτείας καΐ τής θρησκείας δικών, έν αΐς τό πάθος τοΰ δήμου, λίαν 
εϋπαθοΰς περί τα ζητήματα ταΰτα δντος. ύ^οοοοί έξερρήγνυτο. Έν 
δε ταΐς άλλαις δίκαις συνήθως ό κυρίαρχος δήμος και έ'νθα ό νόμος 
τήν θανατικήν ποινήν έπέβαλλεν, εξεύρισκε τρότ^οΊ. ϊνα διεκφύγη τήν 
σκληράν Οποχρέωσιν τοΰ νόμου' διά τών τιμητών αγώνων χαΐ τ(7η• 
ειααγγελίών και έν έγκλήμασι μεγίστοις έμετρίαζε τήν ποινήν τοΰ 
νόμου έξευρίσκων ελαφρυντικά τίνα Οπερ τοΰ κατηγορουμένου" ούτω 
δε ό παντοδύναμος δήμος, ό μηδένα διά νόμου δεχόμενος περιορισμόν 
τής έν τώ δικάζειν αύστηρότητος αύτοΰ ή επιεικείας, συχνότερον 
τίρο<^, τήν φιλανθρωπίαν έρρύθμιζε τήν έαυτοΰ παντοδυναμίαν. κρίνων 
ούχι πάντοτε κατά το γράμμα τών νόμων αί εις θάνατον καταδίκαι 
κατά μεν τον νόμον έδει νά ώσι λίαν συχναί. άλλ' ό θάνατος ούχΙ 
συχνά και τή ψήφω τοΰ δικάζοντος δήμου έπεβάλλετο' διότι ή ήλιαία 

(1) Θουκ. Γ', 45 και Σχ^ολιαατή? αΰτίίθι. 

(2) Δη-χοσθ. ΚΓ', 169 α. 67ϋ. 

(3) Διόδωρ. Α', ί)1. 

ΑΘΗΝΑ, ΤΟΜ. λ'. 1" 



290 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΤ Γ. ΓΑΡΔΙΚΑ 

κατά την μαρτυρίαν του Δείναρχου τίροσείχε μάλλον εις την έπιείκειαν 
καΐ την συγγνώμην γ) προς το δίκαιον και τον νόμον, άφοΟ κα^ 
πολλούς εκ της βουλής της εξ Αρείου πάγου θανάτω κατεγνωσμένους 
ό δήμος εν τοις δικαστηρίοις απέλυε της θανατικής ποινής (1). 

"Άλλα και ως ηρος την έκτέλεσιν της θανατικής ποινής άξιοση- 
μείωτόν τι συνέβαινεν έν 'Κλ'λάοΐ' εν ω δηλαδή τόσον πρόθυμοι και 
ευεπίφοροι εν τη νομοθεσία φαίνονται οί "Ελληνες εις το έπιβάλλειν 
την θανατικήν ποινήν, δμως έν τη εκτελέσει της ποινής ταύτης δεν 
μεταχειρίζονται τρόπο^^ άγριον, τον φόβον των επιζώντων προκαλούντα" 
αλλά και ή πομπική έπίδειξις έν τη εκτελέσει τής θανατικής ποινής 
φαίνεται δλως ξένη έν τη Ελληνική άρχαιότητι* και ου μόνον 
τούτο, άλλ' έν Αθήναις και άρχοντας ιδίους είχον, τονς ένδεκα, 
προς τήν θανατικήν έκτέλεσιν έκαλοΰντο δ' ένδεκα, διότι έγίνοντο 
ίΐς άφ' έκαστης φυλής, οις και γραμματεύς συνηριθμεϊτο' φαίνεται 
δ' δτι έλάμβανον και μισθόν οΐ άργο'^τες ούτοΐ' διότι ουδείς ευκόλως 
έδέχετο τήν άναγκαιοτάτην ταύτην οίρχψ, χαλεπωτάτην ουοαν χαλεπή 
δ' έστιν ή αρχή αύτη, λέγει ό Αριστοτέλης (2), διά το πολλήν έχειν 
τήν άπέχθειαν ώστε δπου μή μεγάλα έστΙ κερδαίνειν ούτε άρχειν 
ύπομένουσιν αυτήν ούτε ύπομείναντες έθέλουσι πράττειν κατά τους νό- 
μους. Οί ένδεκα είχον και τους εαυτών ϋπηρετας, οί'τινες παρηκολού- 
θουν αύτοίς καΐ έξετέλουν τήν θανατικήν ποινήν έν Αθήναις δε κλήρω 
καθίσταντο οί ένδεκα* επειδή δε ύπδ τοΰ Αριστοτέλους (3) δηλοΰται, 
δτι καθήκον αυτών ήν νά έπιμελώνται των έν τω δεσμωτηρίω, επιτρέ- 
πεται νά είκάσωμεν, δτι έπεμελοϋντο προσέτι, δπως μή σκληρώς 
φέρωνται ιζροζ τους δεσμώτας οί ύπηρέται αυτών και άπανθρώπως 
μεταχειρίζωνται τους καταδίκους κατά τήν έκτέλεσιν τής θανατικής 
ποινής• διό καΐ έξ εκάστης φυλής εις ήν χάριν των συμφυλετών 
αυτού καταδίκων δηλονότι* ό των ένδεκα νηηρέτης καλείται καΐ 
δήμιος και δημόκοινος• διότι οί ύπηρέται τής αρχής ταύτης ήσαν 
δονλοι δημόσιον υπό τοΰ Ησυχίου διεσώθη ήμιν και ϊτζρος ορός, 
ανδραγχος (ό τους άνδρας αγχών)• οΙ ένδεκα συνήθως καλούνται 

(1) Δείναρχος κ. Δη[χοσθ. 54-60 (πρβλ. χαί σελ. 21 -22). χ«ϊ Π&ΓβιηΙ)βΐ'8• - δα^ϋο 
χλπ. IV» σ^λ. 529-530. 

(2) Άριστοτελ. Πολιτιχ. 6, 5, 5. 

(3) 'Αριστοτα. 'Αθην. Πολιτ. 52. 



ΗλΝΑΊΊΚΙΙ ΙΙΟΙΝΗ 291 

και οΐ κύριοι χγ^ς θανατικής ποινΫ^ς' διότι ούτο